Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2019

Η ζωή και το έργο του Μεγάλου Φωτίου


[Προηγούμενη δημοσίευση: http://www.pemptousia.gr/?p=172745]
1.1 H ζωή και το έργο του M. Φωτίου
Ο Μέγας Φώτιος (810-893μ.Χ.) γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, από πλούσια και αριστοκρατική οικογένεια. Ο πατέρας του ονομαζόταν Σέργιος, άνδρας γνήσια Ορθόδοξος όπως λέει ο ίδιος ο Φώτιος και η μητέρα του Ειρήνη, μια γυναίκα φιλόθεος και φιλάρετος. Ο αδελφός της μητέρας του είχε παντρευτεί την αδελφή της εικονόφιλης αυτοκράτειρας Θεοδώρας, ενώ ο πατέρας του ήταν αδελφός του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ταρασίου. Ο Φώτιος έλαβε αξιόλογη μόρφωση και αφιερώθηκε στη μελέτη της κλασικής ελληνικής και της πατερικής γραμματείας των οκτώ πρώτων αιώνων[39]. Κατά τη δεύτερη περίοδο της Εικονομαχίας (815-843), η οικογένεια του Φωτίου υπέστη διώξεις για τα εικονοφιλικά της φρονήματα, ενώ ο ίδιος ο Φώτιος αφορίστηκε για την προσήλωσή του στην τιμή των εικόνων. Μετά όμως το θρίαμβο της Ορθοδοξίας (843) και την οριστική αναστήλωση των εικόνων, αποκαταστάθηκε στην εκκλησιαστική κοινωνία και στα χρόνια του αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄ (842-867) πήρε διάφορα αυλικά αξιώματα[40].

Παρά όμως τα αυξημένα του καθήκοντα ως ανώτερου δημόσιου λειτουργού, αγαπούσε ιδιαίτερα τη μελέτη και τις πνευματικές αναζητήσεις. Η φήμη της λογιότητάς του φαίνεται ότι προσείλκυε πολλούς φιλομαθείς νέους και ο Φώτιος διατηρούσε εκλεκτό κύκλο μαθητών, τους οποίους δίδασκε κατ’ οίκον[41]. Από το έτος 847, στον πατριαρχικό θρόνο είχε αναρρηθεί ο Ιγνάτιος ο οποίος είχε ευνουχιστεί και στη συνέχεια υποχρεώθηκε να δεχθεί το μοναχικό σχήμα σε μικρή ηλικία. Η εκλογή του Ιγνατίου, η οποία έγινε επί αυτοκράτειρας Θεοδώρας ικανοποίησε τους ισχυρούς Στουδίτες μοναχούς, γιατί ο Ιγνάτιος, ως μοναχός κι εκείνος, είχε παρόμοιες με αυτούς απόψεις[42]. Όταν όμως αργότερα άλλαξε το πολιτικό καθεστώς με την προώθηση του στρατηγού Βάρδα, αδελφού της Θεοδώρας, στο αξίωμα του καίσαρα και την ανάληψη πρωτοβουλιών από το Μιχαήλ Γ΄ που είχε ενηλικιωθεί, η συνεργασία της πολιτικής ηγεσίας με τον πατριάρχη έγινε δύσκολη. Ο λόγος ήταν η υποστήριξη του Βάρδα στην αντίπαλη του Ιγνατίου παράταξη, η οποία θεωρούσε ότι η εκλογή του, αν και αποδεκτή, έγινε με την ισχυρή επιρροή της Θεοδώρας. Η οριστική ρήξη ήρθε όταν ο πατριάρχης Ιγνάτιος κινήθηκε βεβιασμένα και δέχθηκε τις συκοφαντίες εναντίον του Βάρδα (για ανήθικες σχέσεις με τη χήρα του γιου του), με συνέπεια να του απαγορεύσει τη Θεία Κοινωνία.
Η ανοιχτή αυτή σύγκρουση ήρθε σε μια στιγμή που η ενηλικίωση του νεαρού αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄ είχε ισχυροποιήσει τον Βάρδα, ο οποίος στην κατάλληλη ευκαιρία, κατηγόρησε τον Ιγνάτιο για οργάνωση συνωμοσίας, αναγκάζοντάς τον να παραιτηθεί από τον πατριαρχικό θρόνο[43]. Έτσι, αναζητήθηκε νέος πατριάρχης και ως καταλληλότερος θεωρήθηκε ο Φώτιος, ο δυνατότερος νους της εποχής εκείνης, έξοχος πολιτικός και ικανότατος διπλωμάτης[44], ο οποίος δέχθηκε ύστερα από πολλούς δισταγμούς. Από λαϊκός σε πέντε μέρες πέρασε απ’ όλους τους ιερατικούς βαθμούς και αναγορεύθηκε πατριάρχης στις 25 Δεκεμβρίου του 858[45]. Η κατάσταση ήταν εύθραυστη εξαιτίας των συνεχών προκλήσεων προς το πρόσωπο του Φωτίου από την πλευρά των οπαδών του Ιγνατίου. Έτσι, το επίκεντρο της διαμάχης έγινε η κανονικότητα της εκλογής του Φωτίου[46]. Τότε, οι οπαδοί του πρώην πατριάρχη, με επικεφαλής τους μοναχούς της μονής Στουδίου, ζήτησαν την παρέμβαση του πάπα Νικολάου, ο οποίος με τη σειρά του εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία αυτή για να λύσει οριστικά υπέρ της Δυτικής Εκκλησίας ζητήματα εκκλησιαστικής επιρροής[47].
Όταν στο θρόνο της Κων/πόλεως ανερχόταν ο Φώτιος, στον παπικό θρόνο ανέβαινε παράλληλα ο πάπας Νικόλαος Α΄ (858-867). Όταν, ο Φώτιος έστειλε μια επιστολή στον Πάπα για να του γνωστοποιήσει την ανάρρησή του, ο Νικόλαος αποφάσισε πως πριν τον αναγνωρίσει θα ήθελε να παρακολουθήσει καλύτερα τη διαμάχη μεταξύ του νέου Πατριάρχη και του κύκλου του Ιγνατίου[48]. Γι’ αυτό, το 861 έστειλε αντιπροσώπους του (λεγάτους), στην Κωνσταντινούπολη. Ο Φώτιος, που δεν ήθελε νέες διαμάχες, υποδέχτηκε με σεβασμό τους παπικούς αντιπροσώπους προσκαλώντας τους να προεδρεύσουν στη Σύνοδο που συνεκλήθη στην Κωνσταντινούπολη για να ρυθμίσει το θέμα που ανέκυψε μεταξύ αυτού και του Ιγνατίου. Οι λεγάτοι συμφώνησαν και μαζί με την υπόλοιπη Σύνοδο αποφάσισαν πως ο Φώτιος ήταν ο νόμιμος Πατριάρχης. Όταν όμως οι λεγάτοι επέστρεψαν στη Ρώμη, ο Νικόλαος διακήρυξε πως είχαν υπερβεί την εξουσία που διέθεταν και αποκήρυξε την απόφασή τους. Ήταν προφανές πως ο Νικόλαος υπολόγιζε ότι το καθεστώς του Ιγνατίου θα ήταν ευνοϊκότερο και ασθενέστερο σε σχέση με αυτό του Φωτίου και θα εξυπηρετούσε καλύτερα τα σχέδιά του. Έτσι, δύο χρόνια μετά συνήλθε μία σύνοδος στη Ρώμη, η οποία αθώωσε τον Ιγνάτιο και καταδίκασε τον Φώτιο. Το πλήγμα αυτό, μαζί με την όξυνση των διεκδικήσεων του Πάπα στη Βουλγαρία, ανάγκασε το Φώτιο να ανταποδώσει. Δεν μπορούσε να αμφισβητήσει την εκλογή του Νικολάου ως μη αρμόδιος, οπότε έπρεπε να μετατοπίσει το όλο θέμα στο δογματικό τομέα, και κυρίως, στο ζήτημα του Filioque[49]. Έτσι, το 867 ο Φώτιος ανέλαβε δράση. Έγραψε μια Εγκύκλιο Επιστολή στους άλλους Πατριάρχες της Ανατολής, καταγγέλλοντας το Filioque και αυτούς που το χρησιμοποιούν. Μετά την αποστολή της επιστολής, ο Φώτιος συνεκάλεσε Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη (879-880), η οποία αφόρισε τον Πάπα Νικόλαο, χαρακτηρίζοντάς τον ως αιρετικό.
(συνεχίζεται)

[39] Βλ. Νικόλαος Β. Τωμαδάκης, «Φώτιος ο Α΄», Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. 12, εκδ. Μαρτίνος Αθ., Αθήνα 1968, στ. 22.
[40] Βλ. Βλάσιος Φειδάς, «Φώτιος ο Α΄» ο Μέγας, Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάννικα, τόμ. 60, εκδ. Πάπυρος, Αθήνα 2004-2005.
[41] Βλ. «Φώτιος Α΄», e-δομή (ηλεκτρονική εγκυκλοπαίδεια ΔΟΜΗ), εκδόσεις Δομή Α.Ε., Αθήνα, 2003-2004.
[42] Βλ. Νίκος Ζαχαρόπουλος, Επίτομο Ιστορικό-Θεολογικό Λεξικό, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2003, σελ. 448.
[43] Βλ. Βλάσιος Φειδάς, «Φώτιος ο Α΄ ο Μέγας», ό. π.
[44] Βλ. Νίκος Ζαχαρόπουλος, Επίτομο Ιστορικό-Θεολογικό Λεξικό, ό. π., σελ. 448.
[45] Βλ. Δημήτριος Τσάμης, Εκκλησιαστική Γραμματολογία, (ανατύπωση Α’ έκδ. 1983), Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1996, σελ. 211.
[46] Βλ. Βλάσιος Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία – Από την Εικονομαχία μέχρι τη Μεταρρύθμιση, τόμ. Β’, 3η έκδ., Αθήνα 2002, σελ. 102.
[47] Βλ. «Φώτιος Α΄», e-δομή (ηλεκτρονική εγκυκλοπαίδεια ΔΟΜΗ), ό. π.
[48] Βλ. Κάλλιστος Ware (επίσκ. Διοκλείας), Η Ορθόδοξη Εκκλησία (μτφρ. Ροηλίδης Ι.), Ακρίτας, Αθήνα 20074, σελ. 92-98.
[49] Βλ. Νικόλαος Β. Τωμαδάκης, Φώτιος ο Α΄, ό. π., στ. 24.

Ιδού ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών...



“Ιδού ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ και εις σημείον αντιλεγόμενον, και σου δε αυτής την ψυχήν διελεύσεται ρομφαίαν, όπως αν αποκαλυφθώσιν εκ πολλών καρδιών διαλογισμοί…” (Λουκ. β΄ 32-35),
Ο Συμεών προφήτευσε μ’ αυτόν τον τρόπο την αντιμετώπιση του Κυρίου από τους Ιουδαίους, αλλά και τη Σταυρική Θυσία Του.Την καταστροφή της Συναγωγής και την ανάσταση της Εκκλησίας, την καταστροφή των δαιμόνων και την ανάσταση των αγίων, όπως, παραδείγματος χάριν, σώζεται ο Ματθίας και καταστρέφεται ο Ιούδας. Ο Θεάνθρωπος Χριστός είναι πτώση των μη πιστευόντων σε Αυτόν, και ανάσταση αυτών που πιστεύουν σε Αυτόν. Ο ένας ληστής στο Γολγοθά πιστεύει και σώζεται, ο άλλος αμφισβητεί ,χλευάζει και καταδικάζεται.
Λέγει ο άγιος Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς :
Ο ένας ληστής αναγνώρισε ότι ο Άνθρωπος που ήταν κρεμασμένος με ατίμωση και εξευτελισμό ήταν ο λαμπρός βασιλιάς της δόξας• αναγνώρισε ότι Εκείνος, ο Οποίος τη συγκεκριμένη στιγμή φαινόταν τόσο αδύναμος και ανίσχυρος, ήταν ο παντοδύναμος Δημιουργός και Κυβερνήτης του σύμπαντος.Μέσω της μετάνοιας και της ταπεινοφροσύνης, ο ληστής που ήταν κρεμασμένος στα δεξιά έφτασε στη γνώση• τα μάτια του νου και της ψυχής άνοιξαν.
Ενώπιον των ανθρώπων υπάρχουν δύο δρόμοι. Ενώπιον μας κείται ο Ζωοδότης Σταυρός του Κυρίου. Ενώπιον μας εκτείνονται οι δρόμοι των δύο ληστών. Ποιό δρόμο θα ακολουθήσουμε; Η ανθρωπότητα πάντοτε ακολούθησε τον έναν ή τον άλλο δρόμο. Ο Σταυρός του Κυρίου ήταν για τους μεν Ιουδαίους ένα πρόσκομμα, για τους δε Έλληνες -δηλαδή τους παγανιστές- μια μωρία. Για τους Ιουδαίους επίσης, ο Σταυρός του Κυρίου ήταν ύβρις• Ο Σταυρός του Κυρίου χώρισε τους ανθρώπους σε δύο μέρη. Βλέπουμε ότι κάποιοι πίστεψαν στον Χριστό, ενώ άλλοι σκόνταψαν στον λίθο του προσκόμματος και καταδίωξαν την Εκκλησία του Χριστού, το Σώμα του Χριστού.
Ο Μ. Αθανάσιος λέγει ότι η φράση «όπως αν αποκαλυφθώσιν εκ πολλών καρδιών διαλογισμοί» σημαίνει ότι ο Σταυρός και το Πάθος του Χριστού, θα αποκάλυψει όλες τις εσωτερικές διαθέσεις των ανθρώπων.
Όλοι θα δουν τον Χριστό, αλλά για άλλους θα είναι Παράδεισος και για άλλους Κόλαση. Κατά την καρδία τους άλλοι θα τον νοιώσουν Πατέρα κι οι άλλοι δυνάστη

Είναι αυτοί που θα ναι αλήθεια κι αυτοί που θα ζουν την υποκρισία και το ψέμμα. Οι βαθειά ταπεινοί και συντετριμμένοι τη καρδία και οι υπερήφανοι, οι εγωιστές.
Όποιος έχει απλό μάτι, φωτεινό μάτι,όλα είναι φωτεινά. Όποιος έχει πονηρό οφθαλμό, γι’ αυτόν όλα είναι σκοτεινά.
iconandlight

Νυν απολύεις τον δούλον σου Δέσποτα...



Η ευχή του αγίου Συμεών λέγεται από τους ιερείς καθημερινά στην απόλυση του Εσπερινού. Ο Εσπερινός είναι η ακολουθία η οποία σηματοδοτεί την έναρξη της νέας εορτής, την αρχή μίας ακόμα λειτουργικής ημέρας.Η πρώτη ακολουθία του νυχθημέρου. Εκείνη την ώρα λοιπόν υποδεχόμαστε με δοξολογία την έκφραση ακόμα μιας εορταστικής ευκαιρίας. Ευχαριστούμε γιατί είδαμε και πάλι να προβάλλει το μεγαλείο του Θεού σε μια νέα ημέρα.Ακόμα μια φορά ο Θεός μας αποκαλύπτει και μας αξιώνει τα μεγαλεία Του. Σε λίγο σκοτάδι θα απλώσει την επιφάνεια της γης και θα έρθει η νύχτα. Η νύχτα όμως συμβολίζει το τέλος αυτού του κόσμου και την Ανατολή από ψηλά του Φωτός του Κυρίου, ο οποίος θα έρθει "ως κλέπτης εν νυκτί".Με τον ίδιο τρόπο που φανερώθηκε στον Συμεών στον ναό της δόξης Του, θα φανερωθεί σε όσους τον αγαπούν από άκρου έως άκρου της γης, μέσα σε μια φοβερή ακαριαία στιγμή μεγαλείου, για να τους καταυγάσει με φως και να ζήσουν για πάντα μαζί Του.
Ο Εσπερινός είναι όμως και το σύμβολο της Δημιουργίας, της πρώτης ημέρας όπου ο Θεός είπε "'γενηθήτω φως και εγένετο φως". Ο ερχομός του Χριστού στην γη είναι ο ερχομός όχι πλέον του κτιστού, αλλά του ακτίστου φωτός σε κάθε άνθρωπο πάνω στην γη, που θα Τον προσλάβει ως φως και δεν θα τον απορρίψει. Αυτός θα αξιωθεί να ονομαστεί τέκνον φωτός και καινή κτίσις, δηλαδή δημιουργία νέα!

Κάθε φορά που εμείς οι ιερείς εκκλησιάζουμε ένα βρέφος,σαράντα μερες μετά την γέννηση του,αισθανόμαστε κατι ελάχιστο από την πρώτη εκείνη χαρά του Συμεών και την κατανυκτική αποκάλυψη και απαντοχή του Εσπερινού..Εκείνη την στιγμή εναγκαλιζόμαστε την αθανάτιση της ελπίδας και την συνέχιση της εκκλησίας.Ιδού!Στην αγκαλιά μας φέρουμε τον ίδιο τον Χριστό παρατεινόμενο για ακόμα μια φορά μέσα στον κόσμο. Εναγκαλιζόμαστε μια χριστοειδή μορφή, έναν δυνάμει Θεό , με προοπτική να προοδεύσει ως φως εκ φωτός όχι μόνο πάνω στην γή αλλά και στην αιωνιότητα.

Η ΑΓΙΑ ΑΓΑΘΗ-«Νοῦς ὅσιος, αὐτοπροαίρετος τιμὴ ἐκ Θεοῦ, καὶ πατρίδος λύτρωσις».


Η Ἁγία Μάρτυς Ἀγάθη καταγόταν ἀπὸ τὴν Κατάνη τῆς Σικελίας. Τὸ λατινικὸ Μαρτύριον, ποὺ εἶναι ἀρχαιότερο, ὅπως καὶ τὸ Ἐγκώμιον, ποὺ συνέταξε ὁ Πατριάρχης Μεθόδιος, δὲν ἀναφέρουν τὴν ἰδιαίτερη πατρίδα της. Ἀντίθετα ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Μεταφραστὴς σημειώνει ὅτι τόπος καταγωγῆς τῆς Ἁγίας ἦταν τὸ Παλέρμο. Τὴν πληροφορία αὐτὴ υἱοθέτησαν ἀβασάνιστα καὶ οἱ ὑπόλοιποι Συναξαριστές, ἐπώνυμοι καὶ ἀνώνυμοι. Τὴν καταγωγὴ τῆς Ἁγίας Ἀγάθης ἀπὸ τὴν πόλη τῆς Κατάνης ἐνισχύει καὶ ὁ Ἅγιος Πέτρος, Ἐπίσκοπος Ἄργους, στὸ Ἐγκώμιον ποὺ ἔγραψε γιὰ τὸν σικελικῆς καταγωγῆς, ἀπὸ τὴν πόλη τῆς Κατάνης, Ἐπίσκοπο Μεθώνης Ἀθανάσιο. Ὁ Ἅγιος Πέτρος ἀναφέρει μάλιστα ὅτι στὴν πόλη αὐτὴ ἡ Ἁγία γεννήθηκε, ἀνατράφηκε καὶ μαρτύρησε.
Ἡ Ἁγία Ἀγάθη προερχόταν ἀπὸ εὐγενικὴ καὶ εὔπορη οἰκογένεια. Οἱ γονεῖς της ἦταν εἰδωλολάτρες καὶ πρέπει νὰ τοὺς ἔχασε σὲ μικρὴ ἡλικία. Ὅμως ἡ Ἁγία ἀπὸ παιδὶ ἔβαλε στὴν καρδιά της τὸν Χριστό καὶ ἀφιερώθηκε στὴν Ἐκκλησία.
Ἡ Ἁγία Ἀγάθη μαρτύρησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Δεκίου (249 – 251 μ.Χ.). Τὸ μαρτύριο τῆς Ἁγίας ἄρχισε ὅταν ὁμολόγησε τὴν πίστη της στὸν Χριστό. Πρῶτα ἀσκήθηκε σὲ αὐτὴν ἕνας ψυχικὸς βιασμός, ποὺ εἶχε διάρκεια τριάντα ἡμέρες, χωρὶς ὅμως νὰ τὴν κάμψει. Βλέποντας ὁ ἔπαρχος τῆς Σικελίας Κυντιανός, ἄνθρωπος μὲ ἄγρια ἔνστικτα, τὴν σταθερότητα τῆς Ἁγίας, προσπάθησε νὰ μεταστρέψει τὸ φρόνημά της ὥστε νὰ θυσιάσει στοὺς θεούς. Ὕστερα τὴν παρέδωσε σὲ κάποια ἄπιστη γυναῖκα, ποὺ τὴν ὀνόμαζαν Ἀφροδισία καὶ τὶς θυγατέρες της, γιὰ νὰ τὴν πείσουν νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη της στὸν Κύριο.
Ὅταν ἄκουσε ὁ Κυντιανὸς ἀπὸ τὴν Ἀφροδισία ὅτι ἡ Ἁγία Ἀγάθη παρέμενε ἄκαμπτη, πλημμύρισε ἀπὸ ὀργή. Διέταξε νὰ τὴν ὁδηγήσουν μπροστά του καὶ ἄρχισε πάλι τὶς ἀπειλές. Στὸν διάλογο ποὺ ἀκολούθησε, ἡ Ἁγία ὑποστήριξε μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία καὶ παρὰ τὸ νεαρὸ τῆς ἡλικίας της, ὅτι εἶναι δούλη Χριστοῦ. Κατηγόρησε εὐθέως τὸν ἔπαρχο ὅτι πιστεύει σὲ ξόανα καί, μάλιστα, ἀναρωτήθηκε, πῶς ἕνας τόσο ἔξυπνος ἄνθρωπος παρουσιάζεται μὲ τὴν πίστη του τόσο ἀνόητος. Ὁ ἔπαρχος, μόλις ἄκουσε αὐτό, ράπισε τὴν Ἁγία καὶ διέταξε νὰ τὴν κρεμάσουν καὶ νὰ τὴν λογχίσουν. Παρὰ τοὺς φρικτοὺς πόνους, ἡ Ἁγία Ἀγάθη ἐξακολουθοῦσε νὰ ὁμολογεῖ τὴν πίστη της στὸν Χριστό καὶ νὰ δηλώνει ὅτι τὰ βασανιστήρια τῆς προξενοῦν χαρά, γιατί εἶναι πρόσκαιρα. Ὁ Κυντιανός, ἔξαλλος ἀπὸ ὀργή, διέταξε νὰ τῆς ἀποκόψουν τὸν μαστό. Ὕστερα ἀπὸ τὴν φρικώδη αὐτὴ πράξη τὴν ὁδήγησαν στὴ φυλακή.
Μόλις πλησίασαν τὰ μεσάνυκτα, ἐπισκέφθηκαν τὴν Ἁγία ὁ Ἀπόστολος Πέτρος, μὲ μορφὴ γέροντα καὶ ἕνας Ἄγγελος, μὲ μορφὴ παιδιοῦ, ποὺ κρατοῦσε λαμπάδα. Ἄπλετο φῶς πλημμύρισε τὸ ὑγρὸ καὶ σκοτεινὸ κελὶ τῆς Ἁγίας. Ὁ Ἀπόστολος γιάτρεψε τὶς πληγές της καὶ ἀποκατέστησε τὸν κομμένο μαστό. Ἡ πόρτα τῆς φυλακῆς ἄνοιξε καὶ οἱ λοιποὶ κρατούμενοι ὠθοῦσαν τὴν Ἁγία νὰ ἀποδράσει. Αὐτή, ὅμως, σκεπτόμενη ἀπὸ τὴ μία ὅτι θὰ τιμωρηθοῦν οἱ δεσμοφύλακες ἂν δραπετεύσει καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπομείνει τὸ μαρτύριο, δὲν ἔφυγε ἀπὸ τὸ δεσμωτήριο.
Τὴν τέταρτη ἡμέρα, ὁ Κυντιανὸς τὴν προσάγει στὸ δικαστήριο. Ἐκεῖ τῆς ἐπαναλαμβάνει ὅτι ἂν δὲν ὑπακούσει στὸ αὐτοκρατορικὸ διάταγμα καὶ δὲν θυσιάσει στοὺς θεούς, θὰ θανατωθεῖ. Καμιὰ ὅμως ἀπειλὴ δὲν ἔκαμψε τὴν Ἁγία. Ὁμολόγησε καὶ πάλι τὴν πίστη της στὸν Χριστό καὶ ἐπέδειξε τὶς θεραπευμένες πληγές της. Ὁ ἀπάνθρωπος τότε ἔπαρχος διέταξε νὰ ρίξουν γυμνὴ τὴν Ἁγία πάνω σὲ αἰχμηρὰ κεραμίδια, ποὺ πάνω τους ἔκαιγαν κάρβουνα. Ξαφνικά, μεγάλος σεισμὸς ἔγινε στὴν πόλη τῆς Κατάνης καὶ προξένησε πολλὲς ζημιές. Ἀνάμεσα στὰ θύματα ἦταν ὁ σύμβουλος τοῦ ἔπαρχου Σιλουανὸς καὶ ὁ φίλος του Φαλκόνιος. Μπροστὰ σὲ αὐτὴν τὴν κατάσταση ὁ Κυντιανὸς διέταξε νὰ μεταφέρουν τὴν Ἁγία στὴ φυλακή. Μέσα στὸ δεσμωτήριο ἡ Ἁγία προσευχήθηκε στὸν Κύριο καὶ Τὸν εὐχαρίστησε γιὰ τὴ δύναμη ποὺ τῆς χάρισε. Καὶ μόλις τελείωσε τὴν προσευχή της, παρέδωσε τὸ πνεῦμα της. Ἦταν τὸ ἔτος 251 μ.Χ
Ὁ λαὸς τῆς Κατάνης, ἔντονα θορυβημένος ἀπὸ τὸ γεγονός, διαμαρτυρήθηκε στὸν ἔπαρχο. Στὴ συνέχεια, μετέφεραν τὸ τίμιο λείψανό της σὲ ἀσφαλὲς μέρος. Τότε παρουσιάσθηκε ἕνας λευκοντυμένος νεαρός, ἄγνωστος στοὺς αὐτόχθονες, ὁ ὁποῖος κατευθύνθηκε πρὸς τὸν τάφο τῆς Ἁγίας Ἀγάθης καὶ πάνω σὲ μαρμάρινη πλάκα ἔγραψε τὰ ἑξῆς: «Νοῦς ὅσιος, αὐτοπροαίρετος τιμὴ ἐκ Θεοῦ, καὶ πατρίδος λύτρωσις». Οἱ παριστάμενοι εἶπαν ὅτι ὁ νεαρὸς ἐκεῖνος ἦταν ὁ Ἄγγελος τῆς Ἁγίας.
Ὁ λαὸς τῆς Κατάνης τιμοῦσε καὶ σεβόταν τὴν Ἁγία. Ὡς ἀνταπόκριση στὴν τιμὴ αὐτή, ἡ Ἁγία Ἀγάθη ἔσωσε τὴν πόλη της ἀπὸ τὴ φοβερὴ ἔκρηξη τοῦ ἡφαιστείου τῆς Αἴτνας. Οἱ κάτοικοι τῆς Κατάνης ἔτρεξαν στὸν τάφο της καὶ ἀφοῦ πῆραν τὴ λάρνακα μὲ τὸ ἅγιο λείψανό της, τὴν ἔστρεψαν πρὸς τὴν λάβα, ποὺ ζύγωνε τὴν πόλη καὶ ἔτσι ἀποσοβήθηκε ἡ συμφορά. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ συνέβη στὶς 5 Φεβρουαρίου τοῦ ἔτους 252 μ.Χ., ἀκριβῶς ἕνα χρόνο μετὰ τὸ μαρτύριο τῆς Ἁγίας.
Ἡ Σύναξη τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Ἀγάθης ἐτελεῖτο στὸ Μαρτύριό της, τὸ ὁποῖο βρισκόταν στὸ ἕβδομο τοῦ Βυζαντίου. Τὰ ἱερὰ λείψανά της μεταφέρθηκαν στὴν Κωνσταντινούπολη κατὰ τὴν περίοδο τῶν αὐτοκρατόρων Βασιλείου Β’ (976 – 1025 μ.Χ.) καὶ Κωνσταντίνου Η’ (1025 – 1028 μ.Χ.)
ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ
Δοξαστικόν Ποίημα Συκεώτου
Παράδοξον θαῦμα γέγονεν, ἐν τῇ ἀθλήσει τῆς πανενδόξου Ἀγάθης, καὶ Μάρτυρος Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, ἐφάμιλλον τῷ Μωϋσεῖ· ἐκεῖνος γάρ, τὸν λαὸν νομοθετῶν ἐν τῷ ὄρει, τὰς ἐγγραφείσας ἐν πλαξὶ θεοχαράκτους Γραφὰς ἐδέξατο, ἐνταῦθα δὲ ὁ Ἄγγελος, οὐρανόθεν τῷ τάφῳ πλάκα ἐπεκόμισεν ἐγγεγραμμένην· Νοῦς ὅσιος, αὐτοπροαίρετος, τιμὴ ἐκ Θεοῦ, καὶ πατρίδος λύτρωσις.