Σάββατο, 29 Μαρτίου 2014

Τα Θαυμάσια του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου

Τα Θαυμάσια του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου




Αγαπημένοι μου αδελφοί και φίλοι της «Αέναης επΑνάστασης», να’μαστε και πάλι εδώ μετά από αρκετών ημερών διακοπή λόγω τεχνικών προβλημάτων. Θέλω όμως φίλοι μου να μοιραστώ μαζί σας την χαρά μου για τα θαυμάσια των Αγίων μας και ιδιαίτερα σήμερα, που με την συμβολή του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, άνοιξε το ιστολόγιό μας, ύστερα από προσευχή αγαπημένου ιερομονάχου, ο οποίος επιθυμεί να μείνει ανώνυμος. Παραθέτω στην αγάπη σας τα λόγια του σεβαστού γέροντος, λίγες ώρες πριν ανοίξει το ιστολόγιο, όταν τον ικέτευσα για προσευχή προς επανέναρξη του ιστολογίου μας («Αέναη επΑνάσταση»).

«Θα κάνω, γιατί υπάρχει η δική σου πίστη και αγωνία! Απευθύνσου στον Τίμιο Πρόδρομο και πολύ σύντομα θα δεις και θα αισθανθείς την επέμβασή Του σε αυτό το ζήτημα! Αυτός, υπερμαχεί υπέρ των ανθρώπων που πάσχουν και αγωνίζονται για την Αλήθεια στην ζωή τους! Πάρε μία εικόνα Του και σταύρωσε τον υπολογιστή σου. Αλλά κάνε και καμμία προσευχή πρώτα!» 

Άγιε μου Ιωάννη Πρόδρομε γονατίζω, φιλώ την Εικόνα σου και Σ’ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ!

ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ ΘΑΥΜΑΣΙΩΝ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ

«Θα σας διηγηθώ τώρα ένα αληθινό γεγονός που έγινε σ' έναν νεόκουρο μοναχό, ο οποίος, παίρνοντας θάρρος σε μένα, μου το εκμυστηρεύθηκε, πολύ εμπιστευτικά:
  
–Τον Τίμιο Πρόδρομο, που εικονίζεται με αυστηρή μορφή στο προσκυνητάριο που βρίσκεται εντός του Καθολικού της Μονής Διονυσίου, μπροστά στον δεξιό κίονα, προφανώς και τον γνωρίζεις! Όσες φορές του μιλάω και τον ατενίζω στο πρόσωπο, μου φαίνεται σαν να είναι ζωντανός. Μέσα μου, αισθάνομαι σαν ένα παιδί που μιλάει προς τον πατέρα του. Όταν, για πρώτη φορά, την Δευτέρα το βράδυ, διάβαζα στο Απόδειπνο τους Χαιρετισμούς του Αγίου, καθώς ήμουν νεόκουρος μοναχός και στεκόμουν μπροστά σ' αυτήν την Εικόνα του Τιμίου Προδρόμου, με πολλή ευλάβεια και αγάπη, όταν έφτασα στον λόγο των Χαιρετισμών: «ευφημών γαρ ήδομαι τα σα, απορών δε λόγου δειλιών Πρόδρομε, αυτός δε ενισχύων με...» (=«Γλυκαίνομαι να εγκωμιάζω τις αρετές σου, Πρόδρομε! 

Διστάζω όμως, μια και δεν μου βρίσκεται σε μένα ο λόγος. Εσύ, όμως, δωσ' μου δύναμη γι' αυτό!»), —ω, των θαυμασίων σου, προστάτη μου, Τίμιε Πρόδρομε!–, αισθάνθηκα μία υπερφυσική χάρη μες στην καρδιά μου και μου φάνηκε σαν να σήκωσε, ο Τίμιος Πρόδρομος, ολόκληρο το σώμα μου, ψηλά πάνω από την γη, γεμίζοντάς με ολόκληρον με άρρητη χαρά και αγαλλίαση!...». 

«Στην Εορτή του Αγίου Πνεύματος, του έτους 1961, μετά την Θεία Λειτουργία, ο εφημέριος ιερομόναχος Παύλος, ήρθε και μου διηγήθηκε την θαυματουργία της Αγίας Δεξιάς του Τιμίου Προδρόμου που έγινε σ' αυτόν, ως εξής: 

—Κατάλαβες τί μου συνέβη, σήμερα στην Λειτουργία, πάτερ Λάζαρε; 
—Τί; Για εξήγησέ μου καλύτερα, σε παρακαλώ! 
–Βεβαίως, με άκουγες στον Όρθρο, πόσο δυσκολευόμουνα στις Εκφωνήσεις, πώς είχε φράξει ο λαιμός μου από την φαρυγγίτιδα που με τυραννάει κατά καιρούς. 
—Ναι, το κατάλαβα. Κι έλεγα μέσα μου: «άραγε, πώς θα τα καταφέρει στην Λειτουργία ο παπάς;!». 

—Άκου, λοιπόν: όταν συναχθήκαμε οι ιερείς στην Εκκλησία για να πάρουμε «καιρό», βλέπω τον εαυτό μου να είναι σε κακή κατάσταση. Πριν βάλει «Ευλογητός» ο Ηγούμενος, πήγα και τον παρακάλεσα να βγάλει την Αγία Δεξιά του Τιμίου Προδρόμου να την ασπασθώ και να με σταυρώσει με αυτήν. Δέχθηκε αμέσως ο Ηγούμενος, σταύρωσε το κεφάλι μου με την Αγία Προδρομική Δεξιά, λέγοντας και την συνήθη ειδική ευχή που υπάρχει γι' αυτές τις περιπτώσεις. Την ασπάσθηκα κι εγώ με πολλή ευλάβεια και αγάπη, παρακαλώντας συγχρόνως τον Τίμιο Πρόδρομο να με λυπηθεί και να με γιατρεύσει από αυτήν την ασθένεια που με τυραννούσε. Για να μπορέσω, —εις δόξαν Θεού–, να κάνω τις Εκφωνήσεις με ευχέρεια φωνής. Τέλος, για να μπορέσω να πω και το Ευαγγέλιο με ευκολία και ευρυφωνία, όπως το λέμε συνήθως εμείς, σε τέτοιες Δεσποτικές Εορτές. 

Αυτά, περίπου, είπα προς τον Τίμιο Πρόδρομο, όταν ασπαζόμουν την Αγία του Δεξιά. Και, —ω, της θαυμασίας και ταχείας σου αντιλήψεως, Τίμιε του Χριστού Πρόδρομε!–, αμέσως ένιωσα την ενέργεια της Θείας Χάριτος, μαλάκωσε ο λάρυγγάς μου κι άνοιξε η φωνή μου! Γέμισα από θείο ζήλο κι έκανα τις Εκφωνήσεις με πολλή ευλάβεια και αγάπη. Είπα και το Ευαγγέλιο με όλη μου την άνεση και την ευκολία, μέσ' από το βάθος της ψυχής και της καρδιάς μου. Με όλη μου την ευλάβεια και την ευγνωμοσύνη, ευχαρίστησα τον πανάγαθο προστάτη μας, τον πανένδοξο Βαπτιστή και Πρόδρομο του Κυρίου, με τις πρεσβείες του οποίου, είθε να έχουμε, όλοι μας, αγαθό τέλος και να μπούμε στην Βασιλεία των Ουρανών. Αμήν, γένοιτο!...».

[(1) Λαζάρου Μοναχού Διονυσιάτου (†24/12/1974): «Διονυσιάτικαι Διηγήσεις», σελ. 14—15 και 30—31, έκδ. (1η;) Ιερά Μονή Διονυσίου, Άγιον Όρος 1988. (2) Ο Τίμιος Πρόδρομος: εξαίσια σύγχρονη φορητή εικόνα, που βρίσκεται στον χώρο υποδοχής του Αρχονταρικιού της Ιεράς Γυναικείας Μονής «Κοιμήσεως της Θεοτόκου», Πανοράματος Θεσ/νίκης. Έχω την, σχετικά βέβαιη, πληροφορία, ότι, μάλλον πρόκειται για έργο που ιστόρησε η ίδια η μακαριστή Γερόντισσα Φεβρωνία (†22/5/2008), —πραγματικά, μία οσιακή και, εξαιτίας της απερίγραπτης υπομονής που επέδειξε στην επάρατο ασθένεια, μία μαρτυρική μορφή. Την εκτιμούσε εν Κυρίω πολύ, γι' αυτό και την επισκεπτόταν συχνά, ο μακαριστός Γέροντάς μας, π.Ευσέβιος Βίττης (†4/11/2009).]


«ΟΠΩΣ ΤΟΝ ΒΛΕΠΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ: 
ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΒΙΑ!...
ΑΝΔΡΑΣ ΠΑΛΩΡΙΟΣ, ΓΙΓΑΝΤΑΣ, 
ΜΕ ΤΑ ΜΑΛΛΙΑ ΞΕΠΛΕΚΑ!...»

Ο μακαριστός μοναχός Λάζαρος Διονυσιάτης, είναι πολύ γνωστός στον κόσμο των διψαλέων αναγνωστών του Ορθόδοξου βιβλίου, για τις κατανυκτικές και πάντερπνες «Διονυσιάτικες Διηγήσεις» που μας άφησε, σαν γραπτές και, τω όντι, πολύτιμες αναμνήσεις οσίων Διονυσιατών Πατέρων και πολλών άλλων θαυμαστών θείων γεγονότων από την ασκητική βιοτή τους. 

Ανάμεσα, λοιπόν, σε αυτές τις «διηγήσεις» του, περιλαμβάνει και δύο τουλάχιστον, –πραγματικά, φοβερές!–, διηγήσεις που απέσπασε από τον συμμοναστή του, τον (προ πολλού, μακαριστό και αυτόν), π. Βησσαρίωνα. 

Ο ευλογημένος αυτός αδελφός της Μονής Διονυσίου, ο π.Βησσαρίων, καταγόταν από την Χαλκίδα της Εύβοιας. Εκοιμήθη εν Κυρίω το 1952, σε ηλικία 76 ετών. Πριν την κοίμησή του, ήταν Οικονόμος σ’ ένα Μετόχιο της Μονής Διονυσίου στην Συκιά Χαλκιδικής, το λεγόμενο «Καλαμίτσι». Προαισθάνθηκε τον θάνατό του, και αφού αποχαιρέτησε τους γνωστούς και τους φίλους του, τους είπε πολύ απλά, ότι, «πηγαίνει στο Μοναστήρι για να πεθάνει»! Μόλις αποβιβάσθηκε στην αποβάθρα της Μονής Διονυσίου, έκλινε τα γόνατα της ψυχής και της καρδιάς του κι’ ευχαριστούσε ολόψυχα τον Τίμιο Πρόδρομο που τον αξίωσε να έλθει πίσω στην Μονή της «μετανοίας» του, για να αποδώσει το «κοινόφλητο χρέος» της εν Κυρίω αποδημίας του. Αυτή, πραγματοποιήθηκε μετά από δύο μέρες, αφού πρώτα αποχαιρέτησε όλους τους αδελφούς του και συγχωρέθηκε μαζί τους. Αυτός, ο τρισμακάριστος μοναχός, είχε σαν «σύνοικο», θησαυρισμένη μέσα στην καρδιά του, πολλή και ζέουσα, την αγία ταπείνωση και την πίστη…

Κάποτε, βρήκε την ευκαιρία ο π.Λάζαρος και τον ρώτησε:
–«Άκουσα, π.Βησσαρίων, όταν το Μοναστήρι μας σε είχε διορίσει Οικονόμο στο Μετόχι της, στα Μεριανά της Χαλκιδικής, ότι είδες τον Τίμιο Πρόδρομο, με τον Οποίον και συνομίλησες κιόλας. Αν το θυμάσαι κι’ αν θέλεις, πες μου το και σ’ εμένα αυτό το γεγονός, όπως συνέβη, να το σημειώσω για να μαθαίνουν κι’ οι νεώτεροι. Πώς είδες τον Τίμιο Πρόδρομο ζωντανό και μίλησες μαζί Του;...».

Ο Γερο–Βησσαρίων, μειδίασε για λίγο και, με την συνηθισμένη του απλότητα, άρχισε να λέει:

–«Αδελφάκι μου, καθώς ξέρεις, το Μοναστήρι μας με διόρισε Οικονόμο στα 1916 κι’ όσο μπορούσα, φρόντιζα για τις δουλειές του Μετοχίου. Εσύ, μυλωνάς έκανες και ξέρεις ότι πολλές φορές μαζεύονται πολλοί νοματαίοι στον μύλο. Μια μέρα, δύο χωριάτες ήρθαν στα παζάρια και, ο ένας απ’ αυτούς, αγόρασε την φοράδα του άλλου. Εκείνος που την αγόρασε, πήγε μέσα στην Εκκλησία και προσκύνησε. Άφησε μάλιστα μπροστά στην Εικόνα του Τιμίου Προδρόμου και μερικά χρήματα και μου είπε ν’ ανάψω κι’ ένα κερί. Εγώ, άναψα τα καντήλια και βλέπω, μετ’ από λίγο, να λείπουν τα χρήματα. Μα, δεν ξέρεις πόση στεναχώρια μού ’ρθε! Με σκλήρυνε κι’ εμένα ο πειρασμός και, όπως κουβεντιάζουμε τώρα μαζί, πήγα μπροστά στην Εικόνα του Αγίου και του λέω:

–«Άγιε Πρόδρομε, δεν είσαι εδώ;! Γιατί αφήνεις να σου παίρνουν τα χρήματα μπροστά από την Εικόνα σου;! Αα!..., δεν σου ανάβω το καντήλι!...».

Έτσι, λοιπόν, άναψα μόνο της Παναγίας το καντήλι κι’ έφυγα. Ναι, αλλά μέσα μου, η καρδιά μου, χτυπούσε λιγάκι. Πήγα στον μήλο, ανέβηκα πάνω στο σπίτι, έφαγα λίγο ψωμί, αλλά, συγχυσμένος! Θυμόμουνα ότι το καντήλι του Αγίου το είχα αφήσει επίτηδες σβηστό, αλλά ο «κοτσουνούρης» (σημ.: ο διάβολος, ο πονηρός), δεν μ’ άφηνε! Πολύ, με σκλήρυνε! Μάλιστα δε, έλεγα μέσα μου:

–«Άϊ, να δούμε τί θα γίνει!... Το καντήλι, δεν το ανάβω εγώ απόψε!...».

Κοιμήθηκα, λοιπόν, με την σύγχυση που είχα μέσα μου, όπως επέμενα στην γνώμη μου. Έτυχε να είναι πανσέληνος, τότε. Το φεγγάρι, ήταν σαν ήλιος. Κι’ από το παράθυρο του κελλιού μου, έμπαινε μέσα το φως. Καθώς, λοιπόν, κοιμόμουν μόνος μου, –καθότι τότε δεν είχα άλλον αδελφό μαζί μου για συνοδία–, κατά τα μεσάνυχτα, αισθάνομαι μια γερή σκουντιά!…

Ξυπνώ, και βλέπω έναν γίγαντα μπροστά μου, με τα μαλλιά ξέπλεκα. Από τον φόβο μου, άρχισα να τρέμω και μόλις που μπόρεσα να του πω:

–«Πώς ήρθες εδώ;!...».
Για απάντηση, μού λέει με ύφος σοβαρό:

–«Το πώς ήρθα, να μη ρωτάς! Αλλά, για πες μου: Γιατί δεν ανάβεις το καντήλι;!».
Αμέσως, με πολύ φόβο, με φωνή που έτρεμε και με δάκρυα στα μάτια, τού λέω:
–«Να με συγχωρέσεις, Άγιε!... Έσφαλλα!...

Κλαίγοντας, τού έβαλα τότε τρεις μετάνοιες στα πόδια του και τον παρακαλούσα να με συγχωρέσει!... Τότε, ακούω τον Τίμιο Πρόδρομο, με γλυκειά και με ήρεμη φωνή, να μου λέει:

–«Παιδί μου, Βησσαρίων, λες ότι «δεν είμαι ’δω»! Κι’ αν εγώ δεν είμαι ’δω, τότε, ποιός σε φυλάει εσένα εδώ τόσα χρόνια, σ’ αυτήν την ερημιά που είσαι, από τους ληστές και από τ’ άλλα τα κακοποιά στοιχεία;!».

–«Άγιέ μου!», του λέω, «σε παρακαλώ, να με συγχωρέσεις!... Δεν θα το ξανακάνω!...».

–«Πήγαινε ν’ ανάψεις το καντήλι στην Εικόνα μου, και να το κηρύττεις και να το λες και σ’ άλλους, ότι, κάνουν θαύματα οι Εικόνες. Γιατί πολλοί άρχισαν να λένε ότι οι Εικόνες δεν θαυματουργούν!». 

Αυτά, μου είπε ο Άγιος, κι’ έγινε άφαντος. Εγώ, κατευθείαν εκείνη την ώρα πήγα στην Εκκλησία και, –ω, του θαύματος!–, βλέπω όλα τα απολεσθέντα χρήματα στον ίδιο τόπο, όπως ήταν και πριν, μπροστά στην Εικόνα του Αγίου! Ποιός ξέρει τί λαχτάρα να τράβηξε εκείνος ο κλέφτης κι’ έφερε πίσω τα χρήματα στην Εικόνα, αυτήν την ίδια κιόλας νύχτα!

Σαν άκουσα την διήγηση του π.Βησσαρίωνος, τον ρώτησα:

–«Τί ενδύματα φορούσε ο Τίμιος Πρόδρομος;». Και μου απάντησε:
–«Να! Όπως τον βλέπεις στην Εικόνα: με την προβιά! Αλλά, τέτοιον ψηλό άνθρωπο, δεν είδα άλλον στην ζωή μου! Μα, τι να σου πω! Άνδρας, πελώριος! Γίγαντας!».

–«Σε πιστεύω!», του λέω, «Γιατί και ο Χριστός μάς λέει στο Ευαγγέλιο (Ματθ. ια' 11), ότι, «Οὐκ ἐγήγερται ἐν γεννητοῖς γυναικῶν, μείζων Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ» (δηλαδή: «Δεν έχει φανεί μεταξύ των γεννημένων από γυναίκες άνθρωπος άλλος που να είναι μεγαλύτερος από τον Ιωάννη το Βαπτιστή»), αν και ο λόγος αυτός υπονοεί το πλήθος των αρετών και την μεγάλη αγιότητα του Τιμίου Προδρόμου. Όμως, ισχύει αυτό επίσης και για την σωματική του διάπλαση, γιατί τα λόγια του Κυρίου και τα δύο περιλαμβάνουν». 

Κατά την απόλυτη και παντέλεια ακρίβεια που έχει η αιώνια Αλήθεια του αψευδούς Λόγου του Θεανθρώπου Σωτήρος Χριστού, ο Οποίος είναι η Αυτοαλήθεια και η Αυτοζωή...

Ἀπολυτίκιον.
Ἦχος δ'. Ταχὺ προκατάλαβε.
Προφῆτα καὶ Πρόδρομε,* τῆς παρουσίας Χριστοῦ,* ἀξίως εὐφημῆσαί σε,* οὐκ εὐποροῦμεν ἠμεῖς,* οἱ πόθω τιμῶντές σε,* στείρωσις γὰρ τεκούσης, * καὶ πατρὸς ἀφωνία,* λέλυνται τῇ ἐνδόξω,* καὶ σεπτῇ σου γεννήσει,* καὶ σάρκωσις Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ,* κόσμω κηρύττεται.

Κοντάκιον.
Ἦχος γ'. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἡ πρὶν στείρα σήμερον,* Χριστοῦ τὸν Πρόδρομον τίκτει,* καὶ αὐτὸς τὸ πλήρωμα,* πάσης τῆς προφητείας, * ὅνπερ γάρ, * προανεκήρυξαν οἱ Προφῆται,* τοῦτον δή,* ἐν Ἰορδάνῃ χειροθετήσας,* ἀνεδείχθη Θεοῦ Λόγου,* Προφήτης Κῆρυξ,* ὁμοῦ καὶ Πρόδρομος.

[Λαζάρου Μοναχού Διονυσιάτου: «Διονυσιάτικαι Διηγήσεις», §44–§46, σελ. 117, 119, 123–125, Έκδοσις (1η;) Ιερά Μονή Διονυσίου, Άγιον Όρος 1988.]

Κείμενα: π.Δαμιανός
Επιμέλεια: Sophia Siglitiki Drekou

Κυριακή, 16 Μαρτίου 2014

Απολυτίκιο Β΄ Κυριακής Νηστειών - Γρηγορίου του Παλαμά


Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς     
Φωτς λαμπρν κήρυκα νν ντως μέγαν,
Πηγ φάους δυτον γει πρς φέγγος.
   
grigorios palamas   Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἦταν δεινὸς θεολόγος καὶ διαπρεπέστατος ρήτορας καὶ φιλόσοφος. Δὲν γνωρίζουμε τὸ χρόνο καὶ τὸν τόπο τῆς γέννησής του. Ὁ Σ. Εὐστρατιάδης ὅμως, στὸ ἁγιολόγιό του, ἀναφέρει ὅτι ὁ Ἅγιος Γρηγόριος γεννήθηκε τὸ 1296 μ.Χ. στὴν Κωνσταντινούπολη, ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο τὸν Συγκλητικὸ καὶ τὴν εὐσεβέστατη Καλλονή. Ξέρουμε ὅμως, ὅτι κατὰ τὸ πρῶτο μισό του 14ου αἰώνα μ.Χ. ἦταν στὴν αὐτοκρατορικὴ αὐλὴ τῆς Κωνσταντινούπολης, ἀπ' ὅπου καὶ ἀποσύρθηκε στὸ Ἅγιο Ὅρος χάρη ἠσυχότερης ζωῆς, καὶ ἀφιερώθηκε στὴν πνευματική του τελειοποίηση καὶ σὲ διάφορες μελέτες.
Τὸ 1335 μ.Χ. μὲ τοὺς δύο ἀποδεικτικοὺς λόγους του «Περὶ κπορεύσεως τογίου Πνεύματος», ἦλθε σὲ σύγκρουση μὲ τὸν Βαρλαὰμ τὸν Καλαβρό, ὁὁποῖος δίδασκε πὼς ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ γνωρίσει τὸ Θεό, κι ἀκόμα περισσότερο δὲν μπορεῖ νὰ ἑνωθεῖ μαζί Του. Κατὰ τὰ λεγόμενα τοῦ Βαρλαάμ, ὁ Θεὸς εἶναι «κλειστὸς στὸν ἑαυτό του» καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ἑνωθεῖ μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Ἑπομένως, οἱ «ἡσυχαστές», οἱ μοναχοὶ δηλαδὴ ἐκεῖνοι ποὺ  ἔλεγαν ὅτι μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος, ἂν ἔχει καθαρὴ καρδιὰ καὶ ἂν συγκεντρωθεῖ στὴν «καρδιακὴ προσευχὴ» (τὸ «Κύριε ησο Χριστέ, Υἱὲ Θεολέησον μέ»), νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸ Θεὸ καὶ νὰ φωτισθεῖ καὶ νὰ δεῖ τὸ Ἄκτιστο φῶς, ἀσχέτως τῆς μόρφωσής του, δὲν ἦταν Ὀρθόδοξοι ἀλλὰ «μεσσαλιανιστὲς» καὶ «ὀμφαλόψυχοι». Μετὰ ἀπὸ αὐτὲς τὶς τοποθετήσεις τοῦ Βαρλαάμ, ὁ Παλαμᾶς ἐγκαταστάθηκε στὴ Θεσσαλονίκη ἀπὸὅπου καὶ ἄρχισε τὸν ἀγώνα «πρ τν ερς συχαζόντων», δήλ. αὐτῶν ποὺἀσκοῦσαν τὸν ἡσυχασμό, συγγράφοντας μάλιστα καὶ τοὺς ὁμώνυμους λόγους του. Τὸ ζητούμενο τῆς πάλης αὐτῆς ἦταν κυρίως τὸ μεθεκτικὸν ἢ ἀμέθεκτον τῆς θείας οὐσίας. Ὁ Γρηγόριος, ὁπλισμένος μὲ μεγάλη πολυμάθεια καὶ ἰσχυρὴ κριτικὴ γιὰ θέματα ἁγίων Γραφῶν, διέκρινε μεταξὺ θείας οὐσίας ἀμεθέκτου καὶ θείας ἐνεργείας μεθεκτῆς. Καὶ αὐτὸ τὸ στήριξε σύμφωνα μὲ τὸ πνεῦμα τῶν Πατέρων καὶ ἡ Ἐκκλησία ἐπικύρωσε τὴν ἑρμηνεία του μὲ τέσσερις Συνόδους. Στὴν τελευταία, ποὺἔγινε στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 1351 μ.Χ., ἦταν καὶ ὁ ἴδιος ὁ Παλαμᾶς. Ἀλλὰ ὁ Γρηγόριος ἔγραψε πολλὰ καὶ διάφορα θεολογικὰ ἔργα, περίπου ἑξῆντα. Ἀργότερα ὁ Πατριάρχης Ἰσίδωρος, τὸν ἐξέλεξε ἀρχικὰἐπίσκοπο Θεσσαλονίκης. Λόγω ὅμως τῶν τότε ζητημάτων, ἀποχώρησε πρόσκαιρα στὴ Λῆμνο. Ἀλλὰ κατόπιν ἀνέλαβε τὰ καθήκοντά του. Πέθανε τὸ 1360 μ.Χ. καὶ τιμήθηκε ἀμέσως σὰν Ἅγιος. Ὁ Πατριάρχης Φιλόθεος, ἔγραψε τὸ 1376 μ.Χ. ἐγκωμιαστικὸ λόγο στὸ Γρηγόριο Παλαμά, μαζὶ καὶἀκολουθία καὶ ὅρισε τὴν ἐκκλησιαστικὴ μνήμη του στὴ Β' Κυριακή της Μ. Τεσσαρακοστῆς.
   Τ τίμιο σμα του, μετπ τν κταφή, πρξε φθαρτο,  εωδίαζε κα θαυματουργοσε. Στοὺς λατίνους ὅμως, τοὺς ὑποτελεῖς τοῦ Πάπα, ἦταν χονδρὸ ἀγκάθι ἡ ἐνθύμιση τοῦ Ἁγίου καὶ μάλιστα ὁλόσωμου. Γὶ αὐτὸ πολλὲς φορὲς τὸν συκοφαντοῦσαν λέγοντας,  πὼς γιὰ τὰ ἁμαρτήματά του ἔμεινε «ἄλυωτος», δὲν δέχθηκε ἀπὸἀπέχθεια ἡ γῆ νὰ τὸν διαλύσει «στὰ ἐξ ὧν συνετέθη»! Τὸν 19ο αἰώνα μ.Χ. ὁ ναὸς τοῦἉγίου καταστράφηκε ἀπὸ φωτιὰ καὶ τὸ τίμιο σκήνωμά του κάηκε ἀφήνοντας μόνον τὰὀστᾶἀνέπαφα! Τόσο γινάτι κράτησαν οἱ καθολικοὶ ποὺ ὅταν τυπώνονταν οἱ ἐκκλησιαστικές μας ἀκολουθίες στὴν Βενετία - κατὰ τοὺς χρόνους τῆς τουρκοκρατίας - ὁ Δόγης ἔδινε τὴν ἄδειά του γιὰ τὴν ἔκδοση, μόνον ἐφόσον δὲν ὑπῆρχε σχετικὴἀναφορὰ στὸν Ἅγιο. Ἔτσι γιὰ ἀρκετὰ χρόνια ποὺ κυκλοφοροῦσαν τὰ ἔντυπα ἀπὸ τὴν Βενετία, ἡ γιορτὴ τοῦ εἶχε σχεδὸν ξεχαστεῖ. Περὶ τὰ μέσα καὶ τέλη τοῦ 20ου αἰώνα, ἐπανῆλθε ἡ μνήμη τῶν ἐνδόξων ἀγώνων του καὶ ἔλαβε τὴν πρέπουσα θέση στὸν χῶρο τῶν Ὀρθόδοξων Nαῶν.
πολυτίκιον  
χος πλ. δ’.
Ὀρθοδοξίας ὁ φωστήρ, Ἐκκλησίας τὸ στήριγμα καὶ διδάσκαλε, τῶν Μοναστῶν ἡ καλλονή, τῶν θεολόγων ὑπέρμαχος ἀπροσμάχητος, Γρηγόριε θαυματουργέ, Θεσσαλονίκης τὸ καύχημα, κῆρυξ τῆς χάριτος, ἱκέτευε διὰ παντός, σωθῆναι τὰς ψυχᾶς ἠμῶν.
Κοντάκιον
χος πλ. δ’. Τπερμάχω.
Τὸ τῆς σοφίας ἱερὸν καὶ θεῖον ὄργανον Θεολογίας τὴν λαμπρᾶν συμφώνως σάλπιγγα Ἀνυμνοῦμεν σὲ Γρηγόριε θεορρῆμον. Ἀλλ’ ὡς νοῦς νοΐ τῷ πρώτω παριστάμενος, Πρὸς αὐτὸν τὸν νοῦν ἠμῶν Πάτερ ὁδήγησον, Ἴνα κράζωμεν, χαῖρε κῆρυξ τῆς χάριτος.
Μεγαλυνάριον
Χαίροις Ἐκκλησίας λαμπρὸς φωστήρ, καὶ Θεσσαλονίκης, ποιμενάρχης θεοειδῆς· χαίροις τοῦ ἀκτίστου, φωτὸς ὄργανον θεῖον, καὶ θεολόγων στόμα, Πάτερ Γρηγόριε.

Τρίτη, 11 Μαρτίου 2014

Οσία Θεοδώρα, βασίλισσα της Η­πείρου

Οσία Θεοδώρα, βασίλισσα της Η­πείρου

11 Μαρτίου 2014
Η οσία Θεοδώρα ήταν κόρη του σεβαστοκράτορα της Μακεδο­νίας Ιωάννη Πετραλίφα. Νυμφεύτηκε τον δεσπότη της Ηπείρου Μι­χαήλ Η Άγγελο (1237-1271) και  επωφελήθηκε από την ανάρρηση της στο βασιλικό αξίωμα για να γίνει, κατά μίμησιν Θεού, του βασιλεύον­τος στην γη και στον ουρανό, πηγή ελέους για όλους τους υπηκόους της. Με υποκίνηση του διαβόλου που φθονούσε την μακαρία, καθώς την έβλεπε στολισμένη με όλες τις αρετές, ο σύζυγός της ερωτεύθηκε μια ευγενή χήρα η οποία με τις μαγγανείες της τον κατέστησε υποχείριό της. Τον ώθησε ακόμη και να μισήσει την νόμιμη σύζυγό του σε σημείο που της φερόταν όπως στην ευτελέστερη πόρνη, την προπηλάκιζε και είχε δια­τάξει τους υπηρέτες του να αναγνωρίζουν την παρείσακτη χήρα ως δέ­σποινα.
Πηγή:agiografikesmeletes.blogspot.gr/
Πηγή:agiografikesmeletes.blogspot.gr/
Η Θεοδώρα υπέμενε όλες αυτές τις δοκιμασίες με ακλόνητη υπομονή χωρίς να μνησικακεί εναντίον του Μιχαήλ και ευχαριστώντας τον Θεό που της πρόσφερε έτσι τα μαργαριτάρια για τον αμάραντο στέφανό της. Τέλος, αφού διώχθηκε από τον σύζυγό της, περιπλανιόταν με τον γιό της πέντε χρόνια από τόπο σε τόπο. Έτσι βρέθηκε μία ήμερα πεινασμένη και απελπισμένη στην άκρη ενός δάσους όπου την περιμάζεψε ένας ιερέας.
Στο μεταξύ ο ηγεμόνας συνειδητοποιώντας ότι πλανήθηκε με τις μαγ­γανείες της παλακίδας του, ήρθε στα συγκαλά του και αναζήτησε παν­τού την πιστή Θεοδώρα. Κι όταν εκείνη επέστρεψε στην Άρτα, την πρω­τεύουσα του Δεσποτάτου, όλοι οι κάτοικοι της πόλεως συνάχθηκαν για να χαιρετήσουν με κραυγές χαράς την επάνοδο της κοινής τους μητέρας και έκτοτε έζησε ειρηνικά με τον σύζυγό της, βοηθώντας τον στις δι­πλωματικές του σχέσεις με την Αυτοκρατορία της Νικαίας και εμπνέοντάς του μέριμνα για την Βασιλεία των Ουρανών.
Ο δεσπότης Μιχαήλ εκοιμήθη λίγο αργότερα και η Θεοδώρα αμέσως εκάρη μοναχή στην μονή που είχε ιδρύσει πλάι σε ναό αφιερωμένον στον άγιο Γεώργιο. Ζούσε ζωή μεγάλης σκληραγωγίας και υπηρετούσε ταπεινά όλες τις αδελφές. Ειδο­ποιημένη άνωθεν για το επικείμενο τέλος της, παρακάλεσε τον Θεό να της δώσει διορία έξι μηνών μέχρι την αποπεράτωση του ναού. Όταν έληξε η διορία, άφησε την επίγεια κατοικία της δίνοντας τις τελευταίες της νουθεσίες στις αδελφές. Το σκήνωμά της, που αποτέθηκε στον νάρ­θηκα του ναού, επιτέλεσε πολλές ιάσεις.
(Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, τ. Ζ΄Μάρτιος, εκδ. Ίνδικτος, σ. 116-117)

Κυριακή, 9 Μαρτίου 2014

Όσιος Θεοφύλακτος επίσκοπος Νικομηδείας

Όσιος Θεοφύλακτος επίσκοπος Νικομηδείας

8 Μαρτίου 2014
Αυτός ο Άγιος Θεοφύλακτος καταγόταν από τα μέρη της Ανατολής, κατά το έτος 779, πηγαίνοντας δε στην Κωνσταντινούπολη, συνδέθηκε φιλικά με τον Ταράσιο, τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, όταν ακόμη ήταν πρωτασηκρήτις, δηλαδή ήταν πρώτος ανάμεσα σε εκείνους που υπηρετούσαν στα βασιλικά αρχεία και γράμματα, οι οποίοι λατινικά ονομά­ζονται ασηκρήτες, και από αυτόν καλά διδάχθηκε τα θεία. Όταν δε με θεί­α ψήφο ανέβηκε ο Ταράσιος στον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως, αφού παραιτήθηκε θεληματικά από τον θρόνο ο Παύλος ο Κύπριος, που ήταν πριν από αυτόν, ο οποίος, επειδή έλαβε την αρχιερωσύνη από τους Εικονομάχους, ονόμαζε μόνος τον εαυτό του ανάξιο· τότε ο Μιχαήλ ο Συνάδων και αυτός ο ιερός Θεοφύλακτος, γίνονται Μοναχοί και στέλνονται από τον θείο Ταράσιο στο Μοναστήρι, που βρίσκεται στην είσοδο της Μαύρης Θάλασσας.
Theofylaktos
Έτσι μία φορά, τον καιρό του καλοκαιριού, που έκαμνε μεγά­λη ζέστη και διψούσαν υπερβολικά, τότε οι μακάριοι για εξάσκηση της δί­ψας και εγκράτειάς τους, άνοιξαν την χάλκινη κάνουλα της βρύσης και ά­φησαν και χυνόταν το νερό, χωρίς αυτοί να πίνουν καθόλου. Αυτοί οι Ά­γιοι ήταν παρόντες και στην αγία και Οικουμενική Έβδομη Σύνοδο και με έργα και λόγια την στόλισαν.
Επειδή όμως η αρετή των ανωτέρω δύο Πατέρων διαδόθηκε και άστραψε σαν φωτεινότατος αστέρας, για τον λόγο αυτόν κρίθηκαν από τον μέγα Ταράσιο, ότι ήταν άξιοι αρχιερωσύνης. Και αμέσως, ο μεν Μιχαήλ χειροτονήθηκε Επίσκοπος στα Σύνναδα (η οποία ήταν ένδοξη πόλις της μεγάλης Φρυγίας, περίφημη για τα θαυμάσια μάρμαρα που έβγαζε, έχοντας είκοσι Επισκόπους, τώρα όμως είναι γκρεμισμένη). Ο δε ιερός Θεοφύλα­κτος χειροτονήθηκε Επίσκοπος στην Νικομήδεια.
Όσα λοιπόν κατορθώματα κατόρθωσε εκεί ο μακάριος Θεοφύλα­κτος, το μαρτυρούν αυτά τα πράγματα. Διότι έκτισε Εκκλησίες και νοσο­κομεία· προστάτευε τα ορφανά και τις χήρες· ελεούσε τόσο υπερβολικά, ώ­στε γέμιζε μία φιάλη από ζεστό νερό και με αυτό έπλενε και καθάριζε με τα ίδια του χέρια ο συμπαθέστατος τους τυφλούς και χωλούς και τους άλλους ασθενείς, που είχαν ακρωτηριασμένα τα μέλη τους.
Αφού δε ο μέγας Ταράσιος πατριάρχευσε δέκα εννέα χρόνια, απήλθε προς τον Κύριο και, αφού έγινε Πατριάρχης ο πάνσοφος Νικηφόρος, τότε συνέβη μεγάλη ταραχή και συμφορά στην του Χριστού Εκκλησία. Διότι βασίλευσε ο Λέων ο Αρμένιος κατά το έτος 813, ο οποίος λύσσαξε κατά των αγίων εικόνων. Οπότε ο Άγιος Νικηφόρος έστειλε και έφερε τους εκλεκτούς και ελλόγιμους Αρχιερείς, δηλαδή τον Κυζίκου Αιμιλιανό, τον Σάρδεων Ευθύμιο, τον Θεσσαλονίκης Ιωσήφ, τον Αμορίου Ευδόξιο, τον Συνάδων Μιχαήλ και άλλους πολλούς, μαζί και αυτόν τον μακάριο Θεοφύλακτο. Παίρνοντας λοιπόν αυτούς όλους, πήγε στον δυσσεβή και απο­στάτη βασιλιά.
Έτσι προτείνοντας πολλές αποδείξεις από τις θείες Γραφές, οι οποίες παρουσιάζουν, ότι πρέπει να προσκυνούνται οι άγιες εικόνες, δεν μπόρεσαν να καταπείσουν τον ανόητο, διότι έμεινε αδιόρθωτος. Και οι μεν άλλοι Αρχιερείς, σιώπησαν, ενώ αυτός ο μακάριος Θεοφύλακτος, είπε στον βασιλιά· «Γνωρίζω, ότι καταφρονείς την μακροθυμία και την υπομονή του Θεού. Γνώριζε όμως, ότι θα έλθει επάνω σου ξαφνικά μεγάλος όλεθρος και αφανισμός και η καταστροφή σου θα είναι παρόμοια με την καταιγίδα, ώ­στε να μη βρεις κάποιον να σε λυτρώσει από τον κίνδυνο». Όταν άκουσε αυτά τα λόγια ο θηριώνυμος βασιλιάς, θύμωσε πολύ και αμέσως διατάζει να εξορισθούν όλοι οι ανωτέρω Αρχιερείς. Τότε ο μεν Άγιος Νικηφόρος, ε­ξορίσθηκε στην νήσο Θάσο.
Ο δε αοίδιμος Μιχαήλ Συνάδων εξωρίσθηκε στην Ευδοκιάδα, η οποία, λένε μερικοί, ότι είναι το τώρα λεγόμενο Τοκάτ, εξαιρετική πόλις της Καππαδοκίας και περίφημο εμπορικό κέντρο προς τον ποταμό Σάρο. Παρόμοια και άλλος Αρχιερέας εξωρίσθηκε σε άλλο μέ­ρος Αυτός δε ο μακάριος Θεοφύλακτος εξωρίσθηκε στον Στρόβηλο, το οποίο ήταν κάστρο παραθαλάσσιο, που βρίσκεται στο θέμα των Κυβερραιωτών. Εκεί λοιπόν αφού πέρασε ο αοίδιμος τριάντα χρόνια, και υπέμεινε γενναία την κακοπάθεια της εξορίας, απήλθε προς τον Κύριο. Κάι, όταν φονεύθηκε ο Λέων ο Αρμένιος κατά την νύκτα των Χριστουγέννων, ενώ ψαλόταν ο ειρμός· «Τω Παντάνακτος εξεφαύλισαν πόθω» και, αφού η Ορθοδοξία έλαμψε την εποχή της ευσεβέστατης βασίλισσας Θεοδώρας κατά το έτος 842, τότε ο αγιώτατος Πατριάρχης Μεθόδιος έφερε από την εξορία το τίμιο λείψανο του μακάριου αυτού Θεοφύλακτου και το απέθεσε στην Νικομήδεια, στον Ναό τον οποίον ο ίδιος οικοδόμησε.
(Αγ. Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής, τ. Δ΄, εκδ. Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Νέα Σκήτη-Άγιον Όρος, σ. 48-50)

Κυριακή, 2 Μαρτίου 2014

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΝΙΚΟΛΑΟΣ Ο ΠΛΑΝΑΣ (2 ΜΑΡΤΙΟΥ)

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΝΙΚΟΛΑΟΣ Ο ΠΛΑΝΑΣ (2 ΜΑΡΤΙΟΥ)





«Κορυφαία έκφραση της αληθινής κατά Χριστόν ζωής του κάθε συνειδητού πιστού και πιο πολύ του πραγματικού και τελείου Ιερέως, αποτελεί η ζωή και το έργο του αγίου Ιερέως Νικολάου του Πλανά, αγίου των ημερών μας.

Η ωραία, η εύανδρος και αγιοτόκος Νάξος, είχε την θεία εύνοια και ευλογία να είναι η Γενέτειρά του. Γεννήθηκε το έτος 1851. Οι γονείς του, Καπετάν Γιάννης και Αυγουστίνα ήταν άνθρωποι ευσεβείς και καλοκάγαθοι, όπως όλοι οι νησιώτες, και εύποροι. Είχαν και ένα εμπορικό καΐκι, που πήγαινε από τη Νάξο στην Σμύρνη, Κωνσταντινούπολη, ακόμα και στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Μέσα σε κάποιο από τα κτήματα τους είχαν και ένα μικρό παρεκκλήσιο αφιερωμένο στον Άγιο Νικόλαο.

Ο Άγιος Νικόλαος Πλανάς από βρεφικής ηλικίας ήταν αγιασμένος. Τις περισσότερες φορές ως παιδί ήταν στον Ιερό αυτό Ναό και περνούσε πολλές ώρες εκεί ψάλλοντας όσα ήξερε και φορώντας πολλές φορές, αντί ιερατικού φελωνίου, κάποια σεντόνι, μιμούμενος τούς Ιερείς. Μια μέρα έψαλλε τόσο κατανυκτικά, ώστε προκάλεσε τον θαυμασμό των περαστικών.

Η όλη του ζωή από τα παιδικά του χρόνια ακόμα, προέλεγε τη μέλλουσα ζωή και πολιτεία του. Τις θείες θαυματουργικές δυνάμεις έλαβε με την χάρη του Θεού από τα παιδικά του χρόνια. Έτσι, εγνώριζε τον καταποντισμό του καϊκιού τους έξω από την Πόλη, και το είπε στους γονείς του.

Τα πρώτα γράμματα έμαθε από τον παππού του - πατέρα της μητέρας του - ιερέα Γεώργιο Μελισσουργό, κοντά στον οποίο έμαθε να διαβάζει το Ιερό Ψαλτήριο. Μαζί του επίσης πήγαινε στις θείες Λειτουργίες και τον διακονούσε στο Ιερό Βήμα, ενώ παράλληλα δεχόταν τα νάματα της Θείας Λατρείας.

Όταν ο Άγιος Νικόλαος ήταν δεκατεσσάρων ετών, ο πατέρας του άφησε τον κόσμο αυτό. Έτσι, η μητέρα του μαζί με την αδελφή του ήρθαν στην Αθήνα και πήγε και ο ίδιος μαζί τους. Έμεναν στην περιοχή που είναι μεταξύ του Ι. Ναού του αγίου Ιωάννη της Πλάκας και του Ναού του αγίου Παντελεήμονος Ιλισσού, όπου υπήρχαν πολλοί Ναξιώτες.
Μοίρασαν με την αδελφή του την πολύ αξιόλογη πατρική τους περιουσία. Αλλά το μερίδιο του το έκανε ενέχυρο για κάποιο φτωχό, που δεν του το επέστρεψε ποτέ.

Έτσι παρέμεινε για όλη του την ζωή φτωχός. Σε ηλικία δέκα επτά ετών συνήψε τίμιο γάμο κατόπιν πιέσεων της μητέρας του, με την Ελένη Προβελεγγίου από τα Κύθηρα. Από τον γάμο αυτό απέκτησε ένα γιό, τον Ιωάννη. Ύστερα απέθανε η σύζυγός του. Στις 28 Ιουλίου του έτους 1879 χειροτονήθηκε Διάκονος στον Ιερό Ναό Μεταμορφώσεως Σωτήρος Πλάκας. Στις 2 Μαρτίου του 1885 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος και τοποθετήθηκε στον Ιερό Ναό Αγίου Παντελεήμονος Ιλισσού. Και στην Ενορία αυτή και στην Ενορία του Αγίου Ιωάννη της οδού Βουλιαγμένης υπηρέτησε. Στον Άγιο Ελισσαίο λειτουργούσε καθημερινά.

Ο Άγιος Νικόλαος υπήρξε ο άνθρωπος του Θεού, ο λειτουργός ο άγιος του Υψίστου, ο άοκνος ιερουργός και λάτρης του Τριαδικού Θεού. Η μεγάλη του ευλάβεια, η απεριόριστη καλωσύνη του, η υπερβολική του αφιλοχρηματία, η απλότητά του, το ακτινοβόλο ιερατικό του ήθος, η άφθαστη ιεροπρέπειά του, η ταπείνωσή του, η αγάπη του για την Θεία Λατρεία και οι λοιπές του αρετές, τον καταξίωσαν στη συνείδηση του λαού. Όλοι εσέβοντο τον άγιο Νικόλαο, επίσημοι και αφανείς.

Δεν αγάπησε ποτέ του τα πλούτη. Όσα του έδιναν αμέσως τα έδινε στους φτωχούς. Είχε μισθοδοτήσει ένδεκα οικογένειες χηρών και ορφανών. Χρόνια και χρόνια τους έδινε επίδομα μέχρι που τα παιδιά τους έγιναν δεκατεσσάρων ετών. Βοηθούσε νεαρούς Διακόνους στις σπουδές τους. Ενίσχυε υλικά και πνευματικά όσους είχαν ανάγκη.

Υπήρξε ο ακαταπόνητος. Για μισό και πλέον αιώνα λειτουργούσε καθημερινά. Λιτός, απέριττος σε όλες του τις εκδηλώσεις! Πλούτος του και θησαυρός του, κέντρο της ζωής του η λειτουργική ζωή της Εκκλησίας μας! Άνθρωπος προσευχής, του οποίου η ζωή ήταν μια διακονία πίστεως και αγάπης.

Ήταν νηστευτής. Ενήστευε όλες τις Σαρακοστές και το λάδι. Και την νηστεία του Τιμίου Σταυρού την άρχιζε από την 1η Σεπτεμβρίου, μέχρι την 14η. Επίσης και των Ταξιαρχών ενήστευε από τη 1η μέχρι και την 8η Νοεμβρίου.

Απλός και πανέξυπνος, εύστοχος στις απαντήσεις του, συνεδύαζε την απλότητα και την ιεροπρέπεια, την αφέλεια με την αγιότητα.

Δεν είχε σπουδάσει σε Πανεπιστήμια, ούτε σε Εκκλησιαστικές Σχολές, ούτε σε Λύκεια και Γυμνάσια. Και ίσως να μη φοίτησε και σε καμμιά τάξη του τότε Ελληνικού Σχολείου. Όμως άριστα κατείχε την σοφία του Θεού.

Ο Θεός εδόξασε τον Άγιο Νικόλαο με το να θαυματουργεί. Είναι αμέτρητα τα θαύματά του. Εθεράπευε ασθενείς, απεμάκρυνε δαιμόνια, προέλεγε το μέλλοντα, έλυνε δύσκολα θέματα, συμβούλευε πρεπόντως.

Όμως, ύστερα από μια ζωή αγία, μια ζωή που υπήρξε προσφορά στον Θεό, έπρεπε κι αυτός ως άνθρωπος να αφήσει τον κόσμο αυτό και να οδηγηθεί στην αιώνια και αληθινή ζωή.

Ξημέρωσε η Κυριακή του Ασώτου, 28η Φεβρουαρίου του έτους 1932. Αυτή είναι η μέρα που λειτούργησε για τελευταία φορά στο επίγειο Ιερό Θυσιαστήριο. Μετά τη Θεία Λειτουργία έχασε τις αισθήσεις του. Οι πιστοί και οι οικείοι του τον φρόντισαν. Αλλά παρ' όλες τις φροντίδες τους, δεν μπόρεσαν να αναστρέψουν την πορεία που είχε πάρει η υγεία του.

Ήταν δέκα η ώρα το βράδυ της 2ας Μαρτίου του 1932. Έκανε το σημείο του Τιμίου Σταυρού. Ψιθύριζε προσευχές. Είπε:

"Τον δρόμον τετέλευκα!". "Δόξα σοι ο Θεός!". "Η Θείο Χάρη να σας ευλογεί"

...και άλλα, και άφησε τον κόσμο αυτό.

Το πρωί έφεραν το ιερό του λείψανο στον Ναό Αγίου Ιωάννου της Οδού Βουλιαγμένης, εκεί όπου εφημέρευε. Για τρεις μέρες ετέθη σε λαϊκό προσκύνημα. Οι λαϊκές εκδηλώσεις ήταν πρωτοφανείς και το πλήθος του λαού αναρίθμητο. Χιλιάδες λαού κατέφθασαν από το λεκανοπέδιο Αττικής για να αποχαιρετήσουν τον σύγχρονο Άγιο!

Στις 29 Αυγούστου του 1992, τα ιερώτατα και θαυματουργά Λείψανα του Αγίου Νικολάου του Πλανά τοποθετήθηκαν σε ασημένια λάρνακα, που σήμερα βρίσκεται στο δεξιό κλίτος του Ιερού αυτού Ναού».

(Επιμέλεια κειμένου: Αρχιμ. Αλέξανδρος Μοστράτος, Ιεροκήρυξ 
- Πρωτοσυγκελλεύων Ι. Μητροπόλεως Παροναξίας)

Ο άγιος παπα-Νικόλας Πλανάς αποτελεί την επιβεβαίωση αυτού που λέει ο απόστολος Παύλος, ότι «τα πτωχά του κόσμου και τα εξουθενημένα εξελέξατο ο Θεός, ίνα καταισχύνη τα ισχυρά». Υπήρξε δηλαδή το όργανο του Θεού, διά της απλότητος του οποίου διαχύθηκε στον κόσμο πλούσια η σοφία Εκείνου. Δεν είχε κάτι από τα σπουδαία φυσικά προσόντα, τα οποία πολλές φορές, αν δεν προσέξει ο κατέχων αυτά,  λειτουργούν πειρασμικά και μπαίνουν εμπόδιο στη θέα του Θεού. Το απόλυτο προσόν του ήταν  η απλότητά του, που σήμαινε τη φανέρωση  της ταπείνωσής του, άρα της ύπαρξης της χάρης του Θεού σ’ αυτόν. «Ταπεινοίς ο Θεός δίδωσι χάριν» λέει ο λόγος του Θεού κι αυτήν την ταπείνωση είχε ο γνωστός και αγαπητός σε όλους παπα-Νικόλας. Με άλλα λόγια μπροστά στον άγιο Νικόλαο είναι σα να τοποθετούμαστε ενώπιον του ίδιου του Θεού μας και να αναπνέουμε την ατμόσφαιρα Εκείνου. Μια καταπληκτική διαφάνεια του ουρανού ήταν η όλη πορεία της ζωής του.   Η ακολουθία του νεώτερου αυτού αγίου της Εκκλησίας μας πρώτα από όλα την παραπάνω αλήθεια θίγει: «Ω, παράδοξο θαύμα! Τα μωρά του κόσμου διάλεξε ο Θεός και ντρόπιασε με αυτά την έπαρση των σοφών» («Ω του παραδόξου θαύματος! Τα μωρά του κόσμου ο Θεός επέλεξε, την δ’ έπαρσιν των σοφών τούτοις κατήσχυνεν»). «Πω, πω, για τα θαυμάσιά σου, Χριστέ! Εσύ αξίωσες, με την ευδοκία και τη χάρη Σου,  τα ασθενή του κόσμου να γίνουν ανώτερα κι από τα ισχυρά και να φθάσουν πετώντας από τη γη στον ουρανό» («Βαβαί! Των σων θαυμασίων, Χριστέ! Συ τα ασθενή του κόσμου, ισχυρών υπέρτερα, και γήθεν εις ουρανόν μολείν υπόπτερα, ηξίωσας αγαθέ, τη παρά σου ευδοκία και χάριτι») (στιχηρά εσπερινού).

Πρέπει όμως να σημειώσουμε ότι η απλότητα ενός ανθρώπου δεν στρέφει κατ’ ανάγκην τον άνθρωπο στον Θεό και στην απόκτηση των θεϊκών χαρίτων. Υπάρχουν δυστυχώς απλοί άνθρωποι, με την έννοια της απλοϊκότητας, οι οποίοι ακριβώς γι’ αυτό πολύ εύκολα οδηγούνται στην πονηρία και σε μία περίεργη υπερηφάνεια. Που θα πει: ο άγιος Νικόλαος την απλοϊκότητά του την «έδεσε» με την αγάπη του προς τον Θεό, ώστε να φανερωθεί με τον τρόπο που είπαμε, η σοφία του Θεού. Τίποτε επίγειο δεν τον τραβούσε και δεν τον γοήτευε. Η καρδιά του χτυπούσε μόνον για τον Σωτήρα του Χριστό, και μάλιστα «εκ παίδων».  «Εσένα ο κόσμος δεν σε έλκυσε κι ούτε σε έκανε φίλο του. Την καρδιά σου όμως την έδωσες στον Σωτήρα σου» («Σε ο κόσμος ουχ είλκυσεν, ουδέ φίλον εκτήσατο, σην καρδίαν δ’ έδωκας τω Σωτήρι σου») (στιχηρό εσπερινού). Γι’ αυτό και όλοι, όπως παλαιότερα τον άγιο Αντώνιο που τον χαρακτήριζαν οι άνθρωποι του καιρού του «θεοφιλή», ονόμαζαν τον παπα-Νικόλα «άνθρωπον όντως του Θεού», με όλα τα χαρίσματα ενός τέτοιου ανθρώπου: την αφιλαργυρία, την αγάπη και την ελεημοσύνη, την αγιασμένη ιερωσύνη.  «Αυτά είπε ο λόγος όσων σε γνωρίζουν, πάτερ Νικόλαε: ελάτε να δείτε άνθρωπο πράγματι του Θεού. Γνήσιο υπηρέτη Του, αγιασμένο λειτουργό της Χάρης Του, απλό στους τρόπους και αφιλάργυρο, με αγάπη στον Χριστό και διακονία Εκείνου μέσω των ελεημοσυνών και των προσφορών του στους πτωχούς» («Τάδε έφη των ειδότων σε, πάτερ Νικόλαε, ο λόγος. Δεύτε ίδετε άνθρωπον όντως του Θεού∙ αυτού θεράποντα γνήσιον∙ λειτουργόν της Χάριτος ηγιασμένον∙ απλούν τον τρόπο και αφιλάργυρον∙ εν ελεημοσύναις και οικτιρμοίς πενήτων τον Χριστόν αγαπώντα και διακονούντα») (δοξαστικό εσπερινού).

Ο μακαριστός υμνογράφος του αγίου Νικολάου Πλανά, Μητροπολίτης Πατρών Νικόδημος Βαλληνδράς, παίρνει αφορμή από το όνομά του αφενός για να τονίσει την ιδιαίτερη όντως αγάπη του προς τον ομώνυμο άγιό του - «είθε να χαίρεις συ που γέμισες από θείο ζήλο και ζήλεψες τον ομώνυμό σου Νικόλαο, τον κανόνα της πίστης και τον πυρσό της εγκράτειας, αλλά και την εικόνα της πραότητας» (στιχηρό αποστίχων εσπερινού) – αφετέρου από την προσωνυμία του «Πλανάς», για να κάνει ωραίους συσχετισμούς ως προς τον αγιασμένο βίο του. Σ’ ένα ιδιόμελο της λιτής για παράδειγμα διαβάζουμε: «Με ύμνους ας τιμήσουμε τον αγιασμένο Νικόλαο, τον Πλανά μεν στην κλήση του, απλανή όμως στην πίστη  του» («εν ύμνοις τιμήσωμεν ηγιασμένον Νικόλαον, τον Πλανάν μεν τη κλήσει, απλανή δε την πίστιν»). Και στο απολυτίκιο: «Ξέφυγες από τις παγίδες του πλάνου, ιερώτατε, και πορεύτηκες τη ζωή σου απλανώς, πατέρα μας, Νικόλαε αοίδιμε Πλανά» («Τας του πλάνου παγίδας εκφυγών, ιερώτατε, απλανώς επορεύθης διά βίου, πατήρ ημών, Νικόλαε αοίδιμε Πλανά»).

Κι ασφαλώς ο ταλαντούχος μακαριστός Μητροπολίτης δεν αφήνει ασχολίαστο το γεγονός ότι ο άγιος παπα-Νικόλας καταγόταν από τη νήσο Νάξο, ήταν βραδύγλωσσος, ήταν έξοχος λειτουργός του Υψίστου, σχετιζόταν με μεγάλα αναστήματα των ελληνικών γραμμάτων. Πώς να παραλείψει την καταγωγή του, όταν από το ίδιο νησί της Νάξου καταγόταν το άλλο μεγάλο αστέρι της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ο όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης; Για τον υμνογράφο η χώρα των Ναξίων έχει διπλό λόγο να καυχάται, ενώ ο νεώτερος Νικόλαος αγιάστηκε, γιατί θέλησε να ακολουθήσει την ίδια στενή οδό του παλαιοτέρου συμπατριώτη του Νικοδήμου. «Η χώρα των Ναξίων απέκτησε τώρα διπλό όνομα ως  πλούτο αδαπάνητο: τον Νικόδημο και τον Νικόλαο» («Ναξίων η χώρα…νυν πλούτον αδαπάνητον δυώνυμον εκτήσατο, Νικόδημον, Νικόλαον») (ωδή α΄).  «Είδε τον μεγάλο Νικόδημο, τον μέγα αγιορείτη και ένδοξο και συμπολίτη άγιο ο Νικόλαος ο Νάξιος, και στερεώθηκε προς αγιασμό του στην ίδια στενή οδό» («Ιδών τον Νικόδημον τον πάνυ, τον μέγαν αγιορείτην και κλεινόν και συμπολίτην άγιον, Νικόλαος ο Νάξιος εν τη αυτή στενή οδώ αγιασθείς εστερέωτο») (ωδή α΄).

Η βραδυγλωσσία του επίσης: παραλληλίζεται με τη βραδυγλωσσία του προφήτη Μωυσή, ο οποίος προς διευκόλυνσή του είχε βοηθό τον αδελφό του Ααρών. Κι όπως ο Μωυσής μπόρεσε να επιτελέσει το καθοδηγητικό του έργο, παρά το πρόβλημά του, έτσι και ο άγιος Πλανάς: καθοδήγησε πολλούς στην πίστη, έχοντας όμως ως βοηθό του όχι άνθρωπο, αλλά το ίδιο το Παράκλητο άγιον Πνεύμα. «Άρθρωσε ατελή λόγο ο παμμακάριος Νικόλαος, μοιάζοντας στον βραδύγλωσσο παλιά Μωυσή, και δεν υστέρησε στο να φωτίσει πολλούς για να γνωρίσουν τον Κύριο» («Λόγον ατελή αρθρώσας ο παμμάκαρ Νικόλαος, και τω βραδυγλώσσω πάλαι Μωυσεί ομοιούμενος, πολλούς Κυρίω φωτίσας ουχ υστέρησεν») (ωδή δ΄). «Ο Ααρών έγινε συμπαραστάτης του Μωυσή και ο Παράκλητος ήλθε αρωγός στον Νικόλαος» («Ααρών συμπαραστάτης Μωυσέως εγένετο και τω Νικολάω ήλθεν αρωγός ο Παράκλητος») (ωδή δ΄).

Εκεί που αποκαλύπτεται περίτρανα η αγιότητα του παπα-Νικόλα ήταν στον λειτουργικό τομέα. Ο άγιος υπήρξε άφθαστος λειτουργός του Υψίστου, όχι γιατί ήταν καλλίφωνος ή έβγαζε ωραία κηρύγματα – τίποτε από αυτά – αλλά γιατί λειτουργούσε με αίσθηση ψυχής, «κατεβάζοντας στη γη τον ουρανό». Τα παιδιά ιδιαιτέρως, και όσοι είχαν καρδιά παιδιού, τον έβλεπαν να λειτουργεί μαζί με τους αγγέλους και να ίπταται πάνω από το έδαφος. «Από τη θεϊκή δόξα σου, φάνηκες στα μάτια των παιδιών, πάτερ, σαν λαμπτήρας φωτεινότατος, και όταν ιερουργούσες με λαμπρούς αγγέλους φαινόσουν να μη πατάς πάνω στη γη» («Λαμπτήρ φαεινότατος, επί τη θεία δόξη σου, φαίνει οφθαλμοίς παιδίων, πάτερ, ιερουργών δε μετά αγγέλων φαιδρών ώφθης μη πατών επί της γης») (ωδή ε΄). Σαν τον άγιο Σπυρίδωνα, που απλός και αυτός ως άνθρωπος, «αγγέλους έσχε συλλειτουργούντας αυτώ». Γι’ αυτό και δεν είναι τυχαίο ότι οι πράγματι σπουδαίοι άνθρωποι της εποχής του, οι μεγάλοι Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, όπως και πλήθος άλλων, αυτόν προτιμούσαν για λειτουργό στις διάφορες ακολουθίες, αυτόν κυρίως ένιωθαν ως μύστη των αρρήτων και αθεάτων μυστηρίων, αυτόν έρχονταν να βοηθήσουν στο ψαλτήρι του.  Ο υμνογράφος, συνεσκιασμένα είναι αλήθεια, κάνει λόγο και για τη σχέση του, χωρίς ο ίδιος να το επιδιώκει, με τους ανθρώπους αυτούς των γραμμάτων. Οι εγγράμματοι θέλγονταν από τον αγράμματο. Όχι βεβαίως για την αγραμματοσύνη του, αλλά για την πλησμονή της χάρης του Θεού που ζούσε πλούσια στην καρδιά του. «Είχες άξιους συνεργάτες, που τραγουδούσαν και έψαλλαν με την καρδιά τους στον Κύριο. Τα ονόματα αυτών είναι πασίγνωστα στους εραστές των γραμμάτων, αλλά και γραμμένα από τον Θεό στο βιβλίο της ζωής» («Αξίους έσχες συνεργούς, άδοντας και ψάλλοντας εν τη καρδία αυτών τω Κυρίω. Τούτων τα ονόματα περίπυστα τοις των γραμμάτων ερασταίς, τω δε Θεώ γεγραμμένα εν βίβλω ζωής») (λιτή).