Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2019

«Ζήτησα από τον Θεό όποιος με γιορτάσει ή διηγηθεί την ζωή μου, να μην του…» Από Newsroom


Άγιος Ονούφριος: «Ζήτησα αυτή τη χάρη από τον Θεό: όποιος κάνει το μνημόσυνο μου και με γιορτάσει ή γράψει ή διηγηθεί την ζωή μου, να μην του έλθει πειρασμός από τον διάβολο»

«Ζήτησα αυτή τη χάρη από τον Θεό: όποιος κάνει το μνημόσυνο μου και με γιορτάσει ή γράψει ή διηγηθεί την ζωή μου, να μην του έλθει πειρασμός από τον διάβολο»
«Και όστις ευρεθεί εις κίνδυνον θαλάσσης ή θυμόν δικαστού ή εις άλλην τινα στενοχωρίαν και σε επικαλεσθή λέγων: «Παντοδύναμε Κύριε δια πρεσβειών του δούλου σου Ονουφρίου ελέησόν με, παρακαλώ την βασιλείαν σου», καθώς μου έταξες, επάκουσον της δεήσεως αυτού».
«Ὁ Ὅσιος Ὀνούφριος, πριν το τέλος του διηγήθηκε στὸν Ὅσιο Παφνούτιο τὴν ζωή του καὶ τοὺς πνευματικοὺς ἀγῶνές του. Σὲ κάποια στιγμή, σταμάτησε νὰ μιλάει καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο τοῦ λέει:
-Ἄς σταματήσουμε τὰ λόγια παιδί μου, καὶ ἂς πάμε στὴν κατοικία μου.
Προετοιμάζεται γιὰ τὸ αἰώνιο ταξίδι.
Μὲ χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση περπάτησαν τρία μίλια μέχρις ὅπου ἔφθασαν στὴν καλύβα τοῦ Ὁσίου Ὀνουφρίου. Μπῆκαν μέσα καὶ ἀμέσως προσευχήθηκαν στὸν Κύριο τὸν ὁποῖο εὐχαρίστησαν ποὺ τοὺς ἀξίωσε νὰ συναντηθοῦν καὶ νὰ συνομιλήσουν γιὰ τὸν Θεό. Τὸ ὅτι ἡ ὥρα πέρασε χωρὶς νὰ τὸ καταλάβουν φαινόταν ἀπὸ τὸ ἡλιοβασίλεμα. Ξαφνικὰ στὴ μέση τοῦ κελλιοῦ βλέπουν ἕνα ψωμὶ μεγάλο καὶ ὡραιότατο. Τότε ὁ Ὅσιος Ὀνούφριος λέει:
-Σήκω παιδί μου, φάε καὶ πιὲς ὅ,τι μᾶς ἔστειλε ὁ Κύριος γιατὶ εἶσαι πολὺ ταλαιπωρημένος ἀπὸ τὴν πεζοπορία καὶ ἂν δὲν φᾶς κινδυνεύεις νὰ ἀῤῥωστήσεις.
Ὁ φιλοξενούμενος ἀπάντησε:
-Ζεῖ Κύριος ὁ Σωτήρας μας μπροστὰ στὸν Ὁποῖο βρισκόμαστε. Δὲν θὰ φάω ὅμως, ἂν δὲν φᾶμε μαζὶ μὲ ἀδελφικὴ ἀγάπη.
Τελικά, ὁ Ὅσιος Ὀνούφριος πείσθηκε νὰ φάει καὶ αὐτός. Ἀφοῦ σηκώθηκαν καὶ ἔκαναν τὴν προσευχή τους ξανακάθησαν νὰ φᾶνε μὲ ὅ,τι τοὺς ἔστειλε ὁ Θεός. Ὁ Ὅσιος Ὀνούφριος ἔκοψε μὲ τὰ χέρια του τὸ ψωμὶ σὲ κομμάτια καὶ ἀφοῦ ἔφαγαν δόξασαν τὸν Θεό. Στὴν συνέχεια ὁ καθένας ἀσχολήθηκε μὲ ἀτομικὴ προσευχή.
Ὅταν τὸ φῶς τῆς μέρας ἐπέτρεπε νὰ δεῖς καλὰ τὸ πρόσωπο τοῦ ἄλλου, ὁ Ὅσιος Παφνούτιος βλέπει ὅτι ἡ ὄψη τοῦ προσώπου τοῦ Ὁσίου Ὀνουφρίου ἦταν χλωμή, καὶ ἀλλοιωμένη. Φοβισμένος τὸν ρώτησε γιατὶ συμβαίνει αὐτό. Αὐτὸς ἀπάντησε:
-Μὴ φοβηθεῖς ἀδελφέ, γιατὶ ὁ ἀγαθότατος καὶ σπλαγχνικὸς Κύριος σὲ ἔστειλε γιὰ νὰ θάψεις τὸ σῶμά μου. Νὰ ποὺ σήμερα τελειώνει ἡ παροικία μου καὶ φεύγει ἡ ψυχή μου γιὰ τὴν ἀνείπωτη εὐφροσύνη τῆς οὐρανίου μακαριότητος καὶ νὰ θυμᾶσαι ὅταν πᾶς στὴν Αἴγυπτο νὰ κηρύξεις στοὺς μοναχοὺς καὶ σὲ ὅλους τοὺς χριστιανούς, ὅτι ζήτησα αὐτὴ τὴν χάρη ἀπὸ τὸν Θεό: ὅποιος κάνει τὸ μνημόσυνό μου, καὶ μὲ γιορτάσει ἢ γράψει ἢ διηγηθεῖ τὴν ζωή μου, νὰ μὴν τοῦ ἔλθει πειρασμὸς ἀπὸ τὸν διάβολο.
-Ἅγιε Πάτερ, δῶσέ μου τὴν εὐλογία νὰ μείνω ἐδῶ τὸ ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς μου.
-Δὲν σὲ ἔστειλε ὁ Θεὸς νὰ μείνεις ἐδῶ, ἀλλὰ μόνο νὰ θάψεις τὸ σῶμά μου καὶ νὰ εὐφρανθεῖς μὲ τοὺς Ὁσίους δούλους Του ποὺ μένουν σὲ αὐτὴ τὴν ἔρημο, καὶ νὰ κηρύξεις στοὺς φιλόχριστους τὸν τρόπο ζωῆς τους γιὰ τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ γιὰ νὰ τοὺς μιμηθοῦν ὅσο μποροῦν.
Ἔπεσε στὰ πόδια του ὁ Παφνούτιος καὶ τοῦ εἶπε:
-Ἅγιε Πάτερ, γνωρίζω ὅτι ὅσα ζητήσεις ἀπὸ τὸν Θεὸ θὰ σοῦ τὰ δώσει, ἐξαιτίας τῶν ἀγώνων σου. Σὲ παρακαλὼ πολύ, νὰ μὲ εὐλογήσεις νὰ γίνω ὅμοιός σου στὴν ἀρετή, νὰ πάρω ἀπὸ τὸν Θεὸ τὴν ἴδια δόξα καὶ ὅμοιο στεφάνι στὴν αἰώνια ζωή.
-Ὁ Κύριος νὰ μὴν σὲ λυπήσει γιὰ αὐτὸ ποὺ ζήτησες, ἀλλὰ νὰ σὲ εὐλογήσει καὶ νὰ σὲ στηρίξει στὴν ἀγάπη Του, νὰ σὲ λυτρώσει ἀπὸ κάθε ἁμαρτία, πειρασμὸ τοῦ ἐχθροῦ καὶ νὰ ἐκπληρώσει τὴν ἐπιθυμία σου. Οἱ Ἄγγελοι Του νὰ σὲ σκεπάσουν καὶ νὰ σὲ φυλάξουν ἀπὸ τὶς ἐπιβολὲς τοῦ ἐχθροῦ, γιὰ νὰ μὴν σὲ βρεῖ ὁ ψυχοφθόρος κανένα φταίξιμο τὴν ὥρα τῆς κρίσης. Ἡ εὐλογία τῆς Παναγίας Τριάδος ἄς εἶναι μαζί σου, τώρα καὶ στὴν ἀτελειώτη αἰωνιότητα.
Προσευχή του Οσίου Ονουφρίου
Στὴν συνέχεια, ὁ Ὅσιος Ὀνούφριος γονάτισε, ὕψωσε τὰ χέρια καὶ τὸ βλέμμα του στὸν οὐρανὸ καὶ μὲ δάκρυα στὰ μάτια προσευχήθηκε λέγοντας:
-Ὕψιστε Κύριε, ποὺ ἡ δύναμή Σου εἶναι ἀνεξιχνίαστη καὶ ἡ δόξαΣου ἀκατανόητη καὶ ἀνέκφραστη, τὸ δὲ ἔλεός Σου ἄπειρο καὶ ἀμέτρητο, ὑμνῶ, εὐλογῶ, προσκυνῶ καὶ δοξάζω ἐσένα ποὺ πόθησα ἀπὸ τὴν νεότητά μου καὶ Σένα ἀκολούθησα. Ἐπάκουσέ με Σὲ παρακαλῶ. Ἐσὺ ποὺ φρόντισες γιὰ μένα τὸν φτωχὸ καὶ ἀπομάκρυνες ἀπὸ τὶς ἀνάγκες τὴν ψυχή μου καὶ δὲν μὲ ἐγκατέλειψες στὰ χέρια τῶν ἐχθρῶν μου ἀλλὰ ἔδωσες ζωὴ στὴν καρδιά μου.
Σὲ ἱκετεύω Κύριε, σκέπασόν με μὲ τὴν εὐλογία Σου, γιὰ νὰ μὴ ταραχτεῖ ἡ ψυχή μου ἀπὸ τοὺς δαίμονες ὅταν χωρισθεῖ ἀπὸ τὸ σῶμα, ἀλλὰ παράλαβέ την μὲ τοὺς Ἁγίους Ἀγγέλους σου καὶ κατάταξέ την ὅπου ἐπισκοπεῖ τὸ φῶς τοῦ προσώπου Σου, γιατὶ εἶσαι εὐλογητὸς καὶ δοξασμένος εἰς τοὺς αἰῶνες.
Μὴν ξεχνᾶς πολυέλεε τοὺς πιστούς. Ὅσους βρεθοῦν σὲ κίνδυνο καὶ προσευχηθοῦν λέγοντας: Παντοδύναμε Κύριε, μὲ τὶς πρεσβεῖες τοῦ δούλου Σου Ὀνουφρίου ἐλέησέ με· ἄκουσέ τους Σὲ παρακαλῶ καὶ χάρισέ τους τὴν Βασιλεία Σου, ὅπως μοῦ ἔταξες».
Απὸ τὸ βιβλίο τοῦ Γεωργίου Μηλίτση: «Ὁ Ὅσιος Ὀνούφριος», Τρίκαλα 2008.

Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2019

Βίος Αγίου Αρσενίου του Καππαδόκου

Βίος συνοπτικὸς τοῦ Ὁσίου Ἀρσενίου τοῦ Καππαδόκου


Ὁ Ὅσιος Ἀρσένιος ὁ Καππαδόκης γεννήθηκε γύρω στὰ 1840 μ.Χ. στὰ Φάρασα ἢ Βαρασιό, στὸ Κεφαλοχῶρι τῶν ἕξι χριστιανικῶν χωριῶν τῆς περιφερείας Φαράσων τῆς Καππαδοκίας. Οἱ γονεῖς του ἦσαν πλούσιοι σὲ ἀρετὲς καὶ μέτριοι σὲ ἀγαθά. Εἶχαν ἀποκτήσει δύο ἀγόρια, τὸν Βλάσιο καὶ τὸν Θεόδωρο (τὸν Ἅγιο Ἀρσένιο).
Ἀπὸ μικρὴ ἡλικία ἔμειναν ὀρφανὰ καὶ τὰ προστάτεψε ἡ θεία τους, ἀδελφή της μητέρας τους. Ἕνα θαυμαστὸ γεγονὸς ποὺ συνέβηκε στὰ παιδιὰ καὶ τὴν θαυματουργικὴ διάσωση τοῦ μικροῦ τότε Θεοδώρου ἀπὸ τὸν Ἅγιο Γεώργιο ποὺ τὸν ἔσωσε ἀπὸ βέβαιο πνιγμό, εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα, γιὰ τὸν μὲν Βλάσιο νὰ δοθεῖ μὲ τὸν δικό του τρόπο στὸν Θεό, νὰ τὸν δοξολογεῖ ὡς δάσκαλος τῆς βυζαντινῆς μουσικῆς καὶ κατέληξε ἀργότερα στὴν Κωνσταντινούπολη, γιὰ τὸν Θεόδωρο δὲ νὰ θέλει νὰ γίνει καλόγερος. Στὴ συνέχεια μεγαλώνοντας, στάλθηκε στὴ Νίγδη καὶ μετὰ στὴ Σμύρνη ὅπου τέλειωσε τὶς σπουδές του.
Στὰ εἴκοσι ἕξι του περίπου χρόνια πῆγε στὴν Ἱερὰ Μονὴ Φλαβιανῶν τοῦ Τιμίου Προδρόμου (Ζιντζὶ-Ντερὲ) ὅπου ἀργότερα ἐκάρη Μοναχὸς καὶ πῆρε τὸ ὄνομα Ἀρσένιος. Δυστυχῶς ὅμως δὲ χάρηκε πολὺ τὴν ἡσυχία του, διότι ἐκείνη τὴν ἐποχὴ εἶχαν ἀνάγκη μεγάλη ἀπὸ δασκάλους καὶ ὁ Μητροπολίτης Καισαρείας Παΐσιος ὁ Β´, τὸν χειροτόνησε Διάκο καὶ τὸν ἔστειλε στὰ Φάρασα γιὰ νὰ μάθει γράμματα στὰ ἐγκαταλειμμένα παιδιά. Αὐτὸ φυσικὰ γινόταν στὰ κρυφά, μὲ χίλιες δύο προφυλάξεις, γιὰ νὰ μὴ μάθουν τίποτε οἱ Τοῦρκοι. Στὸ τριακοστὸ ἔτος τῆς ἡλικίας του χειροτονήθηκε στὴν Καισάρεια πρεσβύτερος μὲ τὸ ὀφφίκιο τοῦ Ἀρχιμανδρίτου καὶ τὴν εὐλογία ὡς Πνευματικός.
Ἄρχισε πιὰ ἡ πνευματική του δράση νὰ γίνεται μεγαλύτερη καὶ νὰ ἁπλώνεται. Μὲ τὴν ἄφθονη Θεία Χάρη ποὺ τὸν προίκισε ὁ Θεὸς θεράπευε τὶς ψυχὲς καὶ τὰ σώματα τῶν πονεμένων ἀνθρώπων. Εἶχε πολλὴ ἀγάπη στὸν Θεὸ καὶ πρὸς τὴν εἰκόνα Του, τὸν ἄνθρωπο καὶ ὄχι στὸν ἑαυτό του, διότι, ὅταν ἔβλεπε πολὺ πόνο καὶ καταπίεση τουρκική, ἡ ἀγάπη τὸν ἔβγαζε ἔξω ἀπὸ τὸν ἑαυτό του καὶ ἔξω ἀπὸ τὸ χωριό του καὶ ἀγκάλιαζε καὶ τὰ γύρω χωριά. Θεράπευε ἀδιάκριτα τὸν ἀνθρώπινο πόνο ὅπου τὸν συναντοῦσε σὲ Χριστιανοὺς ἢ Τούρκους. Γιὰ τὸν Ἅγιο δὲν εἶχε καμιὰ σημασία, διότι ἔβλεπε στὸ πρόσωπό τους, τὴν μὲ πολλὴ ἀγάπη πλασθεῖσα εἰκόνα τοῦ Θεοῦ.
Ἀναρίθμητα εἶναι τὰ θαύματα ποὺ ἐπετέλεσε ὁ Ἅγιος μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Στεῖρες γυναῖκες τεκνοποιοῦσαν, ἀφοῦ τὶς διάβαζε εὐχὴ ἢ ἔδιδε «φυλακτὸ» ποὺ ἦταν ἕνα κομμάτι χαρτὶ γραμμένο μὲ κάποιες εὐχὲς ποὺ τὶς ἔγραψε ὁ ἴδιος. Διάβαζε τὸ Ἅγιο Εὐαγγέλιο σὲ σοβαρὲς περιπτώσεις, ὅπως στοὺς τυφλούς, βουβούς, χωλοὺς παραλυτικούς, δαιμονιζομένους καὶ γινόντουσαν καλά, μόλις τελείωνε τὴν ἀνάγνωση. Πολλοὶ Χριστιανοὶ καὶ Τοῦρκοι εἶχαν θεραπευθεῖ, ἀφοῦ πῆραν χῶμα ἀπὸ τὸ κατώφλι τοῦ κελιοῦ του καὶ ἀναμιγνύοντάς το μὲ λίγο νερὸ τὸ ἔπιναν, πιστεύοντας ὅτι θὰ ἐθεραπεύοντο καὶ ἡ πίστη τους ποὺ εἶχαν στὸν Θεό, ἔκανε τὸ θαῦμα. Χρήματα φυσικὰ δὲ δεχόταν ποτὲ οὔτε κι ἔπιανε στὰ χέρια του.
Συνήθιζε νὰ λέγει «ἡ πίστη μας δὲν πουλιέται». Βίωνε ὁλοκληρωτικὰ καὶ «ἔπασχε τὰ Θεῖα». Ζοῦσε μὲ αὐταπάρνηση, διότι ἀγαποῦσε πολὺ πρῶτα τὸν Θεὸ καὶ μετὰ τὴν εἰκόνα Του, τὸν πλησίον. Αἱματηροὺς ἀγῶνες καὶ προσπάθειες κατέβαλε γιὰ νὰ διατηρήσει τοὺς συγχωριανοὺς καὶ τοὺς συμπατριῶτες του στὴν πίστη, γιὰ νὰ μὴν κλονιστοῦν καὶ ἀλλαξοπιστήσουν στὶς χαλεπὲς ἐκεῖνες ἡμέρες καὶ ἐποχές, ἀπὸ τὶς πολλὲς καὶ διάφορες πιέσεις ποὺ δέχονταν ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ διάφορους προβατόσχημους λύκους, τοὺς προτεστάντες, ποὺ προσπαθοῦσαν νὰ ποιμάνουν τὴν ποίμνη τοῦ Χριστοῦ.
Τὸ κελί του, μικρό, ἀπέριττο, εὑρισκόταν μέσα στὸν κόσμο. Ζοῦσε μέσα στὸν κόσμο, ἀλλὰ συγχρόνως κατόρθωνε νὰ ζεῖ καὶ ἐκτὸς τοῦ κόσμου. Σὲ αὐτό, καθὼς καὶ γιὰ τὰ θεῖα του κατορθώματα, πολὺ τὸν βοηθοῦσαν οἱ δύο ἡμέρες (ἡ Τετάρτη καὶ ἡ Παρασκευὴ) ποὺ ἔμενε ἔγκλειστος στὸ κελί του, προσευχόμενος, οἱ ὁποῖες καρποφοροῦσαν περισσότερο πνευματικὰ τότε, διότι ἁγίαζαν καὶ τὴν ἐργασία τῶν ἄλλων ἡμερῶν. Ὧρες ἔμενε γονατιστὸς προσευχόμενος στὸν Θεὸ γιὰ τὸν λαό Του, ποὺ τὸν εἶχε ἐμπιστευθεῖ στὰ ἀσκητικὰ χέρια τοῦ δούλου Του Ἀρσενίου.
Ἡ μεγάλη εὐαισθησία τοῦ Ἁγίου Πατρὸς δὲν ἄντεχε νὰ κάνει κανένα κακὸ στὴν πλάση, ἰδιαίτερα στὰ ζῷα. Ποτέ του δὲν κάθισε σὲ ζῷο νὰ τὸ κουράσει, γιὰ νὰ ξεκουράσει τὸν ἑαυτό του· προτιμοῦσε πάντοτε νὰ βαδίζει πεζὸς καὶ ὅπως συνήθιζε ξυπόλυτος. Εἶχε πάντοτε μπροστά του τὸν Χριστὸ ποὺ ποτὲ Τοῦ δὲν κάθισε σὲ ζῷο - μόνο μιὰ φορὰ - καὶ ὅπως χαρακτηριστικὰ ἔλεγε: «Ἐγὼ ποὺ εἶμαι χειρότερος καὶ ἀπὸ τὸ γαϊδουράκι, πῶς νὰ καθίσω σ᾿ αὐτό;»
Γιὰ νὰ κρύψει τὶς ἀρετές του ἀπὸ τὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων καὶ νὰ ἀποφύγει ἔτσι τοὺς ἐπαίνους, καταφευγε σ᾿ ὁρισμένες «ἰδιοτροπίες». Παρουσιαζόταν σὰν σκληρός, θυμώδης, ὀξύθυμος, ἀπόπαιρνε τὶς διάφορες γυναῖκες, ποὺ ἀπὸ ἀγάπη γι᾿ αὐτὸν καὶ εὐγνωμοσύνη προσπαθοῦσαν νὰ τὸν βοηθήσουν, μὲ διάφορους τρόπους, νὰ τοῦ μαγειρεύουν καὶ νὰ τοῦ στέλνουν φαγητό. Ὅπως χαρακτηριστικὰ ἔλεγε στὸν πιστό του φίλο καὶ ψάλτη Πρόδρομο Ἐζνεπίδη τὰ ἑξῆς: «Ἐὰν ἤθελα νὰ μὲ ὑπηρετοῦν γυναῖκες, θὰ γινόμουν ἔγγαμος ἱερεὺς καὶ θὰ μὲ ὑπηρετοῦσε παπαδιά. Τὸν καλόγηρο ποὺ τὸν ὑπηρετοῦνε γυναῖκες, δὲν εἶναι καλόγηρος».
Ὅταν ὕψωνε τὰ χέρια του γιὰ νὰ παρακαλέσει γιὰ κάτι τὸν Θεό, ἄρχιζε νὰ τὸν παρακαλεῖ προσευχόμενος καὶ φωνάζοντας, «Θεέ μου!» λὲς καὶ ξεκοβόταν ἡ καρδιὰ τοῦ ἐκείνη τὴν ὥρα, καὶ θαρρεῖς πὼς ἔπιανε τὸν Χριστὸ ἀπὸ τὰ πόδια καὶ δὲν τοῦ ἔκανε τὸ αἴτημά του. «Ἐμεῖς», ὅπως ἔλεγαν οἱ Φαρασιῶτες, «στὴν πατρίδα μας τί θὰ πεῖ γιατρός, δὲν ξέραμε· στὸν Χατζεφεντῆ τρέχαμε. Στὴν Ἑλλάδα μάθαμε ἀπὸ γιατρούς, ἀλλὰ ἂν τὰ ποῦμε στοὺς ἐντοπίους, τοὺς φαίνονται παράξενα».
Ἡ ἁγία του μορφὴ συνέχεια σκοποῦσε χάρη καὶ παρηγοριά. Τὸ πρόσωπό του ἔλαμπε ἀπὸ τὴν ἀσκητικὴ γυαλάδα, ποὺ ἔμοιαζε σὰν τὸ χρῶμα τοῦ φτιασμένου κυδωνιοῦ. Εἶχε πιὰ ἐξαϋλωθεῖ ἀπὸ τοὺς ὑπερφυσικοὺς πνευματικοὺς ἀγῶνες, ποὺ ἔκανε ἀπὸ ἀγάπη στὸν Χριστό, καθὼς καὶ ἀπὸ τοὺς πολλούς του κόπους γιὰ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸ ποίμνιό του, ποὺ τὸ ποίμανε πενήντα χρόνια σὰν καλὸς Ποιμένας.
Ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἄλλα του χαρίσματα εἶχε καὶ τὸ προορατικὸ χάρισμα. Εἶχε πληροφορηθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό, πὼς θὰ ἔφευγαν ὡς πρόσφυγες γιὰ τὴν Ἑλλάδα· πράγμα ποὺ ἔγινε στὶς 14 Αὐγούστου τοῦ 1924 μ.Χ. μὲ τὴν ἀνταλλαγὴ τῶν πληθυσμῶν. Γνώριζε ἀπὸ προηγουμένως καὶ τὸν θάνατό του καὶ ὅτι αὐτὸς θὰ συνέβαινε σ᾿ ἕνα νησί.
Τρεῖς μέρες πρὶν τὴν ἐκδημία του ἦλθε ἡ Παναγία, τὸν γύρισε σ᾿ ὅλο τὸ Ἅγιον Ὄρος, τὰ Μοναστήρια, τοὺς Ναοὺς ποὺ τόσο ἐπιθυμοῦσε νὰ δεῖ καὶ δὲν εἶχε ἀξιωθεῖ καὶ τοῦ εἶπε ὅτι σὲ τρεῖς ἡμέρες θὰ παρουσιαστεῖ στὸν Κύριο, ποὺ τόσο πολὺ ἀγάπησε καὶ ἔδωσε ὅλο του τὸν ἑαυτὸ σ᾿ Αὐτόν.
Κοιμήθηκε στὶς 10 Νοεμβρίου τοῦ 1924 στὴν Κέρκυρα καὶ ἐτάφη ἐκεῖ.