Πέμπτη, 29 Μαΐου 2014

Ανακομιδή των Ιερών Λειψάνων του Οσίου Ιωακείμ του Ιθακήσιου

 


23_osios_ioakeim_papoulakis (1)Εορτάζει στις 23 Μαΐου εκάστου έτους.



Ο Όσιος Ιωακείμ εκοιμήθη στις 2 Μαρτίου 1868 μ.Χ. και ετάφη πίσω από τον Ι. Ν. Αγίας Βαρβάρας, στον Σταυρό Ιθάκης. Η ανακομιδή των λειψάνων του πραγματοποιήθηκε στις 10 (23 με το Νέο Ημερολολόγιο) Μαίου 1992 μ.Χ. και η αγιότητά του διακηρύχθηκε επίσημα από το Οικουμενικό Πατριαρχείο το 1998 μ.
Ο Όσιος Ιωακείμ, κατά κόσμον Ιωάννης Πατρίκιος, εγεννήθηκε στον οικισμό Καλύβια της Ιθάκης από ευσεβείς και ενάρετους γονείς, τον Άγγελο και την Αγνή.

Ο Ιωάννης σε μικρή ηλικία έχασε την μητέρα του. Ο πατέρας του ενυμφεύθηκε και πάλι, αλλά η μητριά του Ιωάννου τον εταλαιπωρούσε και τον εβασάνιζε . Ο Άγιος στα δύσκολα αυτά χρόνια, ασκήθηκε στην υπομονή και την ταπείνωση, βρίσκοντας καταφύγιο στην προσευχή, στο εκκλησάκι του Αγίου Σπυρίδωνος, και στην μελέτη των ιερών βιβλίων.

Στην εφηβική του ηλικία εργάσθηκε ως ναυτικός στο καΐκι του πατέρα του, προκαλώντας τον σεβασμό και την εκτίμηση του πληρώματος για τις αρετές και το ήθος του.

Σε κάποιο από τα ταξίδια του βρήκε καταφύγιο στο Άγιο Όρος. Εκεί, στη μεγίστη μονή Βατοπαιδίου κείρεται μοναχός και λαμβάνει το όνομα Ιωακείμ.

Με την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως ο ηγούμενος της μονής επιλέγει τον Όσιο Ιωακείμ και τον αποστέλλει ιεροκήρυκα στην Πελοπόννησο. Εκεί, ο Άγιος διδάσκει, καθοδηγεί, στηρίζει και ενθαρρύνει τους Έλληνες. Επιπλέον, με το καΐκι του εκ Κεφαλληνίας παπα -Γιάννη Μακρή, μεταφέρει από την Πελοπόννησο στα Επτάνησα γέροντες και γυναικόπαιδα, σώζοντάς τους από τις επιδρομές του Ιμπραήμ.

Περί το 1827 μ.Χ. ο Όσιος Ιωακείμ φθάνει στην αγγλοκρατούμενη πατρίδα του Ιθάκη. Για 49 χρόνια διακονεί μέσα στον κόσμο και προφυλάσσει από την αμαρτία, την πλάνη, την αίρεση. Αναφέρονται περιπτώσεις που ο Άγιος προσευχόταν και βρισκόταν επάνω από το έδαφος, πλημμυρισμένος από ουράνιο φως. Ο Θεός του χαρίζει το διορατικό χάρισμα κι έτσι γίνεται σύμβουλος, ο παιδαγωγός εις Χριστόν και ο ιατρός των Ιθακησίων.

Έτσι αφού έζησε ο Όσιος Ιωακείμ, εκοιμήθηκε με ειρήνη το 1868 μ.Χ.

Η επίσημη αναγνώρισή του ως Αγίου της εκκλησίας μας έγινε τον Μάρτιο του 1998 μ.Χ.
(1786 – 1868)
OsiosIoakimIthakisios03

OsiosIoakimIthakisios04
Πηγήsaint.gr 

Ο Άγιος Σισώης

 


agios_siswis
Σηκώνοντας τον σταυρό του Κυρίου από νεαρή ηλικία, ο μακάριος πατήρ ημών Σισώης αποσύρθηκε στην έρημο της Σκήτης.
Προόδευσε τόσο γοργά στην αρετή και στους ασκητικούς αγώνες, ώστε σύντομα λογιζόταν από όλους ως πρότυπο μοναχού.
Λίγο μετά τον θάνατο του αγίου Αντωνίου, ενώ στην έρημο της Σκήτης και της Νιτρίας οι ασκητές είχαν αρχίσει να συνωστίζονται, αποφάσισε να μεταβεί μαζί με τον μαθητή του Αβραάμ στο εσωτερικό όρος, όπου είχε ζήσει ο μεγάλος πατριάρχης της ερήμου και που είχε εγκαταλειφθεί λόγω των βαρβαρικών επιδρομών (περί το 357).
Έμεινε εκεί εβδομήντα δύο χρόνια, ακολουθώντας σε όλα τα χνάρια του αγίου Αντωνίου. Ένας αδελφός τον ρώτησε μία ημέρα αν είχε φθάσει στα μέτρα του αββά Αντωνίου. Εκείνος αποκρίθηκε: «Αν είχα έναν από τους λογισμούς του αββά Αντωνίου, θά γινόμουν όλος φωτιά· γνωρίζω όμως άνθρωπο που με κόπο μπορεί να βαστάξει τον λογισμό του.
Από καιρού εις καιρόν λάμβανε προμήθειες που εφερνε ένας μοναχός από το Πισπίρ· συνέβη όμως αυτός να καθυστερήσει
μια φορά κοντά στους δέκα μήνες. Καθώς ο Σισώης βάδιζε στο όρος συνάντησε έναν κυνηγό από την Φαράν του Σινά, ο οποίος δεν είχε δει άνθρωπο για ένδεκα μήνες. Ο γέροντας τότε επέστρεψε στο κελλί του και κτυπούσε το στέρνο του λέγοντας: «Ιδού, Σισώη, ενόμισες ότι κάτι έκανες και δεν εφθασες καν στο επίπεδο αυτού του λαϊκού!».
Μεταξύ των αρετών που κοσμούσαν την ψυχή του, η ταπεινοφροσύνη ήταν αυτή στην οποία διέπρεπε ιδιαιτέρως, και δίδασκε στους επισκέπτες του ότι κατακτάται πρώτον με την εγκράτεια, δεύτερον με την προσευχή και τρίτον με την προσπάθεια να θεωρείς τον εαυτό σου σε κάθε περίσταση κατώτερο όλων των ανθρώπων. Αγαπούσε τόσο την νηστεία και ήταν σε τέτοιο βαθμό απορροφημένος στην προσευχή, ώστε έμενε ημέρες ολόκληρες δίχως καμμία μέριμνα για τροφή, κι όταν ο μαθητής του Αβραάμ του υπενθύμιζε το γεγονός απαντούσε σε αυτόν με απλότητα: «Δεν εφάγαμε τέκνον;». Κι όταν ο άλλος απαντούσε αρνητικά, εκείνος ελεγε: «Εάν δεν εφάγαμε, φέρε να φάγουμε».
Επισκέφτηκε κάποτε στο όρος τον Γέροντα ενας λαϊκός με τον γιό του και στο δρόμο συνέβη να πεθάνει το παιδί. Αυτός δίχως να ταραχθεί τον έφερε στον αββά και γονάτισε κρατώντας το παιδί σε στάση μετάνοιας, για να ευλογηθεί από τον γέροντα. Έπειτα εξήλθε μόνος του. Ο Άγιος νομίζοντας ότι το παιδί του έβαλε μετάνοια, είπε: «σήκω, πήγαινε έξω». Αμέσως ο νεκρός σηκώθηκε και βγήκε.
Σταματώντας μία μέρα κοντά στον τάφο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, συλλογίστηκε κατάπληκτος τη ματαιότητα της επίγειας δόξας και έχυσε δάκρυα για την κοινή μοίρα κάθε ανθρώπου. Έπειτα επέστρεψε στο κελλί του για να προσκαρτερήσει εκεί στην προσδοκία του Κυρίου. Σε εναν αδελφό που είχε πέσει πολλές φορές στην αμαρτία είπε: «Σήκω και πάλι και πάλι». «Έως πότε;» ρώτησε ο αδελφός. Ο Γέροντας απάντησε: «Έως ότου καταληφθείς είτε στο αγαθό είτε στην πτώση, γιατί εκεί που βρίσκεται ο άνθρωπος σ’ αυτό και πορεύεται».
Όταν ο άγιος Σισώης επρόκειτο να εκδημήσει, ενώ οι γέροντες κάθονταν γύρω του, αίφνης έλαμψε το πρόσωπό του σαν ήλιος και τους είπε: «Ιδού, ήλδε ο αββάς Αντώνιος». Και μετά από λίγο είπε: «Ιδού, ήλθε ο χορός των προφητών». Και πάλι έλαμψε ακόμη περισσότερο το πρόσωπό του και είπε: «Ιδού, ήλθε ο χορός των αποστόλων. Και επαναλήφθηκε η λάμψη της όψης του ενώ εδειχνε να συνομιλεί με κάποιους. Όταν οι γέροντες τον ρώτησαν με ποιόν μιλούσε, εκείνος αποκρίθηκε: «Ιδού, ήλθαν οι άγγελοι να με πάρουν και παρακαλώ να μ’ αφήσουν λίγο να μετανοήσω». Κι εκείνοι του είπαν: «Δεν έχεις ανάγκη να μετανοήσεις, πάτερ». Τότε ο γέροντας είπε: «Πραγματικά δεν έχω την συνείδηση ότι έβαλα αρχή μετανοίας». Οι πατέρες θαύμασαν την τόση ταπεινοφροσύνη και κατάλαβαν ότι είχε φθάσει στην τελειότητα. Τότε αίφνης το πρόσωπό του έγινε πάλι σαν ήλιος και όλοι εφοβήθησαν. Και λέγει σ’ αυτούς: «Βλέπετε, ο Κύριος ήλθε και λέγει, “φέρτε μου το σκεύος της ερήμου”». Αμέσως παρέδωσε το πνεύμα, ενώ έγινε αστραπή και γέμισε ο τόπος ευωδία.


Πηγή:  Περιοδικό Ι.Μ. Νικοπόλεως & Πρεβέζης «Ο Ποιμήν».

ΠΕΡΙ ΠΕΙΡΑΣΜΩΝ ΗΡΑΚΛΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ ΜΕΡΟΣ 11o

Άγιος Ρωμανός, ο πρίγκηπας (+ 3 Φεβρουαρίου)

 


sf-roman-cneaz-de-uglici-1-1
Ήταν γιός του ηγεμόνα Βλαδιμήρου και της Φωτεινής του Ούγκλιτς και ανηψιός του Αγίου Βασιλείου του Ροστώβ(+4 Μαρτίου).
Γεννήθηκε στις 1 Οκτωβρίου 1235 και από μικρός είχε κλίση προς την προσευχή,την υπακοή προς τους γονείς και την ανάγνωση της Αγίας Γραφής.
Μετά τον θάνατο του πατέρα του το 1248 και του αδελφού του το 1261,έγινε ηγεμόνας του Ούγκλιτς,σε ηλικία 26 ετών.Έδειχνε πατρική αγάπη προς όλους τους υπηκόους του και έχτισε πολλά άσυλα,νοσοκομεία και άλλα ευαγή ιδρύματα.Στα 24 χρόνια της ηγεμονίας του έχτισε 15 ναούς.Επίσης έχτισε την πόλη Ρομανώβ(σήμερα Τουτάεβ)κοντά στον Βόλγα.Δεν έλειπε ποτέ από τις ακολουθίες και πάντα συμβουλευόνταν φωτισμένους πατέρες.
Μετά την κοίμηση της συζύγου του Αλεξάνδρας το 1280 αφιερώθηκε και πιο πολύ στην νηστεία,την προσευχή και τις καλές πράξεις.
sf-roman-cneaz-de-uglici-3
Εκοιμήθη στις 3 Φεβρουαρίου 1285 και τον έθαψαν στον ναό της Μεταμορφώσεως του Ουγκλιτς.Το 1486 το σώμα του Αγίου Ρωμανου βρέθηκε άφθαρτο και μεταφέρθηκε στον νέο Καθεδρικό Ναό της Μεταμορφώσεως.Το 1595,ο πατριάρχης Ιώβ ευλόγησε την αγιοκατάταξη του Αγίου Ρωμανου,λαμβάνοντας υπ’όψιν τα πολυάριθμα θαύματά του τα οποία είχε σημειώσει ο μετέπειτα πατριάρχης Μόσχας (Άγιος)Ερμογένης.
Το 1609 κατα την πολωνική επιδρομή το λείψανο του αγίου κάηκε
 

Κυριακή, 25 Μαΐου 2014

Ο Άγιος Ανδρέας ο δια Χριστόν Σαλός και ο ομοφυλόφιλος (ο ακόλαστος ευνούχος)

Ο Άγιος Ανδρέας ο δια Χριστόν Σαλός και ο ομοφυλόφιλος (ο ακόλαστος ευνούχος)



http://i259.photobucket.com/albums/hh319/antonios13/antonios11/st-andrew-fool-for-christ.jpg        http://www.xryshaygh.com/assets/images/news/tasos3_gay.png 
Ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας ὁ διά Χριστόν σαλός
καί ὁ ὁμοφυλόφιλος
(ὁ ἀκόλαστος εὐνοῦχος)


Ὁ ἀκόλαστος εὐνοῦχος
Σέ μιά στιγμή τόν πλησίασε (τόν Ἅγιο Ἀνδρέα τόν διά Χριστόν σαλό) κι ἕνας νεαρός εὐνοῦχος, δοῦλος κάποιου πλούσιου ἄρχοντα. Τό πρόσωπό του ἦταν ροδαλό καί τό δέρμα του λευκό. Ὄμορφος, ξανθός καί λεπτεπίλεπτος, φοροῦσε ροῦχα πολυτελή καί μύριζε ἀπό μικριά ἀρώματα. Ἦταν συνομήλικος, γείτονας καί φίλος τοῦ Ἐπιφανίου (φίλου καί μαθητῆ τοῦ Ἁγίου). Στό χέρι του κρατοῦσε μιά ἁρμαθιά χουρμάδες.
Βλέποντας τόν ὄσιο γυμνό, ἀπόρησε καί ρώτησε ταραγμένος τόν Ἐπιφάνιο:
-Ποιός εἶναι αὐτός φίλε μου; Γιατί γυρίζει γυμνός μέσα στό κρύο καί κάθεται κάτω σάν θαλασσοδαρμένος;
-Τί νά σοῦ πῶ, δέν ξέρω. Φαίνεται πώς τόν νοῦ του τόν ἔχει αἰχμαλωτίσει ὁ πονηρός, γι' αὐτό γυρίζει ἐδῶ κι ἐκεῖ σάν τρελός (ὁ Ἐπιφάνιος γνώριζε ὅτι ὁ ὅσιος παριστάνει τόν σαλό, ἀλλά δέν εἶχε εὐλογία ἀπό τόν Ἅγιο νά τόν φανερώσει στόν κόσμο). Ὅλοι οἱ δαιμονισμένοι ἔτσι κάνουν, ξεσκίζουν τά ροῦχα τους καί κυκλοφοροῦν γυμνοί, χωρίς νά αἰσθάνονται τό κρύο ἤ τή ζέστη. Ὁ εὐνοῦχος συμπόνεσε τόν ὄσιο καί τοῦ ἔδωσε τούς χουρμάδες.
-Πάρε αὐτά γιά τήν ὥρα, τοῦ εἶπε, δέν ἔχω τίποτ' ἄλλο μαζί μου.
Ὁ ὅσιος, ὅμως, πού μέ τά νοερά μάτια ἔβλεπε τήν κατάσταση τῆς ψυχῆς του, τόν κοίταξε βλοσυρά καί τοῦ εἶπε:
-Οἱ σαλοί δέν δέχονται δῶρα ἀπό κωλοφονίους (ἐννοώντας τούς ὁμοφυλόφιλους, κάνοντας λογοπαίγνιο μέ τήν λέξη κολοφώνιο πού εἶναι εἶδος λάχανου).
Ἐκεῖνος δέν κατάλαβε τό ὑπονοούμενο καί εἶπε:
http://2.bp.blogspot.com/_Nyfwps-dNRU/TDrXnxPylNI/AAAAAAAABD8/ozUpXUkNSk4/s1600/cabbage.jpg
-Εἶσαι πραγματικά τρελός. Χουρμάδες βλέπεις καί γιά κολοφώνια τούς περνᾶς;
-Πήγαινε, δόλιε, στό δωμάτιο τοῦ κυρίου σου, τοῦ ἀποκρίθηκε ὁ μακάριος, καί κάνε μαζί του τήν βδελυρή ἁμαρτία τῶν Σοδομιτῶν, γιά νά σοῦ δώσει κι ἄλλους χουρμάδες. Ταλαίπωρε! Οὔτε τό φῶς τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν βλέπεις, οὔτε τήν ἀγριότητα τῆς γέεννας γνωρίζεις, οὔτε τόν ἄγγελό σου, πού σέ ἀκολουθεῖ καταλυπημένος, ντρέπεσαι. Τί θά γίνει μ' ἐσένα, βρωμερέ, πού συχνάζεις στίς γωνιές μαζί μέ ἄλλους καί κάνεις πράξεις ἀφύσικες, πράξεις πού οὔτε τά σκυλιά τίς ξέρουν, οὔτε οἱ χοῖροι, οὔτε τά φίδια; Ἀπό ποῦ τά ἔμαθες αὐτά, ἀκάθαρτε; Κρίμα στά νιάτα σου, πού τά πλήγωσε ὁ σατανάς καί τά γκρέμισε εὔκολα στά τρίσβαθα τοῦ ἅδη. Πρόσεξε, μή συνεχίσεις ἔτσι, γιά νά μή ρίξει φωτιά ὁ Θεός καί σέ κάψει, κι ἔτσι ἀπό τή μιά φωτιά πέσεις πρόωρα στήν ἄλλη, τήν αἰώνια!
Ἡ ταραχή τοῦ εὐνούχου ἦταν φανερή. Εἶχε κατακοκκινίσει ἀπό τήν ντροπή του.
-Ἀλίμονό μου! μπόρεσε μόνο νά ψελλίσει.
-Τί ἔπαθες φίλε μου; τόν ρώτησε ὁ Ἐπιφάνιος. Γιατί κοκκίνισες ἔτσι; Ὡστόσο μήν περιφρονήσεις τά λόγια του. Ἄν ἡ συνείδησή σου σέ ἐλέγχει γιά κάτι ἀπ' αὐτά πού σοῦ εἶπε, φρόντισε νά διορθωθεῖς. Εἶσαι νέος κάι εὔκολα ξεγελιέσαι ἀπό τόν σατανά. αὐτός εἶναι φοβερός, εἶναι πανοῦργος καί μοχθηρός συνάμα. Μᾶς σπρώχνει στήν ἁμαρτία, γιά νά ἔχει κι ἐμᾶς μαζί του στή φωτιά τῆς γέεννας καί νά παρηγοριέται.
Ὁ εὐνοῦχος ἔφυγε μέ τό κεφάλι κατεβασμένο, δίχως νά πεῖ τίποτα
Ὁ Ἐπιφάνιος σήκωσε τόν ὅσιο καί μπῆκαν στό σπίτι του. Βρῆκαν τό τραπέζι στρωμένο. Κάθησαν κι ἔφαγαν. Ὅταν τελείωσαν, ὁ Ἐπιφάνιος ρώτησε τόν ὅσιο:
-Γιατί, κύριέ μου, μίλησες τόσο σκληρά στόν φίλο μου;
-Ἐπειδή ἀκριβῶς εἶναι φίλος σου, γι' αὐτό τοῦ μίλησα ἔτσι. Ἄν δέν ἦταν φίλος σου, δέν θά τοῦ ἔλεγα οὔτε μιά λέξη. Σκοπός μου δέν εἶναι νά ἐλέγχω τούς ἁμαρτωλούς, ἀλλά νά βαδίζω στόν ἴσιο δρόμο, πού ὁδηγεῖ στόν οὐρανό.
-Ἀφοῦ, ὅμως, εἶναι δοῦλος καί βιάζεται ἀπό τόν ἀφέντη του, τί μπορεῖ νά κάνει ὁ καημένος;
-Τό ξέρω πώς εἶναι δοῦλος, εἶπε ὁ ὅσιος, πρέπει νά ὐπηρετεῖ τόν ἀφέντη του μόνο στίς ὑλικές του ἀνάγκες, ὄχι στά ἔργα τοῦ διαβόλου καί στίς ἄνομες πράξεις, καί μάλιστα σ' αὐτό τό σιχαμερό, σ' αὐτό τό καταραμένο ἁμάρτημα, πού οὔτε στά ἄλογα ζῶα τό συναντᾶμε! Τί ἄνθρωπος εἶναι, ἀφοῦ δέν αἰσθάνεται τή δυσοσμία τῆς κοπριᾶς καί δέν φεύγει μακριά της;
-Ἄν, ὅμως, ὁ ἀφέντης του, ξαναεἶπε ὁ Ἐπιφάνιος, τόν προστάξει νά κάνει κάποια ὑπηρεσία, ἀκόμα καί ἁμαρτωλή, καί ὡς δοῦλος δέν ὑπακούσει, ξέρεις τί τόν περιμένουν-καί βρισιές καί ξύλο καί τόσα ἄλλα βάσανα.
-Αὐτό, παιδί μου, εἶναι τό μαρτύριο τοῦ Χριστοῦ. Αὐτό ἐννοοῦσε ὁ Κύριος, ὅταν ἔλεγε: "Μακάριοι εἶναι ὅσοι διώκονται γιά τήν ἀρετή, γιατί σ' αὐτούς ἀνήκει ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ"  (Ματθ. 5, 10). Ἄν οἱ δοῦλοι δέν ὐποκύπτουν στή βδελυρή σοδομιτική ἐπιθυμία τῶν κυρίων τους, εἶναι μακάριοι καί τρισμακάριοι, γιατί  μέ τά βάσανα πού θά ὐποφέρουν, θά στεφανωθοῦν ἀπό τόν Κύριο σάν μάρτυρες.

ΟΣΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ ὁ διά Χριστόν σαλός
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ
Νά σημειώσουμε βέβαια, πώς ὅλοι σχεδόν οἱ ὁμοφυλόφιλοι τῶν ἡμερῶν μας, δέν εἶναι δοῦλοι σέ κάποιο ἀφεντικό ὅπως ὁ εὐνοῦχος στό περιστατικό μέ τόν Ἅγιο Ἀνδρέα τόν διά Χριστόν σαλό. Ἀντίθετα, εἶναι ἐλεύθεροι καί δοῦλοι μόνο στά πάθη τους. Παρόλ' αὐτά, ὐπάρχει πάντα ἡ μετάνοια ὅσο ὑπάρχει καιρός ζωῆς, πού εἶναι ἄγνωστον πόσος εἶναι γιά τόν καθένα μας, γι' αὐτό δέν σηκώνει καθυστέρηση κι ἀναβολή...
Πληκτρολόγηση τοῦ κειμένου: ΚΑΙΟΜΕΝΗ ΒΑΤΟΣ

Νεομάρτυρας Ευγένιος 1996 († 23/5)

Νεομάρτυρας Ευγένιος 1996 († 23/5)



Νεομάρτυρας Ευγένιος 1996 († 23/5)
Στά τέλη τοῦ προηγούμενου αἰώνα, ἔλαμψε στή Ρωσία ἕνας νέος μάρτυρας τοῦ Χριστοῦ, ὁ στρατιώτης Εὐγένιος. Ἡ γενναιότητα μέ τήν ὁποία ὑπέμεινε τό μαρτύριο θυμίζει τούς χριστιανούς τῶν πρώτων αἰώνων.
Ὁ Εὐγένιος γεννήθηκε στό χωριό Κουρίλοβο τῆς Μόσχας τό 1977. Ἦταν τό μοναχοπαίδι τῆς οἰκογένειας Ροντιόνωφ. Παρότι γεννήθηκε στό ἄθεο καθεστώς τῆς Σοβιετικῆς Ἕνωσης, βαπτίστηκε ἀπό νήπιο καί μεγάλωσε μέ τίς χριστιανικές ἀρχές. Ἰδιαίτερο ρόλο στήν ἀνατροφή τοῦ μικροῦ Εὐγένιου ἔπαιξε ἡ εὐσεβής γιαγιά του, ἡ ὁποία μάλιστα τόν ὁδήγησε ὅταν ἦταν δώδεκα ἐτῶν στήν ἐκκλησία γιά νά ἐξομολογηθεῖ. Αὐτή ἡ στιγμή σημάδεψε ὅλη τη μετέπειτα ζωή τοῦ νεαροῦ ἀγοριοῦ. Ὁ ἱερέας πού τόν ἐξομολόγησε τοῦ χάρισε ἕνα σταυρό γιά νά φοράει στό λαιμό.

Μόλις ἡ μητέρα τοῦ πρόσεξε τό σταυρό τοῦ Εὐγένιου, τόν παρακίνησε νά τόν βγάλει γιατί τά παιδιά στό σχολεῖο θά τόν κορόιδευαν. Ὁ δωδεκαετής Εὐγένιος δέν ἔβγαλε τό σταυρό, ἀλλά οὔτε καί ἀντιμίλησε στή μητέρα του.
Τά χρόνια πέρασαν καί τό 1994 ὁ Εὐγένιος τελείωσε τό σχολεῖο. Ἤδη τό κομμουνιστικό καθεστώς εἶχε καταρρεύσει καί ἡ Ρωσία προσπαθοῦσε μέσα στήν ἀπόλυτη φτώχια νά ὀρθοποδήσει. Παρά ὅμως τίς δυσκολίες, οἱ χριστιανοί μποροῦσαν χωρίς ἐμπόδια νά λατρεύουν τό Θεό. Οἱ ἐποχές τοῦ μαρτυρίου ἔδειχναν νά ἔχουν περάσει ἀνεπιστρεπτί. Ὁ νεαρός Εὐγένιος ἔπιασε δουλειά ὡς ἐπιπλοποιός.
Τό 1995, στίς 25     Ἰουνίου παρουσιάστηκε στό στρατό γιά νά ὑπηρετήσει τή θητεία του. Μετά τήν ἑξάμηνη βασική ἐκπαίδευση στίς 13 Ἰανουαρίου τοῦ 1996, τοποθετήθηκε στά συνοριακά φυλάκια Τσετσενίας-Ἠγκουερίνας. Στή γειτονική της Ρωσίας, Τσετσενία, δροῦν ἔνοπλες ἀντάρτικες ὁμάδες μουσουλμάνων, οἱ ὁποῖες πολλές φορές ἔχουν πραγματοποιήσει τρομοκρατικές ἐνέργειες ἐναντίον Ρώσων στρατιωτῶν καί πολιτῶν. Ἡ μετάθεση ἑπομένως τοῦ νεαροῦ φαντάρου ἔκρυβε πολλούς κινδύνους γιά τήν  ἴδια του τή ζωή.
Τό Φεβρουάριο τοῦ 1996, ὁ Εὐγένιος καί ἄλλοι τρεῖς Ρῶσοι στρατιῶτες ἐστάλησαν σέ μία ἄκρως ἐπικίνδυνη ἀποστολή. Ἔλαβαν διαταγή νά ἐλέγχουν τά ὀχήματα πού περνοῦσαν ἀπό ἕνα δρόμο, χωρίς νά ὑπάρχει καμιά ὀργάνωση καί ἀσφάλεια. Ἀπό τό συγκεκριμένο δρόμο περνοῦσαν συχνά Τσετσένοι μεταφέροντας ὄπλα, ναρκωτικά καί αἰχμαλώτους. Οἱ στρατιῶτες θά ἦταν εὔκολη λεία γιά τούς διερχόμενους κακοποιούς, ἀφοῦ δέν ὑπῆρχε κάν φωτισμός. Σέ μία στιγμή πέρασε ἕνα ἀσθενοφόρο. Οἱ φαντάροι ἔπραξαν ὅπως εἶχαν διαταχθεῖ. Σταμάτησαν τό ὄχημα γιά ἔλεγχο. Ξαφνικά ὅμως, πετάχτηκαν μέσα ἀπό τό ἀσθενοφόρο ὁπλισμένοι Τσετσένοι κακοποιοί καί ἀκινητοποίησαν τούς Ρώσους στρατιῶτες. Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο, ὁ Εὐγένιος καί οἱ ἄλλοι φαντάροι αἰχμαλωτίστηκαν ἀπό τούς Τσετσένους ἰσλαμιστές. Ὅταν ἦρθαν οἱ ἄλλοι στρατιῶτες γιά ἀλλαγή τῆς φρουρᾶς διαπίστωσαν ὅτι ἡ προηγούμενη βάρδια εἶχε ἐξαφανιστεῖ.
Μετά ἀπό λίγες μέρες ἡ ὑπηρεσία τοῦ στρατοῦ ἐνημέρωσε τούς γονεῖς τῶν στρατιωτῶν γιά τήν ἐξαφάνισή τους. Οἱ Τσετσένοι συνήθιζαν νά κρατοῦν αἰχμαλώτους καί νά τούς ἐλευθερώνουν ἀφοῦ λάβουν λίτρα. Ἡ μητέρα τοῦ Εὐγένιου, Λιοῦμποφ, μέ κίνδυνο τῆς ζωῆς τῆς πῆγε στήν Τσετσενία γιά νά διαπραγματευθεῖ μέ τούς αὐτονομιστές.
Ἐν τῷ μεταξύ, ὁ Εὐγένιος καί οἱ ἄλλοι τρεῖς αἰχμάλωτοι βρίσκονταν στά χέρια τῶν μουσουλμάνων. Ἀπό τήν πρώτη μέρα τῆς αἰχμαλωσίας τους, οἱ Τσετσένοι εἶδαν ὅτι ὁ Εὐγένιος φοροῦσε σταυρό. Αὐτόν πού τοῦ εἶχε χαρίσει ὁ ἐξομολόγος του καί ποτέ δέν ἔβγαλε ἔκτοτε. Τοῦ πρότειναν λοιπόν νά ἀρνηθεῖ τήν πίστη του καί νά βγάλει τό σταυρό. Τοῦ ὑποσχέθηκαν ὅτι ἄν τό πράξει θά κερδίσει τήν ἐλευθερία του. ὁ Εὐγένιος ἀρνήθηκε. Ἀκολούθησαν βασανιστήρια καί συνεχεῖς παραινέσεις νά βγάλει τό σταυρό. Ἐπί ἑκατό ἡμέρες πού διήρκεσε ἡ αἰχμαλωσία, οἱ ἰσλαμιστές προσπαθοῦσαν μάταια νά κάμψουν τό παλικάρι τοῦ Χριστοῦ.
Στίς 23 Μαΐου, ὅταν ὁ Εὐγένιος γινόταν 19 ἐτῶν (ἡμέρα τῶν γενεθλίων του), ὁ Θεός τόν τίμησε μέ τό στεφάνι τοῦ Μάρτυρα. Οἱ Τσετσένοι ἀφοῦ σκότωσαν τούς ἄλλους αἰχμαλώτους, πρότειναν στόν Εὐγένιο γιά τελευταῖα φορᾶ νά ἀρνηθεῖ τό Χριστό καί νά βγάλει τό σταυρό του. Ἐκεῖνος καί πάλι δέν δέχτηκε. Προτίμησε νά πεθάνει παρά νά προδώσει τό Χριστό. Ὀργισμένοι οἱ βασανιστές τοῦ τόν χτυποῦσαν καί τόν περιέπαιζαν. Ἐκεῖνος παρότι γνώριζε τί ἔμελλε νά συμβεῖ, ἀντιμετώπισε μέ ἠρεμία τό μαρτύριο. Ὁ δήμιος τόν τραβοῦσε μέ μανία καί μέ ἕνα μαχαίρι τοῦ ἔκοψε ἀργά καί βασανιστικά τό κεφάλι. Στό μαγνητοσκοπημένο βίντεο πού ἀργότερα ἔδωσαν οἱ Τσετσένοι στή μητέρα του, φαίνεται μέ πόση ἠρεμία ὑπέμεινε ὁ Ἅγιος Εὐγένιος τό τελειωτικό χτύπημα. Σάν πρόβατο σκυμμένο τόν ἀποκεφάλισε ὁ δήμιος. Καί σάν πρόβατο κάθησε στά δεξιά του Χριστοῦ δίπλα στοῦ Ἁγίους καί πρεσβεύει γιά τή σωτηρία τῶν ψυχῶν μας.
Μετά τόν ἀποκεφαλισμό τοῦ Μάρτυρα, ἡ μητέρα τοῦ ζήτησε ἀπό τούς δολοφόνους τό νεκρό σῶμα τοῦ γιοῦ της. Ἐκεῖνοι ζήτησαν χρήματα, καί ἀφοῦ ἡ γυναίκα πούλησε σχεδόν ὅλα της τά ὑπάρχοντα, μάζεψε ἕνα χρηματικό ποσό καί πῆρε τό ἄψυχο σῶμα τοῦ Εὐγένιου, ἐννέα μῆνες μετά τή δολοφονία. Βρῆκε τόν ἴδιο τό δήμιό του γιοῦ της, ὁ ὁποῖος τῆς εἶπε ὅτι ἄν ὁ Εὐγένιος ἔβγαζε τό σταυρό καί γινόταν μουσουλμάνος δέν θά τόν σκότωναν. Ἡ ταφή τοῦ μάρτυρα ἔγινε στίς 20 Νοεμβρίου 1996. Λίγες μέρες ἀργότερα, ὁ πατέρας του, ἐπηρεασμένος ἀπό τό θάνατο τοῦ μοναχογιοῦ του, πέθανε δίπλα στό μνῆμα.
Ἡ παρουσία ὅμως τοῦ Ἁγίου Εὐγενίου στή γῆ δέν σταμάτησε ἐκεῖ.  Ἐμφανίσθηκε πολλές φορές μετά τόν ἐπίγειο θάνατό του.
Ἕνα μικρό κορίτσι πού ἔμενε σέ ἕνα ὀρθόδοξο ὀρφανοτροφεῖο, ἰσχυρίστηκε πώς εἶδε ἕνα στρατιώτη πού φοροῦσε ἕνα κόκκινο μανδύα. Αὐτός, ἀφοῦ τῆς εἶπε πώς λέγεται Εὐγένιος, τήν ἔπιασε ἀπό τό χέρι καί τήν ὁδήγησε στήν ἐκκλησία. Παραξενεύθηκε πού ὁ στρατιώτης φοροῦσε τέτοιο μανδύα. Εἶχε προσέξει στίς εἰκόνες τῶν Μαρτύρων παρόμοια φορεσιά. Τότε κατάλαβε ὅτι δέν πρόκειται γιά ἕνα συνηθισμένο στρατιώτη, ἀλλά γιά ἕναν Ἅγιο Μάρτυρα τοῦ Χριστοῦ. Ἦταν πράγματι ὁ Εὐγένιος.
Καί ἀλλοῦ βεβαίως ἔχει ἐμφανιστεῖ ὁ Νεομάρτυρας.
Σέ πολλούς Ναούς, κάποιοι πιστοί ἔχουν δεῖ ἕνα στρατιώτη μέ πύρινο μανδύα, νά προσεύχεται μαζί τους.
 Ἄλλοι  λένε, πώς ἔχουν δεῖ ἕνα στρατιώτη νά βοηθάει αἰχμαλώτους στήν Τσετσενία νά δραπετεύσουν ἀπό τήν αἰχμαλωσία τους καί νά γλιτώσουν ἀπό τούς κίνδυνους.
Σέ ἕνα νοσοκομεῖο τραυματιῶν πολέμου, οἱ τραυματισμένοι στρατιῶτες, ἰσχυρίζονται ὅτι ἐμφανίζεται κάποιος νεαρός μέ τό ὄνομα Εὐγένιος καί τούς βοηθάει, εἰδικά ὅταν πονᾶνε πολύ. Ὅταν κάποιοι ἀπό αὐτούς ἐπισκέφθηκαν τό Ναό τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ στή Μόσχα, εἶδαν τήν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Εὐγενίου καί ἀναγνώρισαν ἐκεῖνον πού τούς βοηθοῦσε καί τούς ἁπάλυνε τούς πόνους. Ἀλλά καί κάποιοι φυλακισμένοι ἔχουν δεῖ τόν Μάρτυρα, ὁ ὁποῖος παρηγορεῖ τούς πολύ καταβεβλημένους καί συντετριμμένους ψυχικά λόγω τῆς φυλακίσεώς τους.
Ἕνα χρόνο μετά τήν κοίμηση τοῦ Νεομάρτυρα, τό 1997, ἐκδόθηκε ἕνα βιβλίο μέ τίτλο «Νέος Μάρτυς τοῦ Χριστοῦ, στρατιώτης Εὐγένιος». Σύντομα, ἕνας ἱερέας πού προμηθεύτηκε αὐτό τό βιβλίο, ἔστειλε στό Πατριαρχεῖο μία ἀναφορά ὅπου ἔγραφε ὅτι τό ἐξώφυλλο τοῦ βιβλίου μέ τή φωτογραφία τοῦ Μάρτυρα μυροβλύζει.
Στή Ρωσία τιμᾶται ἰδιαίτερα ὁ Νεομάρτυρας Εὐγένιος. Μάλιστα ἔχει ἀφιερωθεῖ ἕνας ναός στό ὄνομά του καί ἔχουν ἐκδοθεῖ ἀκολουθίες πρός τιμήν του. Ἀλλά αὐτοί πού τόν εὐλαβοῦνται περισσότερο εἶναι οἱ Ρῶσοι φαντάροι, οἱ ὁποῖοι ἐπικαλοῦνται συχνά τή βοήθειά του.
ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ
Ἦχος πλ. ἅ
Συλληφθεῖς ὑπ’ ἀθέων, Μάρτυς Εὐγένιε
Τήν ὀρθόδοξον πίστην καθομολόγησας
Τοῦ Σωτῆρος τόν Σταυρόν ἐγκολπωσάμενος
Τήν κοπήν τῆς κεφαλῆς ἐπροτίμησας στερρῶς
Καί χαίρεις μετά Μαρτύρων, γόνε λαμπρέ της Ρωσίας
Καί στρατιώτα τοῦ Χριστοῦ εὐκλεῆ.
ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟ
Τόν σφαγιασθέντα ὥσπερ ἀμνόν,
Ὑπό μισοχρίστων, εὐφημήσωμεν ἐν χορῷ,
Κεφαλήν τμηθέντα, ὑπέρ Ἐσταυρωμένου,
Εὐγένιον τόν Νέον, Ρωσίας Μάρτυρα.

Απόσπασμα από το νέο βιβλίο Χαραλάμπους Χ. Άνδραλη: Νεομάρτυρες της Ορθοδοξίας στον 20ό και 21ο αιώνα Μέρος Δεύτερο Κεφάλαιο Δωδέκατο π. Δανιήλ Σισόγιεφ

Ἐπιμέλεια κειμένου  Αναβάσεις

Τετάρτη, 21 Μαΐου 2014

Οι Άγιοι και Ισαπόστολοι Κωνσταντίνος και Ελένη

 



Βίος και απολυτίκιο των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, των οποίων η Εκκλησία μας τιμά την μνήμη στις 21 Μαΐου.
Οι Άγιοι και Ισαπόστολοι Κωνσταντίνος και Ελένη
Ο Μέγας Κωνσταντίνος γεννήθηκε το 274 μ.Χ. Πατέρας του ήταν ο Κωνστάντιος ο Α' ο Χλωρός και μητέρα του η Ελένη από το Δρέπανο της Βιθυνίας. Ο Κωνσταντίνος σε ηλικία 18 ετών έγινε στρατιωτικός και χάρη στην ανδρεία του, προάχθηκε γρήγορα στα ανώτατα αξιώματα του στρατού.
Ο Κύριος θέλοντας να τον βοηθήσει στον αγώνα του κατά του Μαξεντίου και του Λικίνιου, στη συνέχεια σχημάτισε στον ουρανό το σημείο του Σταυρού με την επιγραφή «Εν τούτω Νίκα», προσφέροντάς του ένα ισχυρότατο όπλο για να κατατροπώσει τους εχθρούς του. Με το χριστιανικό σταυροειδές λάβαρο με το ελληνικό μονόγραμμα «Εν τουτω νικα», τελικά νίκησε τα στρατεύματα του Μαξεντίου και έπειτα του Λικινίου.
Επίσης, ήταν ο πρώτος αυτοκράτορας που ευνόησε την Εκκλησία, μετά από τρεις αιώνες ανελέητου διωγμού. Μετέφερε την πρωτεύουσα του κράτους του στο αρχαίο βυζάντιο, και εκεί έκτισε την βασίλισσα των πόλεων, την Κωνσταντινούπολη.
Λίγο πριν πεθάνει, ο Κωνσταντίνος αξιώθηκε και του Αγίου Βαπτίσματος, και αμέσως μετά είπε: «Νυν αληθει λογω μακαριον οιδ’ εμαυτον, νυν της αθανατου ζωης πεφαναι αξιον, νυν του θειου μετειληφεναι φωτος πεπιστευκα». Τώρα, δηλαδή, σύμφωνα με το λόγο της αληθείας, ξέρω ότι είμαι μακάριος, τώρα έχω γίνει άξιος της αθανάτου ζωής, τώρα έχω πιστέψει πως έλαβα το θείο φως. Εκοιμήθη σε ηλικία 63 ετών, την 21 Μαΐου 327. Η Ιστορία ονόμασε τον Κωνσταντίνο Μέγα και η Εκκλησία τον ανεκήρυξε Άγιο και Ισαπόστολο.
Ο Κωνσταντίνος ενδιαφέρθηκε πολύ και για τα ιερά σεβάσματα των χριστιανών, για το λόγο αυτό απέστειλε στα Ιεροσόλυμα την μητέρα του, για να βρει τον Τίμιο Σταυρό. Μετά την εύρεσή του, η Αγία Ελένη, αφού διχοτόμησε τις κεραίες του δημιούργησε δύο Σταυρούς εκ των οποίων τον ένα μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη.
Η Αγία Ελένη ήταν αυτή η οποία έδωσε στον Μ. Κωνσταντίνο την πρέπουσα διαπαιδαγώγηση. Άλλωστε, και ο ίδιος την τίμησε, όταν στην μεγάλη πλατεία της Κωνσταντινούπολης έκτισε δύο στήλες, μία δική του και μία της Αγίας Ελένης, που έφερε την επιγραφή: «Εις Αγιος εις Κυριος Ιησους Χριστος, εις δοξαν Θεου Πατρος, Αμην». Η Αγία Ελένη βοήθησε να χτιστούν οι πρώτοι μεγάλοι ιεροί ναοί της Χριστιανοσύνης. Εκοιμήθη ειρηνικά το 327 μ.Χ. σε ηλικία 83 ετών.

Απολυτίκιο
«Πρωτος πεφηνας, εν Βασιλευσι, θειον εδρασμα, της ευσεβειας, απ’ ουρανου δεδεγμενος το χαρισμα· οθεν Χριστου τον Σταυρον εφανερωσας, και την Ορθοδοξον πιστην εφηπλωσας. Κωνσταντινε ισαποστολε, συν Μητρι Ελενη θεοφρονι, πρεσβευσατε υπερ των ψυχων ημων»
Απολυτίκιο
«Του Σταυρου σου τον τυπον εν ουρανω θεασαμενος, και ως ο Παυλος την κλισιν ουκ εξ ανθρωπων δεξαμενος, ο εν Βασιλευσιν Αποστολος σου Κυριε, Βασιλευουσαν πολιν τη χειρι σου παρεθετο· ην περισωζε δια παντος εν ειρηνη, πρεσβειαις της Θεοτοκου, μονε Φιλανθρωπε»

Τρίτη, 20 Μαΐου 2014

Ακολουθία της Ανακομιδής των Λειψάνων του εν Αγίοις Πατρός ημών Νικολάου Επισκόπου Μύρων της Λυκίας του Θαυματουργού

Ακολουθία της Ανακομιδής των Λειψάνων του εν Αγίοις Πατρός ημών Νικολάου Επισκόπου Μύρων της Λυκίας του Θαυματουργού

20 Μαΐου 2014
Ακολουθία της Ανακομιδής των Λειψάνων του εν Αγίοις Πατρός ημών Νικολάου Επισκόπου Μύρων της Λυκίας του Θαυματουργού
(τελουμένης τη 20η Μαΐου)
Η Ακολουθία αύτη εποιήθη εν τη Ιερά Νέα Σκήτη τη 20η Απριλίου 1970 υπό του Γέροντος Ιωσήφ Μοναχού (είτα Βατοπαιδινού).
Ag_Nikolaos_Myron_01
Εν τω Μεγάλω Εσπερινώ
Μετά τον Προοιμιακόν, το Μακάριος ανήρ.
Εις δε το Κύριε εκέκραξα ιστώμεν στίχους ς΄ και ψάλλομεν Προσόμοια δ΄ δευτερούντες τα δύο πρώτα.
Ήχος δ´. Ως γενναίον εν μάρτυσιν.
Η εκ γης ανατείλασα, των Λειψάνων σου εύρεσις, κόσμον πάντα ηύφρανε και επλούτισε, ταις των θαυμάτων λαμπρότησι, πιστών τα πληρώματα, των Πατέρων καλλονή, Θεοφόρε Νικόλαε, στήλη έμψυχε, συμπαθείας και σκέπη πενομένων, ασθενούντων αντιλήπτωρ, και θλιβομένων παράκλησις.
Των τιμίων Λειψάνων σου, εορτάζομεν εύρεσιν, και πιστώς υμνούμέν σου τα θαυμάσια, δι’ ων πλουσίως μετέδωκας, την χάριν την ένθεον, την οικούσαν εν αυτοίς, Θεοφόρε Νικόλαε, Μύρων πρόεδρε, συμπαθείας η στήλη και προστάτα, των τιμώντων σε εκ πόθου, θαυματοφόρε αοίδιμε.
Εκκλησίας εδραίωμα, οικουμένης αγλάϊσμα, ευσεβείας στήριγμα αδιάσειστον, ιερομύστα Νικόλαε, προφθάνεις τους πίστει σε, εκζητούντας βοηθόν, και λυτρούσαι εκάστοτε, των δεινών ημών, συμφορών και κινδύνων πολυτρόπων, εν θαλάσση τέ και χέρσω, θαυματοφόρε αοίδιμε.
Τους πιστώς συνελθόντας σοι, εν ναώ σου μακάριε, εορτήν τιμήσαί σου την πανίερον, των μυριπνόων Λειψάνων σου, περίσωζε πάντοθεν πολυτρόπων πειρασμών, Εκκλησίας τε σκάνδαλα, νυν πληθύναντα, ταις ευχαίς σου διάλυσον ως έχων, παρρησίαν Ιεράρχα, θαυματοφόρε Νικόλαε.
Δόξα. Ήχος πλ.δ´.
Μετ’ ευφροσύνης πιστοί, συνελθόντες ευφημήσωμεν, του σεπτού διδασκάλου και κοινού ημών προστάτου, των λειψάνων την ανεύρεσιν. Ως άλλος γαρ ήλιος εκ γης ανατείλας, την οικουμένην κατηγλάϊσε, ταις των θαυμάτων φρυκτωρίαις. Πάντας πανταχού προφθάνει, τους εκζητούντας αυτού την αντίληψιν· χειμαζομένους λυτρούται· τοις πλέουσι συμπλέει, και τοις απορουμένοις την προμήθειαν παρέχει· υπέρ δε των τιμώντων την μνήμην αυτού, λύσιν οφλημάτων αιτείται, και το μέγα έλεος.
Και νυν. Ο αυτός. Θεοτοκίον.
Ο Βασιλεύς των ουρανών, διά φιλανθρωπίαν, επί της γης ώφθη, και τοις ανθρώποις συνάστράφη· εκ Παρθένου γαρ αγνής, σάρκα προσλαβόμενος, και εκ ταύτης προελθών, μετά της προσλήψεως, εις εστίν Υιός, διπλούς την φύσιν, αλλ’ ου την υπόστασιν· διό τέλειον αυτόν Θεόν, και τέλειον άνθρωπον, αληθώς κηρύττοντες, ομολογούμεν Χριστόν τον Θεόν ημών· όν ικέτευε Μήτηρ ανύμφευτε, ελεηθήναι τας ψυχάς ημών.
Είσοδος, Φως ιλαρόν, το Προκείμενον της ημέρας, και τα Αναγνώσματα.
Παροιμιών το Ανάγνωσμα ( Κεφ. ι΄ 7, γ΄ 13)
Μνήμη δικαίου μετ’ εγκωμίων, και ευλογία Κυρίου επί κεφαλήν αυτού. Μακάριος άνθρωπος, ος εύρε σοφίαν, και θνητός, ος είδε φρόνησιν. Κρείσσον γαρ αυτήν εμπορεύεσθαι, ή χρυσίου και αργυρίου θησαυρούς. Τιμιωτέρα δε εστι λίθων πολυτελών· ουκ αντιτάσσεται αυτή ουδέν πονηρόν· εύγνωστος εστι πάσι τοις εγγίζουσιν αυτή· πάν δε τίμιον, ουκ άξιον αυτής εστιν. Εκ γαρ του στόματος αυτής εκπορεύεται δικαιοσύνη, νόμον δε και έλεον επί γλώσσης φορεί. Τοιγαρούν ακούσατέ μου, ω τέκνα, σεμνά γαρ ερώ· και μακάριος άνθρωπος, ος τας εμάς οδούς φυλάξει. Αι γαρ έξοδοί μου, έξοδοι ζωής, και ετοιμάζεται θέλησις παρά Κυρίου. Διά τούτο παρακαλώ υμάς, και προΐεμαι εμήν φωνήν υιοίς ανθρώπων. Ότι εγώ η Σοφία κατεσκεύασα βουλήν και γνώσιν και έννοιαν εγώ επεκαλεσάμην. Εμή βουλή και ασφάλεια, εμή φρόνησις, εμή δε ισχύς. Εγώ τους εμέ φιλούντας αγαπώ, οι δε εμέ ζητούντες, ευρήσουσι χάριν. Νοήσατε τοίνυν άκακοι πανουργίαν, οι δε απαίδευτοι ένθεσθε καρδίαν. Εισακούσατέ μου και πάλιν, σεμνά γαρ ερώ, και ανοίγω από χειλέων ορθά. Ότι αλήθειαν μελετήσει ο λάρυγξ μου, εβδελυγμένα δε εναντίον εμού χείλη ψευδή. Μετά δικαιοσύνης πάντα τα ρήματα του στόματός μου· ουδέν εν αυτοίς σκολιόν, ουδέ στραγγαλιώδες. Πάντα ευθέα εστί τοις νοούσι, και ορθά τοις ευρίσκουσι γνώσιν. Διδάσκω γαρ υμίν αληθή, ίνα γένηται εν Κυρίω η ελπίς υμών, και πλησθήσεσθε Πνεύματος.
Παροιμιών το Ανάγνωσμα ( Κεφ. ι΄ 31)
Στόμα δικαίου αποστάζει σοφίαν, γλώσσα δε αδίκου εξολείται. Χείλη ανδρών δικαίων επίστανται χάριτας, στόμα δε ασεβών καταστρέφεται. Ζυγοί δόλιοι, βδέλυγμα ενώπιον Κυρίου· στάθμιον δε δίκαιον, δεκτόν αυτώ. Ού εάν εισέλθη ύβρις, εκεί και ατιμία· στόμα δε ταπεινών μελετά σοφίαν. Τελειότης ευθέων οδηγήσει αυτούς, και υποσκελισμός αθετούντων προνομεύσει αυτούς. Ουκ ωφελήσει υπάρχοντα εν ημέρα θυμού, δικαιοσύνη δε ρύσεται από θανάτου. Αποθανών δίκαιος έλιπε μετάμελον· πρόχειρος δε γίνεται και επίχαρτος ασεβών απώλεια. Δικαιοσύνη αμώμου ορθοτομεί οδούς, ασέβεια δε περιπίπτει αδικία. Διακαιοσύνη ανδρών ορθών ρύσεται αυτούς, τη δε αβουλία αλίσκονται παράνομοι. Τελευτήσαντος ανδρός δικαίου ουκ όλλυται ελπίς· το δε καύχημα των ασεβών όλλυται. Δίκαιος εκ θήρας εκδύνει, αντ’ αυτού δε παραδίδοται ο ασεβής. Εν στόματι ασεβών, παγίς πολίταις, αίσθησις δε δικαίων, εύοδος. Εν αγαθοίς δικαίων κατώρθωται πόλις, και εν απωλεία ασεβών αγαλλίαμα. Εν ευλογία ευθέων υψωθήσεται πόλις· στόματι δε ασεβών κατασκαφήσεται. Μυκτηρίζει πολίτας ενδεής φρενών, ανήρ δε φρόνιμος ησυχίαν άγει.
Σοφίας Σολομώντος το Ανάγνωσμα ( Κεφ. δ΄ 7).
Δίκαιος, εάν φθάση τελευτήσαι, εν αναπαύσει έσται. Γήρας γαρ τίμιον, ου το πολυχρόνιον, ουδέ αριθμώ ετών μεμέτρηται. Πολιά δε εστι φρόνησις ανθρώποις· και ηλικία γήρως, βίος ακηλίδωτος. Ευάρεστος Θεώ γενόμενος, ηγαπήθη, και ζών μεταξύ αμαρτωλών, μετετέθη. Ηρπάγη, μή κακία αλλάξη σύνεσιν αυτού, ή δόλος απατήση ψυχήν αυτού. Βασκανία γαρ φαυλότητος αμαυροί τα καλά, και ρεμβασμός επιθυμίας μεταλλεύει νούν άκακον. Τελειωθείς εν ολίγω, επλήρωσε χρόνους μακρούς· αρεστή γαρ ην Κυρίω η ψυχή αυτού· διά τούτο έσπευσεν εκ μέσου πονηρίας. Οι δε λαοί ιδόντες, και μή νοήσαντες, μηδέ θέντες επί διανοία το τοιούτον, ότι χάρις και έλεος εν τοις οσίοις αυτού, και επισκοπή εν τοις εκλεκτοίς αυτού.
Εις την Λιτήν. Ιδιόμελα.
Ήχος α΄.
Όσιος και πράος, εγκρατής ελεήμων, ταπεινός τε και μέτριος γέγονας, Ιεράρχα Νικόλαε· του γαρ αρχετύπου εκμαγείον ακριβές ανεδείχθης, και ιερωσύνης διπλοΐδα κεκόσμησαι· πάση σπουδή το τάλαντον αυξήσας, της ευκταίας φωνής του Κυρίου ακήκοας, καλούσης προς ανάπαυσιν· ένδοθεν δε των αυλών αυτού γενόμενος, μή διαλίπης ημών μνημονεύων, των εκ πόθου εκτελούντων, των ιερών σου λειψάνων την πανήγυριν.
Ήχος ο αυτός.
Λάμπει σου η σορός των θαυμάτων ταις ακτίσι, και λαούς φωτίζει της Τριάδος την ευσέβειαν. Ως ούν έτι ων εν τω σκήνει, ούτω και μετά πότμον, τοις αιτουμένοις σε παρέχεις την ταχείαν σου αντίληψιν· αιχμαλώτους λυτρούσαι, κινδυνεύοντας σώζεις, και παρανομούσι καθ’ ύπαρ οπτάνεσαι. Διό φάνηθι και ημίν αρωγός, Ιεράρχα συμπαθέστατε, και λύτρωσαι ημάς των συνεχόντων κινδύνων, ταις ικεσίαις σου.
Ήχος δ΄.
Μύρω χρισθείς νοητώ, Μύρων αισθητών ποιμενάρχης εχρημάτισας, και μύροις σου των αρετών ευωδιάζεις την οικουμένην, θεοπρόβλητε Νικόλαε· της γαρ αγίας σου σορού εκ γης προελθούσης, ποταμούς θαυμάτων τοις πιστοίς ανέβλυσας. Νίκη ούν λαού φερωνύμως απεκλήθης, και νικώσι διά σου οι πιστοί ενισχυόμενοι, των κινδύνων και πειρασμών τας επαλλήλους επιθέσεις. Διό πρέσβευε Ιεράρχα πανσεβάσμιε, και ημών τας δεήσεις προσδεχθήναι, παρά του φιλανθρώπου Θεού, λυτρωθήναι εκ κινδύνων, και σωθήναι τας ψυχάς ημών.
Δόξα. Ήχος πλ. α΄.
Σαλπίσωμεν εν σάλπιγγι ασμάτων, χορεύσωμεν αγαλλόμενοι, και πανηγυρίσωμεν επί τη μνήμη, του Ιεράρχου και κηδεμόνος ημών· ούτος γαρ ηυδόκησε, τη συμπαθεί αυτού προνοία, μεταδούναι ημίν χάριτας και ευλογίας, του πανιέρου αυτού σκηνώματος. Ασθενείς και πάντες οι εν ανάγκαις, συνερχόμενοι εν πίστει, λαμβάνουσι την θεραπείαν, ταις των μύρων επαλείψεσι, και πάσα του διαβόλου απελαύνεται δυναστεία. Μεγάλη σου όντως Άγιε η ευσπλαχνία, και μείζων η προς τον Δεσπότην σου παρρησία· δι’ ης και ημάς απάλλαξον των συνεχόντων κινδύνων, ταις ευπροσδέκτοις ικεσίαις σου.
Και νυν. ο αυτός. Θεοτοκίον.
Μακαριζομέν σε Θεοτόκε Παρθένε, και δοξαζομέν σε οι πιστοί κατά χρέος, την πόλιν την άσειστον, το τείχος το άρρηκτον, την αρραγή προστασίαν, και καταφυγήν των ψυχών ημών.
Εις τον Στίχον Στιχηρά Προσόμοια.
Ήχος πλ.α´. Χαίροις ασκητικών.
Χαίροις η ιερά κορυφή, και τοις Αγγέλοις ποθητή και αιδέσιμος, και πάση τη Εκκλησία, δόξα και πλούτος πολύς, ο πλουτών τους πάντας, τη προνοία σου· αεί γαρ το όνομα, το σεπτόν σου καλούμενον, πάντας προφθάνει, και ποικίλως αμοίβεται, τα αιτήματα των βοώντων σοι Άγιε· Πρόφθασον, Πάτερ πρόφθασον, και ρύσαι ποικίλων τε, και πολυτρόπων σκανδάλων, Χριστού τον κλήρον βαλλόμενον· ισχύεις γαρ σώζειν, ως ποτέ τους καταδίκους, τη παρρησία σου.
Στίχ. Τίμιος εναντίον Κυρίου ο θάνατος του Οσίου αυτού.
Χαίροις αδικουμένων σωτήρ, των πενομένων πλουτιστής και αντίληψις, και πάντων των εν ανάγκαις, η κραταιά προσφυγή, συμπαθείας στήλη, Πάτερ Όσιε· πηγή αναβλύζουσα, εκ των Θείων Λειψάνων σου, μύρα πλουσίως, τας ψυχάς καταρδεύουσα, και νοσήματα των πασχόντων ελαύνουσα· όρμος ο γαληνότατος, εις ον διασώζονται, οι εν θαλάσση και χέρσω, περιστατούμενοι πάντοτε· Χριστόν μη ελλίπης, ικετεύειν Ιεράρχα, υπέρ των δούλων σου.
Στίχ. Οι Ιερείς σου, Κύριε, ενδύσονται δικαιοσύνην και οι όσιοί σου αγαλλιάσονται.
Χάρις τη Εκκλησία πολλή, και ευλογία τοις πιστοίς δαψιλεύεται, υμνούσι των σών Λειψάνων, την εορτήν την φαιδράν, δι’ ης κόσμος άπας αγιάζεται· ιάσεις ποικίλαι γαρ, και δαιμόνων απέλασις, και πλείσται όσαι, των θαυμάτων ενέργειαι, ως πηγής κρουνοί, συνεχώς αναβλύζουσι. Δός ούν θεόφρον Όσιε, ημίν εκζητούσί σε, αμαρτημάτων την λύσιν, ταις προς Θεόν μεσιτείαις σου· ισχύεις γαρ σώζειν, ως ποτέ τους καταδίκους τη παρρησία σου.
Δόξα. Ήχος πλ.β´.
Πλούτος πιστοίς, εκ γης λαγόνων, σήμερον ανέβλυσε, του σεπτού Ιεράρχου το πανίερον σκήνωμα. Ως ποταμός γαρ συγκλύων αποτόμως, ταις των μύρων αναβλύσεσι, της Εκκλησίας κατήρδευσε το πλήρωμα· ως φωστήρ δε καταλάμπει διανοίας, σκότους παθών εξαιρούμενος, και τοις εν ανάγκαις τρυχομένοις, ταχύς επίκουρος ευρίσκεται. Διό και υπέρ ημών, των προθύμω καρδία συνελθόντων, εορτάσαι την μνήμην αυτού, λύσιν οφλημάτων αιτείται, και σωτηρίαν των ψυχών ημών.
Και νυν. Θεοτοκίον.
Θεοτόκε, σύ εί η άμπελος η αληθινή, η βλαστήσασα τον καρπόν της ζωής· σε ικετεύομεν· Πρέσβευε Δέσποινα, μετά των Αποστόλων, και πάντων των Αγίων, ελεηθήναι τας ψυχάς ημών.
Νύν απολύεις, το τρισάγιον, και το Απολυτίκιον.
Απολυτίκιον.
Ήχος δ΄. Ταχύ προκατάλαβε.
Των θείων λειψάνων σου, η Εκκλησία τιμά, την μνήμην Νικόλαε, και την εκ τούτων αντλεί, αντίληψιν πάντοτε· έχεις γαρ παρρησίαν, ως θεράπων Κυρίου, σώζειν εκ πάσης βλάβης, ως ποτέ καταδίκους. Διό και τους τιμώντάς σε νυν, σώζε πρεσβείαις σου.
Έτερον.
Ήχος α΄. Της ερήμου πολίτης.
Των σεπτών σου λειψάνων την ετήσιον σήμερον, μετά πόθου τιμώμεν εορτήν Πάτερ όσιε, και πίστει αιτούμεθα θερμή, ποικίλων δεινών απαλλαγήν, ταις προς Κύριον ευχαίς σου, ως παρρησίαν έχων Άγιε Νικόλαε. Δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ· δόξα τω σε χαριτώσαντι· δόξα τω δωρησαμένω σε ημίν φρουρόν ακοίμητον.
Εις τον Όρθρον
Μετά την α΄ Στιχολογίαν, Κάθισμα.
Ήχος πλ. δ΄. Την σοφίαν και Λόγον.
Την σοφίαν πλουτίσας εκ νεαράς, ηλικίας μετήλθες ακολουθών, τοις νόμοις της χάριτος, και Χριστώ πεπολίτευσαι, ηδονάς του βίου και πλούτου την έπαρσιν, την εχθρού απάτην και κόσμου το ματαιον, έλιπες προκρίνων, την του Κτίστου αγάπην. Διό σε ηξίωσεν, οικονόμον της Χάριτος, και ποιμένα θεόλεκτον. Πρέσβευε Αυτώ ως Θεώ, των πταισμάτων άφεσιν δωρήσασθαι, τοις τιμώσιν εκ πόθου, τα θείά σου Λείψανα.
Δόξα και νυν. Θεοτοκίον. Όμοιον.
Καταπλήττομαι φόβω και δειλιώ, των κακών μου το πλήθος κατανοών, και τρόμω συνέχομαι, του βοάν τω Δεσπότη μου. Αλλ’ όμως λύσιν εύρον, προς σε ως μεσίτριαν, εν συντριβή καρδίας προσπίπτειν και δέεσθαι· οίδα γαρ Κυρία, ότι σώζεις τους πάντας· Παντάνασσα πέφυκας, και ισχύς σου και θέλησις, ισοτίμως ευρίσκονται. Σώσόν με ούν σώσον Αγνή, και τοις χάριτος νόμοις με σύνταξον, όπως χαίρων υμνώ σε, την άχραντον Δέσποιναν.
Μετά την β΄ Στιχολογίαν, Κάθισμα.
Ήχος α´. Τον τάφον σου Σωτήρ.
Τώ θρόνω του Θεού, παρεστώς Ιεράρχα, μνημόνευε ημών, των τιμώντων εκ πόθου, των θείων Λειψάνων σου, εορτήν την σεβάσμιον, σής δε χάριτος, ημίν μετάδος πλουσίως, όπως εύρωμεν, απορουμένων την λύσιν, και νόσων την ίασιν.
Δόξα και νυν. Θεοτοκίον. Όμοιον.
Ως θρόνος Χερουβίμ, σαίς αγκάλαις βαστάζεις, των πάντων ποιητήν, Θεοτόκε Μαρία, ως σκέπη δε τον κόσμον σου, διαςώζεις εκ θλίψεων· και γαρ δύνασαι, ως του θεού ημών μήτηρ, ως Παντάνασσα, ως Σεραφίμ υπερτέρα, και πάντων Αγγέλων τε.
Μετά τον Πολυέλεον. Κάθισμα.
Ήχος γ΄. Η Παρθένος σήμερον.
Αρεταίς εκόσμησας, την ιεράν διπλοΐδα, και θαυμάτων έπλησας, την του Χριστού Εκκλησίαν, όργανον του Παρακλήτου γεγενημένος, έσωσας τη προσευχή σου κεκακωμένους. Διά τούτο σε τιμώμεν, ως θείον ρύστην, ημών τε και φύλακα.
Δόξα και νυν. Θεοτοκίον. Όμοιον.
Την φωνήν σοι άδομεν, του Γαβριήλ γεγηθότες, της κατάρας λύτρωσιν, ως διά σου ευρηκότες, άπασαι φυλαί της γης σε ανευφημούμεν, Τόκου σου του θείου σύμβολα προσκυνούμεν, και βοώμεν σοι συμφώνως· χαίρε Παρθένε, χριστιανών το καύχημα.
Οι Αναβαθμοί· το Α´ Αντίφωνον του δ´ Ήχου.
Προκείμενον.
Τίμιος εναντίον Κυρίου ο θάνατος του Οσίου Αυτού.
Στίχ. Τί ανταποδώσωμεν τω Κυρίω περί πάντων ων ανταπέδωκεν ημίν.
Ευαγγέλιον, (Κατά Ματθαίον, βλ. τη ς´ Δεκεμβρίου)
Ο Ν´. Ψαλμός.
Δόξα. Ταίς του Ιεράρχου.
Και νυν. Ταίς της Θεοτόκου.
Ιδιόμελον.
Ήχος πλ.β´.
Στίχ. Ελεήμον, ελέησόν με ο Θεός, κατά το μέγα έλεός σου και κατά το πλήθος των οικτιρμών σου εξάλειψον το άνόμημά μου.
Όσιε Πάτερ, χοροί Προφητών και Διδασκάλων, το πνεύμά σου εδέξαντο, και πλούτον ημίν τοις σοίς τέκνοις κατέλιπες, το άφθαρτόν σου σκήνωμα. Μύρων δε κρουνούς και ποταμούς θαυμάτων αναβλύζων, πάντα ημών τα πάθη ιάσαι και σώζεις εκ κινδύνων, ταις ικεσίαις σου Άγιε.
ΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ
Της Θεοτόκου και του Αγίου έχων ακροστιχίδα
«Νικολάου άσμασιν στεφάνους πλέκω· Ιωσήφ.» (Βατοπαιδινού).
Ήχος δ´.
Ωδή α´. Ανοίξω το στόμα μου.
Νοός μου το άγονον, τη πατρική προμηθεία σου, και γλώσσης το άτονον, λύσον Νικόλαε, όπως άσμασι, τιμήσω σου την μνήμην, εκ γης ανατείλαντος του θείου σκήνους σου.
Ισχύει ουδέποτε, των αιτουμένων σε πρόμαχον, σκανδάλων ο αίτιος, εχθρός εφάψασθαι· λύεις γαρ τάχιστα, αυτού τας πανουργίας, και σώζεις πρεσβείαις σου, τους σοί προστρέχοντας.
Καλούντά με πρόφθασον, και κινδυνεύοντα ρύσαί με, δεινών περιστάσεων, εν αίς συνέχομαι· και γαρ Άγιε, επλήθυναν κακίαι, αιρέσεις και σκάνδαλα των πολεμούντων με.
Θεοτοκίον.
Ο Λόγος εν μήτρα σου, κατασκηνώσας Απείρανδρε, ημάς απειργάσατο, Αυτού σκηνώματα, όντας πρότερον, εχθρού και αμαρτίας, αισχρά καταγώγια και σκεύη άτιμα.
Αι Καταβασίαι, της τυχούσης εορτής.
Ωδή γ´. Τους σούς υμνολόγους.
Λιμώ σου την πόλιν τρυχομένην, απήλλαξας Πάτερ προφανώς, και ατακτούντας έπεισας, μή αδικείν την ποίμνην σου, και κρινομένους ήρπασας, της καταδίκης πανθαύμαστε.
Ανάγκη λιμού πιεζομένην, την ποίμνην σου Πάτερ προφανώς, ερρύσω της στενώσεως, και νεανίσκους ήρπασας, της του θανάτου κρίσεως, τη προς Θεόν παρρησία σου.
Οσμαίς σου των μύρων απελαύνεις, παθών και δαιμόνων τας ορμάς, των εκ του θείου σκήνους σου, αναβλυζόντων Άγιε, τοις μετά πόθου σπεύδουσι, σή θεία λάρνακι πάντοτε.
Θεοτοκίον.
Ανύστακτον Κόρη της ψυχής μου, το όμμα συντήρησον Θεού, τον φόβον εμβιβάζουσα, και πράξεις τας φερούσας με, προς την Αυτού αγάπησιν, σή παρρησία παράσχου μοι.
Κάθισμα.
Ήχος δ´. Ταχύ προκατάλαβε.
Εν γή σου το σκήνωμα, καταλιπών τοις πιστοίς, ως θείον θησαύρισμα, θαυμάτων βρύεις κρουνούς, Νικόλαε ένδοξε· γήθεν δε των πραέων, ένθα νυν συναγάλλει, μέμνησο των τελούντων, την φωσφόρον σου μνήμην, και ρύσαι εχθρών δυσμενών, ταις ικεσίαις σου.
Θεοτοκίον. Όμοιον.
Ταχείαν την σκέπην σου, επί σών δούλων Αγνή, εφάπλωσον Δέσποινα, και χαλεπών πειρασμών, το νέφος διάλυσον· πλάναι γαρ και αιρέσεις, πανταχόθεν κυκλούσι, πίστις δε εμειώθη, ελπίς και αγάπη. Διό ταις σαίς πρεσβείαις ταχύ, πρόφθασον ρύσαι ημάς.
Ωδή δ´. Ο καθήμενος εν δόξη.
Σκήνωμα το σόν τρισμάκαρ, ως του τάφου ανέτειλεν, έβλυσεν αφθόνως, πάσιν ιαμάτων χαρίσματα, άμα δε πλήρωμα άπαν Χριστεπώνυμον, κατεφαίδρυνε, Λείψανα σά το σεβόμενον.
Μύρων ώφθης ποιμενάρχης, Ιεράρχα Νικόλαε, πάντας δεομένους, άρδην σαίς πρεσβείαις λυτρούμενος, του δε Αρείου την πλάνην, απεκάλυψας, και τον ένθεον, δήμον Πατέρων εφαίδρυνας.
Απορεί τις Πάτερ πώς σου, επαινέσει επάξιον, τον ένθεον ζήλον, και τα θαυμαστά κατορθώματα, δι’ ων Δεσπότη, επώφθης όντως τίμιος, και πεπλήρωσαι, δωρεαίς αφθάρτοις του Πνεύματος.
Θεοτοκίον.
Στένω τρέμων την ημέραν, της φρικτής αποφάσεως, έργα έχων οίμοι, όντως κατακρίσεως άξια. Και τί ποιήσω ο τάλας, εν τω κρίνεσθαι, ω Παντάνασσα, Κόρη Θεοτόκε· βοήθει μοι.
Ωδή ε´.Εξέστη τα σύμπαντα.
Ιάσεων νάματα, ομβρίζεις ιερώτατε, πάσι τοις νοσούσι ταις ευχαίς σου, τοις μετά πόθου σε καλουμένοις πολλού, έχων παρρησίαν προς Θεόν, Άγιε Νικόλαε, ποιμενάρχα θεόλεκτε.
Ναμάτων του Πνεύματος, το στόμα σου ενέπλησας, ώφθης τε του Λόγου υποφήτης, ιερομύστης και θυηπόλος Χριστού· και πάσι τα μακράν προδιαγνούς, σώζεις ταις πρεσβείαις, και λυτρούσαι κακώσεων.
Σωθείσαι του πτώματος, νεάνιδες προνοία σου, έδειξάν σε στήλην συμπαθείας, μέτριον πάνυ, εν ταπεινώσει πολλή, φεύγοντα της δόξης το σαθρόν· όθεν προκεχείρισαι, Οικουμένης ποιμήν θεοπρόβλητος.
Θεοτοκίον.
Τιμώ σου την Σύλληψιν, την Γέννησιν Θεόνυμφε, Είσοδον την θείαν σου ωσαύτως, Ευαγγελίων δε τα χαρμόσυνα, δι’ ων μήτηρ γέγονας Θεού, λύτρωσιν βραβεύουσα, πάση κτίσει Πανάχραντε.
Ωδή στ´. Την θείαν ταύτην.
Εικόνος σου το εκτύπωμα, τιμώμεν και Λειψάνων την εύρεσιν, θείε Νικόλαε, πιστώς οι πάντες γηθόμενοι, δι’ ων χαρίτων βρύεις πλούσια νάματα.
Φανείς καθ’ ύπαρ απήτησας, Λειψάνων σου των θείων μετάστασιν, σοφοίς σου κρίμασι, των ευσεβών προνοούμενος, Νικόλαε προστάτα ημών και πρόμαχε.
Αφείς την γήν η το πρότερον, το σώμά σου το θείον ενέκρυπτε, πάντας ενέπλησας, της ευωδίας των μύρων σου, εκ των σεπτών Λειψάνων σου, Πάτερ Άγιε.
Θεοτοκίον.
Νοείν Παρθένε ου σθένουσι, του Τόκου σου του θείου την γέννησιν, Αγγέλων τάγματα· διό σιγή καταπλήττονται, πώς μετά τόκον μένεις, Παρθένος άφθορος.
Κοντάκιον.
Ήχος δ´. Επεφάνης σήμερον.
Των σεπτών Λειψάνων σου, η θεία μνήμη, των πιστών το πλήρωμα, καθαγιάζει μυστικώς, και των κινδύνων πρεσβείαις σου, λυτρούται πάντας, Νικόλαε ένδοξε.
Ο Οίκος.
Εκ της γης ως αστήρ φαεινός ανατείλας, και ακτίσι των σών χαρίτων πιστούς φαιδρύνας, μύρων κρουνούς πλουσίως ανέβλυσας· τους κεκακωμένους ποικίλως ιάσαι, και κακοπιστίαν σαφώς ελέγχεις. Πανταχού δε αεί προφθάνεις, και των κινδύνων πρεσβείαις σου, λυτρούσαι πάντας, Νικόλαε ένδοξε.
Το Συναξάριον της Κ´ του Μαΐου· είτα δε το παρόν.
Τη αυτή ημέρα την Ανακομιδήν και Μετακομιδήν εορτάζομεν του θειοτάτου και μυριπνόου Λειψάνου του εν Αγίοις Πατρός ημών Νικολάου Επισκόπου Μύρων της Λυκίας, του Θαυματουργού.
Γή σου πρότερον, νυν δε χορείαι
τών πιστών κατέχουσι το θείον σκήνος.
Ταίς αυτού αγίαις πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς. Αμήν.
Ωδή ζ´. Ουκ ελάτρευσαν.
Όλος γέγονας, τοις μύροις των Λειψάνων σου, των Μύρων πρόεδρε, των ιαμάτων πηγή, τοις πίστει προστρέχουσι, θείε Νικόλαε, και απολαύουσι, την των σωμάτων ίασιν, και ψυχών την σωτηρίαν.
Υπέρ άπαντας, θαυμάτων ταις λαμπρότησι, κόσμον εφώτισας, Ιεραρχών καλλονή, θαλάσση τε πλέουσι, λύεις τον κλύδωνα· διό κράζουσι· ευλογητός εί Κύριε, ο Θεός εις τους αιώνας.
Σώσον Άγιε, τους πόθω προσκυνούντάς σου, τα θεία Λείψανα, και την λαμπράν εορτήν, εν πίστει τελούντάς σου, και περιφύλαττε, όπως ψάλλωσι· ευλογητός εί Κύριε, ο Θεός εις τους αιώνας.
Θεοτοκίον.
Πόλιν έμψυχον, ναόν και θείαν τράπεζαν, θείον παλάτιον, εν ω Χριστός κατοικεί, του Πνεύματος όλην σε, σκήνωμα έγνωμεν. Διό κράζωμεν· ευλογημένος Πάναγνε, ο καρπός της σής κοιλίας.
Ωδή η´. Λυτρωτά του παντός.
Λαμπρυνθείς ταις ακτίσι του Πνεύματος, του Αρείου το θράσος διήλεγξας, μεγάλη παρρησία σου, των Πατέρων τον δήμον, μεγαλύνας, ευσεβείας προστάτα και πρόμαχε.
Ελεείς τη πολλή συμπαθεία σου, κορασίδας κινδύνου ρυσάμενος, την του λιμού κατήφειαν, του λαού σου ωσαύτως, πάντας σώζεις, τη ταχεία σου σκέπη Νικόλαε.
Κηδεμών μοι γενού τη προνοία σου, κυβερνών την ζωήν μου τοις κύμασι, τοις εν θαλάσση πλέουσι, ο ταχύς αντιλήπτωρ, σωτηρίας, διανοίγων οδούς ταις πρεσβείαις σου.
Θεοτοκίον.
Ω πώς ώφθην ως δένδρον το άκαρπον! μετανοίας καρπών απορούμενος. Συγκαταβάσα σώσόν με, τη πρεσβεία σου Κόρη, όπως ψάλλω, μεγαλεία τα σά Θεονύμφευτε.
Ωδή θ´. Άπας γηγενής.
Ίδε την εμήν, ιλέω σου όμματι, εσχάτην κάκωσιν· σπεύσον Πάτερ σώσόν με, αρρήτω τρόπω της προμηθείας σου, και των παθών τον σύνδεσμον εξοστρακίσας μου, του νοός μου, λύσον την σκοτόμαιναν, όπως ύμνοις γεραίρω σε Άγιε.
Ώφθης οδηγών, εν σκότει τους πλέοντας, θείε Νικόλαε, λύων το κλυδώνιον, και απορούντας παραμυθούμενος. Αλλά και νυν τους τέμνοντας, του βίου θάλασσαν, διασώζεις, σκότους απογνώσεως, και παντοίων λυτρούσαι κακώσεων.
Στήλη αρετών, εδείχθης εν βίω σου, πάτερ Νικόλαε, και κατεπολέμησας, πλεονεξίαν και βιαιότητα, και τους πιστούς εστήριξας, τοις θαυμασίοις σου, εξαρπάζων, πάντας τους προστρέχοντας, εκ κινδύνων αγρύπνω προνοία σου.
Ήλιος φαιδρός, εκ γης ανατέταλκας, θείοις λειψάνοις σου, λάμπων θείαις χάρισι, και ιαμάτων κρουνούς ανέβλυσας, λύσιν παθών ποικίλων τε, και των δαιμόνων ορμάς, διαλύων, όπου σου το όνομα, Ιεράρχα πιστώς επικέκληται.
Θεοτοκίον.
Φως το εκ φωτός, τω κόσμω ανέτειλε, θεία Γεννήσει σου· ω καταυγασθείημεν, οι σκότει πρότερον καταντήσαντες. Όθεν ημάς αφήρπασας, και κατελάμπρυνας, Φωτοτόκε, θείαις σου λαμπρότησι, του Ηλίου της δόξης γεννήτρια.
Εξαποστειλάριον.
Ήχος β´. Γυναίκες ακουτίσθητε.
Των αιχμαλώτων ρύστην σε, και ασθενών ακέστορα, θαλαττευόντων σωτήρα, και κηδεμόνα πενήτων, εν πίστει σε γινώσκομεν, θαυματουργέ Νικόλαε. Διό του θείου σου σκήνους, χαρμονικώς συνελθόντες, την μνήμην επιτελούμεν.
Θεοτοκίον.
Προσπίπτων κατασπάζομαι, την άχραντον Εικόνα σου, και μετά πόθου βοώ σοι, επάκουσόν μου και ρύσαι· Παντάνασσα γαρ πέφυκας, και όσα βούλει δύνασαι, διό παθών τυραννίδος, εξάρπασον και παράσχου, των εσφαλμένων την λύσιν.
Εις τους Αίνους
Ιστώμεν στίχους δ´ και ψάλλομεν
τά παρόντα στιχηρά Προσόμοια δευτερούντες το α΄.
Ήχος α´. Των ουρανίων ταγμάτων.
Ιεραρχών την κριπίδα, θείον Νικόλαον, μετά σπουδής ελθόντες, ευφημήσωμεν τούτου, την εύρεσιν των θείων Λειψάνων πιστοί, και εκ πόθου βοήσωμεν· της συνεχούσης ανάγκης ρύσαι ημάς, Πάτερ θείε ταις πρεσβείαις σου.
Του θεοφόρου σου σκήνους, εκ γης εκλάμψαντος, του σκότους εμειώθη, η αχλύς Ιεράρχα, και έβλυσας θαυμάτων κρουνούς δαψιλώς, τοις εν πίστει προστρέχουσι, πάσης ανάγκης ρυόμενος και φρουρών, εκ κινδύνων τε και θλίψεων.
Απλούς τον τρ[οπον και πράος, πτωχός τω πνεύματι, δίκαιος ελεήμων, κατ’ εικόνα εγένου, Χριστού του Ποιμενάρχου· διό την αυτού, Εκκλησίαν εποίμανας, και των τιμώντων σε πρέσβυς και κηδεμών, ανεδείχθης αξιάγαστε.
Δόξα. Ήχος πλ. δ´.
Πυρίνη γλώσση του Παρακλήτου, καταυγασθείς την διάνοιαν, και Αποστόλων χάριν πλουτήσας, επέστρεψας πεπλανημένους ταις διδαχαίς σου, Ιερομύστα Νικόλαε· διό των κατορθωμάτων σου ο φθόγγος, την οικουμένην περιήχησε. Ζήλω δε θείω πυρωθείς, τον αποστάστην Αρειον κατέβαλες, και Πατέρων ηύφρανας τον δήμον τη παρουσία σου. Αλλά και νυν, Ορθδοξίας πρόμαχε Ιεράρχα, κινδυνεύουσαν φύλαξον την Εκκλησίαν, ταις ακοιμήτοις ικεσίαις σου.
Και νυν. Θεοτοκίον.
Δέσποινα πρόσδεξαι, τας δεήσεις των δούλων σου, και λύτρωσαι ημάς, από πάσης ανάγκης και θλίψεως.
Δοξολογία μεγάλη και Απόλυσις.
Εις την Λειτουργίαν
Τα τυπικά, οι Μακαρισμοί, και εκ του κανόνος
του Οσίου η γ΄ και ς΄ ώδή.
Ωδή γ´. Τους σούς υμνολόγους.
Λιμώ σου την πόλιν τρυχομένην, απήλλαξας Πάτερ προφανώς, και ατακτούντας έπεισας, μή αδικείν την ποίμνην σου, και κρινομένους ήρπασας, της καταδίκης πανθαύμαστε.
Ανάγκη λιμού πιεζομένην, την ποίμνην σου Πάτερ προφανώς, ερρύσω της στενώσεως, και νεανίσκους ήρπασας, της του θανάτου κρίσεως, τη προς Θεόν παρρησία σου.
Οσμαίς σου των μύρων απελαύνεις, παθών και δαιμόνων τας ορμάς, των εκ του θείου σκήνους σου, αναβλυζόντων Άγιε, τοις μετά πόθου σπεύδουσι, σή θεία λάρνακι πάντοτε.
Θεοτοκίον.
Ανύστακτον Κόρη της ψυχής μου, το όμμα συντήρησον Θεού, τον φόβον εμβιβάζουσα, και πράξεις τας φερούσας με, προς την Αυτού αγάπησιν, σή παρρησία παράσχου μοι.
Ωδή στ´. Την θείαν ταύτην.
Εικόνος σου το εκτύπωμα, τιμώμεν και Λειψάνων την εύρεσιν, θείε Νικόλαε, πιστώς οι πάντες γηθόμενοι, δι’ ων χαρίτων βρύεις πλούσια νάματα.
Φανείς καθ’ ύπαρ απήτησας, Λειψάνων σου των θείων μετάστασιν, σοφοίς σου κρίμασι, των ευσεβών προνοούμενος, Νικόλαε προστάτα ημών και πρόμαχε.
Αφείς την γήν η το πρότερον, το σώμά σου το θείον ενέκρυπτε, πάντας ενέπλησας, της ευωδίας των μύρων σου, εκ των σεπτών Λειψάνων σου, Πάτερ Άγιε.
Θεοτοκίον.
Νοείν Παρθένε ου σθένουσι, του Τόκου σου του θείου την γέννησιν, Αγγέλων τάγματα· διό σιγή καταπλήττονται, πώς μετά τόκον μένεις, Παρθένος άφθορος.
Απόστολος και Ευαγγέλιον της ς΄ Δεκεμβρίου.
Δίστιχον.
Ιωσήφ τον γράψαντα, τον ύμνον σοι εκ πόθου
Ιεράρχα λύτρωσαι σκανδάλων ταις ευχαίς σου.

Τετάρτη, 14 Μαΐου 2014

Ο Άγιος Νεομάρτυς Ιωάννης ο Χρυσοχόος

 

Ο Άγιος Ιωάννης ήταν Βούλγαρος στην εθνικότητα και καταγόταν από μια πόλη της Βουλγαρίας η οποία αναφέρεται στο συναξάριο με το όνομα Σούμνα. Το όνομά του στη βουλγαρική γλώσσα είναι Ράϊκος, μεταφράζεται δε στα ελληνικά Ιωάννης.
Στο επάγγελμα ο Άγιος ήταν χρυσοχόος, στην ηλικία δεκαοχτώ ετών, πολύ όμορφος στην όψη αλλά ομορφότερος στην ψυχή. Ήταν δε Χριστιανός με θερμή πίστη και πολλές αρετές.
Απέναντι από το εργαστήριό του ήταν τούρκικο σπίτι, του οποίου ο νοικοκύρης είχε μια κόρη ανύπαντρη. Η κοπέλα βλέποντας και παρατηρώντας κάθε μέρα τον Ιωάννη, τον ερωτεύθηκε με σαρκικό έρωτα και μη μπορώντας να πετύχει το σκοπό της μηχανεύτηκε το εξής.
Κάποια μέρα κατέβηκε κάτω στην πόρτα του σπιτιού της και φώναξε τον Ιωάννη να της πάρει μέτρο στο δάχτυλο, για να της φτιάξει ένα χρυσό δαχτυλίδι. Όταν πήγε ο Άγιος να της πάρει μέτρο, εκείνη του άρπαξε το χέρι και τον τράβηξε με όση δύναμη είχε μέσα στο σπίτι. Τράβηξε τότε το χέρι του κι εκείνος με δύναμη για να απαλλαγεί, με αποτέλεσμα η κοπέλα να πέσει με την πλάτη κάτω.
Επειδή δεν κατόρθωσε να πετύχει τον σκοπό της άρχισε να φωνάζει με όλη της τη δύναμη, συκοφαντώντας τον Άγιο πως αποπειράθηκε να τη βιάσει. Οι Τούρκοι που προσέτρεξαν στις φωνές της τον άρπαξαν και τον οδήγησαν στον κριτή.
Ο δικαστής, με τη σύμφωνη γνώμη του πατέρα της κοπέλας, αποφάσισε για τον Ιωάννη ή ότι έπρεπε να τουρκέψει και να την παντρευτεί ή να τον δέρνουν μέχρι να πεθάνει. Ο Άγιος προτίμησε το δεύτερο. Παρά τις δελεαστικές προτάσεις του δικαστή, των παρευρισκομένων και του πατέρα, ο οποίος τον συγχωρούσε, τον δεχόταν για γαμπρό του και κληρονόμο της μεγάλης του περιουσίας, ο Άγιος έμενε σταθερός στην πίστη του Χριστού. Έλεγε : Χριστιανός είμαι και Χριστιανός θα πεθάνω.
Έτσι άρχισε ο ξυλοδαρμός. Τον έδειραν τόσο πολύ ώστε έπεσαν τα νύχια των ποδιών του. Σταμάτησαν κάποτε μήπως και είχε αλλάξει γνώμη ή μήπως κατάφερναν να τον μεταπείσουν. Βλέποντας τη σταθερότητά του τον κρέμασαν με σκοινιά από τις μασχάλες ψηλά, ώσπου πέρασε η ημέρα. Το βράδυ τον κατέβασαν και προσπαθούσαν με κολακείες και απειλές να επιτύχουν την εξωμοσία του. Μάταια όμως.
Μη έχοντας τι να κάνουν, τον έκλεισαν στη φυλακή δίνοντάς του δύο ημέρες διορία. Μετά τις δύο ημέρες, επειδή ο Άγιος δεν δεχόταν τις προτάσεις τους τον κρέμασαν με τον ίδιο τρόπο. Το βράδυ πάλι φυλακή. Την άλλη μέρα πάλι θέλγητρα και φόβητρα και ο Άγιος να επαναλαμβάνει Χριστιανός είμαι και Χριστιανός θα πεθάνω. Κρέμασμα από τις μασχάλες και πάλι. Αυτή τη φορά όμως στήθηκε και το μάγγανο, ένα βασανιστήριο όργανο, το οποίο τραυμάτιζε και κατέκοπτε σιγά σιγά το σώμα του. Σταμάτησαν όμως και πάλι, ψυχολογικές πιέσεις, έφεραν μάλιστα κι ένα γιατρό. Μη φοβάσαι, του λέγει, δεν πεθαίνεις, οι πληγές σου γιατρεύονται. Τούρκεψε και θα σε κάνουμε μεγάλον αγά.
Όσο ο Άγιος έμενε σταθερός στην πίστη του και επαναλάμβανε Χριστιανός είμαι, Χριστιανός πεθαίνω, τόσο εκείνοι σκλήραιναν τη στάση τους.
Άρχισαν να τον γδέρνουν ζωντανό. Του έβγαλαν μια λουρίδα δέρμα από το στήθος και από την πλάτη. Για να του κάνουν οδυνηρότερο το μαρτύριο, πάστωναν κυριολεκτικά τις πληγές με αλάτι και τον έκαιγαν με κεριά αναμμένα. Κατόπιν χρησιμοποίησαν ένα άλλο βασανιστήριο όργανο με το οποίο του έσφιγγαν το κεφάλι.
Τελικά ο μουφτής έδωσε διαταγή να αποκεφαλισθεί.
Έτσι ο νέος Ιωσήφ ο Πάγκαλος παρέδωσε την αγία του ψυχή στον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, τον οποίο αγαπούσε όσο τίποτα άλλο και συνεχώς ομολογούσε.
Αγνοούμε τι απέγινε το πολύαθλο σώμα του.

Γιορτάζουμε σήμερα 14 Μαΐου τον Άγιο Ισιδώρου, που Μαρτύρησε στη Χίο

Γιορτάζουμε σήμερα 14 Μαΐου τον Άγιο Ισιδώρου, που Μαρτύρησε στη Χίο

  • Τετάρτη, Μαϊ 14 2014
Γιορτάζουμε σήμερα 14 Μαΐου τον Άγιο Ισιδώρου, που Μαρτύρησε στη Χίο
Ο Άγιος Ισίδωρος ήταν ναύτης του βασιλικού στόλου, στα χρόνια του αυτοκράτορα Δεκίου, και καταγόταν από την Αλεξάνδρεια.
Κάποια μέρα που η μοίρα του στόλου ήταν αγκυροβολημένη στη Χίο, καταγγέλθηκε από τον κεντυρίων Ιούλιο στο Ναύαρχο Νουμέριο ότι ο Ισίδωρος είναι χριστιανός. Ο Νουμέριος δεν άργησε να ακούσει το ίδιο και από τον ίδιο τον Ισίδωρο, όταν τον προσκάλεσε να ομολογήσει. Τότε τον έδειραν σκληρά και κατόπιν τον έριξαν στη φυλακή.
Ο πατέρας του μόλις έμαθε το γεγονός αυτό, αμέσως κίνησε για τη Χίο, πολύ στενοχωρημένος, διότι ο γιος του εγκατέλειψε την πατροπαράδοτη ειδωλολατρική θρησκεία. Όταν έφθασε στη Χίο, δε δυσκολεύτηκε να δει το γιο του. Ο Ισίδωρος, μόλις αντίκρισε τον πατέρα του, με πολλή ευλάβεια και στοργή τον ασπάσθηκε συγκινημένος.
Το ίδιο έκανε και ο πατέρας του, αλλά δεν άργησε να εκφράσει και τη θλίψη του γι' αυτόν. Ο Ισίδωρος του είπε ότι μάλλον έπρεπε να χαίρεται, διότι είδε το φως που προσφέρει ο Ιησούς Χριστός.
Ο πατέρας του τον παρακάλεσε θερμά να επιστρέψει στην ειδωλολατρία, αλλά ο Ισίδωρος έμεινε αμετακίνητος στην πίστη του. Τότε, οργισμένος αυτός, τον καταράστηκε και παρότρυνε το Νουμέριο να τον θανατώσει το συντομότερο. Και πράγματι, ο Ισίδωρος μετά από διάφορα βασανιστήρια αποκεφαλίσθηκε.
Έτσι, επαληθεύεται ο λόγος του Κυρίου, ότι «παραδώσει εἰς θάνατον πατὴρ τέκνον» (Ματθαίου Ι' 21). Δε θα είναι, δηλαδή, μόνο οι ξένοι εναντίον των αγωνιζομένων χριστιανών, αλλά και οι άνθρωποι του σπιτιού τους. Και θα παραδώσει στο θάνατο ο άπιστος πατέρας το πιστό παιδί του.
Το σεπτό λείψανό του το έριξαν σε φαράγγι, για να τον καταφάγουν τα όρνεα, λίγοι δε στρατιώτες φύλαγαν εκεί, μην τυχόν έλθουν οι Χριστιανοί και παραλάβουν το σώμα. Όμως, μία Χριστιανή, ονόματι Μυρόπη, ήλθε τη νύχτα και με την βοήθεια δύο υπηρετριών, την ώρα που οι στρατιώτες είχαν πέσει και ησύχαζαν, παρέλαβε το ιερό λείψανο, το οποίο ενταφίασε.
Την επομένη, ο Νουμέριος πληροφορήθηκε ότι το λείψανο του Μάρτυρος είχε αρπαχθεί. Υπέθεσε ότι οι στρατιώτες δελεάστηκαν με χρήματα και δώρα και επέτρεψαν στους Χριστιανούς να παραλάβουν το σώμα του Αγίου. Γι' αυτό τους φυλάκισε, ενώ παράλληλα κυκλοφόρησε την είδηση ότι θα τους φονεύσει , αν δεν του πουν σε ποιον παρέδωσαν το λείψανο.
Η Μυρόπη έκρινε ότι θα ήταν άδικο να εκτελεσθούν οι στρατιώτες. Γι' αυτό παρουσιάσθηκε στον Νουμέριο και του δήλωσε την αλήθεια. Εκείνος έδωσε εντολή να την φυλακίσουν. Μετά το μαρτύριό της, οι Χριστιανοί έθαψαν με ευλάβεια το λείψανο της Παρθενομάρτυρος κοντά στον τάφο, όπου προηγουμένως αυτή είχε αποθέσει αυτό του Αγίου Ισιδώρου.