Τρίτη, 26 Μαΐου 2015

Απολυτίκιο Αγ. Ιωάννου του Ρώσου - 27 ΜΑΙΟΥ

Εορτή του Αγίου Ιωάννη του Ρώσου Εορτάζει στις 27 Μαΐου εκάστου έτους.Ο Όσιος Ιωάννης γεννήθηκε σε ένα χωριό της λεγομένης Μικράς Ρωσίας, περί το 1690 μ.Χ., από γονείς ευλαβείς και ενάρετους. Όταν έφθασε σε νόμιμη ηλικία στρατεύθηκε, ενώ βασίλευε στη Ρωσία ο Μέγας Πέτρος. Έλαβε μέρος στον πόλεμο που έκανε εκείνος ο τολμηρός τσάρος εναντίον των Τούρκων κατά το 1711 μ.Χ., και συνελήφθη αιχμάλωτος από τους Τατάρους. Οι Τάταροι τον πούλησαν σε έναν Οθωμανό αξιωματικό Ίππαρχο, που καταγόταν από το Προκόπιον της Μικράς Ασίας, το οποίο βρίσκεται πλησίον στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. Ο αγάς τον πήρε μαζί του στο χωριό του. Πολλοί από τους αιχμαλώτους συμπατριώτες του αρνήθηκαν την πίστη του Χριστού και έγιναν Μουσουλμάνοι, είτε γιατί κάμφθηκαν από τις απειλές, είτε γιατί δελεάστηκαν από τις υποσχέσεις και τις προσφορές υλικών αγαθών.Ο Ιωάννης, όμως, ήταν από μικρός αναθρεμμένος με παιδεία και νουθεσία Κυρίου και αγαπούσε πολύ τον Θεό και την πίστη των πατέρων του. Ήταν από εκείνους τους νέους, όπου τους σοφίζει η γνώση του Θεού, όπως κήρυξε ο σοφός Σολομών, λέγοντας: «Ο δίκαιος είναι γνωστικός και στη νεότητά του. Διότι τιμημένο γήρας δεν είναι το πολυχρόνιο, ούτε μετριέται με τον αριθμό των ετών. Η φρονιμάδα πιο νέους ανθρώπους είναι σεβάσμια ωσάν να είναι φέροντες και ο καθαρός βίος τους κάνει ωσάν να είναι γέροντες πολύμαθοι».Έτσι, λοιπόν, και ο μακάριος Ιωάννης, έχοντας την σοφία που δίδει ο Θεός σε εκείνους που τον αγαπούν, έκανε υπομονή στη δουλεία και στην κακομεταχείρηση του αφέντη του και στις ύβρεις και τα πειράγματα των Οθωμανών, οι οποίοι τον φώναζαν «κιαφίρη», δηλαδή άπιστο, φανερώνοντάς του την περιφρόνηση και την απέχθειά τους. Στον αφέντη του και σε όσους τον παρακινούσαν να αρνηθεί την πίστη του, αποκρινόταν με σθεναρή γνώμη ότι προτιμούσε να πεθάνει, παρά να πέσει σε τέτοια φοβερή αμαρτία. Στον αγά είπε: «Εάν με αφήσεις ελεύθερο στην πίστη μου, θα είμαι πολύ πρόθυμος στις διαταγές σου. Αν με βιάσεις να αλλαξοπιστήσω, γνώριζε ότι σού παραδίδω την κεφαλή μου, παρά την πίστη μου. Χριστιανός γεννήθηκα και Χριστιανός θα αποθάνω».Ο Θεός, βλέποντας την πίστη του και ακούγοντας την ομολογία του, μαλάκωσε την σκληρή καρδιά του αγά και με τον καιρό τον συμπάθησε. σε αυτό συνήργησε και η μεγάλη ταπείνωση όπου στόλιζε τον Ιωάννη, καθώς και η πραότητά του.Έμεινε, λοιπόν, ήσυχος ο μακάριος Ιωάννης από τις υποσχέσεις και απειλές του Οθωμανού κυρίου του, ο οποίος τον είχε διορισμένο στον σταύλο του, για να φροντίζει τα ζώα του. Σε μία γωνιά του σταύλου ξάπλωνε το κουρασμένο σώμα του και αναπαυόταν, ευχαριστώντας τον Θεό, διότι αξιώθηκε να έχει ως κλίνη τη φάτνη στην οποία ανεκλίθη κατά την γέννησή Του ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός. Ήταν δε αφοσιωμένος στο έργο του, περιποιούμενος με στοργή τα ζώα του κυρίου του, τα οποία αισθάνονταν τόση την προς αυτά αγάπη του Αγίου, ώστε να τον ζητούν όταν απουσίαζε, να τον προσβλέπουν με αγάπη και να χρεμετίζουν με χαρά όταν τα χάιδευε, ωσάν να συνομιλούσαν μαζί του.Με τον καιρό ο αγάς τον αγάπησε, καθώς και η σύζυγός του, και του έδωσαν για κατοικία ένα μικρό κελλί κοντά στον αχυρώνα. Όμως ο Ιωάννης δεν δέχθηκε και εξακολούθησε να κοιμάται στον σταύλο, για να καταπονεί το σώμα του με την κακοπέραση και με την άσκηση, μέσα στη δυσοσμία των ζώων και στα ποδοβολητά τους. Κάθε νύχτα ο σταύλος γέμιζε από τις προσευχές του Αγίου και η κακοσμία γινόταν οσμή ευωδίας πνευματικής. Ο μακάριος Ιωάννης είχε εκείνο τον σταύλο ως ασκητήριο, και εκεί πορευόταν κατά τους κανόνες των Πατέρων, επί ώρες γονυπετής και προσευχόμενος, κοιμώμενος για λίγο επάνω στα άχυρα, χωρίς άλλο σκέπασμα παρά μία παλαιά κάπα, γευόμενος με διάκριση, πολλές φορές μόνο λίγο ψωμί και νερό, και νηστεύοντας τις περισσότερες ημέρες.Συνέχεια έψαλλε τους λόγους του ιερού ψαλμωδού: «Ὁ κατοικῶν ἐν βοηθείᾳ τοῦ Ὑψίστου, ἐν σκέπῃ τοῦ Θεοῦ τοῦ οὐρανοῦ αὐλισθήσεται. Ἐρεῖ τῷ Κυρίῳ· ἀντιλήπτωρ μου εἶ καὶ καταφυγή μου, ὁ Θεός μου καὶ ἐλπιῶ ἐπ’ Αὐτόν. Ὅτι Αὐτὸς ρύσεταί με ἐκ παγίδος θηρευτοῦ καὶ ἀπὸ λόγου ταραχώδους. Ἔθεντο με ἐν λάκκῳ κατωτάτῳ, ἐν σκοτεινοῖς καὶ ἐν σκιᾷ θανάτου. Ἐγὼ δὲ πρὸς τὸν Κύριον ἐκέκραξα ἐν τῷ θλίβεσθαί με καὶ εἰσήκουσέ μου. Κύριος φυλάξει τὴν εἴσοδόν μου καὶ τὴν ἔξοδόν μου ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος. Πρὸς σὲ ἦρα τοὺς ὀφθαλμούς μου Κύριε, τὸν κατοικοῦντα ἐν τῷ οὐρανῷ. Ἰδοὺ ὡς ὀφθαλμοὶ δούλων εἰς χεῖρας τῶν κυρίων αὐτῶν, οὕτως οἱ ὀφθαλμοὶ ἡμῶν πρὸς Κύριον τὸν Θεόν ἡμῶν, ἕως οὗ οἰκτιρῆσαι ἡμᾶς». Ψαλμούς σιγόψαλλε και κατά την ώρα που ακολουθούσε πίσω από το άλογο του αφέντη του.Με την ευλογία που έφερε ο Άγιος στον οίκο του Τούρκου Ιππάρχου, αυτός πλούτισε και έγινε ένας από τους ισχυρούς του Προκοπίου.Ο Άγιος ιπποκόμος του, εκτός της προσευχής και της νηστείας, που έκανε ως άλλος Ιώβ, πήγαινε τη νύχτα και έκανε όρθιος αγρυπνίες στο νάρθηκα της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου, η οποία ήταν κτισμένη μέσα σε ένα βράχο και βρισκόταν κοντά στον οίκο του Τούρκου κυρίου του. Εκεί πήγαινε κρυφά τη νύχτα, κοινωνούσε δε κάθε Σάββατο τα Άχραντα Μυστήρια. και ο Κύριος, «ὁ ἐτάζων καρδίας καὶ νεφρούς», επέβλεψε επί τον δούλο του τον πιστό και έκανε, ώστε να πάψουν να τον περιπαίζουν και να τον υβρίζουν οι σύνδουλοί του και οι άλλοι αλλόθρησκοι.Αφού, λοιπόν, ο αφέντης του Ιωάννη πλούτισε, αποφάσισε να υπάγει για προσκύνημα στη Μέκκα, τη ιερά πόλη των Μωαμεθανών.Αφού πέρασαν αρκετές ημέρες από την αναχώρησή του, η σύζυγός του παρέθεσε τράπεζα και προσκάλεσε τους συγγενείς και τους φίλους του ανδρός της, για να ευφρανθούν και να ευχηθούν να επιστρέψει υγιής στον οίκο του από την αποδημία. Ο μακάριος Ιωάννης διακονούσε στην τράπεζα. Παρέθεσαν δε σε αυτή και ένα φαγητό, το οποίο άρεσε πολύ στον αγά, το λεγόμενο πιλάφι, το οποίο συνηθίζουν πολύ στην Ανατολή. Τότε η οικοδέσποινα θυμήθηκε τον σύζυγό της και είπε στον Ιωάννη: «Πόση ευχαρίστηση θα ελάμβανε, Γιουβάν, ο αφέντης σου, αν ήταν εδώ και έτρωγε μαζί μας από τούτο το πιλάφι!». Ο Ιωάννης τότε ζήτησε από την κυρία του ένα πιάτο γεμάτο πιλάφι και είπε ότι θα το έστελνε στον αφέντη του στη Μέκκα. Στο άκουσμα των λόγων του γέλασαν οι προσκεκλημένοι. Αλλά η οικοδέσποινα είπε στην μαγείρισσα να δώσει το πινάκιο με το φαγητό στον Ιωάννη, σκεπτόμενη ή ότι ήθελε να το φάει ο ίδιος μόνος του ή να το πάει σε καμιά φτωχή χριστιανική οικογένεια, όπως συνήθιζε να κάνει, δίδοντας το φαγητό του.Ο Άγιος το πήρε και πήγε στον σταύλο. Εκεί γονυπέτησε και έκανε προσευχή εκ βάθους καρδίας παρακαλώντας τον Θεό να αποστείλει το φαγητό στον αφέντη του με όποιον τρόπο οικονομούσε Εκείνος με την παντοδυναμία Του. Με την απλότητα που είχε στην καρδιά του ο Ιωάννης πίστεψε ότι ο Κύριος θα εισακούσει την προσευχή του και το φαγητό θα πήγαινε θαυματουργικά στη Μέκκα. Πίστευε, «μηδὲν διακρινόμενος» κατά τον λόγο του Κυρίου, χωρίς να έχει κανένα δισταγμό ότι αυτό που ζήτησε θα γινόταν. Και, όπως λέγει ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος, «τὰ ὑπερφυῆ ταῦτα σημεῖα συμβαίνουσι τοῖς ἁπλουστέροις τῇ διανοίᾳ καὶ θερμοτέροις τῇ ἐλπίδι», ότι, δηλαδή, αυτά τα υπερφυσικά θαύματα συμβαίνουν σε εκείνους που έχουν απλούστερη διάνοια και είναι θερμότεροι στην ελπίδα την οποία έχουν προς τον Θεό. Πράγματι! το πιάτο με το φαγητό χάθηκε από τα μάτια του Οσίου. Ο μακάριος Ιωάννης επέστρεψε στην τράπεζα και είπε στην οικοδέσποινα ότι έστειλε το φαγητό στη Μέκκα. Ακούγοντας οι προσκεκλημένοι τον λόγο αυτό γέλασαν και είπαν ότι το έφαγε ο Ιωάννης.Αλλά ύστερα από λίγες ημέρες γύρισε από την Μέκκα ο κύριός του και έφερε μαζί του το χάλκινο πιάτο, προς μεγάλη έκπληξη των οικίων του. Μόνο ο μακάριος Ιωάννης δεν εξεπλάγη. Έλεγε, λοιπόν, ο αγάς πιο οικίους του: «Την δείνα ημέρα (και ήταν η ημέρα του συμποσίου, κατά την οποία είπε ο Ιωάννης ότι έστειλε το φαγητό στον αφέντη του), την ώρα κατά την οποία επέστρεψα από το μεγάλο τζαμί στον τόπο όπου κατοικούσα, βρήκα επάνω στο τραπέζι, σε έναν οντά (δωμάτιο) όπου τον είχα κλειδωμένο, τούτο το σαχάνι (πιάτο) γεμάτο πιλάφι. Στάθηκα με απορία, σκεπτόμενος, ποίος άραγε είχε φέρει εκείνο το φαγητό και προ πάντων δεν μπορούσα να εννοήσω με τί τρόπο είχε ανοίξει την πόρτα, την οποία είχα κλείσει καλά. Μη γνωρίζοντας πως να εξηγήσω αυτό το παράδοξο πράγμα, περιεργαζόμουν το πιάτο μέσα στο οποίο άχνιζε το πιλάφι και είδα με απορία ότι ήταν χαραγμένο το όνομά μου επάνω στο χάλκωμα, όπως σε όλα τα χάλκινα σκεύη της οικίας μας. Ωστόσο, με όλη την ταραχή όπου είχα από εκείνο το ανεξήγητο περιστατικό, κάθισα και έφαγα το πιλάφι με μεγάλη όρεξη, και ιδού το πιάτο που το έφερα μαζί μου, και είναι αληθινά το δικό μας».Ακούγοντας αυτή τη διήγηση οι οικείοι του Ιππάρχου εξέστησαν και απόρησαν, η δε σύζυγός του, του εξιστόρησε πως ζήτησε ο Ιωάννης το πιάτο με το φαγητό και είπε ότι το έστειλε στη Μέκκα, και ότι, ακούγοντάς τον να λέγει ότι το έστειλε, γέλασαν.Αυτό το θαύμα μαθεύτηκε σε όλο το χωριό και στη γύρω περιοχή και όλοι θεωρούσαν πλέον τον Ιωάννη ως άνθρωπο δίκαιο και αγαπητό στον Θεό, τον έβλεπαν δε με φόβο και σεβασμό, και δεν τολμούσε κανείς να τον ενοχλήσει. Ο κύριός του και η σύζυγός του τον περιποιούνταν περισσότερο και τον παρακαλούσαν πάλι να φύγει από τον σταύλο και να κατοικήσει σε ένα οίκημα, το οποίο ήταν κοντά στον σταύλο, όμως εκείνος δεν ήθελε να αλλάξει κατοικία. Περνούσε, λοιπόν, τον βίο του με τον ίδιο τρόπο, ως ασκητής, εργαζόμενος όπως πριν στην περιποίηση των ζώων και κάνοντας με προθυμία τα θελήματα του αγά.Αλλά ύστερα από λίγα χρόνια, κατά τα οποία έζησε ο μακάριος Ιωάννης με νηστεία, προσευχή και χαμευνία, πλησιάζοντας στο τέλος της ζωής του, ασθένησε και ήταν ξαπλωμένος πάνω στα άχυρα του σταύλου, τον οποίο είχε αγιάσει με τις δεήσεις του και με την κακοπάθεια του σώματός του για το όνομα και την αγάπη του Χριστού.Προαισθανόμενος ο Όσιος το τέλος του, ζήτησε να κοινωνήσει των Αχράντων Μυστηρίων και γι' αυτό έστειλε και κάλεσε έναν ιερέα. Αλλά ο ιερεύς φοβήθηκε να μεταφέρει φανερά τα Άγια Μυστήρια στο σταύλο, εξαιτίας του φανατισμού των Τούρκων. Όμως σοφίστηκε, κατά Θεία φώτιση, και πήρε ένα μήλο, το έσκαψε, έβαλε μέσα την Θεία Κοινωνία και έτσι μετέβη στο σταύλο και κοινώνησε τον μακάριο Ιωάννη. Ο Ιωάννης, μόλις έλαβε το Άχραντο Σώμα και το Τίμιο Αίμα του Κυρίου, παρέδωσε την αγία ψυχή του στα χέρια του Θεού, τον Οποίο τόσο αγάπησε. Ήταν το 1730 μ.Χ.Το 1733 μ.Χ., το ακέραιο και ευωδιάζον ιερό λείψανο του Οσίου Ιωάννου μεταφέρθηκε, μετά την εκταφή του, αρχικά στη λατομημένη σε βράχο εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, αργότερα στο νεόδμητο ναό του Αγίου Βασιλείου και τέλος στο ναό που ανεγέρθηκε προς τιμήν του. Τοποθετήθηκε σε λάρνακα στο δεξιό μέρος της Εκκλησίας. Εκεί κατέφθαναν αναρίθμητοι προσκυνητές και πάσχοντες από διάφορα νοσήματα που εύρισκαν την θεραπεία τους.Όταν, κατά το 1832 μ.Χ., επί σουλτάνου Μαχμούτ του Β', επαναστάτησε εναντίον του ο αντιβασιλέας της Αιγύπτου Ιμπραχήμ πασάς, ο σουλτάνος έστειλε εναντίον του και τον Χαζνετάρ Ογλού Οσμάν πασά με 1.800 στρατιώτες. Ο Οσμάν πασάς, αφού πέρασε την Καισάρεια της Καππαδοκίας, έφθασε κοντά στο Προκόπιο, όπου σκεπτόταν να αναπαυθεί και να αναχωρήσει την άλλη ημέρα. Επειδή όμως οι περισσότεροι από τους Μουσουλμάνους του Προκοπίου, σαν γενίτσαροι που ήσαν, μισούσαν τον σουλτάνο, συμφώνησαν όλοι να μην δεχθούν τον Οσμάν πασά στο Προκόπι ούτε στα σύνορα. Οι Χριστιανοί, που ήσαν πιστοί στον σουλτάνο, προσπάθησαν να πείσουν τους συμπατριώτες τους να πειθαρχήσουν στον σουλτάνο και να δεχθούν τον στρατό που ερχόταν από εκείνον, λέγοντας μάλιστα σε αυτούς ότι μπορεί ο Οσμάν πασάς να αγανακτίσει και να καταστρέψει το χωριό. Εκείνοι όμως δεν άλλαζαν γνώμη. Τότε οι Χριστιανοί πήραν τα γυναικόπαιδα και έφυγαν στα γύρω χωριά και στις σπηλιές, για να μην πέσουν θύματα της ανόητης αντιδράσεως των γενιτσάρων.Πράγματι, την άλλη ημέρα, όταν ο Οσμάν πασάς εισήλθε στο Προκόπι, το λεηλάτησε και το κατέστρεψε. Κάποιοι από τους στρατιώτες εισήλθαν και στο ναό του Αγίου Γεωργίου. Άρπαξαν τα ιερά σκεύη και άνοιξαν τη λάρνακα του Οσίου ελπίζοντας να βρουν και εκεί χρυσαφικά και ασημικά. δεν βρήκαν όμως τίποτε. Από το κακό τους, που βγήκαν γελασμένοι και για να κοροϊδέψουν τη χριστιανική πίστη, αποφάσισαν να κάψουν το ιερό λείψανο.Το έβαλαν στο προαύλιο, μάζεψαν πολλά φρύγανα, έβαλαν φωτιά και έριξαν με ασέβεια το ιερό σκήνωμα μέσα στις φλόγες. Το ιερό λείψανο του Οσίου Ιωάννου όχι μόνο έμεινε άφλεκτο, αλλά και φάνηκε στους άπιστους ότι ζούσε, τους φοβέριζε και τους έδιωχνε από τον περίβολο της εκκλησίας.Την επόμενη ημέρα γέροντες Χριστιανοί βρήκαν τα ασημικά, που είχαν αφήσει από τον τρόμο τους οι Τούρκοι στρατιώτες, πήραν με ευλάβεια το ιερό λείψανο και το τοποθέτησαν πάλι μέσα στη λάρνακα.Η δεξιά του Οσίου Ιωάννου δόθηκε από τους κατοίκους του παλαιού Προκοπίου το 1881 μ.Χ., στον αντιπρόσωπο της Μονής Παντελεήμονος Αγίου Όρους Ιερομόναχο Διονύσιο, σε αντάλλαγμα για την μεγάλη βοήθεια της Μονής στην ανέγερση του Ναού του Οσίου πάνω στον τάφο του.Το ιερό λείψανο μεταφέρθηκε στην Εύβοια τον Οκτώβριο του 1924 μ.Χ μαζί με τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας από το πλοίο «Βασίλειος Δεστούνης». και ενώ το πλοίο βρισκόταν στη Ρόδο δεν προχωρούσε, αλλά περιστρεφόταν μέσα στη θάλασσα και έμενε στον ίδιο τόπο. Ο κυβερνήτης του πλοίου φοβήθηκε. Τότε ο Παναγιώτης Παπαδόπουλος, που είχε πάρει μαζί του το ιερό λείψανο κρυφά, εξήγησε στον πλοίαρχο ότι μέσα στο πλοίο και μάλιστα στο αμπάρι ήταν το ιερό λείψανο του Οσίου Ιωάννου του Ρώσου. Αμέσως ο κυβερνήτης διέταξε την μεταφορά του ιερού σκηνώματος στο διαμέρισμα του πλοίου, το οποίο χρησιμοποιούταν ως ευκτήριος οίκος, όπου το εναπέθεσαν και άναψαν το καντήλι.Ιερά Λείψανα:Το Λείψανο του Οσίου βρίσκεται αδιάφθορο στο ομώνυμο Προσκύνημα Προκοπίου Ευβοίας.Η δεξιά του Οσίου βρίσκεται στη Μονή Παντελεήμονος Αγίου Όρους.Απολυτίκιο:Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.Εκ γης ο καλέσας σε προς ουρανίους μονάς, τηρεί και μετά θάνατον αδιαλώβητον το σκήνός σου όσιε. Συ γαρ εν τη Ασία ως αιχμάλωτος ήχθης, ένθα και ωκειώθης τω Χριστώ Ιωάννη. Αυτόν ούν ικέτευε, σωθήναι τας ψυχάς ημών. - See more at: http://perivolipanagias.blogspot.gr/2015/05/blog-post_723.html#sthash.d3YMqrxn.dpuf

Κυριακή, 24 Μαΐου 2015

Η Γ’ Εύρεσις της κεφαλής του Τιμίου Προδρόμου (25 Μαΐoυ).

Τα γεγoνότα τoυ βίoυ και της πoλιτείας ή της ζωής και τoυ έργoυ τoυ αγίoυ Ιωάννoυ τoυ Πρoδρόμoυ η Εκκλησία μας για να τα κάνει βίωμα της, και o άγιoς Ιωάννης να ζει ανάμεσα μας, τα έκανε γιoρτές και μνήμες και μάλιστα τόσες, όσες αξίζoυν στo μoναδικό πρόσωπo τoυ, εννoείται μετά τoν Κύριo μας Ιησoύ Χριστό και την Κυρία Θεoτόκo. Όρισε, λoιπόν η Εκκλησία έξι γιoρτές, θα λέγαμε γενικές, oικoυμενικές, γιατί υπάρχoυν και πoλλές τoπικές γιoρτές πoυ έχoυν σχέση με την ανέγερση, και εγκαίνια ναών στo όνoμα τoυ, ή με θαύματα πoυ έκανε.


Οι γενικές γιoρτές είναι: 
α) Η Σύλληψις (23 Σεπτεμβρίoυ). 
β) Τo γενέσιoν (24 Ιoυνίoυ), 
γ) Η Σύναξις (7 Ιανoυαρίoυ), 
δ) Η Απoτoμή της κεφαλής (29 Αυγoύστoυ), 
ε) Η Α' και Β' Εύρεσις της κεφαλής (24 Φεβρoυαρίoυ), 
στ) Η Γ’ Εύρεσις της κεφαλής (25 Μαΐoυ).

στ) Η τρίτη Εύρεσις της Τίμιας Κεφαλής τoυ αγίoυ Ιωάννoυ τoυ Πρoδρόμoυ (25 Μαΐoυ).

Τo Συναξάριo τoυ Μηναίoυ αναφέρει τo γεγoνός ως έξης:

"Η τίμια και αγία Κεφαλή τoυ Πρoδρόμoυ, η oπoία ήταν κρυμμένη πρo πoλλoύ μέσα στη γη, αναφάνηκε από τoυς κόλπoυς της, όπως αναφαίνεται o χρυσός από τα μεταλλεία. Τoύτη τη φoρά όμως δεν ήταν κλεισμένη σε στάμνα, όπως τις πρoηγoύμενες φoρές, αλλά ήταν μέσα σε άργυρo αγγείo και σε τόπo ιερό. Απoκαλύφτηκε δε με πληρoφoρία πoυέδωσε κάπoιoς ιερέας.

Η τίμια Κεφαλή βρέθηκε στα Κόμανα της Καππαδoκίας. Μετά την εύρεση της μεταφέρθηκε στη βασιλίδα των πόλεων, την Κωνσταντινoύπoλη. Εκεί την υπoδέχτηκαν με απερίγραπτη χαρά και επισημότητα o αυτoκράτoρας, o πατριάρχης και o πιστός λαός και, αφoύ την πρoσκύνησαν με ευλάβεια και σεβασμό, την απέθεσαν σε τόπo ιερό.
Και αυτή η γιoρτή είναι άγνωστo πότε καθιερώθηκε.

Τό Απoλυτίκιo Ήχoς δ'. Ταχύ πρoκατάλαβε 

Ως θείoν θησαύρισμα, εγκεκρυμμένoν τη γη, Χριστός απεκάλυψε την κεφαλήν σoυ ημίν, Πρoφήτα και Πρόδρoμε, πάντες oυν συνελθόντες, εν τη ταύτης ευρέσει, άσμασι θεηγόρoις, τoν Σωτήρα υμνoύμεν, τoν σώζoντα ημάς εκ φθoράς, ταις ικεσίαις σoυ.

Δηλαδή:
Πρoφήτη και Πρόδρoμε, σαν θείo θησαυρό κρυμμένoν στη γη μας φανέρωσε ό Χριστός την κεφαλή σoυ. Όλoι, λoιπόν, γι' αυτήν την εύρεση, αφoύ συγκεντρωθήκαμε, με θεία άσματα υμνoύμε τoν Σωτήρα πoυ μας σώζει από τη φθoρά με τις θερμές σoυ πρoσευχές.

Τo Κoντάκιo Ήχoς β'. Τα άνω ζητών 
Πρoφήτα Θεoύ, και Πρόδρoμε της χάριτoς, την Κάραν την σην, ως ρόδoν ιερώτατoν, εκ της γης ευράμενoι, τας ιάσεις πάντoτε λαμβάνoμεν και γαρ πάλιν ως πρότερoν, τω κόσμω κηρύττεις την μετάνoιαν.

Δηλαδή:
Πρoφήτη τoυ Θεoύ και Πρόδρoμε της χάριτoς, αφoύ βρήκαμε την κάρα σoυ σαν ιερότατo ρόδo, λαμβάνoυμε από αυτήν συνεχώς τις θεραπείες. Διότι και πάλι όπως και πριν κηρύττεις στoν κόσμo τη μετάνoια.

από τo βιβλίo "Ο Άγιoς Ιωάννης o Βαπτιστής και Πρόδρoμoς", Γ. Μαυρoμάτη, εκδ.. Τέρτιoς, 2005

Απολυτίκιο Αγ. Συμεών του Στυλίτου - 24 ΜΑΙΟΥ

Εορτή του Οσίου Συμεών, του Θαυμαστορείτου!

Ο Όσιος Συμεών, έζησε την εποχή του αυτοκράτορα Ιουστίνου Β” (574 μ.Χ.). Καταγόταν από την Έδεσσα, αλλά γεννήθηκε στην Αντιόχεια της Συρίας.
Όταν ευρίσκετο στην ηλικία των πέντε ετών ένας τρομερός σεισμός κατέστρεψε μεγάλο μέρος της Αντιόχειας.Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και ο πατέρας του Ιωάννης, ο οποίος σκοτώθηκε όταν κατέρρευσε η στέγη του σπιτιού του. Η μητέρα του Μάρθα όμως, διασώθηκε διότι απουσίαζε από την πόλη όπως και ο Συμεών ο οποίος είχε πάει να προσκυνήσει το ναό του Αγίου Στεφάνου. Έκτοτε με φόβο θεού η Μάρθα ανέτρεφε και μεγάλωνε το γιο της.
Σε πολύ νεαρή ηλικία, πλήρης χάριτος και πνεύματος, ο Συμεών μετέβη στη Σελεύκεια, κοντά στο όρος του χωριού Πίλασα, σε κάποιο φημισμένο μοναστήρι όπου μόναζε ένας περίφημος ασκητής, ο Ιωάννης. Κοντά του ο Συμεών μελέτησε συστηματικότερα τις άγιες Γραφές και ασκήθηκε στην προσευχή και την ταπεινοφροσύνη.Γρήγορα έγινε παράδειγμα μίμησης και για τούς άλλους αδελφούς της Μονής.
Όμως ο διάβολος ο οποίος μισεί το καλό και την πνευματική πρόοδο των ανθρώπων έβαλε κάποιο φθονερό συμμοναστή του να τον σκοτώσει με μαχαίρι, αλλά από θαύμα το χέρι του ξεράθηκε επί τόπου. Όμως ο αμνησίκακος Συμεών όχι μόνον δε θύμωσε αλλά και προσευχήθηκε θερμά στον πανσθενουργό Κύριο να θεραπεύσει τον αδελφό του όπως και έγινε.
Αργότερα ο όσιος αποσύρθηκε στο Θαυμαστό Όρος σ” ένα τόπο όπου υπήρχαν μόνο ξερόλιθοι. Εκεί έζησε σκληρά ασκητική ζωή επί σαράντα πέντε έτη. Εκοιμήθη ειρηνικά και αξιώθηκε της αιωνίου μακαριότητας το 590 μ.Χ., σε ηλικία ογδόντα πέντε ετών.
Αξίζει να σημειώσουμε ότι ο Όσιος Συμεών αξιώθηκε του χαρίσματος της προοράσεως και της θεραπείας κάθε ασθένειας. Έτσι προανήγγειλε την κοίμηση του διδασκάλου του, την κοίμηση του Αρχιεπισκόπου Εφραίμ (545 μ.Χ.), τους σεισμούς της Αντιόχειας και Κωνσταντινουπόλεως (557 μ.Χ.) και άλλα γεγονότα.
Απολυτίκιο:
Ήχος α”. Της ερήμου πολίτης.
Ως αείφωτος λύχνος δωρεών της ασκήσεως, εν τω Θαυμαστώ Πάτερ Όρει, διαπρέψας ανέλαμψας, και κλίμακα εκ γης, προς ουρανόν, τον στύλόν σου υπέθου αληθώς, Συμεών θαυματοφόρε τοις ευσεβώς, προστρέχουσι τη Μάνδρα σου. Δόξα τω δεδωκότι σου ισχύν, δόξα τω σε στεφανώσαντι, δόξα τω ενεργούντι διά σού, πάσιν ιάματα.

Τετάρτη, 20 Μαΐου 2015

ΚΑΝΩΝ ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΕΡΑ ΗΜΩΝ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΝ ΝΙΚΟΛΑΟΝ


Μετά το, Ευλογητός, το, Κύριε εισάκουσον.
Είτα το, Θεός Κύριος και το τροπάριον.
Ήχος δ'. Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ...
Του Ιεράρχου τη πανσέπτω Εικόνι, πιστοί προσπέσωμεν αυτώ εκβοώντες, οι αμαρτίαις πολλαίς εγκυλινδούμενοι, σπεύσον ώ Νικόλαε, Ιεράρχα Κυρίου, σαις προς τον Φιλάνθρωπον, ιεραίς ικεσίαις, παντός κινδύνου, λύπης και φθοράς, και δεινών νόσων, απάλλαξον άπαντας.
Δόξα. Και νυν. Θεοτοκίον. Ου σιωπήσομεν...
Ο Ν'. Και ο Κανών. Ωδή α'. Ήχος πλ. δ'. Αρματηλάτην Φαραώ.
Ταις προσευχαίς σου Ιερέ Νικόλαε, εκδυσωπών τον Θεόν, το σκοτεινόν νέφος, το της αθυμίας μου, Παμμάκαρ διασκέδασον, θυμηδίας υπάρχων, και ευθυμίας ανάπλεως, τω Παμβασιλεί παριστάμενος.
Ταις των παθών με τρικυμίαις πάντοθεν, περικυκλούμενον, και λογισμών σάλω, την ψυχήν δονούμενον, επί λιμένα εύδιον, των Χριστού θελημάτων, ταις προσευχαίς σου κυβέρνησον, όπως σε δοξάζω, Νικόλαε.
Των Αποστόλων και Οσίων σύσκηνος, αποδεικνύμενος, και Θεϊκής αίγλης, πάντοτε πληρούμενος, τους την σεπτήν σου σήμερον, προσκυνούντας Εικόνα, φωτός μετόχους ανάδειξον, ευχαίς σου Παμμάκαρ Νικόλαε.
Θεοτοκίον.
Σε την εν σπλάγχνοις δεξαμένην ’χραντε, το πυρ το άστεκτον, εκδυσωπώ πίστει, της γεέννης ρύσαι με, και της αποκειμένης μοι, δια πλήθος πταισμάτων, κολάσεως ελευθέρωσον, σου ταις ευπροσδέκτοις δεήσεσι.
Ωδή γ'. Συ ει το στερέωμα.
Ίνα σε δοξάζωμεν, και σε πρεπόντως γεραίρωμεν, δίδου ημίν, Νικόλαε Μάκαρ, την ειρήνην πρεσβείαις σου.
Κόπασον, Νικόλαε, ταις σαις θερμαίς παρακλήσεσι, τας καθ' ημών, επανισταμένας, ασθενείας δεόμεθα.
Ρύσαί με Νικόλαε, περικυκλούμενον πάθεσι, και πειρασμοίς, και κινδύνοις πλείστοις, ταις λιταίς σου και σώσον με.
Θεοτοκίον.
Έχω σε Πανάσπιλε, βίου προστάτιν και τείχος άρρηκτον διό δεινών, του ματαίου βίου, ού πτοούμαι την έφοδον.
Ωδή δ'. Εισακήκοα Κύριε.
Νόσοις πλείστοις Νικόλαε, και πολλοίς τοις πταίσμασι περιπέπτωκα, πρόφθασαν με ρύσαι Πάνσεπτε, ταις προς τον Δεσπότην ικεσίαις σου.
Ο αθώους τυγχάνοντας, νέους τρεις θανάτου απαλλαξάμενος, σπεύσον ρύσαι με Νικόλαε, της αιωνιζούσης κατακρίσεως.
Κατακρίσεως άξιος, ζων εν αμελεία ειμί ο άθλιος, ταις λιταίς σου άγιε Νικόλαε, μετανοίας όρμω με οδήγησον.
Θεοτοκίον.
Ρυπωθέντα με κάθαρον, και νενεκρωμένον με συ ανάστησον, Θεοτόκε αειπάρθενε, τον νεκρούς ζωώσαντα κυήσασα.
Ωδή ε'. Ίνα τι με απώσω.
Ακλινεί διανοία, προς τον Επουράνιον ανήλθες Κύριον, παρ' ου και την χάριν, των μεγίστων θαυμάτων απείληφας, Νικόλαε Μάκαρ' διό ημάς τους σους οικέτας, των δεινών και των νόσων απάλλαξον.
Εν τη θεία σου Μνήμη, Ιερέων Νικόλαε σύλλογος τέρπεται, και Πιστών χορείαι, των θαυμάτων των σων απολαύουσαι, εν χαρά τρυφώσι, και ως εικός σε ανυμνούσι, και προστάτην καλούσι σε μέγιστον.
Λαμπρυνθείς θεία αίγλη, ώφθη η καρδία σου όντως Παράδεισος, της ζωής το ξύλον, κεκτημένη εν μέσω τον Κύριον ον δυσώπει Πάτερ, του Παραδείσου απόλαυσαι, της τρυφής και της δόξης τους δούλους σου.
Θεοτοκίον.
Ανατίθημι, Κόρη, πάσας επί Σοι τας ελπίδας της σωτηρίας μου διό δυσωπώ Σε, μη παρίδης δεινώς με ποντούμενον, συμφορών πελάγει, αλλά την σην δίδου μοι χείρα, ως τω Πέτρω ο Υιός σου, και σώσόν με.
Ωδή στ'. Την δέησιν εκχεώ.
Χειμάζει μεν των κίνδυνων ο σάλος, ουκ ισχύει δε βυθίσαι με Μάκαρ' σε γαρ αεί Κυβερνήτην πλουτήσας, προς γαληνόν τον λιμένα ηδύνομαι, και φθάνω μέχρις ουρανού, δια σου Ιεράρχα Νικόλαε.
Ιλάσθητι τοις σοις δούλοις, Παμμάκαρ, και υγείας την αντίληψιν δίδου ως αγαθός και φιλάδελφος φύσει, και των δεινών και των θλίψεων λύτρωσαι, ταις θείαις σου προς τον Θεόν, μεσιτείαις, θεόφρον Νικόλαε.
Λυτρούμενος εκ θανάτου ως ώφθης, τοις αθώους πριν, ώ Πάτερ στρατηλάτα, ούτω και νυν περιστάσεως πάσης, ημάς και νόσων Νικόλαε λύτρωσαι, πρεσβείαις σου ταις ιεραίς, ίνα πόθω τιμώμεν την Μνήμην σου.
Θεοτοκίον.
Φιλάγαθε, νυσταγμώ βαρούμενον, ραθυμίας με θερμή σου ικεσία, έγειρον νυν και μη δώης υπνώσαι, της αμαρτίας σον δούλον εις θάνατον, προστάτιν γαρ και οδηγόν, της εμής σε ζωής επιγράφομαι.
Επίβλεψον μετ' ευμενείας, Νικόλαε Μάκαρ, και πάσαν θλίψιν λιταίς σου απέλασον, εκ των ψυχών ημών των οικετών σου.
Και Θεοτοκίον. ’χραντε...
Ο Ιερεύς μνημονεύει είτα το
Κοντάκιον. Ήχος δ'.
Ταις των θαυμάτων ακτίσι, Νικόλαε, καταφαιδρύνεις υφήλιον άπασαν, και λύεις τον ζόφον των θλίψεων, και των κινδύνων ελαύνεις την έφοδον, προστάτης υπάρχουν θερμότατος.
Και ευθύς το Προκείμενον. Ήχος δ'.
Οι ιερείς σου Κύριε ενδύσονται δικαιοσύνην, και οι Όσιοί σου αγαλλιάσονται.
Στίχος. Καυχήσονται Όσιοι εν δόξη, και αγαλλιάσονται επί των κοιτών αυτών.
Ευαγγέλιον. Εκ του κατά Ιωάννην (ι' 1-9).
Είπεν ο Κύριος προς τους εληλυθότας προς αυτόν Ιουδαίους. Αμήν αμήν λέγω υμίν. Ο μη εισερχόμενος δια της θύρας εις την αυλήν των προβάτων, αλλά αναβαίνων αλλαχόθεν, εκείνος κλέπτης εστί και ληστής ο δε εισερχόμενος δια της θύρας, ποιμήν έστι των προβάτων. Τούτω ο θυρωρός ανοίγει, και τα πρόβατα της φωνής αυτού ακούει, και τα ίδια πρόβατα καλεί κατ' όνομα, και εξάγει αυτά. Και όταν τα ίδια πρόβατα εκβάλη, έμπροσθεν αυτών πορεύεται, και τα πρόβατα αυτώ ακολουθεί, ότι οίδασι την φωνήν αυτού. Αλλοτρίω δε ου μη ακολουθήσωσιν, αλλά φεύξονται απ' αυτού, ότι ουκ οίδασι των αλλοτρίων την φωνήν. Ταύτην την παροιμίαν είπεν αυτοίς ο Ιησούς εκείνοι δε ουκ έγνωσαν τίνα ην ά ελάλει αυτοίς. Είπεν ουν πάλιν αυτοίς ο Ιησούς. Αμήν αμήν λέγω υμίν, ότι εγώ ειμί η θύρα των προβάτων. Πάντες, όσοι ήλθον προ εμού, κλέπται εισί και λησταί αλλ' ουκ ήκουσαν αυτών τα πρόβατα. Εγώ ειμί ή θύρα δι' εμού εάν τις εισέλθη, σωθήσεται, και εισελεύσεται, και εξελεύσεται, και νομήν ευρήσει.
Δόξα. Ταις του Ιεράρχου...
Και νυν. Ταις της Θεοτόκου πρεσβείαις...
Στίχος. Ελεήμον, ελέησόν με ο Θεός...
Και το παρόν προσόμοιον. Ήχος πλ. β'. Όλην αποθεμένοι.
’παντα τον βίον μου εν αμελεία διάγων, και προ τέλους έφθασα, άκαρπος ο δείλαιος, Υπεράγαθε, πονηρών πράξεων, επιφέρων μόνον, νυν φορτία τα δυσβάστακτα άπερ Φιλάνθρωπε, σκόρπισον ροπή του ελέους σου, και δίδου μοι κατάνυξιν, και επιστροφήν την σωτήριον, ταις του Νικολάου, πρεσβείαις ευπροσδέκτοις ο Θεός, όν εις πρεσβείαν προσάγω σοι, και την σε κυήσασαν.
Το, Σώσον ο Θεός τον λαόν σου, κ.τ.λ. Ωδή ζ'. Παίδες Εβραίων.
Ρύστης πλεόντων ανεδείχθης, ώ Νικόλαε, και των χηρών προστάτης, ορφανών τε λιμήν, και πλουτιστής πενήτων διό και ημάς λύτρωσαι εκ κινδύνων σαις πρεσβείαις.
Ξένα Νικόλαε εργάζη, εν θαλάσση μακράν και πάση υφηλίω, ταχυδρόμους αεί, και πάσχοντας προφθάνων, και τούτους εκλυτρούμενος, εκ των νόσων και κινδύνων.
Νόσων παντοίων και κινδύνων, Ιατρός φανείς, Νικόλαε τρισμάκαρ της ψυχής μου διό, θεράπευσον την νόσον, και ευρωστίαν δώρησαι, ταις ενθέοις σου πρεσβείαις.
Θεοτοκίον.
Έπαρον χείρας σου, Παρθένε, προς τον εύσπλαγχνον Θεόν και Βασιλέα, και δεινών συμφορών, και νόσων και κινδύνων, τη κραταιά πρεσβεία σου, εξελού τους σους οικέτας.
Ωδή η'. Τον Βασιλέα.
Τους πειρασμών νυν, περισχεθέντας τω βάθει, σους οικέτας Νικόλαε σώσον, δούς ημίν την λύσιν, αυτών σαις ικεσίαις.
Ως εν τρυφή, αυλιζόμενος Μάκαρ, Ουρανών τε δόξης απολαύων, τους σε ανυμνούντας, διάσωζε ευχαίς σου.
Τω απροσίτω, ελλαμφθείς φωτί Πάτερ, τας ψυχάς των εν θλίψει αυγάζεις, διαλύων πάντα, των πειρασμών τον ζόφον.
Θεοτοκίον.
Ισχύεις Κόρη, τον εν ισχύι τεκούσα, ευσυμπάθητον Σωτήρα του Κόσμου διό τη θερμή σου, προστρέχω βοήθεια.
Ωδή θ'. Κυρίως Θεοτοκίον.
Γνωρίζει πάσα Κτίσις, Νικόλαε Μάκαρ, σων αρετών και θαυμάτων το πέλαγος διό και χαίρει, προστάτην σε ονομάζουσα.
Νικόλαε Παμμάκαρ, σώζε εκ κινδύνων, τους σους οικέτας πιστώς σε δοξάζοντας, ως μιμητής του Σωτήρος, αξιοθαύμαστος.
Τρυφών ταις Ουρανίαις, θείαις λαμπηδόσι, Θεομακάριστε Πάτερ Νικόλαε, τη προστασία σου σώσον, ημάς και σκέπασον.
Θεοτοκίον.
Μαρία Θεοτόκε, την κεκακωμένην, τη αμαρτία ψυχήν μου αγάθυνον, και αγαθών αιωνίων, μέτοχον ποίησον.
Το, ’ξιον εστίν, και τα παρόντα Μεγαλυνάρια.
Νικόλαε Μάκαρ πάρεσο νυν, προστάτης και φύλαξ, και εκ βλάβης παντοδαπής, ημάς ρύσαι πάντας, εν γη και εν θαλάσση, τους σε θερμώς φωνούντας, και μεγαλύνοντας.
Χαίροις των Πατέρων κλέος στερρόν, και το της Τριάδος, ενδιαίτημα καθαρόν, των πιστών προστάτης, και καταπονουμένων, βοήθεια και σκέπη, Πάτερ Νικόλαε.
Εν νόσοις σε έχομεν Ιατρόν, εν κινδύνοις ρύστης. κηδεμόνα εν ορφανοίς, εν πένησι πλούτον, εν θαλάσση σωτήρα, και χαρμονήν εν θλίψει, σοφέ Νικόλαε.
Ορφανών προστάτην σε και χηρών, πεινόντων τροφέα, πενομένων τε πλουτιστήν, αιχμαλώτων ρύστην, πλεόντων τε σωτήρα, κεκτήμεθα Παμμάκαρ, σοφέ Νικόλαε.
Πάσαι των Αγγέλων. Τρισάγιον, και το τροπάριον. Ήχος δ'.
Κανόνα πίστεως, και εικόνα πραότητος, εγκρατείας διδάσκαλον, ανέδειξε σε τη ποίμνη σου, η των πραγμάτων αλήθεια δια τούτο εκτήσω τη ταπεινώσει τα υψηλά, τη πτωχεία τα πλούσια.
Πάτερ Ιεράρχα Νικόλαε, πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ, σωθήναι τας ψυχάς ημών.
Ο Ιερεύς μνημονεύει, και εν τη απολύσει το παρόν προσόμοιον.
Ήχος β'. Ότε εκ του ξύλου Σε νεκρόν.
Χάριν ειληφώς παρά Θεού, πάσι χορηγείς τας ιάσεις, υπό την σκέπην σου, ’γιε Νικόλαε, τοις σοι προστρέχουσι, φυγαδεύεις δαιμόνων γάρ, ανίατα πάθη, πάντας θεραπεύεις δε, τη προστασία σου. Όθεν και ημείς δυσωπούμεν, πρέσβευε προς Κύριον πάσης, λυτρωθήναι βλάβης τους υμνούντάς σε.

Ο σημερινός Ελληνισμός και η κληρονομιά του Μεγάλου Κωνσταντίνου του Πρωτ. Θεοδώρου Ζήση



Βιβλιοπαρουσίαση: Ο σημερινός Ελληνισμός και η κληρονομιά του Μεγάλου Κωνσταντίνου του Πρωτ. Θεοδώρου Ζήση
Βιβλιοπαρουσίαση
Νέα έκδοση του Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώου Ζήση
Ομοτίμου Καθηγητού Α.Π.Θ.

Ο σημερινός Ελληνισμός και η κληρονομιά του Μεγάλου Κωνσταντίνου
Το 2013 γιορτάσθηκαν τα 1700 χρόνια από την έκδοση του Διατάγματος των Μεδιολάνων (313 μ.Χ.), με τον οποίο δόθηκε στους Χριστιανούς η δυνατότητα να ασκούν ελεύθερα τα θρησκευτικά τους καθήκοντα, να εκφράζουν και να εξωτερικεύουν την χριστιανική τους πίστη, για την οποία προηγουμένως εδιώκοντο με σκληρά και απάνθρωπα βασανιστήρια. Ήταν το προοίμιο για την εντός ολίγου μεταβολή του Χριστιανισμού από διωκόμενο και απαγορευμένο θρήσκευμα σε επίσημη πολιτειακή πίστη της αναδυόμενης ελληνοχριστιανικής αυτοκρατορίας του νέου χριστιανικού κόσμου σε οικουμενικό επίπεδο.
Ο νέος αυτός χριστιανικός κόσμος, κουβαλώντας και όσα αξιόλογα στοιχεία υπήρχαν στην ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα, με κορμό βέβαια τις αρχές και αξίες του Ευαγγελίου, συνέβαλε τα μέγιστα στην εξημέρωση και εξύψωση του ανθρώπου, και ως προσώπου και ως κοινωνικού συνόλου, χριστοποίησε και ανακαίνισε τους ανθρώπους, ιδιαίτερα με το κήρυγμα της αγάπης, της συγγνώμης, της ταπείνωσης, της ανεκτικότητας.
Η λεγόμενη "Αναγέννηση" στην Ευρώπη από τον 14ο αιώνα και ο αθεϊστικός ευρωπαϊκός "Ουμανισμός" του 18ου αιώνος εδυσφήμησαν και εσυκοφάντησαν την θεόσδοτη αυτή κληρονομιά του Μ. Κωνσταντίνου, ενώ στον χώρο της Ανατολής, και μετά την πτώση της αυτοκρατορίας στα χέρια των Τούρκων κρατήθηκαν αλώβητοι οι θησαυροί της.
Στόχος της πρώτης ενότητος του ανά χείρας βιβλίου, που έχει ως τίτλο "Ο σημερινός Ελληνισμός και η κληρονομιά του Μ. Κωνσταντίνου", που ανακοινώθηκε ως εισήγηση στην επιστημονική ημερίδα που οργάνωσε η Ιερά Μητρόπολη Πειραιώς στις 7 Νοεμβρίου του 2013 με θέμα "Το Διάταγμα των Μεδιολάνων (313 μ.Χ.). Από την χριστιανική στην αποχριστιανιζόμενη Ευρώπη", είναι να δείξει ότι δυστυχώς και η Ελλάδα τώρα, φυσική κληρονόμος των θησαυρών του Βυζαντίου εξευρωπαΐζεται και αποχριστιανίζεται ταχύτατα, ιδίως μετά την ενσωμάτωσή της στην "Ενωμένη Ευρώπη".
Η δεύτερη ενότητα με τίτλο "Η ισαπόστολος Αγία Ελένη και το έργο της" παρουσιάζει την μεγάλη προσφορά της Αγίας Ελένης στον ελληνορθόδοξο κόσμο, κυρίως μέσω δύο μεγάλων κοσμοϊστορικής σημασίας γεγονότων. Εν πρώτοις, διότι προσέφερε στην Εκκλησία και στην ανθρωπότητα το μεγάλο τέκνο της, τον ισαπόστολο Μ. Κωνσταντίνο, και εκ δευτέρου, διότι με την εύρεση και ύψωση του Τιμίου Σταυρού ανέδειξε τον Πανάγιο Τάφο και τα άλλα προσκυνήματα των Ιεροσολύμων σε μοναδικό παγκόσμιο προσκύνημα των Χριστιανών. Εκτός δε των Ιεροσολύμων και δύο άλλα μεγάλα προσκυνήματα στην Ελλάδα και στην Κύπρο συνδέονται με την Αγία Ελένη. Ο έκπαγλος ναός της Παναγίας της Εκατονταπυλιανής στην Πάρο και η Ιερά Μονή Σταυροβουνίου στην Κύπρο, όπου επιστρέφοντας από τα Ιεροσύλυμα η Αγία Ελένη εδώρισε τεμάχιο του Τιμίου Σταυρού, πολύτιμο κειμήλιο της Μονής, που γι' αυτό ονομάσθηκε Σταυροβούνι.
Η αφιερωμένη στην Αγία Ελένη και στο έργο της ενότητα ανακοινώθηκε ως ομιλία-εισήγηση την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως στην Πάρο, στις 17 Μαρτίου του 1996, στα πλαίσια σειράς εκδηλώσεων που οργάνωσε καθ' όλον αυτό το έτος το Ιερόν Προσκύνημα Παναγίας Εκατονταπυλιανής με γενικό θέμα: "17 αιώνες Εκατονταπυλιανής"1. Τόσους αιώνες ζωής αριθμεί και η ευλογημένη και περίπυστη Μονή Σταυροβουνίου της Κύπρου, την οποία είχαμε την ευλογία να επισκεφθούμε στις αρχές Φεβρουαρίου με τον υιόν μου π. Σεραφείμ και να προσκυνήσουμε το κατατεθειμένο εκεί πολύτιμο δώρο της Αγίας Ελένης, το πανσεβάσμιο ξύλο του Σταυρού, και υπό την σκιάν του να ξεκουρασθούμε για λίγο με την αγάπη και φροντίδα του ομολογητού και αγωνιστού Γέροντος Ηγουμένου π. Αθανασίου Σταυροβουνιώτη και της εκλεκτής στουδιτικής αδελφότητος. Μεγάλη εκείθεν ευλογία λάβαμε, εκτός των άλλων, και αντίγραφο θαυμάσιας εικόνας, των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, έργο του εξαιρετικού αγιογραφικού τους εργαστηρίου, με σκηνές από τον βίο τους, η οποία δεσπόζει και λάμπει στα μάτια των προσκυνητών, όταν ανέρχονται τις βαθμίδες του ισογείου της Μονής για να κατευθυνθούν προς το Καθολικό. Η εικόνα και οι επιμέρους σκηνές διακοσμούν και χαριτώνουν το μικρό μας βιβλίο.
Η τρίτη ενότητα του βιβλίου έχει ως τίτλο «Το "Διάταγμα των Μεδιολάνων" (313μ.Χ.) και οι σχεδιαζόμενοι εορτασμοί στην Εκκλησία της Σερβίας»2. Αξιολογείται κατ' αρχήν η σημασία του «Διατάγματος», του οποίου το κύριος μέρος παρατίθεται σε νεοελληνική μετάφραση, και στη συνέχεια παρουσιάζεται και κρίνεται όλο το σκηνικό των διαπραγματεύσεων οι οποίες απέβλεπαν στο να εμφανισθεί στις εορταστικές εκδηλώσεις ο πάπας ως ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης του χριστιανικού κόσμου, στο έδαφος μάλιστα της μέχρι τώρα αντιπαπικής Σερβίας, ο οποίος με τις «Ψευδοκωνσταντίνειες Δωρεές» και τις «Ψευδοϊσιδώρειες Διατάξεις» και πάμπολλες άλλες καινοτομίες διέστρεψε και ενόθευσε το πνεύμα του Ευαγγελίου και είναι διαχρονικά ο βασικός υπεύθυνος του αποχριστιανισμού της Ευρώπης, της καταστροφής της κληρονομιάς του Μ. Κωνσταντίνου.
Η τέταρτη ενότητα έχει τίτλο «Από την Νίκαια της Βιθυνίας στη Νίκαια της Γαλλίας. Ο Μ. Κωνσταντίνος και οι μικροί των καιρών μας». Πρόκειται για ομιλία που έγινε στην Αθήνα στην αίθουσα της Αρχαιολογικής Εταιρείας στις 12 Ιανουαρίου του 2001 με οργανώτρια την «Πανελλήνια Ορθόδοξη Ένωση» (ΠΟΕ), που εκδίδει την αγωνιστική, πατερική, ομολογητική εφημερίδα «Ορθόδοξος Τύπος». Αφορμή ήταν τα όσα αποφάσισαν στη Νίκαια της Γαλλίας τον Δεκέμβριο του 2000, οι τότε δεκαπέντε ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίοι ουσιαστικώς μετά από 17 αιώνες κατήργησαν επισήμως την χριστιανική Ευρώπη του Μ. Κωνσταντίνου που είχε επισήμως εμφανισθή με την σύγκληση της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου των 318 Πατέρων σε άλλη Νίκαια, την Νίκαια της Βιθυνίας το 325 μ.Χ. Οι νέοι λοιπόν Ευρωπαίοι ηγέτες στη «Χάρτα για τα ανθρώπινα δικαιώματα», που ενέκρινε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, αρνήθηκαν να περιληφθεί αναφορά στις χριστιανικές ρίζες της Ευρώπης. Γίνεται απλώς λόγος περί ανεξιθρησκείας, και αγνοείται έτσι η χριστιανική παράδοση και ιστορία της Ευρώπης. Μας γυρίζουν στην προκωνσταντίνεια περίοδο.
Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε με πολλή επιτυχία ενώπιον πυκνού ακροατηρίου και με την τιμητική παρουσία του τότε Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κυρού Χριστοδούλου, υπό την αιγίδα του οποίου είχε τεθή η όλη εκδήλωση. Ο ταλαντούχος χρυσορρήμων ιεράρχης έκλεισε την εκδήλωση με κατάλληλη συναγωγή συμπερασμάτων και με αισιόδοξες διαπιστώσεις για την αντίσταση του ελληνικού λαού. Δυστυχώς σε λίγους μήνες ο ίδιος δεν αντέστη, μάλλον πρωτοστάτησε στην επίσκεψη του πάπα, του καταστροφέως του Χριστιανισμού στην Ευρώπη, τον Μάιο του 2001, με συνέπεια και ο ίδιος να πικραθεί με τις δικές μας αντιστάσεις, αλλά και όσοι τον βλέπαμε ως μία νέα πατερική μορφή να απογοητευθούμε και από αυτό και από τις μετέπειτα φιλοπαπικές και οικουμενιστικές του ενέργειες. Το κείμενο της ομιλίας δημοσιεύθηκε σε συνέχειες στον «Ορθόδοξο Τύπο» και σε ιδιαίτερο τευχίδιο (16) στη σειρά «Καιρός» των εκδόσεων «Το Παλίμψηστον» στην Θεσσαλονίκη τον Φεβρουάριο του 2001.
Η πέμπτη ενότητα έχει τίτλο «Ο Ελληνορθόδοξος πολιτισμός και η υγιής παγκοσμιοποίηση». Πρόκειται για εισήγηση που ανακοινώθηκε στο Διδυμότειχο στις 15 Μαρτίου 2015 στα πλαίσια ημερίδος που οργάνωσε ο τοπικός πολιτιστικός σύλλογος «Ακρίτες» με θέμα: «Η παγκοσμιοποίηση και η ελληνορθόδοξη πρόταση». Επισημαίνεται ότι η κυριαρχούσα και επεκτεινόμενη σήμερα παγκοσμιοποίηση είναι άρρωστη και επικίνδυνη, γιατί ενισχύει τον υλισμό και την αθεΐα της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού και οδηγεί σε αμερικανοποίηση του κόσμου. Ως μόνη ανταγωνιστική και υγιής δύναμη προβάλλεται ο ελληνορθόδοξος πολιτισμός, που κατά θεία θέληση, εθεμελίωσε ο Μέγας Κωνσταντίνος, αφού ο Παπισμός και ο Προτεσταντισμός ενόθευσαν και παραποίησαν το Ευαγγέλιο με συνέπεια να προκαλέσουν την αντίδραση κατά του Χριστιανισμού και την αποχριστιάνιση της Δύσεως.
Απρίλιος 2015
Πρωτοπρεσβύτερος
Θεόδωρος Ζήσης

Σάββατο, 16 Μαΐου 2015

Ὁ Ἅγιος Γεώργιος ὁ Σημειοφόρος Ἐπίσκοπος Μυτιλήνης

Ἐχει Μυτιλήνη σε καὶ τεθνηκότα,
Ὡς ζῶντα, Γεώργιε, προστάτην μέγαν.
Βιογραφία
Ὁ Ἅγιος Γεώργιος, Ἐπίσκοπος Μυτιλήνης, ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τῆς εἰκονομαχίας. Ἀγωνίσθηκε σθεναρὰ κατὰ τῶν δυσσεβῶν εἰκονομάχων καὶ ἐξορίσθηκε σὲ κάποιο νησὶ τῆς Προποντίδος, ὅπου καὶ πέθανε ἀπὸ τὶς κακουχίες τὸ ἔτος 821 μ.Χ. σὲ ἡλικία σαράντα πέντε ἐτῶν. 
Τὸ τίμιο λείψανό του παρέμεινε ἐνταφιασμένο ἐπὶ εἴκοσι χρόνια στὸν τόπο τῆς ἐξορίας. Ἐπὶ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Μεθοδίου (842 – 847 μ.Χ.), μετὰ τὴν ἀποκατάσταση τῆς Ὀρθοδοξίας, ἔγινε ἡ ἀνακομιδὴ πολλῶν ἱερῶν λειψάνων Ἁγίων ποὺ πέθαναν στὴν ἐξορία, ὅπως τοῦ Θεοφύλακτου Νικομηδείας, τοῦ Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου καὶ τοῦ Νικηφόρου Κωνσταντινουπόλεως.
Τότε, καὶ συγκεκριμένα κατὰ τὰ ἔτη 846 – 847 μ.Χ., ἀνεκομίσθηκε στὴ Μυτιλήνη μὲ πολλὲς τιμὲς καὶ τὸ τίμιο σκήνωμα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Νὰ πῶς περιγράφεται στὸ Βίο του τὸ γεγονὸς αὐτό: «Πάντες οἱ τῆς νήσου Μυτιλήνης οἰκήτορες, ἅμα πρεσβυτέροις καὶ παντὶ τῷ κλήρῳ παρεγένοντο ἔνθα κατέκειτο τὸ σῶμα τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν καὶ ὁμολογητοῦ Γεωργίου, καὶ δι’ ὅλης τῆς νυκτὸς ἀγρυπνήσαντες, τῇ ἐπιούσῃ ἡμέρᾳ λαβόντες τὸ σῶμα μετὰ ψαλμῶν καὶ ὕμνων ἀπεκόμισαν αὐτὸ εἰς τὴν ἰδὶαν νῆσον καὶ κατέθεικαν αὐτὸ μετὰ καὶ τῶν λοιπῶν πατέρων, δόξαν ἀναπέμποντες τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι».
Εὐλαβὴς παράδοση, ποὺ διασώθηκε μέχρι τὶς ἡμέρες μας, θεωρεῖ ὡς τόπο ταφῆς τοῦ Ἁγίου τὴ θέση «Τρία Κυπαρίσσια» (Σαρῆ Μπαμπᾶ), κοντὰ στὸ παρεκκλήσι τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου. Κατὰ τὸν 18ο αἰώνα μ.Χ. ἐσώζετο καὶ τιμόταν στὴ Μυτιλήνη ἡ χεῖρα τοῦ Ἁγίου. Αὐτὴ πιθανῶς εἶναι ἡ δεξιὰ χεῖρα ποὺ σώζεται σήμερα στὸ Σκαλοχώρι καὶ φέρει ἐπιγραφὴ «Ἅγιος Γιόργις» καὶ κοινῶς θεωρεῖται ὡς χεῖρα τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου.
Ἀπολυτίκιον. 
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείου Πνεύματος, καρποφορήσας, ὡς θεόφυτος λειμὼν τὴν χάριν, Ἱεράρχα τῶν ἀρρήτων Γεώργιε, τὰς τῶν ψυχῶν ἐγεώργησας αὔλακας, ὡς ἐπιπνοίας ἀΰλου γεώργιον. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.
Κοντάκιον. 
Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ὡς εὐσεβείας γεωργὸς καὶ μύστης ἔνθεος Καὶ τῆς σοφίας θεοφύτευτον γεώργημα Φυτοκόμος ἐχρημάτισας τῶν ἀρίστων· Τοῦ Χριστοῦ γὰρ τὴν Εἰκόνα σεβαζόμενος Τῆς αἰρέσεως διήλεγξας τὸ φρόνημα· Ὅθεν κράζομεν, χαίροις Πάτερ Γεώργιε.
Μεγαλυνάριον.
Χαίροις γεωργίας καινῆς βλαστός, καὶ τῆς Ἐκκλησίας, πνευματέμφορος γεωργός· χαίροις Μυτιλήνης, ὁ θεῖος ποδηγέτης, Γεώργιε παμμάκαρ, μύστα τῆς χάριτος.

Απολυτίκιο Αγ. Θεοδώρου του Ηγιασμένου - 16 ΜΑΙΟΥ

Όσιος Θεόδωρος ο Ηγιασμένος 16 Μαΐου



Όσιος Θεόδωρος ο Ηγιασμένος 16 Μαΐου



Δῶρόν σε θεῖον Θεόδωρε δεικνύει 
Ἐν Ἁγίοις Ἅγιος ἡγιασμένε. 
Τῇ δέγε ἑνδεκάτῃ Θεόδωρος ἀφίπτατο γαίης.

Βιογραφία

Τα πλούτη των γονέων του δε στάθηκαν ικανά να εμποδίσουν τον Ιερό πόθο του Θεοδώρου να γίνει μαθητής του μεγάλου αθλητή της ερήμου Παχωμίου. Αν και νεαρός στην ηλικία, είχε αξιοθαύμαστη εγκράτεια και φρόνηση, ώστε ο Παχώμιος να τον έχει σε μεγάλη υπόληψη. Εκείνο, όμως, που διέκρινε κανείς ιδιαίτερα στο Θεόδωρο, ήταν οι πολλές του γνώσεις στα Ιερά γράμματα. Ήταν δεινός μελετητής της Αγίας Γραφής, καθώς και παλαιοτέρων συγγραμμάτων σοφών Πατέρων. Ο Παχώμιος, βλέποντας την ικανότητα του Θεοδώρου, ότι ήταν «δυνατός εν ταις γραφαίς»" (Πράξεις των Αποστόλων,ιη' 24), δηλαδή, δυνατός στή γνώση και την ερμηνεία των Γραφών, όρισε να διδάσκει τους υπόλοιπους αδελφούς του μοναστηριού. Στην αρχή μερικοί από αυτούς αντέδρασαν, διότι δεν ήθελαν να τους μορφώνει ένα παιδί, όπως χαρακτηριστικά έλεγαν. Η ικανότητα, όμως, του Θεοδώρου, θεμελιωμένη σε ταπεινό φρόνημα, κατάφερε να πείσει όλη την αδελφότητα να τον ακούει πρόθυμα. Μάλιστα, μετά από χρόνια, ομόφωνα τον εξέλεξαν ηγούμενο της Μονής, και πάντα τους υπενθύμιζε το θεόπνευστο λόγο της Αγίας Γραφής, «ταις έντολάς αυτού μελέτα δια παντός. Και ή επιθυμία της σοφίας σου δοθήσεταί σοι» (Σοφία Σειράχ, στ' 37). Δηλαδή, τις εντολές του Κυρίου να μελετάς πάντοτε και η σοφία που επιθυμείς, θα σου δοθεί. Το Μάϊο του 367 πέθανε, και δίκαια του δόθηκε ο τιμητικός τίτλος του ηγιασμένου.

Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα)
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Δῶρον πέφηνας, ἁγιωσύνης, τὸν πανάγιον, δοξάσας Λόγον, ἠγιασμένε θεόφρον Θεόδωρε, ὅθεν βλυστάνεις ἐκ θείας χρηστότητας, ἁγιασμὸν ἀληθῆ τοὶς βοώσι σοι. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον
Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Ἐν οἴκω Θεοῦ, ὡς φοίνιξ σύ ἐξήνθησας, καρπούς τε αὐτῷ, ἀρετῶν προσενήνοχας, διὰ τῆς ἀσκήσεως, τῆς ἀρίστης Πάτερ Θεόδωρε· ὅθεν καὶ μακαρίζῃ νῦν, ὡς τῶν Ἀσωμάτων ἰσοστάσιος.

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΗΓΙΑΣΜΕΝΟΣ


«Ο όσιος Θεόδωρος ο ηγιασμένος, ο οποίος άκμασε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορος Ιουλιανού του Παραβάτου (361-363 μ.Χ.) καταγόταν από την Αίγυπτο και γεννήθηκε από γονείς πλούσιους. Σε νεαρή ηλικία ακολούθησε τον όσιο Παχώμιο στη Θηβαΐδα της Αιγύπτου και εντάχτηκε υπό την πνευματική καθοδήγησή του, ενώ αναδείχτηκε ένας από τους πιο αγαπητούς μαθητές αυτού. Πιστός μιμητής του διδασκάλου του στον μοναχικό βίο, τον διαδέχτηκε μετά την κοίμησή του στην ηγουμενία της Μονής. Για την αγνότητα του βίου του και την αγιοσύνη του προικίστηκε από τον Θεό με τη χάρη της θαυματουργίας. Για την τέλεια δε ψυχική και σωματική καθαρότητά του έλαβε τον τίτλο ῾Ηγιασμένος᾽. Ο όσιος Θεόδωρος κοιμήθηκε εν ειρήνη το 367 μ.Χ.»

Η καταγωγή του οσίου Θεοδώρου από την Αίγυπτο γίνεται η πρώτη αφορμή για τον εκκλησιαστικό ποιητή, προκειμένου να προβάλει την αλλαγή που έφερε στον κόσμο ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Ήδη σημειώνει ότι ο μεγάλος σημερινός άγιος, όπως και όλοι οι πριν και μετέπειτα από αυτόν άγιοι του Θεού στην Αίγυπτο, προορίστηκαν από τον Χριστό να γίνουν άγιοι, αφότου από παλιά κατέβηκε στην Αίγυπτο και προβλέποντας ως Θεός την ανταπόκριση στην κλήση Του τους κάλεσε και τους έσωσε και τους δόξασε, κατά τον λόγο του αποστόλου Παύλου (Ρωμ. 8). ῾Αυτός που περπατά στα σύννεφα ως Δεσπότης Θεός, όταν κατέβηκε πριν στην Αίγυπτο σε ανάλαφρο σύννεφο, προόρισε για τη δόξα Του τους πιστούς που θα ανταποκρίνονταν στην κλήση Του, δηλαδή τους εκλεκτούς που έλαμψαν αργότερα και θα αρπάζονταν ως θεόφρονες σε νεφέλες, μεταξύ των οποίων είναι ο Θεόδωρος ο αγιασμένος Πατέρας μας᾽(῾Νέφει την επίβασιν αυτού τιθείς ως Δεσπότης, εν νεφέλη κούφη πριν καταβάς εις Αίγυπτον τους εκλάμψαντας εκλεκτούς προώρισε, τους αρπαζομένους εν νεφέλαις ως θεόφρονας, μεθ᾽ ων Θεόδωρος ο Ηγιασμένος Πατήρ ημών᾽) (στιχηρό εσπερινού). 


Οπότε το συμπέρασμα είναι προφανές: ῾Η Αίγυπτος, η οποία προηγουμένως κατεχόταν από δαιμονικές τελετές και πάθη, τώρα γίνεται ωραία από τα τάγματα των ασκητών᾽(῾Αίγυπτος η πρότερον δαιμονικαίς μαινομένη τελεταίς και πάθεσιν, ασκητών νυν τάγμασιν ωραΐζεται᾽) (στιχηρό εσπερινού). Κι αυτό βεβαίως σημαίνει: όπου έχουμε παρουσία της χάρης του Θεού, εκεί εξαφανίζεται η όποια δύναμη των δαιμόνων, συνεπώς η προηγούμενη δυσωδία και δυσμορφία γίνεται ευωδία και ευμορφία. Ο Θεός κάνει παράδεισο με άλλα λόγια τον κάθε τόπο, αρκεί να υπάρχουν οι άνθρωποι που θα θελήσουν να ανταποκριθούν με καλή προαίρεση στην κλήση Του.

Ο άγιος υμνογράφος Θεοφάνης, ο οποίος μόλις την προηγουμένη ημέρα ύμνησε τους άθλους και την αγιότητα του μεγάλου Παχωμίου, δεν ήταν δυνατόν να μην εξυμνήσει και το πνευματικό τέκνο αυτού, τον όσιο Θεόδωρο. Μεγάλος ο Παχώμιος, μεγάλος εξ ίσου και ο Θεόδωρος. Γιατί; Διότι ο Θεόδωρος, ως γνήσιος μαθητής και υποτακτικός του διδασκάλου του, τον ακολούθησε με γνησιότητα σε όλες τις ασκητικές διαγωγές του. ῾Έγινες ομόσκηνος του θείου Παχωμίου και ακολούθησες με ζήλο τους τρόπους του, Πάτερ θεόφρον Θεόδωρε, μιμούμενος την εγκράτειά του και την ορθόδοξη πίστη του᾽(῾Ομόσκηνος Παχωμίω τω θείω γενόμενος, τους τρόπους εζήλωσας, Πάτερ θεόφρον Θεόδωρε, τούτου την εγκράτειαν και την ορθόδοξον πίστιν εκμιμούμεος᾽) (ωδή δ´). Έτσι η σχέση του Παχωμίου προς τον Θεόδωρο, σχέση Γέροντος προς υποτακτικό, όπως και αντίστροφα, προβάλλει ως τύπος και παράδειγμα: όπου υπάρχει διάθεση υπακοής εκεί αναδεικνύεται η αγιότητα στο ανώτερο δυνατό σημείο, με την έννοια ότι και ο Γέροντας παίρνει δύναμη για πνευματική προκοπή, κυρίως όμως ο υποτακτικός ανάγεται στην αγιότητα σχετικά εύκολα, ακολουθώντας τα χνάρια του πνευματικού του.

Ο άγιος Θεοφάνης δεν παύει να εξυμνεί αυτήν τη διάθεση υπακοής του οσίου Θεοδώρου, υπακοής βεβαίως στον Πνευματικό του, στην πραγματικότητα όμως υπακοής στον ίδιο τον Κύριο. Το αγωνιστικό φρόνημά του, προκειμένου να τηρεί το θέλημα του Θεού, ήταν εξαιρετικό, τόσο που ο υμνογράφος μας τον χαρακτηρίζει ως μάρτυρα. Πολλές φορές έχει ειπωθεί ότι μάρτυρας δεν είναι μόνον αυτός που σε εποχή διωγμών δίνει τη ζωή του, αλλά και σε κάθε εποχή που αγωνίζεται μέχρι θανάτου κατά της αμαρτίας εσωτερικά στη συνείδησή του. ῾Έγινες δυνατός μάρτυρας, γιατί αντιστεκόσουν μέχρι αιμάτων προς την αμαρτία, θεόφρον Θεόδωρε᾽(῾Μάρτυς γεγονώς στερρός προς αμαρτίας μέχρις αιμάτων ανθιστάμενος, θεόφρον Θεόδωρε᾽) (ωδή η´). 


Κι εκείνο που για τον άγιο Θεοφάνη υπήρξε καθοριστιστικό στοιχείο για το μαρτυρικό φρόνημα κατά της αμαρτίας του οσίου Θεοδώρου ήταν και η αγάπη του για τη μελέτη του νόμου Θεού. Ο όσιος διατηρούσε την ψυχική του καθαρότητα, γιατί οι έννοιες του λόγου Θεού ήταν αυτές που κυριαρχούσαν μέσα στην ψυχή του από την αδιάκοπη μελέτη του. ῾Μελετώντας τον αγνότατο νόμο του Θεού με επιμέλεια, Πάτερ, έγινες όλος αγνός και καθαρός᾽(῾Μελετών τον νόμον εμμελώς, Πάτερ, τον αγνότατον, όλος αγνός και καθαρός γεγένησαι᾽) (ωδή α´). Είναι καίρια αλήθεια της πίστεως: κανείς δεν μπορεί να ορθοποδεί στην πνευματική ζωή και να αντιστρατεύεται προς την αμαρτία, αν δεν έχει καθημερινή έγνοια του τη μελέτη του λόγου Θεού. Όσο κανείς έχει στη σκέψη και την καρδιά του τον λόγο του Θεού, τόσο και καθαρίζεται από επήρειες δαιμονικές και ψεκτών παθών.

παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Πέμπτη, 14 Μαΐου 2015

Το θαύμα του Αγίου Μηνά το Πάσχα του 1826

Το θαύμα του Αγίου Μηνά το Πάσχα του 1826 σφράγισε τη σχέση Αγίου με το τουρκοκρατούμενο Ηράκλειο. Ο πολιούχος του Μεγάλου Κάστρου είναι πλέον στην παράδοση του τόπου ο υπερφυσικός προστάτης, που επεμβαίνει θαυματουργικά και σώζει την πόλη και τον λαό της σε κρίσιμες ώρες.
Η κύρια πηγή για το θρυλούμενο θαύμα είναι η αφήγηση του Στέφανου Νικολαϊδου (1817-1907). Ο Στέφανος Νικολαϊδης ήταν παιδί δέκα περίπου ετών και διατήρησε στη μνήμη του ζωηρή την εντύπωση της καθολικής πίστης για τη θαυματουργική σωτηρία της πόλης από την απειλή γενικής σφαγής, κατά τη νύχτα της Κυριακής του Πάσχα 1826. Την πίστη του αυτή εξέφρασε αργότερα με τη σύνθεση ιδιαίτερης ακολουθίας, που ψάλλεται ακόμα «εις ανάμνησιν» του θαύματος εκείνου, την Τρίτη της Διακαινησίμου στον παλαιό (μικρό) ναό του Αγίου Μηνά. Επίσης χαρακτηριστικό είναι το απολυτίκιον του θαύματος που ψάλλεται εκείνην την ημέρα προς ανάμνηση του γεγονότος.
Την ημέρα εκείνη τελείται και το ιερό μνημόσυνο των θυμάτων της μεγάλης σφαγής του 1821.
Ας δούμε τώρα πως συνέβη το καταπληκτικό αυτό θαύμα:
«Οι Τούρκοι τότε, επειδή ακούγανε τις επιτυχίες των επαναστατημένων Ελλήνων από παντού, ξεσπούσανε εκεί εναντίον των Ελλήνων και προβαίνανε σε σφαγές και λεηλασίες. Η ζωή των Ραγιάδων κρεμότανε στο καπρίτσιο ή στα κακούργα ένστικτα του κάθε Τούρκου.Την ημέρα του Πάσχα στις 18 Απριλίου 1826 νομίσανε, πως ήταν η καταλληλότερη ευκαιρία να τους χτυπήσουν. Θα τους εύρισκαν όλους μαζεμένους να παρακολουθούν την Ακολουθία της Αναστάσεως μέσα στο Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Μηνά.
Ζωγραφικός πίνακας του Ανδρ. Αλεξανδρίδη < Το θαύμα του 1826 >.
Ο Ναός του Αγίου Μηνά ήτανε τότε μικρότερος από τον σημερινό. Είχε κτιστεί κατά τον 18ο αιώνα. Σώζεται μάλιστα μέχρι σήμερα( μικρός ΄Αγιος Μηνάς ). Σ' αυτόν τον Ναό επιχείρησαν και άλλοτε σφαγή οι Τούρκοι : στις 24 Ιουνίου του 1821. Τότε έσφαξαν έξι επισκόπους και πολλούς άλλους κληρικούς και λαϊκούς.
Και τώρα επιχείρησαν να σφάξουν όλους μαζεμένους τους Χριστιανούς. Ουδείς θα τους ξέφευγε, διότι τα φανατισμένα στίφη των Τούρκων, με σπαθιά και μαχαίρια και με κάθε είδους φονικών όπλων, είχαν περικυκλώσει το Ναό. Άλλες γραμμές είχαν σχηματισθεί σε όλες τις παρόδους και τις κατευθύνσεις. Για να παραπλανήσουν δήθεν τη προσοχή της ντόπιας διοίκησης, βάλανε φωτιές σε διάφορες απομακρυσμένες συνοικίες της πόλης. Το σχέδιο είχε καταστρωθεί και στη παραμικρή του λεπτομέρεια. Την ώρα που διάβαζε το ιερό Ευαγγέλιο ο Μητροπολίτης Καλλίνικος, ξαφνικά ακούστηκε η κλαγγή των όπλων. Τα μανιασμένα στίφη των βαζιβιζούκων πλησίασαν τις πόρτες. Ήταν έτοιμα ν΄αρχίσουν τη σφαγή των Χριστιανών, που ήσαν ανύποπτοι και απροετοίμαστοι. Κρίσιμη ώρα !
Το Θαύμα του 1826 στο Ηράκλειο. Ζωγραφικός πίνακας του Ηρακλειώτη ζωγράφου Ανδρ. Αλεξανδρίδη, στην κόγχη του υπέρθυρου της κυρίας του εισόδου του κλίτους του Αγίου Μηνά (Παλαιός Ναός)
Μα ξαφνικά βλέπουν ένα αστραφτερό φως, γιομάτο από αίγλη, που πλημμύρισε την Εκκλησία, από την μια άκρη ως την άλλη. Ένας δε ασπρομάλλης γέρος αξιωματικός με σεβάσμια μορφή φάνηκε καβάλα στο άσπρο περήφανο άτι του, κραδαίνοντας το ξεγυμνωμένο σπαθί του.

'Ηταν αγριεμένος και έμοιαζε καταπληκτικά με τον αρχηγό των εκεί Τούρκων, τον Αγιάν Αγά. Το άλογό του είχε χρυσοποίκιλτα χάμουρα και σέλλα στολισμένη με πολύτιμα πετράδια. Ήταν αγριεμένος και η ματιά του, όταν έπεφτε στους Χριστιανούς, ήταν γλυκειά και θεϊκή, όταν όμως ερρίχνετο στους βαρβάρους, που είχανε ζωσμένη την Εκκλησία, άλλαζε και πετούσε αστραπές, που προμηνούσαν όλεθρο σ΄αυτούς οι οποίοι δε σεβάστηκαν την άγια μέρα και τον ι ε ρ ό  Ν α ό ν  του. Οι Τούρκοι τότε, που ήταν έτοιμοι να εξαπολύσουν την αλύπητη σφαγή, κατατρομαγμένοι και πανικόβλητοι το έβαλαν στα πόδια και διελύθηκαν.
Πήγανε τότε και διαμαρτυρήθηκαν στο Διοικητή τους, διότι τους έστειλε το Αγιάν αγάν και τους διέλυσε, ώστε να μη φέρουν σε πέρας το έργο τους. Αλλά ο διοικητής τους είπε, ότι δεν εγνώριζε τίποτε και ότι δεν έστειλε κανένα. Ο δε Αγιάν Αγάς κοιμόταν εκείνο το βράδυ μακαρίως ήσυχος στο σπίτι του. Τότε κατάλαβαν οι Τούρκοι, ότι ήταν ο Άγιος Μηνάς, που φάνηκε να σώσει τους Χριστιανούς.
Και πράγματι τους έσωσε. Δεν έπαθε κανείς τίποτε, εκτός από μια γυναίκα, η οποία επάνω στη σύγχυση έπεσε και πέθανε. 'Ολο μάλιστα το Εκκλησίασμα φοβήθηκε και έφυγε. 'Έμεινε μόνος του ο Μητροπολίτης Καλλίνικος και συνέχισε την Θεία Λειτουργία.
Ο Μητροπολίτης για να επισημοποιήσει περισσότερο το θαύμα και να εξευτελίσει τους Τούρκους, επισκέφθηκε την άλλη μέρα τον Τούρκο Διοικητή, για να τον ευχαριστήσει δήθεν, διότι έστειλε τον αξιωματικό Αγιάν Αγά και τους έσωσε από τον συρφετόν εκείνο. 'Ο Διοικητής όμως του είπε, ότι δεν έστειλε κανένα Αγάν Αγιάν.»
Και έτσι οι ίδιοι οι Τούρκοι διέσωσαν το θαύμα. Μερικοί δε μάλιστα από δαύτους κάθε χρόνο, από ευλάβεια και σεβασμό στον Άγιον, πήγαιναν διάφορα δώρα στην Εκκλησία του Αγίου Μηνά.
Έπειτα από αυτή τη θαυμαστή διάσωσή τους, όλοι οι Επίσκοποι της Κρήτης ομόφωνα, αποφάσισαν να γιορτάζεται το θαύμα αυτό μεγαλοπρεπώς κάθε χρόνο την Τρίτη της Διακαινησίμου. Τότε εκτίθεται σε λαϊκό προσκύνημα και ένα κομμάτι από τα ιερά λείψανα του Αγίου Μηνά που φυλλάσεται εκεί από το 1700 μ. Χ. Την ημέρα αυτή ο Ναός μοιράζει στους πολυπληθείς προσκυνητές από ένα κόκκινο αυγό και ένα κερί. Τώρα μοιράζουν μόνο το κερί. Το ανάβουν οι πιστοί την ώρα, που λέγεται το μεγαλυνάριον του Αγίου και όταν διαβάζεται το Ευαγγέλιο, προς ένδειξη ευγνωμοσύνης, διότι την ώρα αυτή τους έσωσε ο Άγιος.

«Διακονητές» και «Προστάτες» Άγιοι


- Γέροντα, πονάει το δόντι μου.
- Δεν είναι καλά να πονέσης λίγο, για να ωφεληθής και λίγο; Κάνε ένα κομποσχοίνι στον Άγιο Αντίπα , που βοηθάει στον πονόδοντο, και θα σου περάση ο πόνος.
- Έκανα, Γέροντα, και δεν πέρασε.
- Φαίνεται κάτι θα φταίη. Αν του πης: «από τώρα θα είμαι πιο προσεκτική σε όλα», αμέσως ο Άγιος θα βοηθήση. Ο Άγιος Αντίπας είναι μεγάλος Άγιος! Πόσο ευαρέστησε τον Θεό! «Αντίπας ο μάρτυς μου ο πιστός11», λέει στην Αποκάλυψη.
- Γέροντα, στην Ακολουθία και στην Παράκληση της Αγίας Βαρβάρας αναφέρεται ότι η Αγία θεραπεύει τις λοιμώδεις ασθένειες.
- Ποιες είναι οι λοιμώδεις ασθένειες;
- Οι ασθένειες, Γέροντα, που μεταδίδονται με τα μικρόβια .
- Τότε να παρακαλάτε την Αγία Βαρβάρα να σας βοηθάη, για να μη μεταδίδεται το «μικρόβιο» της ζήλειας μεταξύ σας. Να φωτοτυπήσης της Παράκληση της Αγίας Βαρβάρας και να την μοιράσης στις αδελφές.
- Η Αγία Βαρβάρα , Γέροντα, είναι προστάτις και του Πυροβολικού.
- Ε, καλά, ένας Άγιος μπορεί να κάνει όλα τα διακονήματα.
- Γέροντα, και η Αγία Ειρήνη είναι προστάτις της Χωροφυλακής.
- Ναι, γι’ αυτό όταν καμμιά φορά δεν έχης ειρήνη , να παρακαλάς την Αγία Ειρήνη, που κυβερνάει και ολόκληρο το σώμα της Χωροφυλακής και φέρνει ειρήνη, να φέρνη την ειρήνη και μέσα στην καρδιά σου.
- Γέροντα, πολύ συχνά χάνω πράγματα και μετά χάνω χρόνο να τα βρω.
- Γιατί δεν επικαλείσαι τον Άγιο Μηνά που έχει ειδικότητα σ’ αυτό; Ο Άγιος Μηνάς αμέσως φανερώνει ό,τι χάσαμε , χωρίς να έχη πολλές απαιτήσεις! Εγώ μια φορά , όταν ήμουν στο Κοινόβιο, είχα χάσει το κλειδί από το κελλί μου- τότε κλειδώναμε τα κελλιά , γιατί μέσα στο μοναστήρι κυκλοφορούσαν και διάφοροι κοσμικοί. «Δεν πειράζει, λέω, θα πάω στο μαραγκούδικο». Κοιτάζω, έλειπε το κλειδί και από το μαραγκούδικο. Πάω στο βουρδουναριό, όπου έφτιαχνα τα σαμάρια για τα ζώα, και από ‘κει έλειπε το κλειδί. «Πού να πάω τώρα;» λέω. Άναψα τότε ένα κερί στον Άγιο Μηνά και αμέσως τα βρήκα όλα τα κλειδιά που δεν περίμενα. Ένα κερί και εντάξει! Υποχρεώνονται οι Άγιοι με το κερί.
Τον Άγιο Μηνά εγώ τον ήξερα ότι τον εικονίζουν και καβαλλάρη. Η μητέρα μου, που τον είχε δει μια φορά και της έδωσε απάντηση για ένα θέμα, μου είπε ότι ο Άγιος Μηνάς είναι καβαλλάρης. Εγώ επέμενα και της έλεγα ότι μόνον ο Άγιος Δημήτριος και ο Άγιος Γεώργιος είναι καβαλλάρηδες. «Όχι, μου έλεγε η μητέρα μου, αυτός που είδα ήταν με καστανό άλογο και μου είπε ότι είναι ο Άγιος Μηνάς. “Ποιος είσαι; Τον ρώτησα. Ο Άγιος Γεώργιος έχει άσπρο άλογο, ο Άγιος Δημήτριος κόκκινο˙ εσύ ποιος είσαι;”. Ο Άγιος Μηνάς είμαι”, μου είπε».
- Γέροντα, μπορεί ο άγιος Σπυρίδων να ζήτησε από τον Θεό να μείνη άφθαρτο το Λείψανό Του;
- Όχι, πώς μπορεί να γίνη αυτό; Οι Άγιοι δεν ζητούν τέτοια πράγματα. Ο Θεός οικονόμησε να μείνη άφθαρτο το Λείψανο, για να βοηθιούνται οι άνθρωποι. Και βλέπετε πως τα έχει οικονομήσει ο Θεός! Επειδή η Κέρκυρα, η Κεφαλονιά, η Ζάκυνθος είναι κοντά στην Ιταλία και εύκολα οι άνθρωποι θα μπορούσαν να παρασυρθούν από τον Καθολικισμό, έβαλε φράγμα εκεί πέρα τον Άγιο Σπυρίδωνα , τον Άγιο Γεράσιμο και τον Άγιο Διονύσιο.
- Γέροντα, όταν είσαστε στο Μοναστήρι, αισθάνομαι μεγάλη ασφάλεια. Όταν λείπετε και συμβή κάποιος πειρασμός, δειλιάζω.
- Μη φοβάσαι, έχετε Προστάτες μεγάλους κοντά σας˙ να μην τους αφήνετε, να τους ενοχλήτε συνέχεια. Όταν θα χρειάζεται και η δική μου σκιά για ανθρώπινη βοήθεια, είτε από το Άγιον Όρος είτε από κοντά ,θα υπάρχη. Εάν στην κοσμική ζωή τα καλά αδέλφια φροντίζουν τις αδελφές τους, πόσο μάλλον στην πνευματική ζωή, που είναι ανώτερη . Γι’ αυτό και σας έχω αφήσει τον θησαυρό που είχα, τον Άγιο Αρσένιο, και επόμενο είναι να είναι εδώ και η καρδιά μου, γιατί «όπου ο θησαυρός εκεί και η καρδία». Άλλωστε σας το είχα πει: «Ό,τι πολύτιμο κι αν έχω, θα το αφήσω στη Μονή μας, όπου μένει και ο Άγιός μου ο οποίος σε κάποιον είπε: «Εγώ μένω έξω από την Θεσσαλονίκη». Γι’ αυτό ,αφού και ο ίδιος είπε ότι μένει εδώ, να τον παρακαλάς εκ μέρους μου- εάν διστάζης-, να παίρνη την πατερίτσα του και να βολεύη με τον τρόπο του τα ταγκαλάκια.
Αυτή είναι και η δουλειά όλων γενικά των Αγίων∙ να βοηθούν να βοηθούν και να προστατεύουν εμάς τους ταλαίπωρους ανθρώπους από τους ορατούς και αοράτους πειρασμούς. Δική μας δουλειά είναι, όσο μπορούμε, να ζούμε πνευματικά, να μη στεναχωρούμε τον Χριστό, να ανάβουμε το καντηλάκι στους Αγίους και να τους παρακαλούμε να μας βοηθούν. Σε αυτήν την ζωή έχουμε ανάγκη βοηθείας, για να μπορέσουμε να πάμε κοντά στον Χριστό. Στην άλλη ζωή, εάν ο Θεός μας αξιώση και πάμε κοντά Του, ούτε και τους Αγίους θα «κουράζουμε», αλλά ούτε και θα υπάρχη λόγος να τους παρακαλούμε να μας βοηθήσουν.



11. Αποκ. 2,13. Ο Άγιος Αντίπας ,επίσκοπος Περγάμου, έζησε κατά τους Αποστολικούς χρόνους και μαρτύρησε στην Πέργαμο. Η μνήμη του εορτάζεται στις 11 Απριλίου.


Από το βιβλίο: « ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΛΟΓΟΙ
ζ΄
ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ»
ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
«ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ»
ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Δευτέρα, 11 Μαΐου 2015

OΣΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΕΝ ΚΥΘΗΡΟΙΣ ΑΣΚΗΣΑΣ

 

Τῇ ΙΒ´ τοῦ μηνὸς Μαΐου. Ὁ ὅσιος πατὴρ ἡμῶν Θεόδωρος ὁ ἐν Κυθήροις, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται [919-948].

Εὐλόγησον Πάτερ.

Θεόδωρος, ὁ ἐν Ὁσίοις Πατὴρ ἡμῶν, ἤκμασε ἐπὶ Ῥωμανοῦ βασιλέως, πατρίδα ἔχων τὴν ἐν Πελοποννήσω Κορώνην, γονεῖς δὲ ἐπισήμους καὶ θεοσεβεῖς. Ἡ μήτηρ αὐτοῦ, στείρα οὖσα, πρότερον, ἐγέννησεν αὐτὸν διὰ τῆς πρὸς τὸν Θεὸν θερμῆς παρακλήσεως, διὰ τοῦτο καὶ Θεόδωρον αὐτὸν ὠνόμασεν. Ἀνατρέφετο λοιπὸν ὁ ὅσιος πατὴρ ἡμῶν Θεόδωρος παιδαγωγούμενος ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου καὶ διδαχθεὶς τὰ ἱερὰ γράμματα, παρεδόθη ὑπὸ τῶν γονέων του εἰς τὸν τότε ἐπίσκοπο Κορώνης, ὅστις καὶ δεχθεὶς αὐτὸν κατέταξεν εἰς τὸν ἱερὸν κλῆρον, χειροτονήσας αὐτὸν ἀναγνώστην.

Μετ᾿ οὐ πολὺ ἀπέθανον οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἐπειδὴ δὲ ὁ ὅσιος δὲν εἶχεν ἀρκετὴν ἡλικίαν, παρέδωσαν αὐτὸν εἰς τὸν ἐν Ναυπλίῳ πρωθιερέα, φίλον τῶν γονέων τοῦ Ἁγίου, ὅστις καὶ ἀνέτρεφον αὐτὸν ὡς γνήσιον τέκνον. Ὅταν δὲ ἦλθεν εἰς ἡλικίαν, τῇ παρακινήσει τοῦ ἱερέως ἦλθεν ὁ ὅσιος εἰς γάμου κοινωνίαν καὶ ἐγένετο πατὴρ δύο τέκνων. Ὅμως ἂν καὶ συνέζη μετὰ τῆς συζύγου του θεοφιλῶς καὶ θεαρέστως καὶ ἔχων τὸν θεῖον φόβον εἰς τὴν καρδίαν του ἀνεξάλειπτον, οὐδόλως ἠμποδίζετο εἰς τὴν πρόοδον τῆς ἀρετῆς, ἀλλά, λησμονῶν τὰ ὄπισθεν, ἐξετείνετο μᾶλλον, κατὰ τὸν θεῖον Παῦλον εἰς τὰ ἔμπροσθεν.

Ὅθεν βιασθεὶς ὑπὸ τοῦ τότε ἐπισκόπου Ἀργείων Θεοδώρου μαθόντος τὰς ἀρετὰς καὶ τὴν πρὸς τὰ θείαν εὐλάβειαν αὐτοῦ, χειροτονεῖται διάκονος. Τότε αὐξήσας τὸν πρὸς τὸν Θεὸν πόθον καὶ ἔχων πάντοτε κατὰ νοῦν τὸν θάνατον καὶ τὴν ὥραν τῆς Κρίσεως, ἀναχωρήσας ἐκ τῆς Πελοποννήσου μετέβη εἰς τὴν Ῥώμην, χάριν προσκυνήσεως τῶν ἐκεῖ εὑρισκομένων ἁγίων ναῶν τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ τῶν ἱερῶν λειψάνων τῶν Ἁγίων Μαρτύρων καὶ Ὁσίων. Ἐκεῖ διατρίψας ἐπὶ τετραετίαν καὶ πολλὺς τῶν ἐκεῖσε Ἁγίων Πατέρων συναναστραφεὶς, ἐπέστρεψεν εἰς Πελοπόννησον καὶ παρέμεινεν εἰς Μονεμβασίαν, κρυπτόμενος καὶ καιροφυλακτῶν ὅπως ἀναχωρήσει εἰς τὴν νῆσον τῶν Κυθήρων ἥτις τότε ἔρημος διὰ τὸν φόβον καὶ τὰς ἐπιδρομὰς τῶν Ἀγαρηνῶν, οἱ ὁποῖοι ἐξουσίαζαν τότε τὴν Κρήτην.

Ἀφοῦ δὲ διέμεινεν ἀρκετὸν χρόνον εἰς Μονεμβασίαν, ἀπεκαλύφθη ἡ ἐκεῖ παρουσία του, ὑπέφερε ὅμως γενναίως τὰς τῆς γυναικὸς καὶ τῶν φίλων παρακλήσεις, παρακαλούντων αὐτὸν διὰ τοῦ ἐπισκόπου Μονεμβασίας εἰς συμπάθειαν τῶν τέκνων του. Πρὸς δὲ τὸν ἐπίσκοπον ἀπεκρίθη ὁ ὅσιος ὅτι γνωρίζει πόθεν προήρχοντο αἱ ἐπιβουλαί, ἐννοῶν τὰς ἐπιβουλὰς τοῦ παμπονήρου διαβόλου ὅστις περιέρχεται ὡς λέων ὠρυόμενος, ζητῶν τίνα καταπίῃ, ὅσον δὲ διὰ τὰ τέκνα αὐτοῦ, ἀπεκρίθη, ὅτι ὁ Θεὸς ὅστις εἶναι Πατὴρ καὶ προνοητὴς ὅλων τῶν πλασμάτων Αὐτοῦ, Αὐτὸς ἔχει καὶ τὴν φροντίδα τῶν τέκνων του. Ὅθεν οὐδόλως προσέξας εἰς τοὺς λόγους αὐτῶν, ἡσύχαζεν, ἕναν μόνον σκοπὸν ἔχων, νὰ εὐαρεστήσῃ τῷ Θεῷ. Τυχούσης δὲ εὐκαιρίας διεπεραιώθη εἰς τὴν νῆσον Κύθηρα, ἔρημον, ὡς εἴπομεν, οὖσαν τότε διὰ τὸν φόβον τῶν Ἀγαρηνῶν. Συνακολούθησε δὲ τὸν ὅσιον καί τις Ἀντώνιος, ὅστις, μὴ ὑποφέρων τοὺς κόπους καὶ τὰς σκληραγωγίας, ἐπέστρεψε εἰς τὴν Πελοπόννησον, ὅπου διηγείτω τοὺς ἀσκητικοὺς ἀγῶνας τοῦ ὁσίου. Εἰς τὰ Κύθηρα εὑρὼν ὁ Ὅσιος ναόν τινα τῶν Ἁγίων μαρτύρων Σεργίου καὶ Βάκχου καὶ ἐν αὐτῷ ἡσυχάζων, καλῶς εὐηρέστησε τὸν Κύριον καὶ εἰς τὰς χεῖρας Αὐτοῦ τὴν ψυχὴν παρέθετο.

Τοὺς δὲ ἀσκητικοὺς αὐτοῦ ἀγῶνας ποία γλῶσσα δύναται νὰ λαλήσῃ; Τὴν ἐν πείνῃ καὶ δίψῃ ὑπομονήν, τὸν ἐν χειμῶνι παγετὸν καὶ τὸν ἐν θέρει καύσωνα, τὰς προσβολὰς τοῦ δολίου καὶ τὰς νυκτερινὰς φαντασίας, μὲ τὰς ὁποίας ἐζήτει νὰ φοβίσῃ τὸν Ὅσιον; Ὅμως γενναίως αὐτὸν ἀντέκρουσεν, ἔχων ἰσχυρότατον κατ᾿ αὐτοῦ ὅπλον τὴν προσευχὴν καὶ τὴν ἐγκράτειαν. Διὰ τοῦτο καὶ ἠξιώθη νὰ προγνωρίσῃ καὶ τὸ μακάριον αὐτοῦ τέλος καὶ νὰ σημειώσῃ αὐτό, προγράψας καὶ τὴν ἡμέραν τῆς ἀσθενείας του.

Ἐδόξασε δὲ αὐτὸν ὁ Θεὸς καὶ μετὰ θάνατον, πολλὰ τελῶν δι᾿ αὐτοῦ θαυμάσια εἰς τοὺς ἐπικαλουμένους μετὰ πόθου τὸ ὄνομα αὐτοῦ καὶ τὸ τίμιον αὐτοῦ λείψανον εὐλαβῶς ἀσπαζόμενους, θεραπεύων νόσους καὶ φυγαδεύων πολεμίους. Κεῖται δὲ τὸ ἱερὸν αὐτοῦ λείψανον εἰς τὸν ἱερὸν ναὸν τὸν πρότερον μὲν τιμώμενον εἰς τὸ ὄνομα τῶν Ἁγίων μαρτύρων Σεργίου καὶ Βάκχου, νῦν δὲ ἐπ᾿ ὀνόματι τοῦ Ὁσίου σεμνυνόμενον. Οὗ ταῖς πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.


Άγιος Επιφάνιος Επίσκοπος Κύπρου

Ο άγιος Επιφάνιος

Ο άγιος Επιφάνιος

(12 Μαΐου)


Πρόμαχος της Ορθοδοξίας. Θιασώτης του ασκητισμού.

Αντιαιρετικός συγγραφέας με αγιότητα βίου και αγωνιστικό φρόνημα ασυνήθιστο.

Να τι χαρακτηρίζει τη ζωή του μεγάλου τούτου πατέρα της Κυπριακής Εκκλησίας, που σύμφωνα με τον άγιο Ιερώνυμο είναι «το τελευταίο λείψανο της αρχαίας ευσέβειας».


Γεννήθηκε σ' ένα χωριό της Δυτικής Παλαιστίνης τη Βησανδούκη
. Κυπριακή λαϊκή παράδοση αναφέρει, πως ο άγιος Επιφάνιος γεννήθηκε στον Καλοπαναγιώτη της Κύπρου, ένα χωριό της Μαραθάσας και μεγάλωσε στή Βησανδούκη., που ήταν κοντά στην Ελευθερούπολη, τέσσερα μίλια μακριά, γύρω στο 315 μ.Χ.

Οι γονείς του ήταν Ιουδαίοι κι είχαν δύο παιδιά. Τον Επιφάνιο και μια κόρη, την Καλλίτροπο.

Στην ηλικία των 10 χρόνων ο πατέρας πέθανε και τα παιδιά έμειναν ορφανά. Η μητέρα, που είχε να φροντίσει για τη συντήρηση όλων, κάλεσε μια μέρα τον μικρό Επιφάνιο και του έδωκε ένα γαϊδούρι που είχαν, να πάει στην πανήγυρη να το πωλήσει και να φέρει τα χρήματα να περάσουν. Το γαϊδούρι ήταν ατίθασο κι είχε κι άλλα πολλά ελαττώματα. Γι' αυτό το παιδί δίσταζε. Οι προτροπές της μητέρας κι οι παρακλήσεις της βοήθησαν το παιδί να νικήσει τους δισταγμούς και να πάει. Στην πανήγυρη, ένας καλοντυμένος Εβραίος πλησίασε κάποια στιγμή τον Επιφάνιο και ζήτησε να μάθει, αν το ζώο το είχε για πώληση και πόσο ήθελε γι' αυτό. Το παιδί είπε την τιμή, τρία νομίσματα, αλλά πρόσθεσε, πως το ζώο ήταν ατίθασο και με πολλά ελαττώματα. Η ειλικρίνεια του παιδιού έκαμε εντύπωση στον αγοραστή, ο οποίος, σαν έμαθε πως το παιδί ήταν κι ορφανό, του έδωσε τα τρία νομίσματα και του συνέστησε να γυρίσει σπίτι του.
- Κράτησε, του είπε και το γαϊδούρι, αν φρονιμέψει, για τις ανάγκες σας. Αλλιώς να πεις στη μητέρα σου να το απομακρύνει από κοντά σας, μήπως και σας κάμει κακό.


Ο μικρός Επιφάνιος πήρε τα χρήματα και τραβώντας το ζώο απ' το σχοινί ξεκίνησε, να γυρίσει πίσω στο χωριό. Στο δρόμο τον συνήντησε ένας χριστιανός, που λεγόταν Κλεόβιος και ρώτησε κι αυτός να μάθει, αν πωλούσε το γαϊδούρι. Ο Επιφάνιος με ειλικρίνεια πάλι ομολόγησε, πως το ζώο το είχε για πώληση, αλλά δεν τολμούσε να το συστήσει, γιατί ήταν ιδιότροπο. Προτού ακόμη το παιδί τελειώσει τη φράση του, το ζώο αφήνιασε, του έδωκε μια κλωτσιά στο πόδι και τον πέταξε κάτω. Ύστερα απομακρύνθηκε με γρηγοράδα. Ο Κλεόβιος που είδε το επεισόδιο, πλησίασε τον Επιφάνιο, έκαμε πάνω στο κτυπημένο μέρος του ποδιού τρεις φορές το σημείο του σταυρού με αποτέλεσμα να γίνει αμέσως καλά. Μετά στράφηκε προς το ζώο που έτρεχε και φώναξε:

Ω ατίθασο ζώο, που θέλησες να σκοτώσεις τον αφέντη σου. Στο όνομα του Ιησού Χριστού του Εσταυρωμένου, να μην κινηθείς από τη θέση σου.
Με την επίκληση του ονόματος του Κυρίου το γαϊδούρι έπεσε και ψόφησε. Τα θαύμα έκαμε τεράστια εντύπωση στο παιδί, που πρώτη φορά άκουσε για τον Ιησού Χριστό. Σαν έφτασε στο σπίτι, διηγήθηκε στη μητέρα του τα όσα έγιναν. Κι από την ήμερα εκείνη άρχισε με ζήλο να αναζητά κάποιο πρόσωπο, που να του μιλήσει περισσότερα για τον Εσταυρωμένο Ιησού.

Κι η ευκαιρία δόθηκε.


Ο Παντοδύναμος Θεός, που θέλει όλων των ανθρώπων τη σωτηρία, τακτοποίησε τα πράγματα. Ο Επιφάνιος, ύστερα από έξη χρόνια, συναντήθηκε με κάποιο μοναχό Λουκιανό, γνωστό για τα γνήσια φιλανθρωπικά του αισθήματα κι από αυτόν άκουσε, ό,τι η ψυχή του ζητούσε. Αφού κατηχήθηκε στη χριστιανική πίστη, πώλησε τα υπάρχοντά του, κράτησε για την αδελφή του και τον εαυτό του μερικά χρήματα για βιβλία -η μητέρα τους είχε αποθάνει-, μοίρασε τα υπόλοιπα στους φτωχούς και γεμάτος χαρά κι αγαλλίαση προχώρησε με την αδελφή του στο Βάπτισμα. Το μυστήριο τέλεσε ο ίδιος ο επίσκοπος.

Την ήμερα εκείνη και την ώρα που ο Επιφάνιος ανέβαινε τα σκαλοπάτια, για να μπει μέσα στον ναό συνέβηκε κάτι το παράδοξο.

Μόλις ο κατηχούμενος έβαλε το πόδι στο πρώτο σκαλοπάτι του ναού, του έπεσε το παπούτσι του αριστερού ποδιού. Όταν δοκίμασε να ανέβει το δεύτερο σκαλοπάτι, τότε του βγήκε και το παπούτσι του δεξιού.

Από τότε ο μακάριος πατήρ δεν δέχθηκε να φορέσει άλλα παπούτσια.

Μα και κάτι άλλο.

Τη στιγμή που διαβαζόταν η ευαγγελική περικοπή, ο επίσκοπος είδε το πρόσωπο του Επιφανίου να φωτίζεται από ένα ιλαρό φως και το κεφάλι του να 'ναι στεφανωμένο με ένα λαμπρό στεφάνι.

Ήταν και τα δύο αγγελικά του κατοπινού του μεγαλείου.


Επτά μέρες ύστερα από το βάπτισμα, ο νεοφώτιστος τακτοποίησε την αδελφή του σ' ένα γυναικείο μοναστήρι κι έφυγε κι αυτός σ' ένα άλλο. Σε τούτο ήταν δέκα καλλιγράφοι μοναχοί κι ηγούμενος ο γνωστός άγιος Ιλαρίωνας. Κοντά στον μεγάλο αυτό ασκητή, που έτρωγε μια φορά κάθε δύο ή τρεις ή και περισσότερες μέρες προσκολλήθηκε ο δεκαεξάχρονος νέος. Και τον μιμήθηκε πιστά. Η υπομονή κι επιμονή του, η ταπείνωση και φιλομάθειά του, αλλά κι η αυστηρή εγκράτειά του, ήταν υπόδειγμα σ' όλους. Γι' αυτό και νωρίς τον χαρίτωσε ο Κύριος. Και να!


Στον τόπο που βρισκόταν το μοναστήρι δεν είχε νερό. Οι μοναχοί το κουβαλούσαν τη νύχτα από μια πηγή, που ήταν κάπου πέντε μίλια μακριά. Μια φορά έτυχε να περάσουν από εκεί μερικοί οδοιπόροι, που είχαν τα ζώα τους φορτωμένα με κρασί και τους ζήτησαν λίγο νερό, για να πιουν κι αυτοί και τα ζώα τους. Οι μοναχοί δυστυχώς δεν είχαν κι έτσι όλοι κινδύνευαν να πεθάνουν απ' τη δίψα. Την έλλειψη έμαθε κι ο Επιφάνιος. Χωρίς να χάσει καιρό, πλησίασε τους ξένους πήρε στα χέρια του τα ασκιά με το κρασί και κάμνοντας μια προσευχή είπε:
- Κύριε ημών Ιησού Χριστέ, που έκανες στην Κανά της Γαλιλαίος το νερό κρασί, κάνε τώρα κι εδώ το κρασί νερό για τα πλάσματά σου.
Και ω του θαύματος!

  • Το κρασί έγινε νερό.
  • Κι ήπιαν οι άνθρωποι.
  • Ήπιαν και τα ζώα.
  • Και ξεδίψασαν.
  • Και συνήλθαν.


Οδοιπόροι και μοναχοί κατασυγκινημένοι δόξασαν τον Θεό κι έκαμαν το θαύμα γνωστό παντού. Γι' αυτό κι ο άγιος έφυγε από το μέρος εκείνο και πήγε σε τόπο αγριότερο. Μια μέρα εκεί που προσευχόταν - κι ήταν τρεις μέρες νηστικός και διψασμένος - έτυχε να περνούν από κοντά σαράντα Σαρακηνοί. Σαν τον είδαν μόνο, να ζει σε τέτοιο τόπο, άρχισαν να τον κοροϊδεύουν. Ένας μάλιστα απ' αυτούς ο πιο άγριος που είχε χαλασμένο το ένα μάτι, έτρεξε και τράβηξε το μαχαίρι να τον κτυπήσει. Ο άγιος, χωρίς να φοβηθεί, έκαμε μια επίκληση και στη στιγμή το τυφλό μάτι του βάρβαρου Σαρακηνού άνοιξε κι αυτός ταραγμένος απ' το θαύμα στάθηκε ακίνητος κι άφησε το μαχαίρι να πέσει απ' το χέρι του. Οι συνοδοιπόροι του απορημένοι πλησίασαν τον άγιο και σαν είδαν τον τυφλό σύντροφο τους θεραπευμένο, στάθηκαν κι αυτοί με φόβο χωρίς να ξέρουν τι να κάμουν.


Ο άγιος που είδε την ταραχή τους άρχισε να τους μιλά με ταπείνωση κι έμεινε μαζί τους τρεις ολόκληρους μήνες. Και τους δίδασκε. Και τους νουθετούσε. Και τους εμπόδιζε από του να κάμουν το κακό. Ύστερα τους αφήκε και γύρισε πάλι στο μοναστήρι του με ένα απ' αυτούς, που κατηχήθηκε απ' τον άγιο και βαπτίστηκε από τον Μέγα Ιλαρίωνα.


Πολλά θαύματα έκανε ο άγιος την περίοδο αυτή, αλλά κι αργότερα προπαντός θεραπείες δαιμονιζομένων.

Ενδεικτικά αναφέρουμε μερικά.

- Θεράπευσε την κόρη του βασιλιά της Περσίας από το δαιμόνιο που την βασάνιζε.
- Ανάστησε το νεκρό παιδί ενός άρχοντα της Περσίας.
- Θανάτωσε ένα λέοντα που έβγαινε από το δάσος κι έτρωγε τους ανθρώπους που περνούσαν από εκεί κοντά.
- Εξεδίωξε το δαιμόνιο από κάποιο Κάλλιστο που ήταν γιος του πρώτου Έπαρχου της Ρώμης.
- Θεράπευσε τον Μ. Θεοδόσιο, τον αυτοκράτορα, από παράλυση των κάτω άκρων.


Αυτά είναι ελάχιστα από τα πολλά θαύματα του αγίου. Ν' αναφερθούμε σ' όλα δεν μας είναι δυνατό. Ένα μόνο σημειώνουμε. Τα θαύματα του μεγάλου πατρός ήταν όλα πολύ φιλάνθρωπα.

Από το μέρος αυτό ο ιερός πατήρ ταξίδεψε αργότερα στην Αίγυπτο, όπου γνώρισε κι εδώ μεγάλες ασκητικές μορφές και πλούτισε τις γνώσεις του στη θρησκευτική θεολογία. Μετά γύρισε και πάλι στην Παλαιστίνη, όπου ίδρυσε δικό του μοναστήρι, το οποίο και διηύθυνε για πολλά χρόνια.


Οι πολλές αρετές του Επιφανίου και το πλούσιο θαυματουργικό του χάρισμα, έκαμαν τον άγιο κι εδώ πολύ γνωστό. Άρρωστοι από πολύ μακρινά μέρη που έπασχαν από διάφορες αγιάτρευτες αρρώστιες, ερχόντουσαν συχνά κοντά του για να πάρουν τη θεραπεία τους.
Ο πόθος του οσίου να ξαναδεί τον μεγάλο ασκητή Ιλαρίωνα που είχε αναχωρήσει προ καιρού για την Κύπρο, αλλά κι η επιθυμία του να αποφύγει όλους εκείνους, που τον πολιορκούσαν και τον πίεζαν να γίνει επίσκοπος, τον ώθησαν να ταξιδέψει κι αυτός στην Κύπρο. Ήταν τότε περίπου 57 χρόνων.

Αφού ο άγιος πήρε μαζί του δύο συνοδούς πήγε πρώτα στα Ιεροσόλυμα και προσκύνησε τον Τίμιο Σταυρό και μετά μπήκε σ' ένα πλοίο που τους έφερε στην Πάφο.

Εδώ συνήντησε τον άγιο Ιλαρίωνα κι έμεινε μαζί του δύο μήνες.

Όταν αργότερα αποφάσισε ν' αναχωρήσει, για να επιστρέψει στο μοναστήρι του στην Παλαιστίνη ο γέρο ασκητής τον κάλεσε και του είπε:
- Που θέλεις να πάς, τέκνον;
Ο Επιφάνιος αποκρίθηκε, πως ήθελε να πάει στη Γάζα. Ο ιερός ασκητής του είπε πάλι:
Όχι, τέκνον. Μην πάς στη Γάζα. Πήγαινε καλύτερα στή Σαλαμίνα.
. Η Σαλαμίνα, που κτίστηκε από τον ήρωα του Τρωικού πολέμου Τεύκρο, τον γιο του Τελαμώνα, προς τιμή της πατρίδας του Σαλαμίνας, καταστράφηκε τον 4ο αιώνα μ.Χ. από σεισμό. Η πόλη ξανακτίστηκε από τον γιο του Μ. Κων/τίνου, τον Κωνστάντιο κι ονομάστηκε Κωνσταντία. Έγινε έδρα του Αρχιεπισκόπου Κύπρου, όταν νήσος είχε 14 επισκόπους κι έμεινε τέτοια μέχρι το 1191, που η Κύπρος κατακτήθηκε απ' τους Φράγκους. Σήμερα έδρα του Αρχιεπισκόπου είναι η Λευκωσία. Εκεί θα βρεις κατάλληλο τόπο να κατοικήσεις. Πήγαινε και μη παρακούσεις στα λόγια μου μήπως κινδυνέψεις απ' την θάλασσα.
Ο Επιφάνιος δεν άκουσε. Ήθελε να γυρίσει στην Παλαιστίνη. Κατέβηκε λοιπόν στην παραλία όπου ήταν δύο πλοία. Το ένα θα πήγαινε στη Σαλαμίνα και το άλλο στην Παλαιστίνη. Μπήκε στο δεύτερο. Μόλις όμως το πλοίο ξεκίνησε σηκώθηκε τρομερή τρικυμία. Τρεις μέρες η άγρια θαλασσοταραχή τους παίδευε. Τρεις μέρες το πλήρωμα του πλοίου απηλπισμένο περίμενε από στιγμή σε στιγμή την καταστροφή του. Επιτέλους την τέταρτη μέρα το πλοίο με πολύ κόπο και ζημιές έφτασε στη Σαλαμίνα για να γλιτώσει. Εκεί σταμάτησαν για να ξεκουραστούν και να επισκευάσουν τις βλάβες που έπαθαν.

Μια από τις μέρες αυτές που το πλοίο ήταν ελλιμενισμένο στη Σαλαμίνα, ο Επιφάνιος πήρε τους δύο συνοδούς του και βγήκε να πάει στην αγορά για ν' αγοράσει λίγα σταφύλια. Διάλεξε μερικά και την ώρα που ετοιμαζόταν να τα πληρώσει, ένας γηραιός κληρικός, ο επίσκοπος των Χυτρών Πάππος, που υποβασταζόταν από δύο διακόνους στάθηκε μπροστά του. Δύο άλλοι κληρικοί επίσκοποι κι αυτοί, ακολουθούσαν ξωπίσω του.
- Ώρα καλή, Αββά! Άφησε τα σταφύλια κι έλα μαζί μας στην εκκλησία, του είπε ο γηραιός επίσκοπος.
Τα λόγια του ψαλμωδού «ευφράνθην επι τοις ειρηκόσι μοι, εις οίκον Κυρίου πορευσόμεθα» (Ψαλ. ρκα', 1) πέρασαν με μιας από το μυαλό του. Και ακολούθησε. Όταν έφτασαν, ο γηραιός επίσκοπος Πάππος του είπε: «Κόψε ευλογητόν Πάτερ». Ο Επιφάνιος συγχυσμένος απήντησε: «Συγχώρησέ με, Δέσποτα. Δεν είμαι ιερωμένος».


Τότε ο Πάππος έβαλε ευλογητό. Κι αμέσως ένας διάκονος πήρε τον Επιφάνιο από την κεφαλή και τον οδήγησε στο Άγιο Βήμα. Εκεί ήταν κι άλλοι κληρικοί που βοηθούσαν τον γηραιό επίσκοπο, που χειροτόνησε τον Επιφάνιο διάκονο. Την άλλη μέρα έγινε η χειροτονία του σε πρεσβύτερο και την τρίτη σε επίσκοπο. Έτσι ο ευλαβής ασκητής χωρίς να το θέλει και χωρίς να το επιδιώξει ανέλαβε όλους τους βαθμούς της ιεροσύνης και ενθρονίστηκε επίσκοπος Σαλαμίνας, της οποίας ο επίσκοπος είχεν αποθάνει πριν αρκετές μέρες.


Το υψηλό έργο του επισκόπου κι η γρηγοράδα με την οποίαν ο Επιφάνιος ανέβηκε στο αξίωμα αυτό, δημιούργησαν στην ψυχή του μια τέτοια θλίψη, που του έφερνε συνέχεια δάκρυα. Τότε ο γηραιός Πάππος για να τον ενισχύσει αναγκάστηκε να του αποκαλύψει τα γεγονότα.
- Τέκνον μου, του είπε με αγάπη. Δεν είχα σκοπό να ομιλήσω. Με αναγκάζεις όμως με τη στάση σου. Όλοι αυτοί οι κληρικοί, διάκονοι, πρεσβύτεροι, επίσκοποι, που βρίσκονται εδώ, μαζεύτηκαν από όλο το νησί και ανέθεσαν σ' εμένα να διαλέξω τον άξιο κληρικό, που θα αναλάβει τη θέση του Αρχιεπισκόπου της Σαλαμίνας. Κλείστηκα λοιπόν, κι εγώ στο δωμάτιο μου και με δάκρυα παρακαλούσα τον Θεό να μου φανερώσει τον κατάλληλο. Ξαφνικά εκεί που προσευχόμουνα ένα φως άστραψε στο δωμάτιο και μια φωνή ακούστηκε να λέει:
— Πάππε, Πάππε, άκουσε! Πήγαινε αμέσως στην αγορά. Και τον μοναχό που θα βρεις να αγοράζει σταφύλια, πάρε τον και χειροτόνησέ τον επίσκοπο. Το όνομα του είναι Επιφάνιος. Και το πρόσωπο του ομοιάζει με τον προφήτη Ελισσαίο. Μη του φανερώσεις αμέσως για ποιο πράγμα τον θέλεις, για να μη σου φύγει. Αυτός είναι ο διαλεκτός. Αυτόν προορίζω. Αυτός θα τιμήσει την Εκκλησία μου.


Τα λόγια του γηραιού επισκόπου έκαμαν μεγάλη εντύπωση σ' όλους. Ο Επιφάνιος παρηγορήθηκε. Συγκινημένοι ανέβηκαν όλοι στο επισκοπείο, όπου δείπνησαν και δόξασαν τον Θεό. Την άλλη μέρα ανεχώρησε ο καθένας στην επισκοπή του.


Με τη χειροτονία του ο Επιφάνιος έγινε η πόλη η «επάνω ορούς κειμένη» κι ο λύχνος που τοποθετήθηκε «επί την λυχνίαν» για να λάμπει «πάσι τοις εν τη οικία». Και πέτυχε στο δύσκολο και βαρύ έργο του. Πέτυχε χάρη στο ζήλο του και την ταπεινοφροσύνη του. Πέτυχε χάρη στην αρετή και την αγιότητα του.


Στα 36 χρόνια της αρχιερατείας του, ο χειμαζόμενος λαός του νησιού βρήκε στο πρόσωπό του τον στοργικό πατέρα, τον ζηλωτή ιεραπόστολο, τον φωτεινό καθοδηγητή, τον ακούραστο προστάτη κι οδηγό.
Με τις αδιάκοπες ενέργειές του, το παράδειγμα και τη μόρφωσή του — γνώριζε πέντε γλώσσες, την Ελληνική, τη Συριακή, την Εβραϊκή, την Κοπτική και λίγο τη Λατινική - και προ παντός με τη δράση του, έγινε αφορμή ο χριστιανισμός να διαδοθεί παντού στην Κύπρο κι η Εκκλησία της να γίνει ζηλευτή.


Όταν ο άγιος τελούσε το Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, κατά την ώρα της μετουσιώσεως των Τιμίων Δώρων, αναφέρεται πως ο ευλαβής επίσκοπος έβλεπε αυτό τούτο το Άγιο Πνεύμα να καταβαίνει επάνω στα Άχραντα Δώρα και να τα ευλογεί.


Φυσικά ο εχθρός της σωτηρίας των ανθρώπων, ο «αντίδικος ημών διάβολος», πολλές φορές την ολόλαμπρη δράση του φλογερού εργάτη της Εκκλησίας του Χριστού, προσπαθούσε να ανακόψει με ποικίλα εμπόδια και δυσκολίες. Η ταπεινοφροσύνη όμως του επισκόπου κι η πλούσια αγάπη, που ήταν θρονιασμένη στην ψυχή του, σκορπούσε τα εμπόδια και διέλυε τις πλεκτάνες.


Ο Επιφάνιος έγραψε και πολλά βιβλία.
Τα σπουδαιότερα συγγράμματα του Επιφανίου είναι ο «Αγκυρωτός» και το «Πανάριον». Το πρώτον σε 120 παραγράφους περιλαμβάνει μια επιτομή της σύγχρονης προς τον άγιο Επιφάνιο Θεολογίας. Το «Πανάριον» δηλαδή κιβώτιο, όπως το εξηγεί ο ιερός συγγραφέας, περιέχει σωτηριώδη φάρμακα ,δηλαδή επιχειρήματα για την ανασκευή των αιρέσεων που υπήρχαν τότε. Τέτοιες αιρέσεις αναφέρει κάπου 80. Πολέμησε με σταθερότητα τις αιρέσεις και προάσπισε με πάθος την Ορθοδοξία. Ο ζήλος κι η αγάπη του γι' αύτη τον έσπρωχναν μερικές φορές σε υπερβολές. Η προσφορά του όμως υπήρξε μεγάλη κι ανιδιοτελής.


Μαζί με τέσσερις άλλους Κυπρίους επισκόπους, ο Επιφάνιος έλαβε μέρος και στη Δευτέρα Οικουμενική Σύνοδο.

Πέθανε σε βαθιά γηρατειά, σαν επέστρεφε από την Κωνσταντινούπολη όπου είχε μεταβεί για υποθέσεις της Εκκλησίας.


Ο διάδοχος του αγίου και μαθητής του, ο Σαβίνος, έκτισε προς τιμή του στη Σαλαμίνα μέγιστο ναό, του οποίου τα ερείπια σώζονται ως τα σήμερα.

Το σεπτό του σκήνωμα μετακόμισε στην Κων/πολη ο αυτοκράτορας Λέων Στ' ο Σοφός, μαζί με άλλα κειμήλια του νησιού.

Ο άγιος Επιφάνιος είναι μια από τις πιο φωτεινές μορφές της Εκκλησίας του νησιού μας. Έζησε με τον Χριστό και για τον Χριστό. Κήρυξε το άγιο όνομά Του και θαυματούργησε στ' όνομά Του. Ζει στη συνείδηση των χριστιανών που αγαπούν πραγματικά τον Εσταυρωμένο Ιησού, κι εξακολουθεί και σήμερα να διδάσκει και να εμπνέει όλους εκείνους που ποθούν και ζητούν να ιδούν μια αληθινή χριστιανική κοινωνία γύρω τους. Μια κοινωνία χωρίς μίση και φυλακές και κάτεργα. Μια κοινωνία ειρήνης, ομόνοιας κι αγάπης. Μια κοινωνία Χριστού.

Θα θελήσουν οι σημερινοί ιθύνοντες τα της Εκκλησίας, να τον αντιγράψουν και να τον μιμηθούν; Αλήθεια! Θα θελήσουν;


ΚΛΑΨΕ ΠΑ ΤΙΣ ΑΜΑΡΤΙΕΣ
«Τα φτερά κάνουν το παγώνι πανέμορφο και πολύ χαριτωμένο. Κι αυτό, που λες και το καταλαβαίνει, σαν περπατά, αγάλλεται και καμαρώνει για την ομορφιά του. Αν όμως τύχει και δει τα πόδια του που είναι άσχημα, ξεφωνίζει άγρια, σαν να θέλει να το φωνάζει. Έτσι κι εσύ, χριστιανέ. Όταν σκέφτεσαι, τι και πόσα σου χάρισε ο Θεός, να χαίρεσαι και να αγάλλεσαι. Όταν όμως δεις τις αμαρτίες σου, κλάψε μπροστά στον Θεό».


Απολυτίκιο Ήχος α'.
Του λίθου σφραγισθέντος...
Της Φοινίκης ο κλάδος και Κυπρίων το στήριγμα κα' Κωνστάντιας ανεδείχθης, Επιφάνιε, Πρόεδρος• δι' ο Ασσυρίων βασιλεύς πίπτει ποδών σου προσκυλινδούμενος• το πνεύμα διωκόμενον εξ αυτού δια της σης δεήσεως• δόξα τω σε θαυμαστώσαντι, δόξα τω δωρησαμένω σε ημίν, πρέσβυν ακοίμητον.


Εξήγηση: Άγιε Επιφάνιε, βλαστάρι της Φοινίκης, αναδείχθηκες με τη χάρη του Θεού επίσκοπος στην Κωνστάντια κι έγινες το στήριγμα κι ο προστάτης των Κυπρίων. Γι' αυτό κι ένας βασιλιάς των Ασσυρίων, πέφτει στα πόδια σου κυλιόμενος μπροστά σου, με τις προσευχές σου τον απάλλαξες από το πονηρό πνεύμα που τον βασάνιζε. Ας είναι δοξασμένος Αυτός που σε δώρισε σε μας, για να πρεσβεύεις ακατάπαυστα για τη σωτηρία μας.


Απολυτίκιο Έτερο Ήχος γ',
θείας πίστεως...
θείας Πίστεως, έγνως την χάριν, κα' θεόφθογγον, έσχηκας γλώσσαν, Ιεράρχα σοφέ Επιφάνιε• όθεν δογμάτων ορθαίς αναπτύξεσιν, αιρετικών θριαμβεύεις την άνοιαν. Πάτερ Όσιε, Χριστόν τον θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγας έλεος.


Εξήγηση: Άγιε και σοφέ Ιεράρχα Επιφάνιε, έχεις γνωρίσει τη χάρη της θείας πίστεως κι έχεις αποκτήσει γλώσσα θεόφθογγο. Γι' αυτό με την ορθή ανάπτυξη των χριστιανικών δογμάτων που έκαμες αντικρούεις και διαλύεις τα ανόητα επιχειρήματα των αιρετικών. Όσιε πατέρα μας, ικέτευε, σε παρακαλούμε τον Χριστό και Θεό μας να χαρίζει και σ' εμάς τη μεγάλη του ευσπλαχνία.


Μεγαλυνάριο
Φύλαττε και σκέπε ταις σαις ευχαίς, Επιφάνιε θείε, εκ κινδύνων και χαλεπών νόσων τους τιμώντας, την ένδοξόν σου μνήμην και λύτρωσαι του Άδου φρικτών κολάσεων.