Σάββατο, 16 Ιουνίου 2018

Άγιος Μακάριος ο Μακρής (1383-7/1/1431) 22.05.2014




Ο άγιος Μακάριος ο Μακρής είναι ένας επιφανής εκκλησιαστικος άνδρας των τελευταίων βυζαντινών χρόνων. Τούτο φαίνεται από την ανάμιξή του στα εκκλησιαστικά γεγονότα της κρίσιμης αυτής εποχής, αλλά και από το πλούσιο συγγραφικό έργο του, που απέκτησε οικουμενική προβολή, καθώς αναφέρουν επίσημες σύγχρονές του μορφές, ονομαστοί βυζαντινοί συγγραφείς.


Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη περί το 1383 από ευσεβείς και επιφανείς γονείς. Αναφέρεται και με το προσωνύμιο Ασπρόφρυς. Έλαβε σπουδαία μόρφωση και αγάπησε πολύ τη μάθηση, σπουδάζοντας ιδιαίτερα φιλοσοφία, ποίηση, λογική ρητορική και θεολογία. Από νέος διακρινόταν για την παιδεία, τη σύνεση και γενικά την αρετή του.

Περί το 1401, σε ηλικία 18 ετών, μετά τον θάνατο της μητέρας του, αναχώρησε για το Άγιον Όρος και εισήλθε να μονάσει στην ιερά μονή Βατοπαιδίου, που διακρινόταν για την πνευματικότητα των πολλών μοναστών της. Υποτάχθηκε πρόθυμα στον θεοφόρο Γέροντα Αρμενόπουλο, ο οποίος τον καθοδηγούσε διακριτικά και τον έκειρε μοναχό. Μαζί του παρέμεινε έως του θανάτου του επί μία δεκαετία, κατά την οποία χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος. Την περίοδο αυτή απέκτησε με την υπακοή του τις μοναχικές αρετές, αλλά και πολλές γνώσεις, όπως γεωμετρία, μαθηματικά και αστρονομία.

Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (1296-14/11/1359) 23.05.2014


Μέγας πατήρ της Εκκλησίας και οικουμενικός διδάσκαλος. Η διδασκαλία του για τη θέωση του ανθρώπου και τη μετοχή του στις άκτιστες ενέργειες του Θεού, εκφράζει την ουσία της ορθόδοξης πνευματικής ζωής, σε πλήρη αντίθεση με την εκκοσμικευμένη θεολογία της εποχής του, που διαμορφώθηκε με την επίδραση του σχολαστικιστικού ανθρωποκεντρισμού του ρωμαιοκαθολικισμού.

Agios Gregorios Palamas 18

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς αποτελεί σπάνια περίπτωση στη ζωή της Εκκλησίας. Πρόκειται για θεολόγο θεόπτη, που εκφράζει την ουσία της ορθόδοξης πνευματικής ζωής με μοναδικό συνθετικό τρόπο. Εχει ως θεμέλιο της πνευματικής του καταρτίσεως τη βίωση της θείας χάριτος και, τη θέωση μέσα στο φως των ακτίστων ενεργειών του Θεού. Προικισμένος με οξύ νού μπόρεσε να κινηθεί άνετα στον χωρο της θεολογίας και να εκφράσει ακραιφνή τριαδολογία με τα σημαντικά έργα του

Γεννήθηκε το 1296 στην Κωνσταντινούπολη από επιφανείς γονείς. Ο πατέρας του Κωνσταντίνος Παλαμάς προερχόμενος από τη βαθύτερη Μικρά Ασία ήταν συγκλητικός και μέλος της αυτοκρατορικής αυλής του Ανδρονίκου Β’. Ο αυτοκράτορας τον εκτιμούσε ιδιαίτερα και γι’ αυτό του ανέθεσε την ανατροφή του Ανδρονίκου Γ’, εγγονού και διαδόχου του. Φαίνεται όμως ότι δεν τον απορροφούσαν τόσο τα πολιτικά έργα όσο τα πνευματικά, αφού κάποτε σε συνεδρίαση της συγκλήτου, θέλοντας ο αυτοκράτορας να του ζητήσει τη γνώμη του τον βρήκε αφοσιωμένο στην προσευχή και δεν τον διέκοψε, πιστεύοντας ότι βοηθεί περισσότερο με την προσευχή του παρά με τις σκέψεις του. Ο πατέρας του, αφού πρόλαβε να φορέσει το ράσο του μοναχού και να λάβει το όνομα Κωνστάντιος, εκοιμήθη σχετικά νέος, όταν ο Γρηγόριος ήταν επτά ετών. Την προστασία του ανέλαβε ο αυτοκράτορας.

Η μητέρα του Καλή και οι αδελφές του Επίχαρις και Θεοδότη κατέληξαν μοναχές, όπως και οι αδελφοί του Μακάριος και Θεοδόσιος, που τον ακολούθησαν στον μοναχικό βίο. Ο Γρηγόριος έλαβε καλή μόρφωση στο πανεπιστήμιο της Κωνσταντινουπόλεως με διευθυντή τον διάσημο θεολόγο και φιλόσοφο Θεόδωρο Μετοχίτη. Σπούδασε ιδιαίτερα φιλοσοφία. Μόλις 17 ετών, ενώπιον του αυτοκράτορος Ανδρόνικου Β’ και πολλών σοφών στα ανάκτορα, σε ομιλία του για τον Αριστοτέλη κατέπληξε όλους τους ακροατές του. Ο παριστάμενος Θεόδωρος Μετοχίτης είπε θαυμάζοντας στον αυτοκράτορα για τον νεαρό ομιλητή: Αν ήταν παρών και ο ίδιος ο Αριστοτέλης θα τον επαινούσε.

Εκτός της αριστοτελικής φιλοσοφίας τελείωσε μαθήματα γραμματικής και ρητορικής. Νωρίς όμως αφιερώθηκε στη μελέτη της Αγίας Γραφής, των Πατέρων της Εκκλησίας και του Συναξαριστή. Την πνευματική ζωή διδάχθηκε πρώτα από τον πατέρα του και τους μοναχούς που συναναστρεφόταν. Μεταξύ αυτών ήταν ο πρώην Αγιορείτης Θεόληπτος Φιλαδελφείας, που τον μύησε στην καθαρή προσευχή. Ο αυτοκράτορας, που ήλπιζε ότι θα τον έχει σύμβουλο, στη θέση του πατέρα του, έβλεπε να τον χάνει. Εικοσάχρονος ο Γρηγόριος αναχώρησε για το Παπίκιο όρος, σπουδαίο μοναστικό κέντρο, όπου αντέκρουσε εκεί νεώτερους Μασσαλιανούς, και στη συνέχεια για το Άγιον Όρος.

Στο Άγιον Όρος ήλθε με τους δύο αδελφούς του. Ο ίδιος υποτάχθηκε στον όσιο Νικόδημο τον Ησυχαστή, που ησκείτο σε Κελλί της μονής Βατοπαιδίου, και ήταν γνωστός σε όλους τους Αγιορείτες για τη σοφία του. Ο άγιος Γρηγόριος έκανε υπακοή «τω γενναίω ανδρί, θαυμαστώ κατά την πράξιν και θεωρίαν» κατά τον άγιο Φιλόθεο τον Κόκκινο. Από τον Νικόδημο ο Γρηγόριος έλαβε το μοναχικό σχήμα. Τα πρώτα μοναχικά του έτη τα έζησε ο άγιος στο Άγιον Όρος και κοντά στη μονή Βατοπαιδίου με αυστηρή άσκηση, νηστεία, αγρυπνία και αδιάλειπτη προσευχή. Προσευχόμενος επανελάμβανε συνεχώς το «φώτισόν μου το σκότος». Κάποτε είδε τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο και του είπε πως τον έστειλε η Παναγία και του είπε, ότι η Θεοτόκος και ο ίδιος θα του είναι πάντα βοηθοί! Τρία έτη παρέμεινε ο άγιος Γρηγόριος στην υπακοή του οσίου Γέροντός του Νικοδήμου και πολλά διδάχθηκε κοντά του.

Άγιος Γρηγόριος ο Διδάσκαλος ο Βατοπαιδινός (+22 Ιουνίου)



Στις 22 Ιουνίου η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη του αγ. Γρηγορίου του Βατοπαιδινού, του επονομαζόμενου και Διδασκάλου. Ο άγιος ιεράρχης Γρηγόριος ο Διδάσκαλος γεννήθηκε σε μία ευλογημένη οικογένεια στο Βουκουρέστι, το έτος 1765, παίρνοντας κατά τη βάπτισή του το όνομα Γεώργιος. Ο νεαρός Γεώργιος (Μινκουλέσκου) σπούδασε στις πιο φημισμένες σχολές της εποχής, όπως η ηγεμονική Ακαδημία του Αγίου Σάββα, αποκτώντας μία εξαιρετική μόρφωση, θύραθεν και θεολογική.Μετά το πέρας των σπουδών του, ανεχώρησε μαζί με άλλους δύο συμφοιτητές και φίλους για το μοναστήρι Νεάμτς, το οποίο τότε καθοδηγούνταν από το μέγα Παΐσιο Βελιτσκόφσκυ. Το έτος 1790 εκάρη μοναχός με το όνομα Γρηγόριος και όντας γνώστης της λατινικής και ελληνικής γλώσσας, έκανε υπακοή και μετέφρασε μερικά συγγράμματα των αγίων πατέρων. Μετά από μερικά χρόνια μαζί με το φίλο του, μοναχό Γερόντιο, στάλθηκε στο Βουκουρέστι, όπου του ενεπιστεύθη η φροντίδα της βιβλιοθήκης της μητροπόλεως.

Από εκεί, ανεχώρησε αργότερα για το Άγιον Όρος, ασκητεύοντας για κάποιο καιρό στην περιοχή Καλαμιτσίου της Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου. Το έτος 1812, ο άγιος Γρηγόριος έφυγε από τον Άθωνα και επέστρεψε στο μοναστήρι Νεάμτς, όπου συνεχίζοντας την εργασία μεταφράσεως και εκτυπώσεως των ιερών βιβλίων, παρέμεινε μέχρι το 1820, οπότε επέστρεψε στο Βουκουρέστι. Για λίγο καιρό διέμεινε στο μοναστήρι Αντίμ και ύστερα εγκαταστάθηκε στο μοναστήρι Καλνταρουσάνι, 30 χιλ. βορείως του Βουκουρεστίου, μοναστική εστία με αγιορειτικό τυπικό, καθιερωμένο μερικές δεκαετίες πριν, από έναν άλλο μαθητή του αγίου Παϊσίου, τον καθηγούμενο π. Γεώργιο από την Τσερνίκα. Εδώ έζησε ταπεινά σε ένα μικρό κελλί όπου είχε για κρεβάτι μία σανίδα σκεπασμένη με ψάθα και μία κουβέρτα, ένα τραπέζι, μία καρέκλα, μία εικόνα και δύο δισάκια βιβλία.

Όσιος Ευδόκιμος ο Βατοπαιδινός ο Νεοφανής 05.10.2014



Καθηγούμενος Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου Γέροντας Εφραίμ

Ο Αγιοτόκος Άθωνας μέσα από την υπερχιλιόχρονη ιστορική ζωή του έχει αναδείξει πάμπολλες γνωστές Οσιακές μορφές, αλλά και περισσότερες άγνωστες σε εμάς. Σήμερα εορτάσαμε έναν Αγιορείτη Άγιο, ο οποίος έζησε εδώ στη Μονή μας, τον όσιο Ευδόκιμο. Ουσιαστικά εορτάσαμε έναν άγνωστο Άγιο – αφού δεν γνωρίζουμε τα σχετικά με τον βίο του – αλλά που όμως με γνωστό και φανερό τρόπο βρέθηκε ολόκληρο το Άγιο Λείψανό του στο κοιμητήριο της Μονής μας, όπως ακούσαμε και στα αναγνώσματα που προηγήθηκαν στην εκκλησία και εδώ στην τράπεζα.



Νομίζουμε ότι η τέλεση της πανηγύρεως του οσίου Ευδοκίμου του Νεοφανούς και Θαυματουργού, χαροποιεί ιδιαίτερα και προκαλεί την εν Κυρίω καύχηση, όχι μόνο σε εμάς τους Βατοπαιδινούς, αλλά και σε όλους τους Αγιορείτες, σε όλους τους Ορθοδόξους μοναχούς. Διά του Οσίου αυτού Πατρός προβάλλεται σε όλη την οικουμένη το Αγιορειτικό μοναχικό πνεύμα, του οποίου ήταν γνήσιος εκφραστής.

Ο Άγιος Σάββας Αρχιεπίσκοπος Σερβίας, ως μοναχός της Μονής Βατοπαιδίου 12.01.2015



Σύμφωνα με τους μοναχικούς κανόνες ο υποψήφιος πρέπει να παραμένει δόκιμος για μερικά χρόνια προτού γίνει μοναχός. Στο Άγιον Όρος η δοκιμασία διαρκεί περισσότερο απ’ ό,τι στα άλλα μοναστήρια στον κόσμο. Ο Ράστκο όμως έγινε μοναχός χωρίς δοκιμασία χάρη στις πιεστικές περιστάσεις. Στο Ρούσικον πέρασε μόνο μερικές μέρες, περισσότερο σαν επισκέπτης παρά σαν δόκιμος πριν μετονομαστεί από Ρά­στκο σε Σάββα. Σαν μοναχός βέβαια πέρασε απ’ όλη τη δύσκολη προετοιμασία, επειδή θεωρούσε τον εαυτό του πολύ νέο, έσχατο μεταξύ των αδελφών του.

Ο Σάββας έμεινε στο Ρούσικον για σύντομο χρονικό διάστημα, το πολύ-πολύ μερικούς μήνες. Κατόπιν μετοίκησε στο Βατοπέδι, ένα από τα παλιότερα μεγάλα μοναστήρια του Αγίου Όρους, αφιερωμένο στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Κ’ έγινε αυτό ως εξής: Όταν στη γιορτή του Ευαγγελισμού πανηγύριζε η ιερά μονή Βατοπεδίου, ο προεστώς κάλεσε τον ηγούμενο της μονής Ρουσίκου και τον παρακάλεσε να πάρει μαζί του και τον Σάββα. Σ’ εκείνη την περίπτωση ο Σάββας έκανε θαυμάσια εντύπωση σ’ όλη την αδελφότητα και ο ηγούμενος ζήτησε απ’ αυτόν να μείνει μόνιμα μαζί τους. Ο νεαρός μοναχός, μην μπορώντας να πει ούτε ναι ούτε όχι, άφησε τον προϊστάμενό του ν’ αποφασίσει. Όταν πια οι δύο ηγούμενοι συμφώνησαν να μείνει, έμεινε αυτός στο Βατοπέδι όχι μερικές μέρες ή μήνες, αλλά δώδεκα ολόκληρα χρόνια. Για τον Σάββα ήταν ανεκτίμητο το όφελος που έζησε ακριβώς στο Βατοπέδι και όχι σε κάποιο άλλο σλαβικό μοναστήρι.

Εκεί έμαθε θαυμάσια ελληνικά. Εκεί υπήρχε πλούσια βιβλιοθήκη όλων των αγίων Πατέρων της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην πρωτότυπη ελληνική γλώσσα. Εκεί σαν σε έκθεση μπορούσε να παρατηρήσει κανείς το απόγαιο του εκλεπτυσμένου βυζαντινού πολιτισμού, παραδείγματος χάριν στις τέχνες της αρχιτεκτονικής, ζωγραφικής, ποίησης, χορωδιακής μουσικής, ξυλογλυπτικής, λιθογλυφίας, υφαντουργικής, καλλιγραφίας, επεξεργασίας αντικειμένων χρυσού, αργύρου και χαλκού– επίσης επιδέξιας ραπτικής, μαγειρικής και διαφόρων άλλων χειροτεχνημάτων, ακόμη και μαθημάτων καλής συμπεριφοράς. Γιατί το Βατοπέδι ήταν πρότυπο, ως αυτοκρατορικό μοναστήρι, που ήταν κτισμένο, ξανακτισμένο και διακοσμημένο

Ο Βατοπαιδινός Άγιος Ιγνάτιος Μαριουπόλεως





Γεννήθηκε στις αρχές του 18ου αιώνα στο νησί Θέρμη. Μάλλον πρόκειται για το νησί των Κυκλάδων Κύθνο, πού ονομαζόταν και Θερμιά, λόγω των εκεί θερμών ιαματικών πηγών. Ήταν γόνος της γνωστής και ευσεβούς οικο­γενείας Γεζεδινού.

Νέος μετέβη στο Άγιον Όρος. Στη μονή Βατοπαιδίου μόναζε ένας κοντινός συγγενής του. Αγαπώντας ολόκαρδα τη μοναχική πολιτεία, εγκατέλειψε κάθε κοσμική ματαιότητα και εκάρη μοναχός με το όνομα Ιγνάτιος. Αργότερα χειροτονήθηκε ιερέας.

Για την αρετή του κλήθηκε να ποιμάνει ένα απομακρυσμένο ποίμνιο, πού βρισκόταν κάτω από σκληρό ταταρικό ζυγό. Το 1769 χειροτονήθηκε επίσκοπος Γκοτφέϊ και Κεφάϊ της Κριμαίας. Χαρακτηρίζεται ως καλοκάγαθος και ακαταπόνητος ιεράρχης, πού κατέκτησε την αγάπη και τον σεβασμό του ταλαιπωρημένου ποιμνίου του. Ό Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως του έδωσε για την καλή διακονία του, τον τίτλο του αρχιε­πισκόπου και τον έκανε μέλος της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Οι σύγχρονοι του τον χαρακτηρίζουν ως άνδρα, τίμιο, ευσεβή, ηθικό, ταπεινό, αγνό, άγρυπνο. Είχε ήρεμη εξωτερική όψη, αγγελική συμπεριφορά, ήταν έμπειρος στις εκκλησιαστικές υποθέσεις, και είχε φυσικά ταλέντα και πολλές ικανότητες. Με τα προσόντα αυτά έμελλε να γίνει ο νέος Μωϋσής υπόδουλου ποιμνίου του. Πραγματοποίησε το δύσκολο και μεγάλο έργο της εξόδου των Ορθοδόξων Ελλήνων από την Κριμαία, που ήταν υπό τον ζυγό των Τατάρων, στη χριστιανική γη της Αζοφικής, που βρισκόταν υπό τη ρωσική κυριαρχία. Προσευχόμενος με δάκρυα στον Θεό για τον κατατρεγμό του ποιμνίου του επί έτη, αποφάσισε την αναχώρηση. Είχε συνειδητοποιήσει καλά τον άμεσο κίνδυνο των Ορθοδόξων χριστιανών από πνευ­ματική και φυσική εξόντωση. Άρχισε μυστικές συνομιλίες με τη ρωσική κυβέρνηση και πέτυχε να καταλογραφηθούν οι χριστιανοί της Κριμαίας Ρώσοι υπήκοοι.

Όσιος Διονύσιος ο Σιατιστεύς, της Βατοπαιδινής Σκήτης του Αγ. Δημητρίου († 19-2-1794)



Ελάχιστα βιογραφικά του στοιχεία γνωρίζουμε. Εκοιμήθη στα τέλη του 18ου αιώνος, σε μεγάλη ηλικία προγνωρίζοντας τον θάνατό του. Κατά τον Μανουήλ Γεδεών (εν «Εκκλ. Αλήθεια Κων/πόλεως», έτος δ΄, 1883-4, σ.618): «Πάσαι αι πληροφορίαι δεικνύουσιν ότι ο Διονύσιος εγίνωσκε τα συνήθη και κοινά γράμματα˙ αλλά τοσαύτα γράμματα, εγίνωσκον πάντες σχεδόν οι λόγιοι του Αγίου Όρους, όσοι μη προελθόντες εκ του δουρείου, του υπό Βουλγάρεως και Παλαμάδων και Καυσοκαλυβίτων μορφώσαντας κύρηκας του λόγου και διδασκάλους της ορθής πίστεως, ήλθον εις τον γεραρόν Άθωνα μόνον εφόδιον, ως οι τον καιρόν εκείνον «γραμματισμένοι», φέροντες ακραιφνή και άδολον και ανυπόκριτον πίστιν και ολίγα γράμματα, όσα ενόμιζον αρκούντα προς ανάγνωσιν και εξήγησιν των Μαργαριτών του Χρυσορρήμονος, των Γεροντικών και Ασκητικών των Ισαάκ και Εφραίμ και των Νηπτικών βιβλίων, των ομοίων τη πολυτιμοτάτη και υπό πάσαν έποψιν αληθεί Φιλοκαλία.

Ο ημέτερος Διονύσιος, ίνα εννοήση τα των Αγίων Πατέρων συγγράματα, κατήρτησεν εξ αυτών το βιβλίον, όπερ εκάλεσεν Ίχνος Χριστού, θελήσας διά τούτου και ούτος, κατά μίμησιν ορθοδόξων ομογενών λογίων Μοναχών, να καταστή χρήσιμος και εις πάντα Χριστιανόν Ορθόδοξον…


Ο Πνευματικός Διονύσιος απήλαυε του σεβασμού των εν αρχαίς ιδίως του παρόντος και εν τέλει του παρελθόντος αιώνος εν Αγίω Όρει ασκουμένων Πατριαρχών. Ο προς αυτόν γράφων (πρώην) Κωνσταντινουπόλεως Προκόπιος ο από Σμύρνης Μαρωνείας Νεόφυτος, ο από Σμύρνης Γρηγόριος Ε΄ όστις, ως γνωστόν, εξαετίαν έμεινεν εν Αγίω Όρει… μετέβαινεν εκ των Ιβήρων… εις την Σκήτην του Αγίου Δημητρίου προς επίσκεψιν του Διονυσίου, ον ετίμα και εις ον εξομολογείτο…Ο Πνευματικός Διονύσιος εστιν ο τύπος του αγιορείτου ιερομονάχου, όστις καίπερ τοπικώς από του κόσμου και της κοσμικής τύρβης χωριζόμενος, καίπερ αποτασσόμενος αυτή τε και πάση τη πομπεία αυτής, υπέρ των εν τω κόσμω ειργάζετο και εργάζεται, ου μόνον εν ευχαίς και δι’ αυτών επιθυμών να ίδη πραγματουμένην την ηθικήν βελτίωσιν των κατά κόσμον αδελφών αυτού, αλλά και δι’ εγγράφου λόγου και προφορικού.

Και οι ευρυτέρας τινός και μετριωτάτης παιδεύσεως τυχόντες Μοναχοί ουδαμώς έπαυον διδάσκοντες και γράφοντες εις την πατρώαν πίστιν, στηρίζοντες τους ορθοδόξους, την εις τα πατρώαν σωτήριον, εμμονήν συνιστώντες, την δάδα δε της Ελληνικής παιδεύσεως άσβεστον τηρούντες. Εσμός αναρίθμητος τοιούτων φιλοπόνων Μοναχών απεδείκνυεν επί εννέα αιώνες τον Άθω ακρόπολιν των του Γένους και των της Εκκλησίας συμφερόντων απροσμάχητον» (ανεδημοσιεύθη και εις το Περιοδικό «Πρωτάτον». Αριθμ. 31, σ.124)