Παρασκευή 21 Μαΐου 2021

Άγιος Παχώμιος ο Μέγας: ο ιδρυτής του κοινοβιακού μοναχισμού

 


ΑΓΙΟΣ ΠΑΧΩΜΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ: Ο ΙΔΡΥΤΗΣ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΒΙΑΚΟΥ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΥ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

Ανάμεσα στις μεγάλες μορφές του ορθοδόξου μοναχισμού ξεχωρίζει και ο άγιος Παχώμιος, τον οποίο η Εκκλησία μας τον προσαγόρευσε Μέγα, τόσο για την προσωπική του ασκητική οσιότητα, όσο και για την συμβολή του στη διαμόρφωση του κοινοβιακού μοναχικού ιδεώδους.

Γεννήθηκε το 292 στην περιοχή της Κάτω Θηβαΐδος της Αιγύπτου από ειδωλολάτρες γονείς. Έζησε στα χρόνια του Μ. Κωνσταντίνου (306-337) και σε ηλικία 20 ετών κατετάγη στον αυτοκρατορικό στρατό και συμμετέσχε στον εμφύλιο πόλεμο εναντίον του Λικινίου. Για τον Χριστιανισμό άκουσε για πρώτη φορά στο στράτευμα και είδε τη διαφορετική ζωή και το ήθος των Χριστιανών και εντυπωσιάστηκε. Χριστιανοί στρατιώτες τον κατήχησαν στη νέα πίστη. Όταν απολύθηκε από τις τάξεις του στρατού αποφάσισε να πάει στην έρημο, προκειμένου να συναντήσει αγίους γέροντες για να διδαχτεί περισσότερα για τον Χριστιανισμό και να λάβει το άγιο Βάπτισμα. Η ζωή των αγίων ασκητών τον ενθουσίασε και αποφάσισε να ακολουθήσει και ο ίδιος την ασκητική ερημική ζωή. Τέθηκε δε υπό την πνευματική καθοδήγηση του ονομαστού ασκητή Παλάμονος, του οποίου έγινε ακόλουθος και μιμητής για έξι περίπου χρόνια.

Περί το 320 και μετά την κοίμηση του αγίου γέροντος πνευματικού του, αποφάσισε να εγκατασταθεί σε μια έρημη νησίδα του Νείλου ποταμού, την Ταβέννη, στην Άνω Θηβαΐδα. Τον ακολούθησε ένας ευλαβής και πιστός μοναχός, ονόματι Ιωάννης, με τη βοήθεια του οποίου ίδρυσε μια μικρή μονή. Εκεί απομονωμένος από τον κόσμο ο Παχώμιος αγωνιζόταν για την προσωπική του κάθαρση με προσευχή, νηστεία, αγρυπνία και αδιάκοπη άσκηση αποκοπής των παθών. Με τον προσωπικό του αγώνα και τη χάρη του Θεού έγινε θεοφόρο σκεύος αγιότητας. Η φήμη του δεν άργησε να γίνει γνωστή στη γύρω περιοχή και να προσελκύσει πλήθος ερημιτών, οι οποίοι συνέρρεαν στην απομονωμένη νησίδα για να πάρουν την ευλογία του και να ζητήσουν τις πνευματικές του νουθεσίες. Πολλοί από αυτούς δήλωναν ότι ήθελαν να εγκαταβιώσουν πλησίον του. Έτσι σε σύντομο χρόνο η νησίδα Ταβέννη αριθμούσε περισσότερος από 14.000 μοναχούς! Αξιώθηκε ο Παχώμιος να είναι ο μεγαλύτερος οικιστής μοναχών στην ιστορία της Εκκλησίας.

Οι μοναχοί της Ταβέννης ονομάστηκαν Ταβεννησιώτες και ζούσαν σε μικρά οικήματα ανά τρεις. Ο συγγραφέας της λεγομένης «Λαυσαϊκής Ιστορίας», που συνέγραψε περί το 420 ο Παλλάδιος, αναφέρει πως ο Παχώμιος βλέποντας αυτόν τον μεγάλο αριθμό των αναχωρητών, άτακτα ζώντας, χωρίς κανόνες, αποφάσισε να τους συνενώσει σε κοινόβιο, κάτω από την καθοδήγηση ενός ηγουμένου. Να μένουν σε ενιαίο χώρο, τη Μονή, να έχουν κοινή προσευχή, κοινό φαγητό, κοινή ενδυμασία, κοινή εργασία, κοινά έσοδα και έξοδα. Για το λόγο αυτό κατάρτισε κανόνες, οι οποίοι θα γίνονται αποδεκτοί από τους μοναχούς και θα καθορίζουν τη ζωή τους στο κοινόβιο.

Οι πολυάριθμοι μοναχοί Ταβεννησιώτες αποδέχτηκαν τους κανόνες και συνενώθηκαν, αποτελούντες το πρώτο κοινόβιο μοναστήρι στην ιστορία του χριστιανικού μοναχισμού. Ο Παχώμιος θεωρείται ο θεμελιωτής του κοινοβιακού μοναχισμού. Η κύρια ενασχόληση των μοναχών ήταν η κοινή πρωινή και βραδινή προσευχή. Η εργασία ήταν υποχρεωτική για όσους μπορούσαν να εργάζονται και το κέρδος της εργασίας έμπαινε σε κοινό ταμείο για την συντήρηση όλων και όσων δε μπορούσαν να εργαστούν. Ήταν υποχρεωμένοι να φορούν ομοιόμορφη ενδυμασία, η οποία αποτελούνταν από λινό ποδήρη χιτώνα, ζώνη τρίχινη και κωνοειδές κουκούλιο, το οποίο έφτανε ως τους ώμους. Υποδήματα σπάνια φορούσαν. Κοινή ήταν επίσης και η τροφή και τα γεύματά τους αποτελούνταν από φυτικές τροφές, τυρί και νερό. Κατά την ώρα τους γεύματος επικρατούσε σιγή και οι μοναχοί συνεννοούνταν μεταξύ τους με νεύματα. Κάλυπταν επίσης τα πρόσωπά τους ώστε να βλέπουν μόνο την τράπεζα και να μη διασπάται η προσοχή τους με τους άλλους μοναχούς.

Οι Ταβεννησιώτες μοναχοί κοιμούνταν ελάχιστα και ουδέποτε σε κλίνη, αλλά καθιστοί. Κάθε Σάββατο και Κυριακή κοινωνούσαν των Αχράντων Μυστηρίων, αφού προηγείτο η αλληλοσυγχώρηση και ο ασπασμός της αγάπης μεταξύ τους. Ο Παχώμιος όρισε να είναι χωρισμένοι σε εικοσιτέσσερα τάγματα, καθένα χαρακτηριζόμενο από τα γράμματα της αλφαβήτου. Σε αυτά κατατάσσονταν ανάλογα με την πνευματική τους ωριμότητα και την συμπεριφορά τους στο κοινόβιο.

Ο άγιος Παχώμιος δεν ξεχώριζε τον εαυτό του από τους άλλους μοναχούς, αλλά συμμετείχε το ίδιο με αυτούς στο κοινόβιο με τους ίδιους κανόνες. Αν και ηγούμενος, ουδέποτε διαφοροποιήθηκε από τους άλλους μοναχούς στη διακονία. Το έτος 348 εκδηλώθηκε πανώλη στο κοινόβιο, όπου προσβλήθηκαν πολλοί μοναχοί από τη νόσο και πέθαναν. Ο άγιος Παχώμιος περιποιούνταν με αυταπάρνηση τους ασθενείς μοναχούς. Ωστόσο προσβλήθηκε και αυτός από τη νόσο, ασθένησε και απέθανε. Τον διαδέχτηκε στην ηγουμενία ο όσιος Θεόδωρος ο Ηγιασμένος, μια άλλη επίσης σημαντική μορφή του μοναχισμού. Η μνήμη του Μεγάλου Παχωμίου τιμάται στις 15 Μαΐου.  

Η ικανότητα του αγίου Παχωμίου να συνενώσει και να διοικήσει τόσες χιλιάδες ανθρώπους υπήρξε θαυμαστή και μόνο η δύναμη και η χάρις του Θεού μπορεί να την εξηγήσει. Η βιογραφία του αναφέρει πως τους κανόνες του κοινοβιακού μοναχισμού του υπαγόρευσε άγγελος Κυρίου. Ο άγιος Παχώμιος έβαλε όπως είπαμε τα θεμέλια του κοινοβιακού μοναχισμού, ο οποίος είναι σύμφωνος με την χριστιανική διδασκαλία. Αποτελεί δε τον πυρήνα της ιδανικής κοινωνικής συμβιώσεως και τον οδηγό για την ιδανική κοινωνία, η οποία μπορεί να φέρει την πολυπόθητη ειρήνη, αδελφοσύνη και αγάπη στην ανθρωπότητα. Γι’ αυτό και ο άγιος Παχώμιος χαρακτηρίζεται μέγας!   

Όσιος Ονούφριος: Ο Άγιος που τάιζε ψωμί τον μικρό Χριστό

 





Όσιος Ονούφριος ο Αιγύπτιος – Εορτάζει στις 12 Ιουνίου

Υπάρχει ένα θαυμάσιο γεγονός από τη ζωή του Αγίου Ονουφρίου, τον οποίο εορτάζει η εκκλησία μας στις 12 Ιουνίου.

Όταν λοιπόν ήταν πολύ μικρός, 5-6 ετών, και ζούσε στο Κοινόβιο, συνέβη το εξής: Ως μικρός που ήταν, έτρωγε συχνότερα από τους άλλους πατέρες. Όταν πεινούσε, έτρεχε στον τραπεζάρη και του ζητούσε ψωμί, ελιές, φρούτα….

Κάποτε όμως ο τραπεζάρης πρόσεξε ότι έπαιρνε συχνότερα ψωμί και εξαφανιζόταν.

– Κάποιο ζωάκι μάλλον θα ταΐζει σκέφτηκε.

Αυτό συνεχίστηκε για καμιά εβδομάδα.

– Ας πάω να δω, είπε μέσα του ο τραπεζάρης, που τα πηγαίνει αυτά που του δίνω.Πράγματι,τον παρακολούθησε και τον είδε να μπαίνει στο Καθολικό της Μονής και να κλείνει πίσω του την πόρτα.

Έτρεξε γρήγορα στο παράθυρο και μ’ αυτά που είδε, γούρλωσαν τα μάτια του…

Ο μικρός κουβέντιαζε με το βρέφος Ιησού, που ευρίσκετο στην αγκαλιά της Θεοτόκου, στην εικόνα του Τέμπλου!

-Σου έφερα και σήμερα ψωμάκι, έλεγε στον Χριστούλη, μια και δε Σε ταΐζει κανείς…ούτε και η μαμά Σου…Και άπλωσε το χέρι και Του έδωσε μια φέτα ψωμί..

Και ο Κύριος Ιησούς Χριστός, που ήταν μικρό παιδάκι στην ιερή εικόνα, άπλωσε το χεράκι, πήρε το ψωμί και όπως μάζεψε το χεράκι του μαζί με το ψωμάκι, εξαφανίστηκε το ψωμί μέσα στην εικόνα.
Ευθύς αμέσως ο τραπεζάρης, με την ψυχή γεμάτη έκπληξη και δέος,έτρεξε στον Ηγούμενο και του διηγήθηκε τι συνέβη.

Τότε ο Ηγούμενος του έδωσε εντολή να μην δώσουν του παιδιού καθόλου ψωμί, αλλά όταν παρακλητικά θα ζητούσε, να του λέγουν:

Να πας να ζητήσεις και να σου δώσει ψωμί Εκείνος, τον οποίον μέχρι χθες εσύ τάιζες.

Την επομένη ημέρα, βλέποντας ο μικρός Ονούφριος ότι δεν του δίδουν ψωμί και τον στέλνουν να ζητήσει από Εκείνον, που μέχρι τότε έτρεφε, έτρεξε αμέσως στην Εκκλησία και πηγαίνοντας μπροστά στην εικόνα είπε στον Χριστούλη:

– Χριστούλη μου, δεν μου δίνουν ψωμάκι και μου είπαν να Σου πω να μου δώσεις από το δικό Σου.

Τώρα, που θα το βρεις Εσύ, δέν ξέρω! Και ω του θαύματος! άπλωσε το μικρό Του χεράκι το βρέφος Ιησούς από την αγκάλη της Παναγίας Μητρός Του, και του έδωσε ένα τεράστιο ψωμί, τόσο μεγάλο, που δεν μπορούσε να το σηκώσει!

Μοσχομύριζε δε τόσο πολύ, που το ουράνιο αυτό άρωμα απλώθηκε όχι μόνο μέσα στον Ναό, αλλά και σ’ όλο το μοναστήρι και στον γύρω τόπο.

Έκπληκτοι και έκθαμβοι οι μοναχοί από τα γενόμενα, είδαν τον πενταετή Ονούφριο να βγάζει τον τεράστιο αυτό άρτο έξω, μετά πολλού-πολλού κόπου.

Έτρεξαν δύο μοναχοί να βοηθήσουν, αλλά ήταν πολύ βαρύς! Για πολλές ημέρες έτρωγαν, έτρωγαν, χόρταιναν, αλλά ο ουράνιος άρτος ήταν και παρέμενε αδαπάνητος.

Είναι αυτό, που έχει βεβαιωτικά η Εκκλησία μας στη Θεία Λατρεία: » Ο πάντοτε εσθιόμενος και μηδέποτε δαπανώμενος».

Από τότε ευλαβούντο πολύ τον μικρό Ονούφριο, διότι εγνώριζαν πλέον ότι με την αύξηση της ηλικίας του θα αυξάνετο και η αγιότης του.

Θα εγίνετο ένας μεγάλος Άγιος όπως και έγινε.Από τέτοιον όμοιο ουράνιο άρτο ετρέφετο ο Άγιος Ονούφριος, όταν για εξήντα ολόκληρα χρόνια ζούσε στην έρημο.

Εμπειρίες κατά την Θ. Λειτουργία, π. Στεφάνου Αναγνωστοπούλου

Η «Ουράνια Ιεραρχία» (Αγ. Διονυσίου Αρεοπαγίτη). Από Askitikon


Η «Ουράνια Ιεραρχία» (Αγ. Διονυσίου Αρεοπαγίτη).

«Κάθε αγαθή προσφορά και κάθε τέλειο δώρημα κατεβαίνει άνωθεν από τον Πατέρα των Φώτων» (Ιακ. 1:17). Με αυτά τα λόγια της Αγίας Γραφής αρχίζει ο Διονύσιος να γράφει “περί της Ουρανίας Ιεραρχίας”.

Το κάνει, ίσως, αυτό για να τοποθετηθεί το όλο πλαίσιο στο Φως, το πραγματικό φως. Δεν πρέπει δε να λησμονούμε ούτε προς στιγμή ότι από τον Έναν, τον Κύριο του παντός, πηγάζει κάθε ευλογία.

Ακόμα και τα αγγελικά πνεύματα – “το τέλειο δώρημα” – μας έρχονται από το Θεό και μας καλούν να επανέλθουμε στην ποίμνη του Πατέρα.

Και ο Διονύσιος συνεχίζει: «Για το λόγο αυτό, αφού επικαλεστούμε τον Ιησού, το Φως το αληθινό που φωτίζει κάθε άνθρωπο ερχόμενο στον κόσμο· (Ιω. 1:9) και διά του οποίου πετύχαμε την προσέγγισή μας προς τον αρχίφωτο Πατέρα, ας κοιτάξουμε επάνω προς τον ουρανό, όσο μας είναι δυνατό, προς τις ιεραρχίες των ουρανίων νόων που μας αποκαλύφτηκαν με σύμβολα για την καλύτερη κατανόησή μας».

Πραγματικά τα ιερά Λόγια χρησιμοποίησαν θεία σύμβολα και εικόνες αφού η εκτυφλωτική θεία ακτίνα ήταν αδύνατο να φτάσει στους ανθρώπους χωρίς παραπέτασμα.

«Για το λόγο αυτό οι υπερκόσμιες ουράνιες ιεραρχίες των αγγέλων ενδύονται με υλικά σχήματα και σύνθετες μορφές ώστε από αυτά τα πλασματικά ιερά σύμβολα να φτάσουμε, ανάλογα με την ικανότητά μας, στην άϋλη μίμηση και θεωρία των ουρανίων Ιεραρχιών.

Και αυτό δεν γίνεται χωρίς την κατάλληλη υλική χειραγωγία».

Με κάθε τρόπο προσπαθεί ο Διονύσιος να μας δείξει ότι μόνο αν φτάσει και σε μας ο φωτισμός μπορεί ο νους μας «να καταλάβει τα φαινόμενα κάλλη ως απεικόνισμα της αφανούς ωραιότητας, τις ευωδιές ως εκτυπώματα της νοητής διαχύσεως, τα υλικά φώτα ως εικόνα της άϋλης φωτοχυσίας…».

Μας λέει ακόμα ότι οι λέξεις και οι ποικίλες εκφράσεις δεν είναι παρά ανεπαρκή σύμβολα που επιχειρούν να περιγράψουν την απερίγραπτη θεία δόξα της οποίας μια παροδική ματιά μπορούμε να έχουμε.

«Όλα αυτά έχουν παραδοθεί στις μεν ουράνιες δυνάμεις υπερκόσμια, σε μας δε συμβολικά». Και συνεχίζει: «Για χάρη αυτής της θεώσεώς μας λοιπόν, της ανάλογης με τις ικανότητές μας, οι ιεροί συγγραφείς της Αγίας Γραφής μας φανέρωσαν τις ουράνιες ιεραρχίες έτσι, με αισθητά μέσα και σύμβολα, ώστε να αποδεσμευτούμε από τη βαριά ύλη που μας κρατάει και να φτάσουμε στις κορυφές των ουρανίων ιεραρχιών».

Ο Διονύσιος δεν μας λέει αν ο ίδιος είχε κάποιο ουράνιο όραμα. Βασίζει αυτά που λέει στις Γραφές. Φαίνεται όμως ότι είχε μια καταπληκτική ενόραση που δείχνει ότι έβλεπε και κατανοούσε πράγματα πολύ πέρα από τις δικές μας δυνατότητες.

Κάνει κάθε δυνατή προσπάθεια να μας απομακρύνει από το λάθος που κάνουμε νομίζοντας ότι οι άγγελοι είναι κάτι σαν «χρυσά όντα ή φωτεινοί άνθρωποι που λάμπουν αδιάκοπα και αξίζει να τα παρατηρεί κανείς»· και να μας αποτρέψει από το «δύσμορφο χαρακτήρα της απεικόνισης των αγγέλων».

Αυτή η δυσμορφία όχι μόνο δεν αφήνει το νου μας να αναπαυθεί αλλά τον ερεθίζει ν’ αποφεύγει τις υπερκόσμιες πνευματικές καταστάσεις.

Ύστερα από πολλή μελέτη της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, ο Διονύσιος κατανέμει τις ουράνιες δυνάμεις σε μια ιεραρχία.

«Κατά την άποψή μας, λέει, η ιεραρχία είναι ιερή τάξη, γνώση και ενέργεια που είναι κατά το δυνατόν αφομοιωμένη προς τη Θεία ομοιότητα και οδηγείται προς τη θεία μίμηση ανάλογα με τη δεδομένη από το Θεό έλλαμψη…

Σκοπός της ιεραρχίας είναι η κατά το δυνατό αφομοίωση και ένωση με το Θεό. Κάθε πρόσωπο που ανήκει σε μια ιεραρχία γίνεται τελειότερο σύμφωνα με τη δύναμη μιμήσεως που έχει· γίνεται δηλαδή “συνεργός Θεού” (Α ‘ Κορ. 3:9, Γ’ Ίω. 8)».

Ο Διονύσιος ταξινομεί τους ουράνιους Νόες σε τρεις τριάδες και σε κάθε τριάδα υπάρχουν τρεις τάξεις Νόων (αγγέλων) των οποίων τα ονόματα έχουν σχέση με τις Θείες ιδιότητες.

Οι αγγελικές τάξεις μεταδίδουν το θείο Φως η μια στην άλλη έως ότου φτάνει σε μας και μας φωτίζει σύμφωνα με τις διάφορες ικανότητες μας.

«Δι’ αγγέλων, λέει η Γραφή, (Γαλ. 3:19) μας δόθηκε ο νόμος και άγγελοι ανέβαζαν προς το θείο τους πιστούς πατέρες μας (Πράξ. 7:53). Αυτοί απεκάλυπταν προφητικώς ιερά παραγγέλματα ή απόκρυφα οράματα υπερκοσμίων μυστηρίων ή τέλος θείες προρρήσεις».

Οι ουράνιοι άγγελοι έχουν κατευθείαν σχέση με κάθε μια ψυχή ξεχωριστά. Με τη δική τους βοήθεια το πνεύμα του ανθρώπου ελευθερώνεται από τα υλικά δεσμά και γνωρίζει την πραγματική αιτία της ύπαρξης.

Όσο περισσότερο φωτίζεται η ψυχή τόσο πιο πολύ βρίσκει το σκοπό της ύπαρξής της και έρχεται εγγύτερα στον τελικό στόχο της: το «καθ’ ομοίωσιν».

Ο Διονύσιος λέει: «Το μυστήριο της θείας φιλανθρωπίας του Ιησού πρώτοι οι άγγελοι το πληροφορήθηκαν κι έπειτα η χάρη της γνώσεως πέρασε σε μας διά μέσου αυτών.

Ο Γαβριήλ διαφώτισε τον αρχιερέα Ζαχαρία και έπειτα την Παρθένο Μαρία. Άλλος πάλι άγγελος δίδαξε τον Ιωσήφ; και άλλος έφερε την καλή αγγελία στους ποιμένες.

Εκείνοι δε ζώντας μακρυά από τα πλήθη και μέσα στην ησυχία, καθάρισαν την ψυχή τους, δέχτηκαν το μήνυμα και μαζί με πλήθος ουράνιας στρατιάς παρέδωσαν στους επί της γης την πολυύμνητη δοξολογία» (Λουκ. 2:8-14).

Ο Διονύσιος περιγράφει αναλυτικά την Ουράνια Ιεραρχία. Η πρώτη τάξη σχηματίζεται από τα Σεραφίμ, τα Χερουβίμ και τους Θρόνους. Όλοι αυτοί στέκουν πολύ κοντά στο θρόνο του Θεού όπως τους είδαν ο Ησαΐας και ο Ιεζεκιήλ.

Τα «Σεραφίμ» ονομάζονται και «θερμαστές και θρόνοι και έκχυση σοφίας· ονόματα που αποκαλύπτουν τις θεοειδείς ιδιότητές τους». Η θερμή έκχυση της αγάπης τους κατακαίει ό,τι τυχόν βρεθεί ανάμεσα στον άνθρωπο και το Θεό, και ενισχύει τον άνθρωπο να φτάσει στα ύψη της προσωπικής του τελειότητας.

Η ονομασία των «Χε­ρουβίμ» φανερώνει την ικανότητα να γνωρίζουν και να βλέπουν το Θεό, να δέχονται από Εκείνον το φως και τη σοφία και να παρέχουν αυτά τα δώρα άφθονα σε όσους είναι έτοιμοι να τα δεχτούν.

Τέλος το όνομα των υψηλών «Θρόνων» διδάσκει ότι είναι τελείως ξένα προς κάθε γήινο και χαμηλό και τείνουν πάντα προς τα υπερκόσμια, πάνω από κάθε κατώτερο.

Η δεύτερη τάξη είναι οι Κυριότητες, οι Δυνάμεις και οι Εξουσίες. Η ονομασία «Κυριότητες» δηλώνει μια κατάσταση αδούλωτη και ελεύθερη από κάθε «πεζή χαμέρπεια» και δεν έχει καμιά σχέση με τυραννία και δουλοπρέπεια.

Είναι ανένδοτη σε κάθε άρνηση και επιθυμεί την πραγματική κυριότητα και κυριαρχία. Είναι πάντα στραμμένη ολοκληρωτικά όχι σε ό,τι μάταιο που φαίνεται κυρίαρχο, αλλά προς τον πραγματικά κυρίαρχο, το Θεό.

Το όνομα «Δυνάμεις» δηλώνει μια ακλόνητη και αρρενωπή ανδρεία σε όλες τις θεοειδείς ενέργειες αυτής της τάξης. Δεν πέφτει ποτέ σε αδράνεια και ανεβαίνει διαρκώς προς τη θεομίμηση.

Τέλος το όνομα «Εξουσίες» δηλώνει την κοινή θέση αυτής της τάξης με τις θείες Κυριότητες και Δυνάμεις. Έχει, η τάξη αυτή, μια αρμονική και ασύγχυτη υποδοχή των θείων δώρων και ανυψώνει προς το αγαθό τους κατωτέρους της.

Ας δούμε και την τρίτη τάξη της Ουράνιας Ιεραρχίας που την απαρτίζουν οι αγγελικές ιεραρχίες: οι Αρχές, οι Αρχάγγελοι και οι Άγγελοι. «Αρχές» σημαίνει τη θεϊκή αρχή, την ηγεμονικότητα μαζί με την ιερή, ταιριαστή στις αρχικές δυνάμεις, τάξη.

Το όνομα των αγίων «Αρχαγγέλων» δηλώνει ότι η τάξη τους είναι ομοταγής με τις ουράνιες Αρχές και μετέχει εξ ίσου και στην τάξη των Αγγέλων. Μέσω των Αρχών στρέφονται οι Αρχάγγελοι προς την υπερούσια Αρχή, το Θεό και μέσω των Αγγέλων φανερώνουν σε μας τη θεία βούληση.

Αυτοί – στην Αποκάλυψη του Ιωάννου – φέρνουν τη θεϊκή Σφραγίδα που σφραγίζει την ψυχή με τον ζώντα Λόγο του Θεού.

Οι «Άγγελοι» συμπληρώνουν και ολοκληρώνουν όλες τις τάξεις των Ουρανίων Νόων. Ονομάζονται Άγγελοι αφού είναι τα αποστελλόμενα πνεύματα προς διακονίαν των ανθρώπων. Μέσω αυτών γίνεται ευκολότερη η κοινωνία και η ένωση μετά του Θεού.

Η Γραφή αποδίδει στους Αγγέλους τη φροντίδα για τη δική μας ζωή ονομάζοντας άρχοντα του λαού των Ιουδαίων τον Μιχαήλ και άλλους αγγέλους άρχοντες άλλων λαών. Διότι, όπως λέει στη Γραφή (Δευτ. 32, 8) ο «Ύψιστος ώρισε τα σύνορα των εθνών σύμφωνα με τον αριθμό των αγγέλων».

Όλα τα πνευματικά όντα της Ουράνιας Ιεραρχίας έχουν πραγματική υπόσταση και καθιερώθηκε να ονομάζονται άγγελοι.

Ο Διονύσιος λέει: «θα μπορούσα, όχι χωρίς λόγο, να προσθέσω ότι κάθε ουράνιος και ανθρώπινος νους κατέχει και καθεαυτόν ιδιαίτερες τάξεις και δυνάμεις, πρώτες και μεσαίες και τελευταίες…»

Ο καθένας γίνεται, όσο του είναι αυτό επιθυμητό και δυνατό, μέτοχος της τελειότητας κατά τη θεία Χάρη.

Όσα νοερά και λογικά όντα στρέφονται ολοκληρωτικά προς την τελειότητα αυτή, κατά τη δύναμή τους, θεούνται δηλαδή γίνονται, σύμφωνα με τη γραφική ρήση, «θεοί κατά χάριν». Ο άγγελος φύλακάς μας δίνεται ακριβώς για να πορευτούμε προς αυτή την τελειότητα».

Διαβάζοντας τα γραπτά του Διονυσίου Αρεοπαγίτου νιώθουμε έναν απέραντο θαυμασμό, για να μην πω ότι στεκόμαστε εκστατικοί. Κάθε λέξη του είναι γεμάτη με βαθιά νοήματα. Δεν υπάρχει στην έκφρασή του τίποτε ελαφρό, υπερφίαλο ή προσποιητό.

Η φωνή της Αγίας Γραφής, στην οποία διαρκώς αναφέρεται, παίρνει σάρκα με τα λόγια του. Δεν ασχολείται με φανταστικές διηγήσεις αλλά οικοδομεί σε στέρεο βράχο στρώνοντας δρόμους με γερές πλάκες σχολαστικά διαλεγμένες.

Δεν μας κάνει να πετάμε στον αέρα σε ουράνια ύψη χαμένοι σε χρυσή ομίχλη. Ο ουράνιος κόσμος που μας δείχνει δεν είναι καθόλου φτιαγμένος με βαμβακένια ροζ συννεφάκια και αγγελάκια με χρυσές άρπες.

Είναι πραγματικός κόσμος του ουρανού και το εκθαμβωτικό φως του Θείου Γνόφου. Μόνο με νηφάλιο νου ας προσεγγίσουμε τα κείμενα του και με πολύ καλή γνώση των Γραφών.

Χωρίς αυτή τη γνώση δεν θα κατανοήσουμε τον Διονύσιο Αρεοπαγίτη, ο οποίος κλείνει το έργο του, «Ουράνιες Ιεραρχίες» με τα λόγια: «τα κρυμμένα Μυστήρια που βρίσκονται πέρα από μας τα προσεγγίζουμε μόνο εν σιωπή»

(Αλεξάνδρας Μοναχής, «Οι Άγγελοι. Μια ζωντανή παρουσία», εκδ. Έλαφος, σ. 248-253)