Τετάρτη 18 Μαρτίου 2020

Βίος καὶ πολιτεία τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Κυρίλλου Ἐπισκόπου Ἱεροσολύμων


Ἡ μνήμη του τιμᾶται στὶς 18 Μαρτίου
Στίχ. Εἴσελθε, κέρδος ἐκ ταλάντων προσφέρων,
Εἰς τὴν χαράν, Κύριλλε, τοῦ σοῦ Κυρίου.

Ὀγδοάτῃ δεκάτῃ θάνατος μέλας εἷλε Κύριλλον.

Ὁ Ἅγιος Κύριλλος καταγόταν ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη καὶ γεννήθηκε πιθανῶς τὸ 313 στὰ Ἱεροσόλυμα. Χειροτονήθηκε πρεσβύτερος ὑπὸ τοῦ Ἐπισκόπου Ἱεροσολύμων Μαξίμου τοῦ Γ´ (333-348), τὸν ὁποῖο καὶ διαδέχθηκε στὴν ἐπισκοπικὴ ἕδρα κατὰ τὶς ἀρχὲς τοῦ 348, εἴτε διότι ὁ Μάξιμος ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς Ἀρειανούς, εἴτε διότι πέθανε.

Ὁ Ἅγιος ἀρχικὰ ἀδιαφοροῦσε γιὰ τὶς δογματικὲς «λεπτολογίες» καὶ ἀπέφευγε τὸν ὅρο «ὁμοούσιος» . Γι᾿ αὐτὸ ὁ Ἀρειανὸς Μητροπολίτης Καισαρείας Ἀκάκιος ἐνέκρινε τὴν ἐκλογή του καὶ τὸν χειροτόνησε Ἐπίσκοπο. Ἀλλὰ συνέβη κι ἐδῶ ὅτι συνέβη ἀργότερα καὶ στὴν περίπτωση τοῦ Ἁγίου Μελετίου, Πατριάρχου Ἀντιοχείας († 12 Φεβρουαρίου). Ὁ Ἅγιος δὲν ἔμεινε ἐκτὸς τοῦ κλίματος τῆς ἐποχῆς, ὡς πρὸς τοὺς δογματικοὺς ἀγῶνες, καὶ ἀπὸ τοὺς πρώτους μῆνες τῆς ἀρχιερατείας του ἀποδείχθηκε μὲ τὶς περίφημες Κατηχήσεις του ὑπερασπιστὴς τῶν ἀποφάσεων καὶ τῶν ὅρων τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.

Τοὺς ἀγῶνες τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου ἐξῆρε καὶ ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει Σύνοδος τοῦ 382 «Τῆς δέ γε μητρὸς ἁπασῶν τῶν Ἐκκλησιῶν, τῆς ἐν Ἱεροσολύμοις, τὸν αἰδεσιμώτατον Κύριλλον ἐπίσκοπον εἶναι γνωρίζομεν. Κανονικῶς τε παρὰ τῶν τῆς ἐπαρχίας χειροτονηθέντα πάλαι καὶ πλεῖστα πρὸς τοὺς Ἀρειανοὺς ἐν διαφόροις τόποις ἀθλήσαντα». (Θεοδώρητος, Ἐκκλ. Ἱστορία 5, 9).

Ἡ δογματικὴ τοποθέτηση τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου ὑπῆρξε ἡ πρώτη αἰτία ρήξεως μὲ τὸν Ἐπίσκοπο Ἀκάκιο Καισαρείας, ὁ ὁποῖος στὴν συνέχεια ζητοῦσε διάφορες ἀφορμὲς γιὰ νὰ καταστρέψει τὸν Ἅγιο. Δεύτερη αἰτία ἦταν ἡ διαφορὰ σχετικὰ μὲ τὴν δικαιοδοσία τῶν δύο ἑδρῶν. Ὡς γνωστόν, λόγω καταστροφῆς τῆς πόλεως τῶν Ἱεροσολύμων ἡ ἐκεῖ Χριστιανικὴ κοινότητα διασκορπίσθηκε, μετὰ δὲ τὴν ἐπανοικοδόμηση τῆς Ἁγίας Πόλεως οἱ Χριστιανοὶ ἦσαν λίγοι, γι᾿ αὐτό σὲ Μητρόπολη ἀναδείχθηκε ἡ πρωτεύουσα τῆς Παλαιστίνης Καισάρεια. Μετὰ ἀπὸ λίγο, ὅταν οἱ Χριστιανοὶ τῶν Ἱεροσολύμων αὐξήθηκαν, ἡ Ἐπισκοπὴ Ἱεροσολύμων ζήτησε ἀποκατάσταση τῆς παλαιᾶς αὐτῆς θέσεως. Τὸ 325 ἡ Α´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, διὰ τοῦ ἑβδόμου Κανόνος αὐτῆς, ὅριζε νὰ τιμᾶται ἰδιαίτερα κατὰ τὰ ἀρχαῖα ἔθιμα ὁ Ἐπίσκοπος Αἰλίας, δηλαδὴ Ἱεροσολύμων, ἡ δὲ Μητρόπολη Καισαρείας νὰ διατηρεῖ τὸ οἰκεῖο ἀξίωμα. Ἡ ἀσάφεια τῆς διατυπώσεως τοῦ κανόνος προεκάλεσε διένεξη μεταξὺ τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου καὶ τοῦ Ἀκακίου.

Ὁ τελευταῖος ἦταν σὲ πλεονεκτικὴ θέση λόγω τῆς ὑποστηρίξεως αὐτοῦ ἀπὸ τὸν Ἀρειανὸ αὐτοκράτορα Κωνστάντιο (337- 361), καὶ ἀφοῦ εὑρῆκε πρόφαση κατὰ τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου, ὅτι σὲ καιρὸ λιμοῦ πούλησε ἱερὰ κειμήλια καὶ ἀναθήματα γιὰ νὰ προσφέρει τροφὴ στοὺς ἀπόρους, καθαίρεσε τὸν Ἅγιο διὰ Συνόδου, ἡ ὁποία συνῆλθε στὰ Ἱεροσόλυμα τὸ 357 καὶ τὸν ἀπομάκρυνε ἀπὸ ἐκεῖ.

Ὁ Ἅγιος Κύριλλος ἐξορίστηκε στὴν Ταρσὸ τῆς Κιλικίας καὶ ἔγινε δεκτὸς ὑπὸ τοῦ ἐκεῖ Ἐπισκόπου Σιλβανοῦ, ὁ ὁποῖος ἀπέρριψε τὴν ἀξίωση τοῦ Ἀκακίου νὰ διακόψει τὴν ἐπικοινωνία μὲ τὸν Ἅγιο. Ὡστόσο ὁ Ἅγιος Κύριλλος ζητοῦσε νὰ διερευνηθεῖ ἡ ὑπόθεσή του ἀπὸ μεγαλύτερη Σύνοδο. Πράγματι, ἡ Σύνοδος ποὺ συνῆλθε στὰ Ἱεροσόλυμα τὸ 359, τὸν ἀποκατέστησε καὶ τὸν ἀθώωσε, ἀλλὰ ὁ Ἀκάκιος, ἀφοῦ κατέφυγε στὴν Κωνσταντινούπολη, ματαίωσε τὶς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τῶν Ἱεροσολύμων δι᾿ ἄλλης Συνόδου, ἡ ὁποία συνῆλθε τὸ 360 στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἐπικύρωσε τὴν καθαίρεση καὶ ἐξορία τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου.

Ὁ Ἅγιος Κύριλλος ἐπέστρεψε στὴν ἕδρα του, ὅπως καὶ οἱ λοιποὶ ἐξόριστοι Ἐπίσκοποι τὸ 361, ἐπὶ αὐτοκράτορος Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου, ὁ ὁποῖος θέλοντας νὰ ἔχει κοντά του ὅλους τοὺς ἐχθροὺς τοῦ αὐτοκράτορος Κωνσταντίου, ἀνεκάλεσε τοὺς ἐξόριστους Ἀρχιερεῖς. Ὁ Ἅγιος αἰσθανόταν τὴν ἀνάγκη νὰ ἐπιδοθεῖ στὴν διαποίμανση τοῦ ποιμνίου του. Ἀλλὰ μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου, στὶς 26 Ἰουλίου 363, ἐξορίσθηκε καὶ πάλι ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Οὐάλη (364-378) γιὰ ἕνδεκα χρόνια καὶ ἐπανῆλθε στὰ Ἱεροσόλυμα μετὰ τὸ θάνατο τοῦ αὐτοκράτορος, τὸ 378.

Ὁ Ἅγιος Κύριλλος ἐκοιμήθη ἐν εἰρήνῃ τὸ 387.

Τὸ κύριο ἔργο του εἶναι οἱ Κατηχήσεις, 24 ὁμιλίες, οἱ ὁποῖες ἐκφωνήθηκαν κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς καὶ τῆς Διακαινησίμου ἑβδομάδος τοῦ ἔτους 348 στὴν Βασιλικὴ τῆς Ἀναστάσεως. Σκοπὸς τοῦ ἔργου του ἦταν ἀφ᾿ ἑνὸς ἡ εἰσαγωγὴ τῶν Κατηχουμένων στὶς θεμελιώδεις διδασκαλίες τῆς πίστεως καὶ τοῦ ἠθικοῦ βίου τῶν Χριστιανῶν, ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ ἡ φανέρωση τῶν Μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας στοὺς Νεοβαπτισθέντες. Ἡ ἀξία τῶν Κατηχήσεων τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου εἶναι ἀνυπολόγιστη. Κανένα ἔργο πρὸ αὐτοῦ δὲν ἐμφανίζει μὲ τόση παραστατικότητα σχεδὸν ὅλο τὸ τελετουργικὸ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, καθὼς καὶ μυστηριακὸ καὶ ἁγιαστικὸ σύστημα, μὲ τόση καταπληκτικὴ ὁμοιότητα πρὸς τὰ μέχρι σήμερα τελούμενα στὸ ναό, ὥστε δικαιολογημένα νὰ θεωροῦμε ὅτι οἱ Κατηχήσεις τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου ἀποτελοῦν ἔκτυπη ἀναπαράσταση καὶ στὴν πράξη διατήρηση αὐτῆς τῆς ἴδιας τῆς Ἀποστολικῆς Τελετουργικῆς Παραδόσεως.

Ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἀρχιεπίσκοπος Ἱεροσολύμων


Στή σει­ρά τῶν με­γά­λων Πα­τέ­ρων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἀ­νή­κει ὁ ἱ­ε­ρός Κύ­ριλ­λος. Ἁ­γι­ό­τη­τα βί­ου, στα­θε­ρό­τη­τα πί­στε­ως, ἀ­γω­νι­στι­κό φρό­νη­μα, συ­νε­χεῖς ἐ­ξο­ρί­ες γιά τήν δι­α­τή­ρη­ση τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας συν­θέ­τουν τή ζω­ή του. Νά θαυ­μά­σου­με τόν σπου­δαῖ­ο ἀ­γω­νι­στή.

Στίς ἀρ­χές τοῦ τε­τάρ­του αἰ­ῶ­νος γεν­νή­θη­κε ὁ Κύ­ριλ­λος. Ἡ Πα­λαι­στί­νη ἦ­ταν ἡ πα­τρί­δα του. Δέν γνω­ρί­ζου­με δυ­στυ­χῶς πολ­λά γιά τήν παι­δι­κή καί νε­α­νι­κή του ἡ­λι­κί­α. Ἕ­να μό­νο εἶναι γνω­στό, ὅ­τι τόν δι­έ­κρι­νε βα­θύ­τα­τη εὐ­σέ­βεια καί τόν δι­α­κα­τεῖ­χε ἰ­σχυ­ρός πό­θος νά ὑ­πη­ρέ­τη­σει τόν Κύ­ριο στό ἅ­γιο θυ­σι­α­στή­ριο καί νά δι­ά­θε­σει τόν ἑ­αυ­τό του στό ἔρ­γο τῆς δι­α­δό­σε­ως τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς ἀ­λη­θεί­ας. Ὁ Κύ­ριος, ἀ­μεί­βον­τας τόν ζῆ­λο του, τόν κα­λεῖ νά δι­α­κο­νή­σει στήν τέ­λε­ση τῶν φρι­κτῶν μυ­στη­ρί­ων ὡς δι­ά­κο­νος πρῶ­τα, ὡς πρε­σβύ­τε­ρος στή συ­νέ­χεια. Μέ σε­βα­σμό πο­λύ πε­ρι­βάλ­λουν οἱ πι­στοί τόν Κύ­ριλ­λο, τόν ἄ­ξιο λει­τουρ­γό, τόν εὐ­φρά­δη κή­ρυ­κα τοῦ λό­γου τοῦ Θε­οῦ, τόν πι­στό οἰ­κο­νό­μο. Δι­ά­πυ­ρη εἶ­ναι ἡ ἐπιθυμί­α ὅ­λων νά τόν δοῦν νά ἀ­νέρχεται καί τίς βαθ­μί­δες τοῦ ἀρ­χι­ε­πι­σκο­πι­κοῦ θρό­νου τῶν Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων, τῆς μη­τρο­πό­λε­ως αὐ­τῆς τοῦ Χρι­στι­α­νι­σμοῦ, ὅ­που ἔ­ζη­σε καί δί­δα­ξε καί πέ­θα­νε ὁ Λυ­τρω­τής μας, ὁ Κύ­ριος Ἰ­η­σοῦς. Γι’ αὐ­τό, ὅ­ταν στά μέ­σα πε­ρί­που τοῦ τε­τάρ­του αἰ­ῶ­νος ὁ θρό­νος χή­ρευ­σε καί ὁ Κύ­ριλ­λος ἐ­ξε­λέ­γη ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος τῆς Ἁ­γί­ας πόλεως, ὁ λα­ός τοῦ Θε­οῦ πα­νη­γύ­ρι­σε τό γε­γο­νός. Εἶ­χε πε­ποί­θη­ση, ὅ­τι ὁ ἄ­ξιος Ἱ­ε­ράρ­χης μέ ὅ­λες του τίς δυ­νά­μεις θά ἐρ­γα­σθεῖ ὄ­χι μό­νο γιά τή δι­α­τή­ρη­ση τῆς ὀρ­θῆς πί­στε­ως, ἡ ὁ­ποί­α κιν­δύ­νευ­ε ἀ­πό τό μί­α­σμα τοῦ Ἀ­ρει­α­νι­σμοῦ, ἀλ­λά καί γιά ὅ­λη τήν ὀρ­γά­νω­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Καί οἱ ἐλ­πί­δες τοῦ εὐ­σε­βοῦς λα­οῦ δέν δι­α­ψεύ­σθη­καν. Μέ ζῆ­λο ἀ­πο­στο­λι­κό ὁ Ἱ­ε­ράρ­χης ἄρ­χι­σε τό δη­μι­ουρ­γι­κό ἔρ­γο του. Τό κή­ρυγ­μα, ἡ φι­λαν­θρω­πί­α, ἡ ἐ­κλο­γή καί χει­ρο­το­νί­α ἁ­γί­ων κλη­ρι­κῶν, ἡ ἀ­κρι­βής κα­τά τή δι­δα­σκα­λί­α τοῦ Χρι­στι­α­νι­σμοῦ κα­τή­χη­ση ὅσων ἐκ­δή­λω­ναν τή δι­ά­θε­ση νά προ­σέλ­θουν στόν Χρι­στι­α­νι­σμό ἀ­πο­τέ­λε­σαν τούς ἀν­τι­κει­με­νι­κούς σκο­πούς τοῦ ἁ­γί­ου Ἱ­ε­ράρ­χη. Ὅ­λη τήν προ­σπά­θειά του εὐ­λό­γει πλού­σια ὁ Κύριος, ὁ αἰ­ώ­νιος Γε­ωρ­γός καί Λυ­τρω­τής, ὥ­στε συν­το­μό­τα­τα ὅ­λη ἡ δη­μι­ουρ­γι­κή του ἐρ­γα­σί­α νά γί­νει γνω­στή σέ ὅ­λους καί ἀ­πό τά στό­μα­τα ὅ­λων νά ἀ­να­πέμ­πε­ται εὐ­χα­ρι­στί­α στόν Θε­ό γιά τόν με­γά­λο ἀ­γω­νι­στή, πού χά­ρι­σε στήν Ἐκ­κλη­σί­α Του.

Ἀλ­λά τά ἔρ­γα τοῦ Θε­οῦ καί οἱ ἄν­θρω­ποι τοῦ Θε­οῦ δέν μπο­ρεῖ, πα­ρά νά δο­κι­μά­σουν πει­ρα­σμούς καί νά ἀν­τι­με­τω­πί­σουν κιν­δύ­νους καί πο­λε­μι­κή ἐκ μέ­ρους τοῦ ψεύ­δους, τῆς πλά­νης καί τῶν ἀν­θρώ­πων πού ζοῦν ἔ­ξω ἀ­πό τήν ἀ­λή­θεια. Ἔ­τσι τά ἔρ­γα ἀ­πο­δει­κνύ­ουν τήν κα­λή τους θε­με­λί­ω­ση, οἱ ἐρ­γά­τες μέ τίς δο­κι­μα­σί­ες λάμ­πουν ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο, ὅπως ὁ χρυ­σός πού περ­νᾶ καί κα­θα­ρί­ζε­ται στό χω­νευ­τή­ρι. Αὐ­τό συ­νέ­βη μέ τόν Κύ­ριλ­λο. Ἐ­νῶ δη­λα­δή ἐ­πι­δι­δό­ταν ὁ­λό­ψυ­χα στήν ἐκ­πλή­ρω­ση τῆς ὑ­ψη­λῆς ἀ­πο­στο­λῆς του, δέχεται τά πυ­ρά ἐ­νός ἐ­χθροῦ. Ὁ ἐ­χθρός δέν βρί­σκε­ται ἔ­ξω ἀ­πό τό ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό πε­ρι­βάλ­λον. Ἦ­ταν ὁ ἐ­πί­σκο­πος τῆς Και­σα­ρεί­ας καί ὀ­νο­μα­ζό­ταν Ἀ­κά­κιος. Αἱ­ρε­τι­κός ὁ Ἀ­κά­κιος, ἐ­χθρός της ὀρ­θῆς πί­στε­ως, ὀ­πα­δός τοῦ Ἀ­ρεί­ου, ζη­τᾶ εὐ­και­ρί­α νά χτυ­πή­σει τόν ἀ­γω­νι­στή. Καί βρί­σκει τήν εὐ­και­ρί­α. Ὁ Κύ­ριλ­λος προ­κει­μέ­νου νά βο­η­θή­σει πτω­χούς Χρι­στια­νούς, πού κιν­δύ­νευ­αν νά πε­θά­νουν ἀ­πό τόν λι­μό πού εἶ­χε πέ­σει στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα, δέν δί­στα­σε νά που­λή­σει ἱ­ε­ρά κει­μή­λια καί ἀ­να­θή­μα­τα τῶν Να­ῶν, ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρει σύγ­χρο­νος Ἱστορι­κός. Αὐ­τό τό ἐ­κμε­ταλ­λεύ­θη­κε ὁ Ἀ­κά­κιος καί, ἀ­φοῦ συγ­κά­λε­σε Σύ­νο­δο ἐ­πι­σκό­πων της πε­ρι­ο­χῆς του μέ τή σύμ­φω­νη γνώ­μη τοῦ ἀ­ρει­α­νί­ζον­τος αὐ­το­κρά­το­ρος Κων­σταν­τί­ου, τόν κα­θαίρε­σε καί τόν ἐ­ξό­ρι­σε στήν Ταρ­σό τῆς Κι­λι­κί­ας. Ὁ Κύ­ριλ­λος παίρ­νει τήν ὁ­δό τῆς ἐ­ξο­ρί­ας καί οἱ πι­στοί θλί­βον­ται βα­θύ­τα­τα. Ὁ ἅ­γιος ἐ­πί­σκο­πος κα­θη­ρη­μέ­νος ἀ­πό Σύ­νο­δο αἱ­ρε­τι­κῶν ἐ­πι­σκό­πων. Οἱ ὑ­πέρ­μα­χοι ὅ­μως τῆς Ὀρ­θο­δο­ξίας δέν μέ­νουν ἀ­δρα­νεῖς. Συγ­κα­λεῖ­ται, λοι­πόν, νέ­α Σύ­νο­δος στή Σε­λεύ­κεια, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­θω­ώ­νει τόν Κύ­ριλ­λο. Ὁ πο­νη­ρός ὅμως Ἀ­κά­κιος κα­τα­φεύ­γει στόν αὐ­το­κρά­το­ρα, ἐκ­θέ­τει τά γεγονότα τῆς νέ­ας Συ­νό­δου καί τόν πεί­θει νά συγ­κά­λε­σει ἄλ­λη Σύ­νο­δο στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, γιά νά ἀ­να­νέ­ω­σει τήν κα­θαί­ρε­ση καί τήν κα­τα­δί­κη του Κυ­ρίλ­λου. Ἡ Σύ­νο­δος πράγ­μα­τι συ­νέρ­χε­ται τό 360, ἀ­ναι­ρεῖ τήν ἀ­πό­φα­ση τῆς Συ­νό­δου τῆς Σε­λευ­κεί­ας καί ἀ­να­νε­ώ­νει τήν κα­θαί­ρε­ση καί τήν ἐξορί­α τοῦ ἀρ­χι­ε­πι­σκό­που. Ἔ­τσι ὁ Ἱ­ε­ράρ­χης ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νά πα­ρα­μέ­νει στήν ἐ­ξο­ρί­α προ­σευ­χό­με­νος καί ἀ­να­μέ­νον­τας τήν κρί­ση τοῦ δι­και­ο­κρί­του Θε­οῦ.

Στό με­τα­ξύ πε­θαί­νει ὁ Κων­στάν­τιος καί ἀ­νέρ­χε­ται στόν αὐ­το­κρα­το­ρι­κό θρό­νο ὁ ἀ­σε­βής Ἰ­ου­λια­νός ὁ Πα­ρα­βά­της. Πα­ρά­δο­ξα ὅ­μως ἐ­κεῖ­νος, ἐ­πει­δή θέ­λη­σε νά προ­σελ­κύ­σει τούς ἐχθρούς του Κων­σταν­τί­ου, ἀ­να­κα­λεῖ ἀ­πό τήν ἐ­ξο­ρί­α ὅ­λους τούς ἐ­ξό­ρι­στους ἀρ­χι­ε­ρεῖς καί με­τα­ξύ αὐ­τῶν καί τόν Κύ­ριλ­λο, τόν ὁ­ποῖ­ον ἀ­πο­κα­θι­στᾶ στό θρό­νο του.

Οἱ δο­κι­μα­σί­ες ὅ­μως τοῦ Ἱ­ε­ράρ­χου δέν τε­λεί­ω­σαν ἀ­κό­μη. Με­τά τό θά­να­το τοῦ Ἰ­ου­λια­νοῦ, τό 363, ὁ Οὐά­λης πού τόν δι­α­δέ­χθη­κε, δι­α­τά­ζει νά στα­λοῦν καί πά­λι στήν ἐ­ξο­ρί­αν ὅ­λοι οἱ ἱ­ε­ράρ­χες πού ἀ­να­κλή­θη­καν ἀ­πό τόν προ­κά­το­χό του. Ἔ­τσι ὁ ἅ­γιος του Θε­οῦ καί πά­λι ἀ­πο­χω­ρί­ζε­ται ἀ­πό τό ἀ­γα­πη­τό του ποί­μνιο. Μέ δά­κρυ­α στά μά­τια τόν προ­πέμ­πει καί πάλι στήν ἐ­ξο­ρί­α. Ἐ­κεῖ, μα­κριά ἀ­πό τόν θρό­νο του, πα­ρέ­μει­νε ἕν­τε­κα ὁ­λό­κλη­ρα ἔ­τη, μέ­χρι τό 378, ὁ­πό­τε πέ­θα­νε ὁ Οὐά­λης καί ἐ­πα­νῆλ­θε στό θρό­νο του. Ἡ ἡ­λι­κί­α του ἔ­χει προχω­ρή­σει, ἀλ­λά ὁ ζῆ­λος του εἶ­ναι φλο­γε­ρός καί ἡ πί­στη τοῦ ἰ­σχυ­ρή. Μέ εἰ­ρή­νη καί δια­ρκή πνευ­μα­τι­κή ἐρ­γα­σί­α δι­έρ­χε­ται τά ὑ­πό­λοι­πα χρό­νια τῆς ζω­ῆς τοῦ πά­νω στό θρό­νο του. Τό 386 ἀ­φή­νει τήν τε­λευ­ταί­α του πνο­ή. Φεύ­γει ἀ­πό τήν ζω­ή αὐ­τή, γιά νά εἰ­σέλ­θει στήν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα καί νά πά­ρει τόν δί­και­ο μι­σθό ἀ­πό τόν Κύ­ριο. Ἔ­φυ­γε, ἀ­φοῦ ἄ­φη­σε στήν Ἐκ­κλη­σί­α ὡς σπου­δαί­α ἀ­πό­δει­ξη τῆς θερ­μῆς του πί­στε­ως, τῆς σπου­δαί­ας του μορ­φώ­σε­ως καί τῆς ρη­το­ρι­κῆς του ἱ­κα­νό­τη­τος τίς πε­ρί­φη­μες εἴ­κο­σι τέσ­σε­ρις Κα­τη­χή­σεις πρός φω­τι­ζό­με­νους καί νε­ο­φώ­τι­στους, στίς ὁ­ποῖ­ες με­θο­δι­κά ἐ­κθέτει τίς χρι­στι­α­νι­κές ἀ­λή­θει­ες, ὅ­πως τίς δίδασκε σ’ αὐ­τούς πού προ­σέρ­χον­ταν στήν πί­στη. Τό ἅ­γιο πα­ρά­δειγ­μά του ἄς ἐμ­πνέ­ει ὅ­λους, ὅ­σοι πο­θοῦν νά δοῦν τήν ἀ­λή­θεια νά ἐ­πι­κρα­τεῖ καί τήν πί­στη νά θρι­αμ­βεύ­ει.

Ἀπό τό βιβλίο «Ἀπό τή Ζωή τῶν Ἁγίων»

Ἀρχιμ. Γεωργίου Δημοπούλου