Σάββατο, 30 Αυγούστου 2014

Μητροπολίτης Σερβίων & Κοζάνης Διονύσιος Ψαριανόs ΑΓΙΟΣ ΑΛΡΞΑΝΔΡΟΣ


Άγιος Αλέξανδρος, αρχιεπ. Κωνσταν­τινουπόλεως

30 Αυγούστου 2014
Σήμερα η Εκκλησία εορτάζει και τιμά την ιερή μνήμη του αγίου Αλεξάνδρου αρχιεπισκόπου Κωνσταν­τινουπόλεως. Ο άγιος Αλέξανδρος έζησε στα χρόνια του πρώτου χριστιανού αυτοκράτορα, του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Είναι από τους ιερούς Πατέρες της πρώ­της Οικουμενικής Συνόδου, που το 325 στη Νίκαια κα­ταδίκασαν την αίρεση του Αρείου. Αρχιεπίσκοπος τότε Κωνσταντινουπόλεως ήταν ο άγιος Μητροφάνης, αλλ’ επειδή ήταν πολύ γέρος και άρρωστος, στη Σύνοδο τον αντιπροσώπευε ο Αλέξανδρος, που ήταν ακόμα πρεσβύτερος. Πολλές φορές για διαφόρους λόγους τους επισκόπους στις ιερές Συνόδους αντιπροσώπευαν πρεσβύτεροι.
Αγ. Αλέξανδρος
Ο άγιος Αλέξανδρος ήταν πραγματικά θεοπρόβλητος Ιεράρχης της Εκκλησίας. Μετά τη Σύνοδο και την καταδίκη του Αρείου, Άγγελος Κυρίου εμφανίστη­κε στο γέροντα αρχιεπίσκοπο Μητροφάνη και του αποκάλυψε τη βουλή του Θεού. Τον βεβαίωσε πρώτα για τον επάξιο τρόπο, με τον οποίο ο πρεσβύτερος Αλέξαν­δρος τον αντιπροσώπευσε στη Σύνοδο, κι ύστερα του είπε πως αυτός θα ήταν ο διάδοχός του στον αρχιεπισκοπικό θρόνο. Αυτό έγινε γνωστό και πραγματικά, όταν ύστερα από λίγο καιρό κοιμήθηκε ο αρχιεπίσκο­πος Μητροφάνης, ο Αλέξανδρος εξελέγη και τον δια­δέχθηκε στον αρχιεπισκοπικό θρόνο. Ο Θεός ξέρει τους ανθρώπους; του και τους καλεί στον κατάλληλο καιρό.
Η πρώτη Οικουμενική Σύνοδος καταδίκασε την αί­ρεση του Αρείου, αλλά η αναταραχή στην Εκκλησία δεν είχε καταπαύσει. Και μέχρι σήμερα ακόμα η αναταραχή δεν κατέπαυσε. Η αρειανική αίρεση είναι η ρίζα όλων των αιρέσεων, κάποιες από τις οποίες μέχρι και σήμερα ταλαιπωρούν την Εκκλησία. Τέτοια είναι η αί­ρεση του χιλιασμού ή των Μαρτύρων του Ιεχωβά. Όπως ο Άρειος, έτσι και οι χιλιαστές αρνούνται την θεότητα του Ιησού Χριστού. «Ην ποτέ ότε ουκ ην» έλεγε ο Άρειος για τον Ιησού Χριστό, δηλαδή ήταν καιρός που δεν υπήρχε ο Υιός, αλλά έγινε ύστερα, ότι δηλαδή ο Υιός είναι κτίσμα. Το ίδιο λένε κι οι χιλιαστές.
Ο άγιος Αλέξανδρος όχι μόνο στη Σύνοδο κατα­πολέμησε την αίρεση, αλλά και ύστερα, ώς αρχιεπίσκο­πος Κωνσταντινουπόλεως. Ο διάδοχος του Μεγάλου Κωνσταντίνου ήταν φιλοαρειανός και οι ορθόδοξοι επί­σκοποι είχαν τώρα να αντιμετωπίσουν όχι μόνο την αί­ρεση, αλλά και την πολιτική εξουσία, που συμπαθούσε και βοηθούσε την αίρεση. Όχι μόνο στους αρχαίους διωγμούς, αλλά και ύστερα η Εκκλησία πολλές φορές βρέθηκε αντιμέτωπη με την πολιτική εξουσία στα ίδια τα χριστιανικά κράτη. Είτε οι πλανεμένες αντιλήψεις των αρχόντων της πολιτείας είτε τα πολιτικά τους συμ­φέροντα πολλές φορές τους φέρνουν σε αντίθεση με την πίστη και την τάξη της Εκκλησίας.
Ο γιός του Μεγάλου Κωνσταντίνου, Κωνσταντίνος κι αυτός λεγόμενος και διάδοχος στο θρόνο, ήταν λοι­πόν αρειανόφιλος. Ο Άρειος μετά τη Σύνοδο υποκρι­νόταν τον ορθόδοξο και ζητούσε να έχει κοινωνία με τους κανονικούς επισκόπους της Εκκλησίας. Με την υποκρισία λοιπόν και με την υποστήριξη του αυτοκράτορα ο Άρειος πίεζε τους επισκόπους. Αλλά ο άγιος Αλέξανδρος με κανέναν τρόπο δεν τον δεχότανε σε εκκλησιαστική κοινωνία, δηλαδή να λειτουργήσουν μαζί. Σε τέτοιες δύσκολες στιγμές, κριτήριο είναι η Λειτουρ­γία και η θεία Κοινωνία. Με τους αιρετικούς μπορεί να έχουμε συνεργασία και κοινωνικές σχέσεις, αλλά ποτέ δεν λειτουργούμε και δεν κοινωνούμε μαζί.
Ο Άρειος είχε κακό τέλος στα χρόνια εκείνα, που αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως ήταν ο άγιος Αλέ­ξανδρος. Εκείνος έφυγε, αλλά το κακό που έκαμε στην Εκκλησία έμεινε και μέχρι τώρα τροφοδοτεί κάθε αί­ρεση. Κι ο άγιος Αλέξανδρος, ως άνθρωπος, έφυγε κι εκείνος, αλλ’ άφησε στην Εκκλησία την εικόνα του αγίου του Θεού, του υπερασπιστή της Ορθοδοξίας και του φύλακα των αποστολικών παραδόσεων. Και μέσα στη Σύνοδο, ως εκπρόσωπος του γέροντα αρχιεπισκόπου Μητροφάνη, κι ύστερα από τη Σύνοδο στάθηκε πι­στός φρουρός και υπερασπιστής των αποφάσεων της Συνόδου και της παράδοσης και κληρονομιάς των αγίων Αποστόλων. Αμήν.
(+Μητροπ. Κοζάνης Διονυσίου, Εικόνες έμψυχοι, εκδ. Αποστ. Διακονία, σ. 430-432)

Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2014

Άγ. Αρκάδιος, Επίσκοπος Αρσινόης (Εγκώμιο Αγ. Νεοφύτου)

29 Αυγούστου 2014
Αγίου Νεοφύτου, πρεσβυτέρου μοναχού και Εγκλείστου
Εγκώμιο στο βίο και τα θαύματα του Αγίου Αρκαδίου, Επισκόπου πόλεως Αρσινόης
 
Ευλόγησον πάτερ,
Για να επαινέσει κάποιος πνευματικά τον Αρκάδιο, τον θαυμάσιο και μεγάλο ανάμεσα στους ιεράρχες, θα χρειαζόταν κατάλληλη γλώσσα που να αναβλύζει ως πηγή άφθονα θεία νερά και νους πλούσιος, στολισμένος και φωτιζόμενος στην πράξη και τη θεωρία. Και τότε ίσως θα μπορέσει με λόγο, να επαινέσει επάξια αυτόν τον μεγάλο Πατέρα. Ο δικός μου όμως νους είναι γήϊνος, η γλώσσα δυσκίνητη και ο λόγος μου αδύνατος και φτωχός. Πως λοιπόν θα τολμήσω να εγκωμιάσω ένα τέτοιο φωστήρα; Πως «θα φωτίσει το λυχνάρι το φως»; Πως το φως της ημέρας θα το φωτίσει ένα μικρό άστρο της αυγής; Πως θα αυξήσει η σελήνη την μεσημβρινή λαμπρότητα του ήλιου; Πως θα συγκριθεί το χρυσάφι με το σίδηρο; Πως ένα κοινό καυσόξυλο θα προσφέρει ευωδία στο ευωδέστατο δένδρο της αλόης; Πως θα ζυμώσει κάποιος ψωμί ανακατεύοντας το άχυρο με καθαρό σιτάρι; Πως η γη θα φθάσει τον ουρανό; Πως θα εξισώσει κάποιος την μεγάλη ποικιλία στη διαφορά των άστρων; «Γιατί», λέει ο Παύλος, «άλλη είναι η λάμψη του ήλιου, άλλη της σελήνης και άλλη των άστρων· αλλά και μεταξύ των άστρων, άλλη η λάμψη του ενός και άλλη του άλλου».
arkadarsin2
Έτσι και εγώ συγκρίνοντας τη διαφορά του εαυτού μου με τον μεγάλο Αρκάδιο, αναφέρθηκα στο άχυρο και το αλεύρι, το χρυσάφι και το σίδηρο και όλα τα άλλα παραδείγματα. Εξαιτίας όμως αυτών που ειλικρινώς μας παρεκάλεσαν γι’ αυτή τη συγγραφή, υποκύψαμε σ’ αυτά που μας ξεπερνούν, ώστε να απευθύνουμε στο μεγάλο αυτόν Πατέρα, λίγα, σύντομα και συνοπτικά εγκώμια, τόσα όσα η πλούσια χάρη θα μου δώσει με τις δικές του προσευχές. Νομίζω όμως, ότι πρέπει να πούμε πρώτα για τους γονείς, την ανατροφή και την πατρίδα και μετά με συντομία για τη κατά Θεόν ζωή του, και τη προαγωγή του στον επισκοπικό θρόνο και όλα τα άλλα.
Αυτός λοιπόν ο θείος Αρκάδιος, ο σπουδαίος στην αρετή, ο αξιοζήλευτος στην ευσέβεια και ξακουστός για τα θαύματα, είχε πατρίδα το χωριό που ονομάζεται Μελάνδρα της Κύπρου, κοντά στην πόλη Αρσινόη, και ήταν γιός των πιστών και φιλόχριστων γονέων Μιχαήλ και Άννας. Από αυτούς γεννήθηκαν μόνον ο Αρκάδιος και ο αδελφός του Θεοσέβιος. Και σαν να μη μπορούσε η φύση να γεννήσει συγχρόνως πολλούς και μεγάλους, αρκέσθηκε σ’ αυτούς τους δύο φωστήρες αντί για πολλούς, διότι υπάρχει το πολύ λίγο που θεωρείται άχρηστο, και υπάρχει το λίγο που θεωρείται πολύ, επειδή είναι χρήσιμο, «διότι» και η «στείρα γέννησε επτά» (με το πλήθος των επτά ονομάζει το ένα διότι είναι το σπουδαιότερο) και διότι είναι προτιμότερος ένας που εφαρμόζει το θέλημα του Θεού παρά χιλιάδες παράνομοι.
Έτσι οι γονείς αρκέστηκαν στα δύο παιδιά, τον Αρκάδιο και τον Θεοσέβιο, τα οποία ανέτρεφαν «δίνοντάς τους αγωγή και συμβουλές που εμπνέονται από την πίστη στον Κύριο» ως πραγματικά θεόφρονες και τους μόρφωσαν με τα ιερά εκκλησιαστικά γράμματα. Ήσαν φιλότεκνοι και φιλόθεοι, φιλάρετοι και φιλόξενοι, καλοσυνάτοι και επιεικείς, σπουδαίοι στη συμπεριφορά και σπουδαιότεροι στην αρετή. Απόδειξη γι’ αυτά είναι τα καρποφόρα κλαδιά τους, ο Αρκάδιος και ο Θεοσέβιος, από τους οποίους φαίνεται το γεμάτο άνθη και πυκνόφυλλο δένδρο της ευλογημένης ρίζας, διότι και το δένδρο, όπως λέει η Γραφή, γίνεται γνωστό από τον καρπό του, και από «την καλή ρίζα» βγαίνουν καλοί βλαστοί και καλοί καρποί, και από τους καλούς γεωργούς καλά προϊόντα.
Και το αντίθετο είναι φανερό. Από τον πονηρό γεννιέται πονηρότερος, όπως αναφέρει και η Γραφή, «από τους απογόνους των φιδιών, θα βγουν δηλητηριώδεις οχιές, και απ’ αυτές θα βγουν φίδια φτερωτά». Ο πονηρός δηλαδή γονέας, γεννά πονηρότερο παιδί από αυτόν, και το πονηρό παιδί του πάλι γεννά πονηρότερο απόγονο, που σημαίνει «φίδι και οχιά και πάλι φίδι φτερωτό».
Να το πω διαφορετικά. Ένα μικρό πάθος γεννά μεγαλύτερό του, και εκείνο πάλι άλλο πιό μεγάλο. Παραδείγματος χάριν. Γεννά η επιθυμία της αμαρτίας, ως αποτέλεσμα, την μεγαλύτερη αμαρτία και αυτή γεννά το χωρισμό από τον Θεό. Άλλο παράδειγμα. Γεννά η κενοδοξία την πιό βρομερή απ’ αυτήν υπερηφάνεια, και αυτή, την άρνηση της βοήθειας του Θεού, και τα υπόλοιπα, που «είναι φίδια και οχιές και φίδια φτερωτά». Από καλούς γονείς, όπως και αυτοί που επαινούνται, του Αρκάδιου και Θεοσέβιου, είναι καλοί οι απόγονοι και η δόξα πολύ μεγάλη. Διότι δόξα για τους γονείς είναι η αγιότητα των παιδιών, και τιμή για τους αφέντες ο φόβος των υπηρετών.
Οι εγκωμιαζόμενοι είχαν αυτάρκεια στη ζωή τους, ώστε ούτε να υποφέρουν πιεζόμενοι από τη φτώχια, ούτε έχοντας πολύ πλούτο, να είναι υποδουλομένοι στα γήϊνα. Γι’ αυτό και τον νεαρό Θεοσέβιο τον όρισαν ως ποιμένα των προβάτων. Αυτό δεν θα το εδέχοντο, αν ήσαν πάρα πολύ πλούσιοι. Ούτε θα το επέτρεπε σ’ αυτούς η κοσμική δόξα. Εγώ όμως λέω, ότι ήσαν πλούσιοι στην αρετή και την ειλικρίνεια της γνώμης, και όπως είπαμε αυτάρκεις στις ανάγκες τους, επειδή γνώριζαν, ότι δύσκολα οι πλούσιοι μπαίνουν στη βασιλεία του Θεού. Φρόντιζαν δε και τα δύο παιδιά τους να μην υστερούν από τη δική τους ευγένεια και αρετή. Τον μεν Αρκάδιο τον έστειλαν στην Κωνσταντινούπολη (η για να μορφωθεί η για άλλο λόγο, δεν ξέρω ακριβώς), τον δε Θεοσέβιο, ως μικρό παιδί, τον κράτησαν στο σπίτι, για τον οποίον μιλήσαμε με λεπτομέρεια στο λόγο που συντάξαμε γι’ αυτόν.
Μετά από μερικά χρόνια επέστρεψε ο Αρκάδιος από την Κωνσταντινούπολη στολισμένος με αρετή, εξυπνάδα και καλούς τρόπους. Δεν ικανοποιείτο όμως με αυτά τα καλά πλεονεκτήματα, διότι στον θείο έρωτα και την κατά Θεόν προκοπή δεν υπάρχει ποτέ χορτασμός, αλλά όσο κάποιος πλουτίζει στις αρετές, τόσο πολύ περισσότερες επιθυμεί. Όσο κάποιος κατευθύνει την επιθυμία του στον ουρανό, τόσο περισσότερο αυξάνεται ο πόθος του για τα άνω. Και όσο κάποιος πιεί από την θεία και αστείρευτη πηγή, τόσο περισσότερο ελκύεται στις πηγές των υδάτων, όπως τα ελάφια, φλεγόμενος και πυρπολούμενος από τον θείο έρωτα. Έτσι και κάποιος που ανέβλυζε την πηγή του ζωντανού νερού και πάλιν διψασμένος φώναζε: «Η ψυχή μου διψά για σένα». Και «όπως το διψασμένο ελάφι ποθεί πολύ και τρέχει στις πηγές των καθαρών υδάτων, έτσι και η ψυχή μου σεποθεί, Θεέ μου. Δίψασε η ψυχή μου, για τον Θεό, τον ισχυρό, τον ζώντα. Πότε θα έλθω και να δω τονιερό τόπο της παρουσίας του Θεού μου;». Λυώνοντας από τη φλόγα της αγάπης του Θεού δροσιζόταν και διατρεφόταν από τα δάκρυά του. «Τα δάκρυά μου έγιναν για μένα το ψωμί μου τη μέρα και τη νύκτα». Ώστε όλα τα χορταίνει κάποιος, όλα δε έχουν ένα τέλος. «Καθετί που οι άνθρωποι θεωρούν τέλειο, έχει τέλος· η εντολή σου όμως είναι απέραντη σε έκταση χρόνου» και ο καρπός της πλούσιος, δεν έχει δε τέλος ούτε χορτασμό.
Αυτόν τον ατέλειωτο χορτασμό των θείων πλεονεκτημάτων, ο θείος Αρκάδιος μη χορταίνοντας, κρυβόταν «σε βουνά και σπήλαια και σε τρύπες της γης», στολισμένος με νηστείες, αγρυπνίες και προσευχές, αυξάνοντας τον θείο έρωτα. Φρόντιζε να αποφεύγειτούς ανθρώπους, όμως δεν το κατόρθωσε, όπως δεν μπορεί να κρυφτεί πόλη που βρίσκεται πάνω στο βουνό, ούτε φωτεινό λυχνάρι κάτω από το μόδιο, δηλαδή το δοχείο που μετρούμε το σιτάρι. Και όπως όσοι κάνουν την αμαρτία φανερώνονται χωρίς να το θέλουν, έτσι και όσοι έχουν αρετές φανερώνονται χωρίς να το θέλουν. Και όπως σ’ εκείνους επακολουθεί κατηγορία και επιπλήξεις, έτσι και σ’ αυτούς επακολουθεί φήμη με εγκώμια, αν και δεν την θέλουν, έχοντας την επιθυμία μόνον της θείας δόξης. Αλλά όμως, μαζί με τη φήμη, απολαμβάνουν και τη δόξα, επειδή δεν μένει κρυφό, είτε καλό είτε κακό, «που δεν θα μαθευτεί και δεν θα έλθει στο φως», λέει ο Κύριος. Και ο θείος Αρκάδιος, όσο ήθελε να κρυφτεί από το ένα σπήλαιο στο άλλο, και κρυφά να εφαρμόζει την αρετή, τόσο περισσότερο τον φανέρωνε ο Θεός. Γι’ αυτό τον στόλισε με θεία χαρίσματα, όπως δύναμη κατά των δαιμόνων, προορατικό και ιαματικό χάρισμα, σε όσους τον πλησίαζαν με πίστη. Διότι Εκείνος που έδωσε εξουσία στους Αποστόλους του εναντίον των ακάθαρτων πνευμάτων και να θεραπεύουν «κάθε αρρώστια και κάθε αδυναμία», ο Ίδιος τον πανευτυχή Αρκάδιο, που ήταν όμοιός τους, τον στόλισε με τα ίδια χαρίσματα και τον απέδειξε άξιο διάδοχο του επισκοπικού θρόνου. Αυτός που ήταν γεμάτος από πράξεις αγαθές και θεία χαρίσματα, αφού νέκρωσε ο, τι τον συνέδεε με το αμαρτωλό παρελθόν, μετέτρεψε σε υπάκουο το ανυπάκουο σώμα, «υπέταξε το χειρότερο στο καλύτερο», νίκησε τους δαίμονες, κυριάρχησε στα τυραννικά πάθη, γέμισε από άγιο Πνεύμα, «ήταν άνδρας ευγενών και αγίων επιθυμιών», τέλειος, «άκακος», και άγιο κατοικητήριο του Θεού. Δεν έπρεπε λοιπόν, ο θησαυρός τόσων μεγάλων αγαθών να κρύβεται «στα βουνά, στα σπήλαια και τις τρύπες της γης», αλλά να τοποθετηθεί στο λυχνοστάτη για να φωτίζει το λαό, όπως και έγινε.
Τότε έφθασε στο τέλος της ζωής του ο μέγας Νίκων, ο επίσκοπος που ποίμαινε την Εκκλησία. Αφού κοιμήθηκε «με οσιότητα και δικαιοσύνη» στη θέση του εκλέγεται με απόφαση του Θεού ο άξιος για το θρόνο, θαυμάσιος Αρκάδιος. Αυτός θεωρώντας την εκλογή δύσκολη και βαριά, σκεπτόταν να αποδράσει μη υποφέροντας τον αποχωρισμό της αγαπημένης του ερημίας και της ησυχίας, που του έδινε τη θεϊκή γνώση. Επειδή όμως έπρεπε να εφαρμοσθεί η θεϊκή απόφαση, και ήδη εφαρμόστηκε, χειροτονείται σύμφωνα με την εκκλησιαστική τάξη και ακολουθία, και στολίζει τον επισκοπικό θρόνο της πατρίδας του. Και ενώ στο θρόνο ήταν φωτεινό λυχνάρι, που φώτιζε από το λυχνοστάτη την Εκκλησία, ο αδελφός του Θεοσέβιος απολάμβανε την τιμή της αφάνειας, κρύβοντας κάτω από τον «μόδιο» το φως των δικών του κατορθωμάτων. Βοσκός προβάτων, νυμφευμένος και με μέριμνες της ζωής, χωρίς κανείς να υποψιάζεται ότι ζούσε με συζυγική αγνότητα, ούτε κανείς γνώριζε ότι η σύζυγός του ήταν παντρεμένη παρθένος, μέχρις ότου το τέλος της ζωής, η πείρα των γεγονότων και η ενέργεια των θαυμάτων φανέρωσε το κατόρθωμα.
Ο Αρκάδιος ήταν στο θρόνο ως φως, ως άρτος, ως ύδωρ, ως άλας, ως οικοδόμος, ως μαραγκός, ως γεωργός, ως θεριστής, ως ποιμένας και ως στρατιώτης του Χριστού οπλισμένος με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και από εκεί φωτίζοντας, διατρέφοντας, ποτίζοντας, αλατίζοντας, οικοδομώντας, σπέρνοντας, θερίζοντας, καθοδηγώντας, ποιμαίνοντας, και αντιμετωπίζοντας σταθερά τους εχθρούς των προβάτων.
Φώτιζε δηλαδή στην θεογνωσία, διέτρεφε με το λόγο της χάριτος, πότιζε με το νερό της πίστεως, αλάτιζε με την αρετή, γιατί και το καλύτερο φαγητό χωρίς αλάτι είναι άχρηστο. Οικοδομούσε με την μετάνοια τις πεσμένες ψυχές, κατασκεύαζε ως μαραγκός βάρκα για να πλεύσει στον ουρανό. Έσπερνε στις λογικές ψυχές το κήρυγμα της σωτηρίας, θερίζοντας και καίοντας τα ζιζάνια και τους καταστρεπτικούς σπόρους των αιρετικών. Καθοδηγούσε και ποίμαινε το λογικό ποίμνιο του Χριστού, τραυμάτιζε τους λύκους και τους κλέφτες, τους ορατούς και αόρατους εχθρούς, ως άριστος νικητής με το κοφτερό «μαχαίρι του Πνεύματος» που είναι ο «λόγος του Θεού».
Επειδή ήταν τέτοιος και τόσο μεγάλος, μπορούσε να λέει το ποίμνιό του ότι, «τέτοιος αρχιερέας μας χρειαζόταν, άγιος, άκακος», καθαρός, φωτεινός, τροφέας, πηγή αγαθών, συντηρητής, οικοδόμος της χάριτος, ναυπηγός, γεωργός καλού σπόρου, καλός θεριστής, καλός ποιμένας, καλός διαχειριστής, καλός στρατιώτης και άξιος της ουράνιας βασιλείας «που δεν έχει καθημερινά ανάγκη, όπως οι άλλοι αρχιερείς», να φροντίζει πρώτα για τις βιοτικές ανάγκες και έπειτα για όσα αφορούν τον Θεό, αλλά να έχει όλη την επιθυμία του στον ουρανό, του οποίου ήταν πολίτης και είχε στραμμένο το μάτι της διάνοιάς του, στον οποίον είχε τον νου και την προσοχή αν και ζούσε στη γη. Αποταμίευε στον ουρανό τους θησαυρούς των κόπων και των φροντίδων του, επειδή εκεί δεν υπάρχουν κλέφτες η σκόροι που καταστρέφουν η λύπη η στεναγμός. Όλα τα δικά του τα τοποθέτησε εκεί ως θησαυρό. Γι’ αυτό «τέτοιος αρχιερέας μας χρειαζόταν», όσον το δυνατόν μιμητής του Μεγάλου εκείνου Αρχιερέα, που ήλθε στη γη «όπως ο Μελχισεδέκ», που έφθασε ως τον θρόνο του Θεού και ψηλότερα απ’ αυτόν και που έδωσε εντολή· «οποίος θέλει να με υπηρετεί ας ακολουθεί το δικό μου δρόμο και όπου είμαι εγώ», στον παράδεισο, στη βασιλεία μου, μέσα στην Πατρική μου δόξα «εκεί θα είναι και ο δικός μου υπηρέτης». «Τέτοιος αρχιερέας μας χρειαζόταν» περιζωσμένος τη σωφροσύνη, άγρυπνος για την ποίμνη του, με αναμμένο το λυχνάρι της διάνοιας, περιμένοντας τον Κύριο, και στους συνυπηρέτες του έδωσε την κατάλληλη στιγμή την αμοιβή. «Τέτοιος αρχιερέας μας χρειαζόταν» διαχειριστής και εργάτης της περιουσίας του Κυρίου και διανομέας των ταλάντων που εισήλθε στη δόξα του κυρίου του.
Σ’ αυτή τη δόξα και χαρά του Κυρίου μπήκε και ο θαυμάσιος Αρκάδιος, που όπως ο αγαθός και πιστός δούλος διπλασίασε τα τάλαντα του Κυρίου του. Εκεί μπήκαν και ο συνώνυμος της νίκης μέγας Νίκων, ο περιβόητος Αρίστων που αντιμετώπιζε άριστα τους δαίμονες. Αυτοί ήσαν, η τρισευτυχισμένη σάλπιγγα, η τρίχορδη λύρα του Πνεύματος, τα τρία θεμέλια της Εκκλησίας, η τρίλαμπρη επιφάνεια των αγαθών, η τριπλή πλοκή των δογμάτων, οι τρίφωτοι υπηρέτες της τρισηλίου Θεότητος, οι τρεις δάδες που φώτισαν όσους βρίσκονταν στο σκοτάδι, η τρίστυλη βάση της Εκκλησίας, η τριφεγγής κατοικία της αχώριστης Τριάδος.
Εκεί λοιπόν «στη χαρά του Κυρίου», στην ανέκφραστη δόξα κάλεσε μαζί του ως υπηρέτες και διακόνους του και αρχιερείς ο Μέγας αρχιερέας, ο «σύμφωνα με την τάξη Μελχισεδέκ». Εκεί συγκεντρώθηκε και όλος ο μελισσώνας των αρχιερέων. Βασίλειος ο Μέγας, η γονιμότατη της ζωηφόρου διδασκαλίας πηγή, που πηγάζει από τον Θεό. Γρηγόριος ο Θεολόγος και γρήγορος νους, το βαθύτατο πηγάδι, η δύναμη της θεολογίας, το βάθος των δογμάτων. Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο ξακουστός, ο μεγάλος ωκεανός, που περιβάλλει όλη την οικουμένη με τις διδαχές του. Το χρυσό περιστέρι του Αγίου Πνεύματος, η ολόχρυση γλώσσα των ρευμάτων της χάριτος, η χρυσοφτιαγμένη λύρα της σωτήριας μελωδίας, η χρυσόηχη μουσική της γλυκιάς φωνής, η χρυσολαξευμένη σάλπιγγα που ηχεί στα πέρατα, η χρυσή αξίνα του Πνεύματος και το μαχαίρι που κόβει και εξαφανίζει τις διδασκαλίες των αιρετικών και τις στέλλει στη φωτιά, η χρυσή δόξα και ο φωτισμός του Αγίου Πνεύματος, το χρυσό και καθαρότατο ρεύμα της διδαχής, ο ολόχρυσος καθρέφτης που φανερώνει τα αφανή και κρυφά, το αξιοθαύμαστο χρυσοφτιαγμένο άροτρο της ουράνιας καλλιέργειας, το χρυσόχορδο όργανο της γλυκιάς φωνής.
Σ’ αυτή τη χαρά του Κυρίου ο Χρυσόστομος, ο Βασίλειος, ο Γρηγόριος, ο Νίκων, ο Αρίστων, ο Αρκάδιος, που σήμερα πανηγυρίζει, και όλο το πλήθος των θείων αρχιερέων αγάλλεται και ευφραίνεται μαζί με τον Μεγάλο Αρχιερέα και Σωτήρα Θεό. Με τις ευχές τους βασιλέα Χριστέ, και οδηγούμενοι από τις διδασκαλίες τους, αξίωσε όλους μας να εισέλθουμε σ’ αυτήν την ανέκφραστη χαρά.
Αλλά ας επαναφέρουμε το λόγο στον θείο Αρκάδιο, αν και μιλήσαμε σύντομα για τους όμοιους προς αυτόν ποιμένες, που μετέχουν χαίροντες στην πανήγυρή του. Αυτός, όπως προείπαμε, αφού ποίμανε το ποίμνιό του «με οσιότητα και δικαιοσύνη», και αφού αγωνίστηκε τον καλόν αγώνα, έτρεξε το δρόμο ως το τέλος και φύλαξε την πίστη, είναι φανερό ότι τον περίμενε το στεφάνι της δικαιοσύνης. Πλησίαζε λοιπόν προς τη δύση της ζωής, το τέλος του δρόμου και την ανάπαυση. Έφθασε ο καιρός να φύγει από τον κόσμο, έρχεται η απελευθέρωση από την αιχμαλωσία. Γι’ αυτό δεν υπήρχε ίχνος λύπης η δυσκολίας σ’ αυτόν. Διότι εκείνος που απελευθερώνεται από την αιχμαλωσία, απολύεται από τα δεσμά και τη φυλακή και επιστρέφει στην πατρίδα του, το πόση χαρά και ευχαρίστηση νοιώθει από αυτό, γνωρίζουν μόνον εκείνοι που από την πείρα έμαθαν το ανέκφραστο της χαράς.
Ποιός αν δεν έχει μάθει εκ πείρας θα μπορέσει να περιγράψει τη χαρά που οι δίκαιοι άνδρες, που φθάνουν στο τέλος της ζωής τους, απελευθερώνονται από το δέσιμο με την τυραννική σάρκα, επιστρέφουν στο δικό τους Κύριο και την ουράνια πατρίδα που πιστεύουν; Πραγματικά, γι’ αυτούς είναι ύπνος και ανάπαυση ο θάνατος εν Κυρίω. Διότι ο θάνατος του Κυρίου αφού εξαφάνισε το κεντρί του θανάτου, τον μετέβαλε σε ύπνο και ανάπαυση. Αυτό προανακρούοντας η θεία Γραφή έλεγε: « Ο θάνατος αφανίστηκε· η νίκη είναι πλήρης! Θάνατε, που είναι το κεντρί της δύναμής σου; Άδη, που είναι η νίκη σου;». Από τότε ο θάνατος δεν είναι τόσο φοβερός, αλλά και πολύ επιθυμητός στους δικαίους. Γι’ αυτό και κάποιος ικετεύοντας μεγαλοφώνως έλεγε· «Βγάλε από τη φυλακή» του σώματος «τη ψυχή μου» για να έλθω σε σένα· «πότε θα έλθω και θα παρουσιασθώ μπροστά στο πρόσωπο του Θεού;». Και άλλος είπε· «επιθυμώ να φύγω απ’ αυτόν τον κόσμο και να είμαι μαζί με τον Χριστό» διότι «δεν ζω πιά εγώ, αλλά ζει στο πρόσωπό μου ο Χριστός».
Τέτοιος ήταν και ο μέγας Αρκάδιος, ο οποίος θεωρούσε ως ύπνο τον θάνατο, ελευθερία και επιστροφή την αναχώρηση από τη ζωή. Δικαιολογημένα θρηνούσαν τα παιδιά την ορφάνια, τα πρόβατα τον ποιμένα, οι άρρωστοι το γιατρό, οι φτωχοί τη βοήθεια, οι γέροντες το στήριγμα, οι νέοι την καθοδήγηση, οι ορφανοί και οι χήρες τον βοηθό και προστάτη. Επειδή και αυτός ως άνθρωπος, έπρεπε να αποδώσει το χρέος προς τη φύση, το εξώφλησε και τελείωσε τη ζωή του στις 29 Αυγούστου. Είχε την ευλογία, αντάξια του βίου και των κατορθωμάτων του, η ημέρα της κοιμήσεώς του να είναι η ίδια κατά την οποίαν ο μεγαλύτερος από τους προφήτες Ιωάννης, ο μέγας του Χριστού Πρόδρομος και Βαπτιστής αποκεφαλίστηκε από παράνομο χέρι. Και ο Αρκάδιος γεμάτος από τη δόξα αυτής της ημέρας υποδέχθηκε το τέλος της ζωής, επειδή και αυτός με φιλοπονία αγαπούσε την ήσυχη και ερημική ζωή, όχι μόνο πριν γίνει επίσκοπος, αλλά και μετά, πηγαίνοντας σε κάθε ευκαιρία στα πλησιέστερα βουνά, απευθύνοντας τις ευχές στον Δεσπότη Θεό με νηστεία, αγρυπνία, προσευχή και δάκρυα.
Πάρα πολλά θαύματα, όταν ακόμα ζούσε, και όταν κοιμήθηκε και μέχρι σήμερα πραγματοποίησε και πραγματοποιεί ο Θεός δι’ αυτού, τα οποία λεπτομερώς δεν θέλησα να περιγράψω για να μην μακρύνει ο λόγος. Και όπως αυτός που βλέπει καθαρά δεν έχει ανάγκη να τον διδάξει κάποιος άλλος να κοιτάξει και να δει την λαμπρότητα του ήλιου, έτσι και αυτού του αγίου γίνεται γνωστή η δόξα και η παρρησία προς τον Θεόν από τα γνωστά θαύματά του.
Πριν λίγο καιρό κάποιος γεωμέτρης, που μετρούσε τη γη, με έπαρση και γεμάτος εγωϊσμό, ήλθε στη Μονή του Αγίου και με τη βία ήθελε να καταμετρήσει τα κτήματά της. Και ενώ μερικοί του έλεγαν, ότι δεν επιτρέπει ο άγιος να μετρηθεί κάτι από τα δικά του, αυτά τα θεωρούσε ανοησίες. Όταν άπλωσε το σχοινί για να μετρήσει την περιοχή, καταλαμβάνει αμέσως δαιμόνιο το άλογό του, και αφού τον τάραξε, τον πέταξε κάτω. Και ενώ ήταν έτοιμο το άλογο με τα δόντια και τα πόδια να τον σκοτώσει, μόλις και μετά βίας ξέφυγε το κακό. Τότε ταπεινά καταφεύγει στον άγιο παρακαλώντας να τον συγχωρήσει, κατηγορώντας τον εαυτό του για την αμαρτία του. Και αφού συγχωρήθηκε, υποχώρησε με πολύ φόβο, βλέποντας το άλογο να σκοτώνεται από το δαιμόνιο, σκεφτόμενος ότι επρόκειτο να καταστραφεί όπως αυτό, εάν ο Θεός γρήγορα δεν τον προστάτευε με τη βοήθεια του αγίου.
Κάποιος άλλος ζωομέτρης, που μετρούσε τα ζώα και δεν υπολοιπόταν της απερισκεψίας του προηγουμένου, πήγε με έπαρση και αφού καταμέτρησε προσθέτοντας με ψέμματα περισσότερα πρόβατα στη Μονή του αγίου, έφυγε χαρούμενος. Όταν έφθασε στον τόπο που επρόκειτο να φάει, άρχισαν να ανακατεύονται τα σπλάχνα του, όχι λίγο, αλλά με ένταση και μεγάλο πόνο, σαν να τον έσφαζε δίκοπο μαχαίρι και του έκοβε χωρίς λύπη τα σωθικά του. Μετά αφού αναζητούσε θεραπευτικό φάρμακο και ιατρική βοήθεια, και τον μετέφεραν εδώ και εκεί, όσοι τον φρόντιζαν, δεν υπήρχε λύση της συμφοράς, αλλά χειροτέρευε η κατάσταση. Έπειτα αφού αισθάνθηκε την πλεονεξία, την κακότητα και ανοησία προς τον άγιο, στέλλει και προσκαλεί τον ηγούμενο να έλθει με άγιο έλαιο και την εικόνα του αγίου. Αφού ήλθε, τον επάλειψε και τοποθέτησε την αγία εικόνα πάνω του και αυτός πέθανε γρηγορότερα, βρίσκοντας αντάξιο τέλος της ανοησίας, της κακότητας και της πλεονεξίας του.
Δεν χρειάζεται να γράψω με λεπτομέρεια πόση δύναμη είχε κατά των ακαθάρτων πνευμάτων, πόσους απελευθέρωσε από την τυραννία των δαιμόνων και πόσους θεράπευσε από τις διάφορες ασθένειες. Διότι αυτά είναι αρκετά σ’ όσους θέλουν να μάθουν, όπως από μιά άκρη γνωρίζεται όλο το ύφασμα και όπως από μικρή γεύση καταλαβαίνει κάποιος την ποιότητα όλου του φαγητού.
Εσύ δε, πατέρα Πατέρων και στολίδι των ιεραρχών, πανευτυχή Αρκάδιε, εργάτη του αμπελώνα του Χριστού, οικονόμε των μυστηρίων Του και άνδρα αγαθών επιθυμιών, δέξου τη φτωχή προσφορά του λόγου σε σένα, όπως ο Κύριος τα δύο λεπτά της χήρας, επειδή τότε αυτή δεν είχε τίποτε άλλο, όπως τώρα και εμείς δεν έχουμε να σου προσφέρουμε κάτι άλλο. Όπως ακριβώς εγώ αφού θυμήθηκα σε εγκωμίασα όσο μπορούσα, έτσι και εσύ θυμήσου με μπροστά στον Κύριο με την ευκαιρία της ένδοξης μνήμης σου, αν και δεν χρειάζεσαι να σε θυμηθούμε, και πολύ δίκαια. Δέξου την ευγνωμοσύνη μου, που αν και δεν έχεις ανάγκη, σου πρόσφερα αυτό που μπορούσα. Και τι θα σου πρόσφερα περισσότερο, εάν είχες ανάγκη; Εγώ όμως χρειάζομαι πολύ να με θυμηθείς μπροστά στον Κύριο. Πόσο πρέπει εσύ να φροντίσεις γι’ αυτό; Για σένα που ελευθερώθηκες από το δεσμό του σώματος, που απαλλάχθηκες από την εξορία της παρούσης ζωής και πήγες προς τον Κύριο, βρήκες τη γαλήνη, μπήκες μέσα σε ήσυχο λιμάνι, είναι όλα εύκολα και αβλαβή. Εμείς όμως όλα αυτά τα στερούμαστε και πέφτουμε, αφού βρισκόμαστε, συνδεόμαστε, παραμένουμε και αγωνιζόμαστε στην κοπιαστική ζωή και τη σάρκα. Εσύ δε, όταν μας θυμηθείς και παρακαλέσεις τον Δεσπότη του κόσμου, Αυτός ως γενναιόδωρος σίγουρα θα μας δώσει ως βραβείο τη νίκη εναντίον όλων αυτών. Και αφού ευχαριστήσουμε για τη γρήγορη πρεσβεία σου, θα δοξολογήσουμε όπως αξίζει τον Χριστό που σε δόξασε, γιατί σ’ αυτόν ανήκει όλη η δόξα, η τιμή και η προσκύνηση μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα τώρα και πάντοτε και στους ατελεύτητους αιώνες. Αμήν.
(Πηγή: Αγίου Νεοφύτου του Εγκλείστου, Συγγράμματα, τ. Γ΄. έκδ. Ι. Βασιλικής και Σταυροπηγιακής Μονής Αγ. Νεοφύτου, Πάφος , σ.302-316)
Μεταφορά στη δημοτική: Αλέκου Χριστοδούλου, θεολόγου

Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2014

Ο Αγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής (Αποτομή Κεφαλής)



  Αναμφίβολα ανάμεσα στις μεγάλες γιορτές του Αυγούστου (Μεταμόρφωση του Σωτήρος - Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου) εξέχουσα θέση κατέχει και η 29 του μηνός κατά την οποία η ορθόδοξος ανατολική εκκλησία "μνείαν ποιείται της αποτομής της κεφαλής του Ιωάννου του Προδρόμου" ή πιο απλά του αποκεφαλισμού του Προδρόμου και Βαπτιστού του Ιησού Ιωάννου.
  Πρόκειται για εορτή την οποία ο ορθόδοξος ελληνικός λαός τιμά και γιορτάζει με εξαιρετική ευλάβεια και θρησκευτική κατάνυξη. Είναι κατά τη λαϊκή έκφραση η γιορτή "Τ' Αι Γιαννιού τ' Αποκεφαλιστή", που θεωρείται ο κατεξοχήν προστάτης κατά του πυρετού και γενικά των πυρετικών νόσων.
  Από τις διηγήσεις της Αγίας Γραφής είναι γνωστό ότι ο Ιησούς διωγμένος από την πατρίδα του και από την Ιερουσαλήμ, διδάσκοντας πάντα και συγχωρώντας, θεραπεύοντας και ευλογώντας, γύρισε στη Γαλιλαία. Εκεί του έφθασε η φοβερή είδηση που τον έθλιψε βαθιά: Ο Ιωάννης ο Βαπτιστής είχε αποκεφαλιστεί! Οπως αναφέρουν οι Ευαγγελιστές Μάρκος (κεφ. Στ 14-30) και Ματθαίος (κεφ. ΙΔ 3-12), από τότε που τον συνέλαβε ο Ηρώδης ο Αντίπας και δεμένο τον έριξε στη σκοτεινή φυλακή του Μαχαιρούντα -του φοβερού φρουρίου με τις άγριες φυλακές- ο Ιωάννης από μέσα από το ζωντανό εκείνο τάφο, δεν έπαυε να βροντοφωνεί και να ειδοποιεί τον τετράρχη Ηρώδη πως κατάρα Θεού θα πέσει επάνω του, αν δεν αλλάξει ζωή και δεν διώξει από κοντά του την Ηρωδιάδα, τη γυναίκα του αδελφού του Φίλιππου, την οποία είχε νυμφευθεί παράνομα. Και ο τύραννος άκουε με αγανάκτηση αλλά και με τρόμο την κατηγορία, που τον εξευτέλιζε. Γι' αυτό διέταξε να τον φέρουν μπροστά του. Και ήλθε ο Προφήτης μπροστά του ντυμένος με την προβιά του, αδυνατισμένος από την κακοπέραση της φυλακής, αλλά αλύγιστος στην ψυχή. Ατρόμητα του είπε ο ερημίτης τις αμαρτίες του και επέμεινε να διώξει τη γυναίκα του αδελφού του. "Δε σου επιτρέπεται να έχεις τη γυναίκα του αδελφού σου", του έλεγε ο Βαπτιστής.

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΣΑΛΩΜΗΣ
  Εν τω μεταξύ η Ηρωδιάδα σαν το έμαθε, μαινόμενη και τρέφοντας μνησικακία εναντίον του Προδρόμου ήθελε να τον θανατώσει, αλλά δεν μπορούσε, διότι ο Ηρώδης φοβούνταν τον Ιωάννη, επειδή ήξερε ότι ήταν άνδρας δίκαιος και άγιος.
  Γι' αυτό τον σεβόταν και τον επροστάτευε από τις άγριες διαθέσεις της Ηρωδιάδας. Τον άκουε ευχαρίστως, αλλά όσα άκουε τον έφερναν σε μεγάλη απορία, αν και ο Βαπτιστής δεν έπαυε να του φωνάζει:
- Δεν σου επιτρέπεται να έχεις κοντά σου τη γυναίκα του αδελφού σου!
  Ωστόσο η Ηρωδιάδα περίμενε κατάλληλη ευκαιρία, για να εκτελέσει τα πανούργα σχέδιά της, δηλαδή να κλείσει μία για πάντα το στόμα του Ιωάννη. Και η ευκαιρία δεν άργησε να παρουσιασθεί, όταν ο Ηρώδης στη γιορτή των γενεθλίων του παρέθεσε δείπνο στους αυλικούς του, στους χιλιάρχους και στους προύχοντες της Γαλιλαίας. Εξαφνα, στη μέση του γεύματος, -καθώς αναφέρει ο Ευαγγελιστής Μάρκος- παρουσιάσθηκε η Σαλώμη, η κόρη της Ηρωδιάδας από τον πρώτο της γάμο, νέα πολύ, όμορφη σαν τη μητέρα της, και εμπρός στους ξαφνιασμένους αυλικούς χόρεψε με μεγάλη χάρη κάποιο χορό δικό της, που άρεσε τόσο πολύ στον Ηρώδη και στους καλεσμένους του, ώστε της υποσχέθηκε με όρκο να της δώσει ό,τι θα του ζητούσει, ακόμη και το μισό βασίλειό του! Και η Σαλώμη, αφού καθοδηγήθηκε από τη μητέρα της Ηρωδιάδα, ζήτησε να της δώσει σ' ένα πιάτο το κεφάλι του Ιωάννη του Βαπτιστή!
  Και ελυπήθηκε μεν ο βασιλιάς, αλλά εξαιτίας του όρκου και των καλεσμένων του δεν ήθελε να της το αρνηθεί. Αμέσως έστειλε δήμιο και διέταξε να φέρει το κεφάλι του Ιωάννη. Και εκείνος επήγε και τον αποκεφάλισε στη φυλακή και έφερε το κεφάλι του σ' ένα πιάτο και το έδωσε στο κορίτσι (τη Σαλώμη) και το κορίτσι το έδωσε στη μητέρα της (την Ηρωδιάδα). Και όταν το άκουσαν οι μαθητές του Ιωάννη, ήρθαν και επήραν το σώμα του και το έβαλαν σε μνημείο, και κατόπιν επήγαν και τα είπαν στον Ιησού. Η είδηση του μαρτυρικού θανάτου του φίλου, που τόσο αγαπούσε και εκτιμούσε, έθλιψε βαθιά τον Ιησού.

ΑΠΟ ΑΠΟΨΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΗ
  Η μυθοπλαστική φαντασία του ορθόδοξου λαού μας έπλασε πολλές διηγήσεις, προλήψεις και παραδόσεις σχετικές με τον αποκεφαλισμό του Ιωάννη του Προδρόμου.
  Ετσι στη μαρτυρική Κύπρο λέγεται ότι την ημέρα αυτή σηκώνονται πρωί - πρωί, για να ιδούν την κεφαλήν του Βαπτιστή ν' αναπηδά -όπως φαντάζονται- μέσα στο δίσκο του ανατέλλοντας ηλίου. Και ακόμα πιστεύουν ότι οι κακοήθεις πυρετοί με τα τρομερά τους ρίγη οφείλονται στην ταραχή που αισθάνθηκε η κεφαλή του αποκεφαλισμένου αγίου. Για την υγεία εξάλλου του κοινού, ανάβονταν "πυρές" και γίνονταν λιτανείας και παρακλήσεις, όπως για παράδειγμα στην Απολλωνιάδα της Προύσας και σε πολλά μέρη του αλησμόνητου και νοσταλγικού Πόντου.
  Στη Λέσβο εξάλλου διηγούνται πως "όταν ο δήμιος του Ηρώδη έκοβε το κεφάλι του Ιωάννη, έτρεμε σαν που τρέμει ο θερμασμένος". Στη Μήλο πάλι ο άγιος αποκαλείται "Ριγολόος", γιατί λένε, θεραπεύει τους πάσχοντες από ρίγη. Γι' αυτό και νηστεύουν κατά την ημέρα της μνήμης του, για να μην τους πιάνει "θέρμη". Τέλος στο αγίασμα του Προδρόμου παρά το Κατιρλί της Βιθυνίας στη Μικρά Ασία λέγεται πως οι προσερχόμενοι χριστιανοί άφηναν ένα μέρος των τριχών της κεφαλής τους, για να απαλλαγούν -όπως πίστευαν- από πολύχρονο πυρετό.
   Η νηστεία εξάλλου που συνηθίζεται κατά την ημέρα αυτή, δηλαδή, στις 29 Αυγούστου, συνοδεύεται με την αποφυγή παντός το οποίο προσομοιάζει με το αίμα που έτρεξε από την κεφαλή του. Για το λόγο αυτό σε πολλά μέρη της πατρίδας μας, ιδιαίτερα της υπαίθρου, δεν τρώνε μαύρο σταφύλι, μαύρο σύκο, οποιοδήποτε μαύρο φρούτο, γιατί -όπως πιστεύουν- το αίμα του αγίου τα έβαψε!
   Επίσης αλλού δεν τρώνε καρύδι, γιατί του έκοψαν το "καρύδι" του λαιμού. Τέλος δεν πιάνουν μαχαίρι, και ό,τι κόβουν, το κόβουν με το χέρι. Γενικά η νηστεία προς τιμήν του είναι καθολική από τον ορθόδοξο λαό μας. Οι άρρωστοι προσερχόμενοι στις εκκλησιές που πανηγυρίζουν στο όνομά του, τάζουν στον άγιο λάδι, λιβάνι, κερί ή πετεινό και κατσίκι, τα οποία σφάζονται κατά τη γιορτή του και παρατίθενται σε κοινή τράπεζα στους εκκλησιαζόμενους.


ΤΟ ΑΔΟΞΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΗΡΩΔΙΑΔΟΣ
  Τέλος σύμφωνα με μία λαϊκή παράδοση διαδεδομένη σε πολλά μέρη της χώρας μας άδοξο ήταν και το τέλος της βασίλισσας Ηρωδιάδος, που υπήρξε η υπαίτιος του μαρτυρικού θανάτου του Ιωάννου του Βαπτιστού.
  Λέγεται λοιπόν πως κάποτε η κακούργος Ηρωδιάς θέλησε να περάσει από ένα ποτάμι παγωμένο κατά τη διάρκεια ενός δριμύτατου χειμώνα. Μόλις όμως τα καταραμένα πόδια της επάτησαν στο ποτάμι, ξαφνικά έσπασε ο πάγος και αυτή έπεσε σε μία τρύπα που δημιουργήθηκε. Μόνο το κεφάλι της έμεινε έξω από τον πάγο, για να βασανίζεται αιώνια για το θάνατο του αγίου.
  Ωστόσο, για την κακούργα Ηρωδιάδα απαντούν διάφορες παραδόσεις και σε άλλους ευρωπαϊκούς λαούς, όπως για παράδειγμα στους Ιταλούς, Γερμανούς, Σέρβους και Ρουμάνους. Κατά μία μάλιστα βυζαντινή παράδοση ο θάνατός της επήλθε πλησίον ενός φρέατος, και η κεφαλή της εκομίσθη -όπως πιστεύεται- στον Ηρώδη. Το ανοσιούργημά της, κατά την πίστη του ορθόδοξου λαού, έγινε αιτία μεγάλων για την ανθρωπότητα κακών. Ετσι επιστεύεται ότι οι κακοήθεις πυρετοί και η ελονοσία, που εμάστιζαν για αρκετά χρόνια τον τόπο μας με τα φοβερά εκείνα ρίγη και τους παραξυσμούς τους, οφείλονταν στην ταραχή που ένιωσε η κεφαλή του "καρατομηθέντος" αγίου Ιωάννη του Προδρόμου.

πηγή: Παναγία Αλεξιώτισσα

Ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος

        

Σκέφτηκα πολύ μέχρι να πάρω την απόφαση και να γράψω για αυτό τον μεγάλο Άγιο. Αυτόν τον μέγιστο προφήτη, όπως Είπε και ο Ίδιος ο Σωτήρας μας για τον Άγιο Ιωάννη με τούτα τα λόγια:
«Τι εξήλθατε εις την έρημον θεάσασθαι; κάλαμον υπό ανέμου σαλευόμενον; αλλά τι εξήλθατε ιδείν; άνθρωπον εν μαλακοίς ημφιεσμένον; ιδού οι τα μαλακά φορούντες εν τοίς οίκοις των βασιλέων εισίν. αλλὰ τι εξήλθατε ιδείν; προφήτην; ναι, λέγω υμίν, και περισσότερον προφήτου. ούτος έστιν περὶ ου γέγραπται, Ιδοὺ εγώ αποστέλλω τον άγγελόν μου προ προσώπου σου, ος κατασκευάσει την οδόν σου έμπροσθέν σου. αμὴν λέγω υμίν, ούκ εγήγερται εν γεννητοίς γυναικών μείζων Ιωάννου τού βαπτιστού.»
Δηλαδή:
Τι βγήκατε να δείτε στην έρημο; Kαλάμι που σαλεύει στον άνεμο; Αλλά τι βγήκατε τότε να δείτε; άνθρωπο ντυμένο με ρούχα πολυτελή; Εκείνοι που φορούν πολυτελή ρούχα, στα παλάτια των βασιλιάδων βρίσκονται. Αλλά τότε; τι βγήκατε να δείτε; Προφήτη; Σας λέω, Ναι! Είναι μάλιστα περισσότερο κι από προφήτης. Γιατί αυτός είναι εκείνος για τον οποίο γράφτηκε: Δες! Εγώ στέλνω τον αγγελιοφόρο μου πριν από εσένα. Και αυτός θα προετοιμάσει τον δρόμο που θα διαβείς. Σας βεβαιώνω ότι καμιά γυναίκα δεν κυοφόρησε ποιο σπουδαίο από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή.
Δικαίως λοιπόν μπαίνει δίπλα στον Σωτήρα μας σε όλες τις Εκκλησιές. Φοβήθηκα που πήρα την απόφαση να γράψω, γιατί με τέτοια πρόσωπα της Εκκλησίας μας πρέπει να είσαι ακριβής! Δεν αρκεί να τον παινέψεις τον Άγιο. Ο Άγιος Ιωάννης και Τίμιος πρόδρομος δεν χαμπάριαζε από αλεπουδοευγένειες και κολακείες ούτε όταν ζούσε. Ήταν σκληροτράχηλος, μεγαλωμένος στην έρημο και ολοένα έλεγε «Μετανοείτε, ήγγικεν γαρ η βασιλεία των ουρανών» δηλαδή: Μετανιώστε για τις αμαρτίες σας πλησιάζει η βασιλεία των ουρανών. Φώναζε δε, όσο δυνατά μπορούσε για να τον ακούσουν όλοι οι άνθρωποι.
Ο Ιωάννης ο Βαπτιστής ήταν Γιός του προφήτη Ζαχαρία και της Ελισάβετ. Γεννήθηκε στις 24 του Ιούνη έξι μήνες δηλαδή, πριν γεννηθεί ο Σωτήρας μας.  Η Ελισάβετ είχε συγγένεια με τη Θεοτόκο. Όταν ο Αρχάγγελος Γαβριήλ επισκέφτηκε την Παναγία που ζούσε στη Ναζαρέτ και της είπε ότι θα γεννήσει τον Σωτήρα μας, της αποκάλυψε για την Ελισάβετ που ζούσε στην Ιουδαία της Παλαιστίνης ότι είναι 6 μηνών έγκυος και θα γεννήσει τον Τίμιο Πρόδρομο. Όταν η Θεοτόκος μετά από ένα μήνα επισκέφτηκε την Ελισάβετ, ο Άγιος Ιωάννης που ήταν στην κοιλιά της μάνας του, κλωτσούσε συνέχεια για να δώσει και αυτός τον χαιρετισμό του στον Αναμάρτητο Χριστό μας που κυοφορούσε τότε η Παναγιά μας. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.
Ο Ζαχαρίας, πατέρας του Τιμίου Προδρόμου και ενδόξου Βαπτιστή Ιωάννου είχε καημό μεγάλο γιατί δεν είχε παιδί. Προσπαθούσε συνέχεια με την γυναίκα του χωρίς αποτέλεσμα. Προσευχόταν στον Θεό με πόνο παραθέτοντας τις ελπίδες του σε Αυτόν, πέρασαν όμως τα χρόνια. Άσπρισαν τα μαλλιά του. Το ίδιο και της γυναίκας του. Είδε και αποείδε το άφησε τελείως μετά. Γέροντας είχε γίνει. Ο Θεός όμως ποτέ δεν ξεχνάει τις δίκαιες και γεμάτες πόνο προσευχές. Ποτές δεν αποστρέφει το βλέμμα Του, από ανθρώπους που στηρίζονται εντελώς στο όνομα Του. «Εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα».
Μια μέρα και ενώ βρισκόταν στον Ναό του Σολομώντα ο Ζαχαρίας. Του έπεσε ο κλήρος να θυμιάσει το θυσιαστήριο. Μπήκε λοιπόν μέσα στο Θυσιαστήριο και καθώς ευωδίαζε ο λιβανωτός βλέπει μέσα στο θυσιαστήριο στη δεξιά μεριά μια απαστράπτουσα ουράνια ύπαρξη. Ήταν ο Αρχάγγελος Γαβριήλ. Φοβήθηκε-ταράχτηκε και τότε μίλησε ο Αρχάγγελος και του είπε: μη φοβάσαι Ζαχαρία, ο Θεός με έστειλε για να σου πω ότι οι προσευχές σου εισακούστηκαν. Θα γεννήσεις προφήτη που όμοιος του δεν υπήρξε ποτέ. Θα έχει το χάρισμα του προφήτη Ηλία και θα προετοιμάσει την οδό του Κυρίου. Το όνομα αυτού Ιωάννης. Θα επαναφέρει στο σωστό δρόμο πολλούς ανθρώπους του Ισραήλ. Ο Ζαχαρίας όμως βλέποντας ότι είχε πλέον γεράσει αυτός και η γυναίκα του, είπε: Μα πως θα γίνει αυτό εγώ γέρασα, το ίδιο και η γυναίκα μου. 
Ο Αρχάγγελος του είπε: ο Θεός που στέκομαι δίπλα του, αυτό μου μήνυσε να σου αναγγείλω και αφού δεν πίστεψες αμέσως στον Λόγο Του, θα μείνεις κωφάλαλος μέχρι να γεννηθεί το παιδί. Αυτά είπε και έφυγε. Πράγματι από εκείνη τη στιγμή ούτε άκουγε ούτε μιλούσε. Καθυστέρησε δε, να βγει και από το θυσιαστήριο και ο κόσμος που περίμενε ανησύχησε. Τον αγαπούσαν τον Ζαχαρία οι άνθρωποι γιατί ήταν δίκαιος και γλυκομίλητος. Παρόλα αυτά βρήκε κουράγιο, θύμιασε το θυσιαστήριο και πήγε στο σπίτι του με τη γυναίκα του και τους συγγενείς του, οι οποίοι απόρησαν που ξαφνικά ούτε να μιλήσει ούτε να ακούσει μπορούσε. Αυτό κράτησε μέχρι που γεννήθηκε ο Ιωάννης, όπως του είχε πει ο Αρχάγγελος.
Όταν Γεννήθηκε ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος και μόλις συμπλήρωσε 16 χρόνους έφυγε για την έρημο της Ιουδαίας. Πήγε να μονάσει εκεί. Λένε ότι έτρωγε μέλι που άφηναν τα άγρια μελίσσια μέσα στις σχισμές των πετρών και ακρίδες. Οι ακρίδες μπορεί να είναι τα ζωύφια  που όλοι γνωρίζουμε σήμερα, αλλά το ποιο λογικό είναι να εννοεί τις άκρες που υπάρχουν στις κορυφές κάποιων χόρτων που βρισκόταν εκεί στην έρημο. Η ενδυμασία του ήταν λιτή. Φορούσε μάλλινο ένδυμα από τρίχα καμήλας και στη μέση του είχε ζώνη δερμάτινη. «το ένδυμα αυτού από τριχών καμήλου και ζώνην δερμάτινην περί την οσφύν αυτού, η δε τροφή αυτού ην ακρίδες και μέλι άγριον». 
Σε ηλικία 30 χρόνων κατά θεία εντολή πηγαίνει στον Ιορδάνη ποταμό και αρχίζει να διδάσκει. Βάπτισε πολύ κόσμο τότε. Πλήθη ερχόταν καθημερινά και έπερναν βάπτισμα μετανοίας από τα χέρια του Αγίου. Αυτός συνέχεια φώναζε: «εγώ μεν υμάς βαπτίζω εν ύδατι εις μετάνοιαν. ο δε οπίσω μου ερχόμενος ισχυρότερός μου έστιν, ου ουκ ειμὶ ικανὸς τα υποδήματα βαστάσαι. αυτὸς υμάς βαπτίσει εν πνεύματι αγίῳ και πυρί.» Δηλαδή: Μετανοείτε εγώ σας βαπτίζω με νερό. Αυτός που Έρχεται, είναι τόσο ισχυρότερος που ούτε τα υποδήματα Του είμαι άξιος να κρατάω, Αυτός θα σας Βαπτίσει με Πνεύμα Άγιο και Φωτιά.

Μια μέρα εμφανίστηκε μπροστά του Ο Σωτήρας μας και τον είπε να τον Βαπτίσει. Ο Άγιος όμως του λέει εγώ να βαπτίσω εσένα; Εσύ πρέπει να Βαπτίσεις εμένα. Εγώ δεν είμαι άξιος ούτε το λουρί από το Σανδάλι Σου να λύσω. Ο Χριστός μας όμως του είπε ότι έτσι πρέπει να γίνει. Φυσικά ο Ιωάννης πειθαρχεί στο Θέλημά Του. Ο Ιωάννης είχε αποκτήσει μαθητές που τους προέτρεπε μόλις εμφανίστηκε ο Χριστός να ακολουθήσουν πλέον Αυτόν και να φύγουν από κοντά του. Εδώ φαίνεται η ταπεινότητα του λέγοντας στους μαθητές του να ακολουθήσουν τον Σωτήρα μας. Όταν ο Σωτήρας μας Βαπτίστηκε, βυθίστηκε μέσα στο νερό και αμέσως ανεγέρθηκε επάνω από τα ύδατα του Ιορδάνη ποταμού γιατί ήταν αναμάρτητος. Ούτε τα νερά μπόρεσαν να τον σκεπάσουν. 
Άρχισαν δε να παίρνουν διαφορετική φορά από αυτή που ακολουθούν. Δηλαδή έρρεαν ανάποδα. Το ίδιο γίνεται ακόμη και σήμερα, κάθε φορά στα Θεοφάνεια που πέφτει ο σταυρός μέσα στα ύδατα του Ιορδάνη. Τα νερά πηγαίνουν αντίθετα. Ποιος σώφρον άνθρωπος που βρισκόταν εκεί και είδε και άκουσε όλα αυτά έμεινε αδιάφορος και δεν πίστεψε; Γιατί υπήρχε πλήθος κόσμου όταν βαπτιζόταν ο Χριστός μας. Η Αγία Τριάδα εμφανίστηκε πλήρης! Η Φωνή Του Πατρός που Έλεγε: «Ούτος εστίν ο Υιός μου ο αγαπητός εν ω ευδόκησα». Ο Σωτήρα μας, ο Υιός του Θεού να εγείρεται από τα ύδατα σαν να τον σηκώνει χέρι αόρατο. Το Άγιον Πνεύμα σε μορφή Λευκής Περιστεράς να κάθεται στην Κεφαλή του Σωτήρα μας. Ποιος έζησε όλα αυτά τα γεγονότα και δεν τον άγγιξε τίποτα; Θα μου πείτε οι οβραίοι βλέπουν κάθε χρόνο να γυρίζουν τα νερά όταν βουτάνε τον Σταυρό οι Ορθόδοξοι Ιερείς και ακόμα δεν πίστεψαν. Επίσης θα δείτε σε κάποιες εικόνες της βάπτισης του Σωτήρα μας να έχει κάτω από το νερό τερατόμορφα ψάρια. Με την Βάπτιση Του καθαρίζουν όλα τα νερά και δεν υπάρχει τίποτα κακό.
Η εμφάνιση, ο ασκητικός βίος του, τα κηρύγματα και οι βαπτίσεις μετάνοιας προκάλεσε την προσοχή του Μεγάλου Συνεδρίου των Εβραίων που έστειλε ανθρώπους για να δει τι συνέβαινε, η οποίοι έλαβαν ως απάντηση «φωνή βοώντος εν τη ερήμω, ευθύνατε την οδόν Κυρίου»
Όπως ήταν φυσικό, τα τίμια λόγια του Προδρόμου ενοχλούσαν τις διεφθαρμένες συνειδήσεις των Φαρισαίων καθώς και του Ηρώδη που τον ρεζίλευε συνέχεια για την παράνομη συμβίωσή του με την σύζυγο του αδελφού του Ηρώδη Φιλίππου, την Ηρωδιάδα. 
Ο Ηρώδης φυλάκισε τον Άγιο Ιωάννη αλλά δεν ήθελε να τον θανατώσει γιατί ήξερε ότι είχε δίκιο αλλά εκτός αυτού φοβότανε και τον λαό που αγαπούσε τον βαπτιστή τους. Στα γενέθλιά του ζήτησε από την κόρη της Ηρωδιάδας τη Σαλώμη η οποία ήταν ελαφρών ηθών, να του χορέψει και της υποσχέθηκε με όρκο να της δώσει ότι του ζητήσει. Η Ηρωδιάδα, η μητέρα της, που μισούσε τον Ιωάννη, βρήκε τότε την ευκαιρία που αναζητούσε όπου προέτρεψε τότε την κόρη της να ζητήσει το κεφάλι του προφήτη Ιωάννη μέσα σ΄ ένα πινάκιο (πιάτο). Όταν ήρθε η κεφαλή του Τίμιου Προδρόμου μπροστά της. ζήτησε αυτό το τρισάθλιο και ελεεινό γύναιο, να τρυπήσουν τη γλώσσα του Ιωάννη με μια βελόνα. Καταλαβαίνεται πόσο μισούσε η αθλιότητα της, τον Βαπτιστή για τις αλήθειες που ξεστόμιζε. Η γλώσσα έκανε ένα σπάσιμο και ακούστηκε ξανά η φωνή του Βαπτιστή που είπε δυνατά «μετανοείτε». Μέχρι την τελευταία στιγμή, ακόμα και μετά τον Θάνατο του, προειδοποιούσε ο Άγιος Ιωάννης και Τίμιος Πρόδρομος, ο νουνός του Σωτήρα μας να μετανιώσουμε. Τι άλλο μπορούσε να κάνει παραπάνω για την ανθρωπότητα ο Μεγάλος αυτός Άγιος;
Ο Άγιος Ιωάννης δεν προετοίμασε μόνο τον δρόμο του Σωτήρα μας στη γη αλλά και στον Άδη. Τότε δεν είχαν δικαίωμα εισόδου οι ψυχές στον Παράδεισο ήταν επτασφράγιστες οι πύλες που οδηγούσαν προς την Άνω Ιερουσαλήμ, από ισχυρούς δαίμονες και άλλα ταγκαλάκια του εωσφόρου. Ο Άγιος Ιωάννης πήγε στον Άδη και εκεί δίδαξε και προφήτεψε και πάλι τον ερχομό του Σωτήρα μας. Ο Αδάμ λένε άκουσε τα βήματα του πλάστη του πρώτος! Φώναξε ο Σωτήρας μας στον Άδη. 
Όποιος θέλει ας με ακολουθήσει και κατευθύνθηκε στις επτασφράγιστες πύλες. Άρατε πύλες διέταξε. Ποιος είσαι; φώναξαν οι δαίμονες. Κύριος ο Θεός σου, ο Υιός του Θεού Είπε. Ποιον να σταματήσουν Τον Αναμάρτητο; Ποιον πήγανε να σταματήσουν οι φοβεροί δαίμονες Το Θεό; Μετά από αυτό άδειασε ο Άδης. Ο εωσφόρος τρελάθηκε. Τι είναι αυτό πόπαθα ολοένα έλεγε μαστιγώνοντας τους άλλους δαίμονες. Γι΄ αυτό σε κάποιες εικόνες βλέπουμε τον Άγιο Ιωάννη να βρίσκεται στην είσοδο μιας σπηλιάς και να δείχνει με το δεξί του χέρι τον Χριστό μας, ο οποίος κατευθύνεται προς τα εκεί.
Ο Άγιος Ιωάννης θα είναι ο Αρχάγγελος ταξιάρχης στη θέση του έκπτωτου εωσφόρου. Το τάγμα που θα αντικαταστήσει η ανθρωπότητα. Για τον λόγω αυτό βλέπουμε σε κάποιες εικόνες του να έχει φτερά και να κρατάει το πινάκιο με την κεφαλήν του επάνω σε αυτό.
Αυτός είναι ο Άγιος Ιωάννης και ας με συγχωρήσει ο Θεός για την φτηνή περιγραφή που έδωσα στον Πρόδρομο Του.
Τον Άγιο Ιωάννη τον Γιορτάζουμε μια φορά την 23 Σεπτέμβρη που έγινε η σύλληψη του, μια φορά στις 24 Ιουνίου που είναι το γενέθλιο του, μια στις 29 Αυγούστου που είναι ο Αποκεφαλισμός του και μια στις 7 Ιανουαρίου που είναι η σύναξή του.
ΜΗΠΩΣ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ Η ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΕΝΑΝ ΑΓΙΟ ΙΩΑΝΝΗ ΝΑ ΜΑΣ ΟΔΗΓΗΣΕΙ ΣΤΗ ΜΕΤΑΝΟΙΑ;
Αθανάσιος Νάκος.
Υπολοχαγός Πεζικού

Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος και Βαπτιστής

Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος και Βαπτιστής

 Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος και Βαπτιστής
Ο τελευταίος και μεγαλύτερος από τους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης. Ονομάζεται «Πρόδρομος», γιατί με το κήρυγμα και με το έργο του εσήμανε τον ερχομό του Ιησού Χριστού και «Βαπτιστής», διότι βάπτιζε τους ανθρώπους στον Ιορδάνη ποταμό και εβάπτισε και τον Ιησού Χριστό. Το βάπτισμα του Προδρόμου ήταν μία συμβολική πράξη καθαρμού εκείνων, που πήγαιναν σ’ αυτόν να εξομολογηθούν, ήταν όμως και ο τύπος του βαπτίσματος του Ιησού Χριστού, γι’ αυτό και ο Ιωάννης έλεγε: «Εγώ μεν εβάπτισα υμάς εν ύδατι, αυτός βαπτίσει υμάς  εν Πνεύματι Αγίω» (Μάρκου α΄ 8).
Ο Ιωάννης (εξελληνισμένος τύπος του εβραϊκού ονόματος Γιοχανάν, που σημαίνει «παρά Θεώ εύρον χάριν») γεννήθηκε με θαυμαστό τρόπο από τον ιερέα Ζαχαρία και τη γηραιά Ελισάβετ. Ήταν συγγενής του Ιησού Χριστού από την πλευρά της μητέρας του και έξι μόλις μήνες μεγαλύτερός του. Έζησε ασκητικό βίο στην έρημο και δεν δίστασε να ελέγξει απερίφραστα και κατά πρόσωπο την αδικία και την ηθική υπόσταση των ανθρώπων της εποχής του. Αυτό έγινε αιτία να συλληφθεί και να φυλακισθεί από τον τοπάρχη της Ιουδαίας Ηρώδη Αντύπα, που συζούσε παράνομα με την Ηρωδιάδα, σύζυγο του αδελφού του Ηρώδη Φιλίππου. Η Ηρωδιάδα έπεισε την κόρη της Σαλώμη να ζητήσει την «κεφαλήν του Ιωάννου επί πίνακι» (Μάρκου στ΄25) ως δώρο γενεθλίων και ο Ηρώδης Αντύπας για να την ευχαριστήσει διέταξε τον αποκεφαλισμό του Ιωάννη.
Ο  Ιωάννης ο Πρόδρομος και Βαπτιστής είναι από τους δημοφιλέστερους αγίους στην Ελλάδα. Θεωρείται προστάτης και φύλακας της κουμπαριάς και των νοσούντων από ελονοσία. Το όνομά του αποτελεί ένα από τα πιο συνηθισμένα βαφτιστικά ονόματα και είναι παράγωγο πολλών επωνύμων. Μεγάλος αριθμός εκκλησιών και ξωκλησιών φέρουν το όνομά του, καθώς και εκατοντάδες οικισμοί. Η μνήμη του τιμάται από τον Χριστιανισμό έξι φορές τον χρόνο:
  • 7 Ιανουαρίου, Σύναξη του Τιμίου Προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου.
  • 24 Φεβρουαρίου, Α' και Β' Εύρεσις της τιμίας κεφαλής του αγίου προφήτου, προδρόμου και βαπτιστού Ιωάννου.
  • 25 Μαΐου, Γ' Εύρεσις της τιμίας κεφαλής του αγίου προφήτου, προδρόμου και βαπτιστού Ιωάννου.
  • 24 Ιουνίου, Γενέθλιον του Τιμίου Προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου. Την παραμονή της εορτής κυριαρχούν πυρολατρικά έθιμα (Φωτιές τ’ Αϊγιαννιού).
  • 29 Αυγούστου, Αποτομή της κεφαλής του Τιμίου Προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου. Η ημέρα θεωρείται πένθιμη και συνδέεται με αυστηρή νηστεία.
  • 23 Σεπτεμβρίου, Σύλληψις Τιμίου Προδρόμου.

Απολυτίκιον

Μνήμη δικαίου μετ’ εγκωμίων· σοι δε αρκέσει η μαρτυρία του Κυρίου Πρόδρομε· ανεδείχθης γαρ όντως και Προφητών σεβασμιώτερος, ότι και εν ρείθροις βαπτίσαι κατηξιώθης τον κηρυττόμενον. Όθεν της αληθείας υπεραθλήσας, χαίρων ευηγγελίσω και τοις εν Άδη, Θεόν φανερωθέντα εν σαρκί, τον αίροντα την αμαρτίαν του κόσμου, και παρέχοντα ημίν το μέγα έλεος.

Δευτέρα, 25 Αυγούστου 2014

Βίος Αγίου Φανουρίου του Μεγαλομάρτυρα


Ο Άγιος Φανούριος ο Μεγαλομάρτυς και Νεοφανής τιμάται από την Εκκλησία μας στις 27 Αυγούστου

Zoom in (real dimensions: 528 x 742)Εικόνα

Η Ανεύρεση της Εικόνας
Τον καιρό πού οι Αγαρηνοί κατέλαβαν την νήσο Ρόδο θέλησαν να οχυρώσουν και πάλι το όμορφο νησί και να ξαναφτιάξουν τα τείχη της πόλης, τα όποια είχαν καταστραφεί σε
πολλά σημεία από τις αλλεπάλληλες πολεμικές συγκρούσεις.
Προς το νότιο μέρος του φρουρίου της πόλης πού ήτο και κατεστραμμένο υπήρχαν πολλά μισογκρεμισμένα σπίτια και προς τα εκεί εστράφησαν οι κατακτηταί να πάρουν πέτρες
για τις ανάγκες του φρουρίου. Πήραν λοιπόν μαζί τους και πολλούς χριστιανούς, σαν εργάτες και άρχισαν να σκάβουν τα ερείπια. Εκεί μέσα ανακάλυψαν καταπλακωμένη μια
ωραιοτάτη εκκλησία και πλήθος εικόνων, πού ήσαν όμως πολύ κατεστραμμένες και δεν μπορούσε κάνεις να διακρίνει λεπτομέρειες, παραστάσεις ή γράμματα.
Ξαφνικά όμως καθώς σκάλιζαν οι εργάτες μέσα στο ναό βρήκαν μια θαυμάσια, ολοκάθαρη και άφθαρτη εικόνα, πού έμοιαζε σαν να είχε αγιογραφηθεί την ίδια ημέρα. Και αυτό
είναι μια πρόσθετη απόδειξη ότι η ανεύρεση δεν ήταν τυχαία αλλά δωρεά του Θεού. Η Εικόνα έγραφε επάνω «Άγιος Φανούριος»

Zoom in (real dimensions: 697 x 768)Εικόνα Εικόνα Εικόνα

Στρατιωτικός και ομολογητής Χριστού
Ας εκθέσουμε λοιπόν το Συναξάρι του αγίου Φανουρίου, όπως συνάγεται από τις παραστάσεις της εικόνας του:
Στα πλαίσια, φαίνεται, ενός από τους πολλούς διωγμούς των Ρωμαίων αυτοκρατόρων κατά των χριστιανών, συνελήφθη και ο στρατιωτικός Φανούριος με την κατηγορία ότι δεν
σέβεται και δεν θυσιάζει στους θεούς πού επέβαλε το τότε καθεστώς. Οδηγήθηκε για το λόγο αυτό ενώπιον του αρμόδιου δικαστή, ο οποίος τον υπέβαλε σε σχετική ανάκριση.
Ο Φανούριος ομολόγησε τη χριστιανική του πίστη. Αρνήθηκε να προσφέρει θυσία στους ειδωλολατρικούς θεούς και διακήρυξε αφοσίωση στον μόνο αληθινό Θεό.
Αφού ο δικαστής ανακριτής είδε την εμμονή του αγίου στην πίστη του, κατά την τακτική πού ακολουθούσαν την εποχή των διωγμών, παρέδωσε το χριστιανό ομολογητή σε δήμιους
για να τον «συνετίσουν». Πρώτο μαρτύριο ήταν κατά την εικονογραφική παράσταση το χτύπημα της κεφαλής του αγίου Φανουρίου με πέτρες εκ μέρους των δημίων. Το υπέμεινε
χωρίς διαμαρτυρίες και γογγυσμούς, για τη δόξα του ονόματος του Κυρίου.

Η οδός των μαρτυρίων
Διαπιστώνοντας ο δικαστής ότι όχι μόνο δεν κάμπτεται ο γενναίος αθλητής του Χριστού στην πρώτη αυτή δοκιμασία, αλλά με παρρησία υπομένει, δοξολογώντας τον Κύριο και
Θεό του, δίνει εντολή να συνεχιστούν τα μαρτύρια με πιο άγριο τρόπο. Και σ’ αυτό ήταν εξασκημένοι και έμπειροι οι βασανιστές των αγίων της Πίστεως. Σύμφωνα λοιπόν με τις
υπόλοιπες παραστάσεις της εικόνας πού βρέθηκε, ακολούθησαν τα έξης, στη μακρά οδό του μαρτυρίου του αγίου Φανουρίου:

Εικόνα

Τον ρίχνουν καταγής και τον χτυπούν με ξύλα, μαστίγια και ρόπαλα, ενώ ο μεγαλομάρτυς τα αντιμετωπίζει ημίγυμνος με καρτερία, χωρίς φωνές και ικεσίες να τον λυπηθούν.
Η γαλήνη είναι αποτυπωμένη στο πρόσωπο του. Και η ψυχή του ασφαλώς θα βρίσκεται κοντά στον αρχηγό της πίστεως και τελειωτή Ιησού.

Εικόνα

Στην επόμενη παράσταση εμφανίζεται να τον έχουν κλεισμένο στη φυλακή. Όχι όμως σε ησυχία. Διότι δύο από τους φρουρούς της τον έχουν ξαπλώσει και ξεσχίζουν το σώμα του
με ειδικά σιδερένια νύχια. Αυτό ήταν ένα αυτό τα συνηθισμένα μαρτύρια στα οποία υπέβαλαν κατά την περίοδο των διωγμών τους χριστιανούς. Και αφού τους ξέσχιζαν τις σάρκες,
έριχναν στις πληγές καυτό λάδι ή αλάτι, ή τις έκαιγαν με αναμμένες λαμπάδες, προκαλώντας αφόρητους πόνους και προσπαθώντας να κάμψουν την πίστη των χριστιανών.
Μετά από το μαρτύριο τούτο αφέθηκε για λίγο ο άγιος στη φυλακή, προφανώς για να ξανασκεφθεί όχι μόνο τις απειλές του δικαστή αλλά και τις υποσχέσεις του.

Εικόνα

Στην πέμπτη λοιπόν παράσταση ο φυλακισμένος άγιος Φανούριος, οντάς αποφασισμένος για το τελικό μαρτύριο, δεν σκέπτεται τιμές και αξιώματα. Προσεύχεται, ζητώντας τη
χάρη και την ενίσχυση του Θεού, ώστε να «μείνει πιστός άχρι θανάτου».

Εικόνα

Ακολουθεί νέα προσαγωγή του ενώπιον του δικαστή, με την παρουσία φρουρών. Ανακρίνεται και πάλι. Ομολογεί με θάρρος την πίστη του. Δεν πείθεται στα επιχειρήματα της
εξουσίας. Αντίθετα, μιλάει με πειθώ και παρρησία για τον Ιησού Χριστό και τη σωτηρία πού έφερε στους ανθρώπους οι οποίοι πιστεύουν σ’ αυτόν. Η όλη στάση του φανερώνει
ότι με θάρρος αντιμετωπίζει και τα απειλούμενα νέα βασανιστήρια, αλλά και το τελικό μαρτύριο.

Εικόνα

Η συνέχεια παρουσιάζεται στην επόμενη απεικόνιση. Μέσα στη φυλακή ή το προαύλιο της ο άγιος Φανούριος εμφανίζεται δεμένος στα χέρια και τα πόδια σε κατακόρυφο ξύλο,
ενώ δύο από τους φρουρούς δεσμώτες κατακαίνε τα πλευρά του, προκαλώντας πόνους, παρόλο πού ο μάρτυς τους υπομένει με καρτερία και από την όλη στάση του δεν δείχνει
να τους υπολογίζει. Το πρόσωπο του είναι ιλαρό και ασφαλώς η σκέψη και η καρδιά του βρίσκονται κοντά στον Κύριο.

Εικόνα

Η υπομονή του αγίου στα μαρτύρια εξαγρίωνε όλο και περισσότερο το δικαστή, αλλά και τους δήμιους του. Και από τα ελαφρότερα τον υπέβαλαν σε πλέον επώδυνα βασανιστήρια,
ελπίζοντας ότι στο τέλος θα δειλιάσει, θα σκεφτεί τη νεότητά του, θα καμφθεί το φρόνημά του και θα απαρνηθεί τη χριστιανική του ιδιότητα, για να κερδίσει τη ζωή του. Έτσι τον
υπέβαλαν στο μαρτύριο του τροχού. Τον έδεσαν δηλαδή ημίγυμνο σ’ ένα μάγκανο (τροχό) με καρφιά, ενώ και στο έδαφος είχαν τοποθετήσει αιχμηρά σίδερα πού εξείχαν προς τα
πάνω. Καθώς λοιπόν γύριζαν το μάγκανο αυτό, ξεσχίζονταν οι σάρκες του μάρτυρα, τόσο από κάτω όσο και από τα καρφιά του τροχού. Αλλά ούτε και το φρικτό αυτό μαρτύριο τον
λύγισε.

Εικόνα

Έτσι προχώρησαν στο επόμενο, όπως απεικονίζεται στην ένατη κατά σειράν παράσταση: Τον έριξαν σε βαθύ λάκκο, μες στον οποίο υπήρχαν αγριεμένα και νηστικά θηρία, με
σκοπό να τον κατασπαράξουν. Αλλ’ ώ του θαύματος! Η προστασία και χάρη του Θεού δεν επέτρεψε στα θηρία να επιτεθούν στον μάρτυρα του Κυρίου. Τού φέρθηκαν σα να ήταν
εξημερωμένα, προκαλώντας το θαυμασμό και την απορία των δημίων και του ίδιου του δικαστή.
Ο φανατισμός τους όμως ήταν τόσο ανεξέλεγκτος, πού αντί να προβληματιστούν και να ενδιαφερθούν για την όντως αλήθεια της χριστιανικής πίστεως, συνέχισαν το βασανισμό
του αγίου Φανουρίου. Με νέο μαρτύριο: Τον ξάπλωσαν στη γη και έβαλαν πάνω στο εξασθενημένο από τα σκληρά βασανιστήρια σώμα του βαριά πέτρα, πιστεύοντας πώς αυτό
θα έθετε τέρμα στη ζωή του. Και πάλι απατήθηκαν, αφού ο Ιησούς Χριστός, στον οποίο δεν έπαψε ο μάρτυς να προσεύχεται, τον προστάτεψε, δίνοντάς του αντοχή και δύναμη για
να σηκώσει τη βαριά πέτρα.

Εικόνα

Τότε ο δικαστής κάνει μία τελευταία, απεγνωσμένη προσπάθεια, πού παριστάνεται στην ενδέκατη ένθετη εικόνα: Δίνει εντολή και οδηγείται ο άγιος Φανούριος δεμένος μπροστά
σε ειδωλολατρικό βωμό, παρακινείται δε για ύστατη φορά να θυσιάσει. Πλην μάταιος ο κόπος. Έπειτα από τόσα μαρτύρια και πίεση, στην οποία ανταπεξήλθε με καρτερία και
ηρωισμό, πού μόνο στους γενναίους αθλητές της πίστεως συναντά κανείς, ήταν αδύνατο πλέον να προδώσει τον Κύριο και Θεό του για χάρη ειδώλων που ήταν «έργα χειρών
ανθρώπων». Με κατηγορηματικό τρόπο αρνήθηκε να θυσιάσει. Στην παράσταση εμφανίζεται να κρατά αναμμένα κάρβουνα. Θα του ήταν αρκετό να τα βάλει με θυμίαμα στο
βωμό και να θεωρηθεί έτσι ότι προσφέρει θυσία. Όμως προτίμησε να καίγονται οι παλάμες του!

Εικόνα

Η τελείωση του
Ήταν πλέον φανερό ότι ο άγιος Φανούριος δεν επρόκειτο να ενδώσει σε κανένα από τα βασανιστήρια πού είχε επινοήσει η κρατική εξουσία και εκτελούσαν με ιδιαίτερη
βαναυσότητα οι δήμιοι. Το είχε ο άγιος αποδείξει με το θάρρος της ομολογίας, με την καρτερία, με την προσευχή, με την αποφασιστικότητά του να υπομείνει ως το τέλος για τη
δόξα του Χριστού.
Απογοητευμένος και συνάμα οργισμένος ο δικαστής από την αποτυχία του να μεταστρέψει τον άγιο Φανούριο και να τον φέρει ατούς κόλπους των ειδωλολατρών, έβγαλε την
τελεσίδικη απόφασή του: Να θανατωθεί ο χριστιανός νέος διά της πυράς! Και την τελική αυτή σκηνή αναπαριστά η δωδέκατη κατά σειράν ένθετη εικόνα: Ανάβουν οι δήμιοι δυνατή
φωτιά σ’ ένα καμίνι και ρίχνουν μέσα του τον μάρτυρα του Χριστού. Κι ενώ οι φλόγες κατατρώγουν τις σάρκες του, εκείνος γαλήνιος, με τα χέρια υψωμένα σε στάση προσευχής,
ευχαριστεί τον Κύριο γιατί τον αξίωσε να μαρτυρήσει για το όνομά Του και παραδίδει την αγιασμένη ψυχή του σ’ Αυτόν, για να την κατατάξει στο ουράνιο τάγμα του «νέφους των
μαρτύρων».

Η αναστήλωση του ναού του
Αφού βρέθηκε η εικόνα, ο καλός εκείνος ποιμένας και αρχιερέας του Θεού, ο Νείλος, πήγε στον ηγεμόνα της Ρόδου και ζήτησε την άδεια να ξαναχτίσει τον ερειπωμένο ναό, στον
οποίο κατά την ανασκαφή είχε βρεθεί η εικόνα του αγίου. Ο ηγεμόνας αρχικά δεν έκανε δεκτό το αίτημα. Μπροστά όμως στην επιμονή του Νείλου υποχώρησε και έδωσε την
συγκατάθεσή του. Τότε ο αρχιερέας ανήγειρε και πάλι τον ιερό εκείνο ναό.
Ο σωζόμενος σήμερα ναΐσκος είναι βυζαντινός, πού επί τουρκοκρατίας είχε μετατραπεί σε τζαμί, γνωστό με το όνομα Πιαλεντίν, προς τιμήν ομώνυμου πασά.
Σύμφωνα, τέλος, με Κώδικα (άριθμ. 1190) της Βιβλιοθήκης του Βατικανού, φερμένο από τους Ιππότες, στη Ρόδο υπήρχε την εποχή τους και Μοναστήρι αφιερωμένο στη μνήμη
του μεγάλο μάρτυρος αγίου Φανουρίου.


Τό Ἀπολυτίκιον τοῦ Ἁγίου Ἦχος δ΄.
Οὐράνιον ἐφύμνιον ἐν γῆ τελεῖται λαμπρῶς, ἐπίγειον πανήγυριν νῦν ἑορτάζει φαιδρῶς, Ἀγγέλων πολίτευμα, ἄνωθεν ὑμνωδίαις, εὐφημούσι τούς ἄθλους,
κατωθεν Ἐκκλησία, οὐράνιον δόξαν ἤν εὖρες πόνοις καί ἄθλοις τοῖς σοῖς, Φανούριε ἔνδοξε.

Κοντάκιον Ἦχος γ΄.
Ἱερεῖς διέσωσας αἰχμαλωσίας ἄθεου, καί δεσμά συνέθλασας, δυνάμει θεία Θεοφρον, ἤσχυνας τυράννων θράση γεναιοφρόνως, ηὔφρανας Ἀγγέλων τάξεις
Μεγαλομάρτυς, διά τοῦτο σέ τιμῶμεν, θεῖε ὁπλίτα, Φανούριε ἔνδοξε.

Μεγαλυνάριον
Τούς ἀσπαζομένους τήν σήν σεπτήν, εἰκόνα ἐν πίστει, καί αἰτοῦντας σήν ἀρωγήν, Μάρτυς κληρονόμους, τῆς θείας Βασιλείας Φανούριε, λιταίς σου, πάντας ἀναδεῖξον.

Κυριακή, 24 Αυγούστου 2014

Η Κοίμηση και ο ενταφιασμός του Αγίου Νεκταρίου

 





Στο απόμακρο για κείνο τον καιρό νοσοκομείο της Αθήνας, το Αρεταίειο, η γραμματεία έπαιρνε απ' έξω εντολή και έδινε μέσα εντολή να κρατήσουν κάποιο κρεββάτι στον μικρό παθολογικό θάλαμο, για έναν γέροντα καλόγερο από την Αίγινα.
Τον έφεραν κάποιο μεσημέρι δύο καλόγριες κι ένας μέτριος στο ανάστημα σαραντάρης, που από την πρώτη στιγμή που μπήκαν ανησυχούσε και κρυφόκλαιγε. Έκαναν τις διατυπώσεις της εισόδου και παραμονής του στο θεραπευτήριο και η μία από τις δύο καλόγριες έφυγε.
Στον θάλαμο που τον τοποθέτησαν ήταν άλλα τέσσερα κρεβάτια ωστόσο μόνο τα δύο ήταν πιασμένα. Στο διπλανό του γέροντα της Αίγινας αναπαυόταν ένας άντρας περίπου σαραντάρης που έπασχε από παράλυση των κάτω άκρων.
Ήταν επαρχιώτης οικογενειάρχης, είχε πέσει σ' ένα γκρεμό από το ζώο του, χτύπησε κι από τότε τον έσερναν με τα φορεία.Στο παρακάτω, έμενε κάποιος γέροντας συνταξιούχος δάσκαλος, με ουρολογική κι αυτός πάθηση.
"Τι νομίζεις γερόντισσα Ευφημία, έκανε κάπου στον προθάλαμο σιγανασαίνοντας και σκουπίζοντας τα δάκρυά του ο άντρας, θα κάνει την εγχείρηση, θ' αντέξει στο μαχαίρι;"
Εκείνη απόμεινε συλλογισμένη.
"Τι θ' απογίνουμε δίχως την ευλογημένη του καθοδήγηση, πώς θα ζήσουμε χωρίς την προσευχή του;" συνέχισε ο άντρας.
"Ελπίζω, κύριε Σακκόπουλε, αποκρίθηκε τέλος η καλόγρια μισοταραγμένη. Ο καλός Θεός θα λυπηθεί την αδελφότητα, δεν θα επιτρέψει ν' απομείνουμε είκοσι οκτώ ψυχές ορφανές."
"Ω αδελφή Ευφημία, σ' αυτόν οφείλω τα πάντα. Και κυρίως τον θησαυρό της ψυχής μου. Αυτός με εισήγαγε εις το εύρος, το ύψος και το κάλλος που έχει ο Κύριος. Από νωρίς έχασα την μητέρα μου και το ξεπέρασα, πρόπερσι αναπαύθηκε κι ο πατέρας μου, άνθρωπος όλο αυταπάρνηση κι ευγένεια και το κατάπια. Αν μας εγκαταλείψει κι ο άγιος γέροντας, ο πνευματικός πατέρας και οδηγός και μεσίτης εις τον Θεόν, θα καταντήσω δυστυχής, θα παραμείνω δεντρί στην έρημο..."
Η καλόγρια τον ανακοίταξε με κάποια στοργή και κούνησε το κεφάλι.
Πέρασε ο πρώτος μήνας, πέρασε κι ο δεύτερος.
Δεν πρόλαβε να κάνει εγχείρηση, δεν πρόλαβε να περάσει από μαχαίρι.
Η Αθήνα συγκλονιζόταν από ιαχές και αλλαλαγμούς για την εκλογική ήττα του Βενιζέλου, για τις αλλαγές στην Κυβέρνηση, για την επαναφορά του εξόριστου Βασιλιά Κωνσταντίνου, οι εκκλησιαστικοί κύκλοι συζητούσαν, σχολίαζαν την έκπτωση του Μελετίου και την επανανθρόνιση του Θεοκλήτου, όταν ο χλωμός ασκητικός εκείνος γέροντας, ο καλόγερος της Αίγινας, έβλεπε ξαφνικά καταμπροστά του ανοιγμένους τους ουρανούς και τους αγγέλους κατά χιλιάδες να τον υποδέχονται.
Στάθηκε λίγο προτού ξεψυχήσει κι αφουγκράστηκε. Από ψηλά κάποια γνώριμη φωνή, κάποια ολόγλυκια φωνή σε ξένη χώρα τον καλούσε.
"Είσελθε τέκνον, είσελθε εις την χαράν του Κυρίου σου. Σε αναμένει ο της δικαιοσύνης στέφανος."
"Εις εμέ, εις εμέ το λέγεις Κύριε;" πρόλαβαν να ψιθυρίσουν για στερνή φορά τα χείλη του.
Κι ανοίγοντας το στόμα να πάρει ανασεμιά, είδε πως μεταφέρεται. Παρέδωσε την άγια του υπομονετική ψυχή στον αγαπημένο του Αφέντη. Στον Αφέντη των ουρανίων, των επιγείων και καταχθονίων.
Η γερόντισσα Ευφημία αναστατώθηκε.
"Σεβασμιώτατε, Σεβασμιώτατε, ανάκραξε με λυγμούς. Κύριε Σακκόπουλε, πού είναι ο κύριος Σακκόπουλος;... Το τηλέφωνο παρακαλώ, το τηλέφωνο...
Ήρθε μια σαβανώτρα από το προσωπικό του νοσοκομείου να βοηθήσει τη γερόντισσα. Το νεκρό σώμα, μοσκομύριζε... Θεέ και Κύριε ! ... Κάτι πήγε να πει η γερόντισσα δεν το μπόρεσε. Για μια στιγμή έβγαλαν τη μάλλινη φανέλλα και την πέταξαν πρόχειρα στο διπλανό κρεββάτι. Κι ώσπου να προχωρήσουν να τελειώσουν με τα σάβανα, ο διπλανός άρρωστος, ο άνθρωπος που έπασχε από παράλυση των κάτω άκρων κινήθηκε, ξεπετάχθηκε όρθιος, αμφιταλαντεύθηκε, στάθηκε στα πόδια του κι έκανε το σταυρό του.
"Σηκώθηκα, περπατάω! ανάκραξε δυνατά, Θεέ μου, έγινα καλά! Τι έχει αυτή η φανέλλα;"
Για δες, ήταν στ' αλήθεια όρθιος, περπατούσε !
Δεν καλοκατάλαβαν, απόμειναν να χάσκουν. Το νεκρό σώμα μοσκομύριζε... Η γερόντισσα πήρε τη φανέλλα, την έβαλε ένα κουβάρι στο ράσο της. Τα χέρια της έτρεμαν.
Απόρησαν oι γιατροί, απόρησε και το προσωπικό του νοσοκομείου όταν έμαθαν πως ο φτωχός ρασοφόρος από την Aίγινα, ήταν άλλοτε γενικός διευθυντής στη Ριζάρειο και ήταν λέει... Δεσπότης!
Μια νύχτα θρήνου πέρασε η γερόντισσα Ευφημία.
Αργά το πρωί έφθασε ένας φίλος Αρχιμανδρίτης, ιεροκήρυκας, ο Παντελεήμων Φωστίνης και λίγο πιο έπειτα ο Πρωτοπρεσβύτερος Άγγελος Νησιώτης, διαλεκτός μαθητής του στη Ριζάρειο και δημιουργός αργότερα κατηχητικών σχολείων. Έφθασε σωστό ανθρώπινο ράκος κι ο Κωστής Σακκόπουλος. Παράγγειλαν το φέρετρο, παράγγειλαν τη νεκροφόρα και λίγo αργότερα ξεκίνησαν για τον Πειραιά.
Το βαποράκι της γραμμής η "Πτερωτή", θα σήκωνε άγκυρα για την Αίγινα ακριβώς στις δύο το μεσημέρι. Η νεκροφόρα με λογής - λογής διατυπώσεις που έπρεπε να γίνουν, έφθασε εμπρός στον Καθεδρικό Ναό της Αγίας Τριάδος στον Πειραιά, λίγo μετά τις δώδεκα. Ο Ναός βρέθηκε κλειστός, όλοι oι αρμόδιοι κι ο νεωκόρος, έλειπαν για μεσημεριάτικη διακοπή.
Αυθόρμητα μαζεύτηκε ολόγυρα στο πεζοδρόμιο κόσμος. Από λαλιά σε λαλιά, ακούστηκε, μαθεύτηκε στην εργατική πόλη, η Κοίμηση του γέροντα της Ριζαρείου. Κι ένας λαός περικύκλωσε το φέρετρο.
Καθώς το έφεραν σιμά στα σκαλοπάτια του Ναού για να πάρουν τουλάχιστον μια φωτογραφία στην πόλη και στο χώρο που τόσο είχε κηρύξει κι αγαπήσει, κι άνοιξαν το καπάκι, μούδιασαν, τάχασαν... Παρατήρησαν κάτι το ασυνήθιστο, το καταπληκτικό. Από την ήρεμη και γαλήνια μορφή έσταζε κάτι σαν ιδρώτας που μοσκομύριζε... Θεέ και Κύριε !
Ο Κώστας ο Σακκόπουλος σαστισμένος έτρεξε κι αγόρασε από το περίπτερο ένα πακέτο μπαμπάκι και σκούπισε σιγά - σιγά και απαλά από το πρόσωπο τον μοσκομύριστο ιδρώτα. Μερικοί τότε έπεσαν επάνω του, του άρπαξαν τις τούφες το μπαμπάκι, το έφερναν ευλαβικά στο μέτωπό τους, άλλοι το έκρυβαν στις τσέπες τους, άλλοι το παράχωναν στο στήθος.
"Δεν έχει βάρος, δεν έχει βάρος, είναι ελαφρύς σαν πούπουλο", φώναξαν και oι άνδρες που σήκωναν το φέρετρο, έτοιμοι να το ξαναφέρουν στη νεκροφόρα.
Το βαποράκι της γραμμής η "Πτερωτή" έφθασε στις τέσσερις παρά κάτι, απόγευμα στην Αίγινα με τη σημαία "μετζάστρα" (μεσίστια) στο πλωριό κατάρτι.
Προτού αράξει στο μώλο, ο καπετάνιος σφύριξε τρεις φορές πένθιμα και συνθηματικά.
Στα γαλανά νερά του Σαρωνικού ταξίδευε το Ιερό Λείψανο ενός ανθρώπου του Θεού. Ενός Κληρικού που δεν καυχήθηκε ποτέ για κάτι δικό του. Ενός Ιερομόναχου που ευαρέστησε τον Άγιο Θρόνο με την υπακοή, το ταπεινό φρόνημα, την υπομονή, την πίστη, την αγάπη.
Αμέτρητος λαός πλημμύρισε κάτω την παραλία. Όλος σχεδόν ο Κλήρος, όλοι oι Ιερομόναχοι, όλες oι καλόγριες από τα ντόπια Μοναστήρια.
Οι γυναίκες έκλαιγαν σιωπηλά, μερικές στέναζαν, μερικές μοιρολογούσαν.
"Παππούλη μας, προστάτη της φτωχολογιάς, τι θ' απογίνουμε τώρα που μας άφησες ορφανές και μόνες;"
Διακόσιοι τόσοι άντρες τσακώθηκαν ποιος θα σηκώσει το φέρετρο. Ήταν oι φίλοι του, oι ψαράδες του γιαλού, οι σφουγγαράδες που ταξίδευαν και βουτούσαν πέρα στην Τζιμπεράλτα και στο Τούνεζι κι έφερναν σφουγγάρια της ευλογίας με χαραγμένο στη μέση τον Τίμιο Σταυρό, εργάτες που δούλεψαν στη Μονή κι έφαγαν ψωμί από τα χέρια του, oικοδόμοι, αγρότες, αμπελουργοί, επαγγελματίες και πλανόδιοι.
Ο δήμαρχος με τον αστυνόμο για να τους φέρουν σε λογαριασμό, τους χώρισαν σε τετράδες και υπολόγισαν το δρόμο κάπου δυο ώρες και κάτι, ώσαμε το Μοναστήρι. Σε λίγο τα πάντα τακτοποιήθηκαν και η πομπή ξεκίνησε.
Ήταν κάτι το ριγηλό και συγκινητικό. Ποτέ η Αίγινα δε θυμόταν ένα τέτοιο ξόδι. Αυθόρμητα η λαϊκή ψυχή αγκάλιασε το Λείψανο - Θησαυρό του διαλεκτού παιδιού της και το έφερνε με σφιχτή ανασεμιά στη θέση Ξάντος.
Πένθιμη διακόσμηση γυρόφερνε την πόλη και την παραλία. Οι καμπάνες στους Ναούς σιγοχτυπούσαν όπως τη Μεγάλη Παρασκευή. Θυμίαμα καιγόταν σ' όλες τις πόρτες και δροσερά λουλούδια έπεφταν από γριές και νιες και δροσερές παρθένες.
Ένα πλήθος νέοι ρασοφόροι Ριζαρείτες ακολουθούσαν σιωπηλοί.
"Δεν έχει βάρος, δεν έχει βάρος, είναι ελαφρύς σαν πούπουλο", φώναζαν κατάπληκτοι κάθε τόσο οι άνδρες από τα σταυροδρόμια και τις λαγκαδιές, καθώς σήκωναν το φέρετρο κι ετοιμάζονταν ν' αλλάξουν βάρδια.
Το Μοναστήρι γέμισε κόσμο. Ατελείωτη μυρμηγκιά, κάθε λογής άνθρωποι, γνωστοί, άγνωστοι, καταλαχάρηδες του βουνού, του λόγγου, της ακρογιαλιάς. Όλοι τους είχαν διάθεση να παρασταθούν, να προσευχηθούν, να ξενυχτήσουν, να κλάψουν.
Σ' όλο τούτο το πλήθος και στις καλόγριες της αδελφότητας που έκλαιγαν σαν μικρές νεαρές κοπέλες, ξεχώριζε η φυσιογνωμία της Ηγουμένης, της Οσίας Ξένης, της τυφλής.
File:Nektarios.jpg
Στάθηκε κάποια στιγμή καταμπροστά στο φέρετρο, πάνω στη γαλήνια κι ευγενική μορφή, που θαρρούσες ότι λαφροκοιμόταν, τη μορφή του πνευματικού πατέρα και οδηγού, του ευεργέτη και προστάτη της και μη μπορώντας με τα τυφλά μάτια να δει, να προσέξει τον ιδρώτα - Μύρο που κυλούσε από το μέτωπο, το ένιωσε σαν όσφρηση, σαν ευωδιά και μένοντας ακίνητη και κάνοντας τρεις φορές το σημείο του σταυρού, είπε:
"Ο πατέρας μας δεν πέθανε. Ζει, μας βλέπει και προσεύχεται απόψε για μας. Το Μοναστήρι μας θα προκόψει, δεν θα το αφήσει ο Κύριος. Όταν ζούσε και τον απολαμβάναμε δίπλα μας, κοντά μας, φάρο και οδηγό, αυτό πάντα μας έλεγε. Αυτή την Προφητεία: Από εδώ, μας έλεγε, κόρες μου, απ' αυτές τις ερημιές, σε μερικά χρόνια θα διαβαίνουν άμαξες, θα περνά πλήθος ο κόσμος με αφιερώματα, χρυσάφια και λαμπάδες. Kαι εμείς οι άπραγες στεκόμασταν δίβουλες, ξαφνιασμένες. Μήπως τάχα παραλογίζεται ο Σεβασμιώτατος, αναρωτιόμασταν με ανησυχία. Αδελφές μου, μη κλαίτε, αδέλφια μου μη θρηνείτε. Η Αίγινα και η Ελλάδα απόκτησε έναν Όσιο, ένα σημερινό ικέτη εμπρός εις τον Εσταυρωμένο".
Τα λόγια της σκέπαζαν τους κρυφούς λυγμούς της από μια Θεϊκή Δύναμη και Χάρη. Τα λόγια της έπεσαν στο πλήθος με τέτοια αρμονία που γλύκαναν ευθύς όλες τις καρδιές και για κάμποσο χρονικό διάστημα της νύχτας, απόδιωξαν τις μελαγχολικές σκέψεις του θανάτου.
Τρεις μέρες και τρεις νύχτες κράτησε το λαϊκό τούτο προσκύνημα. Και το Λείψανο αδιάκοπα έσταζε ιδρώτα-Μύρο και σκορπούσε ολοτρόγυρα Ευωδία!
Mια από τις τρόφιμες της αδελφότητας ανησύχησε.
"Θα πρέπει να επισπεύσουμε τον ενταφιασμό, πέταξε με σπουδή στην Οσία Ξένη. Δεν μπορεί, γερόντισσά μου, σώμα είναι, θα βρωμίσει".
Το βράδυ που κοιμήθηκε, είδε ολοζώντανο σιμά της τον γέροντα ντυμένο στα αρχιερατικά του άμφια.
"Σεβασμιώτατε", ανάκραξε. Kαι γονάτισε να του ασπασθεί το χέρι.
"Βρωμά παιδί μου, το χέρι μου;" τη ρώτησε επιτιμητικά.
"Μοσκομυρίζει Σεβασμιώτατε", ψιθύρισε.
"Τι μυρίζει;"
"Λιβάνι και αλόη." "Τότε μη φοβείσαι και διά το Λείψανον."
Ξύπνησε καταφοβισμένη. Έτρεξε στο φέρετρο, ασπάσθηκε τρεις φορές τα κρινοδάχτυλα των χεριών. Kαι ξαναπρόσεξε που έτρεχε συνέχεια στη μορφή ιδρώτας - Μύρο.
Φυσικά φρόντισαν και για τον ενταφιασμό. Θα τον τοποθετούσαν εκεί πλάγια στο Ναό, χαμηλά στο πεύκο. Στο καταπράσινο και φουντωτό βελονόφυλλο δεντρί που τόσο αυτός καμάρωνε κι αγαπούσε. Εκεί, που κάποτε η πρώτη εκείνη γερόντισσα κάτοικος, σαν έσκαβε για να το φυτέψει, τοσοδούλι και μικράκι, άκουσε την παράδοξη φωνή :"Άφησε τόπο για ένα τάφο". Ναι, τώρα όλα ξεκαθάριζαν. Ο καλός Θεός είχε προδιαλέξει τόπο για το σκήνωμα του διαλεκτού παιδιού Του.
Προτού σκεπάσουν το φέρετρο για τον ενταφιασμό, όλες σχεδόν oι μαθήτριες και υποτακτικές έφεραν κι έριξαν λεμονανθούς από τις λεμονίτσες που είχε φυτέψει ο ίδιος ο γέροντας με το χέρι του, σε διάφορες πρασιές ολόγυρα από το Ναό και παράπλευρα έξω.
(Από το βιβλίο του Σώτου Χονδρόπουλου: Ο Άγιος του αιώνα μας -ο Όσιος Νεκτάριος Κεφαλάς-Αφηγηματική Βιογραφία. Έκδοσις Ιεράς Κοινοβιακής Μονής Αγίας Τριάδος Αιγίνης. Δεύτερη Έκδοση. Σελ. 269-274).
Πηγή: οrthodoxy