Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2016

Όσιος Θεοφάνης ο Γραπτός, ο Ομολογητής & Υμνογράφος επίσκοπος Νικαίας (778-845)




ΒΙΟΣ
Οἱ Ὅσιοι Πατέρες ἠμῶν Θεόδωρος καί Θεοφάνης, οἱ ἐπικαλούμενοι Γραπτοί, ἐγεννήθησαν εἰς τήν Μωαβίτιδα γῆν ἀνατολικά τῆς Νεκρᾶς Θαλάσσης, κατά τά ἔτη 775 καί 778 ἀντιστοίχως. Ἐξ ἀρχῆς οἱ μακάριοι ἔλαβαν τήν μεγίστην εὐλογίαν παρά Θεοῦ νά ἔχωσι γονεῖς ἐνάρετους καί εὐλαβεῖς σφόδρα, ἐπιμελουμένους μετά σπουδῆς πάσας τᾶς ἀρετᾶς, ἐξαιρέτως δέ αὐτήν τῆς φιλοξενίας. Ὁ πατήρ τῶν Ἰωάννης, ἀπαρνησάμενος τά τοῦ κόσμου ἐκάρη Μοναχός εἰς τήν τοῦ Ἁγίου Σάββα Λαύραν μετονομασθεῖς Ἰωνάς.
Οὗτος ὁ τρισόλβιος διά συντόνου ἐγκρατείας, ὑπακοῆς καί ταπεινοφροσύνης ἔφθασεν εἰς ὕψος ἀρετῆς καί ἠξιώθη τῆς τῶν Ὁσίων καί θεοφόρων Πατέρων χορείας ἐν τοίς οὐρανοίς.(Ἡ ἐτήσιος μνήμη τοῦ ἑορτάζεται τήν 21ην τοῦ μηνός Σεπτεμβρίου μετά τοῦ ὁμωνύμου Προφήτου Ἰωνά).
Οἱ δυό νεαροί ἀδελφοί, ὄντες εἰς ἀκμάζουσαν νεότητα καί δίχως νά ὑπολείπονται εἰς τήν πλήρην γνῶσιν τῆς ἱερᾶς καί θύραθεν σοφίας, ἐφλέχθησαν ὑπό τοῦ Θείου ἔρωτος καί τοῦ πόθου τῆς ἀγγελικῆς πολιτείας. Ὅθεν σπεύσαντες κατέφθασαν εἰς τήν περιώνυμον Λαύραν τοῦ Ἁγίου Σάββα περί τό ἔτος 800 παρέμειναν δέ πλησίον τῆς Μονῆς εἰς τί κελλίον, εἰς τό ὁποῖον ἠγωνίζετο ὁ Θεῖος Μιχαήλ ὁ Σύγκελλος, ἀνήρ ἔμπλεος τῶν χαρίτων τοῦ Πνεύματος. Ἕνδεκα χρόνους ἔκαμαν οἱ Ἅγιοι εἰς τήν ὑπακοήν τῆς Μονῆς, καί ὑπερέβησαν ἅπαντας κατά τήν ἔνθεον πολιτείαν. Ὅθεν μέ θείαν νεύσιν ἐκλήθησαν εἰς τήν Ἁγίαν Πόλιν καί ἠξιώθησαν τοῦ ὑπέρτατου λειτουργήματος τῆς Ἱερωσύνης. Δύο χρόνους ἀργότερον (813) οἱ θεόπνευστοι ἄνδρες μετά καί τοῦ σοφωτάτου διδασκάλου τῶν Μιχαήλ, ἀναλαμβάνουσι κατόπιν ἐντολῆς τοῦ Πατριάρχου τήν ἐκπλήρωσιν ἱερωτάτης καί ὑπευθύνου ἀποστολῆς διά θέματα πίστεως (ἀντίκρουσιν τῆς αἱρετικῆς προσθήκης τοῦ filioque ὑπό Λατίνων Μοναχῶν) καί διά τήν οἰκονομικήν ἐνίσχυσιν τοῦ χειμαζόμενου Πατριαρχείου ὑπό τῶν Ἀράβων.
Τό ταξίδιον πρός τήν Ρώμην σταματᾶ εἰς τήν Βασιλεύουσαν. Ἡ παραμονή τῶν Ἁγίων στήν Κωνσταντινούπολιν συμπίπτει μέ τήν ἀναζωπύρωσιν τῆς εἰκονομαχικῆς ἔριδος (815) ἐπί Λέοντος Ἐ' τοῦ Ἀρμενίου. Οἱ ὁμολογηταί ἀδελφοί ξεκινοῦν πλέον τήν μαρτυρικήν ὁδόν, ἡ ὁποία θά τούς ἀναδείξει μεγίστους φωστήρας καί Μάρτυρας τῆς Ἀληθείας. Κατά τό διάστημα εἴκοσι ὁλοκλήρων ἐτῶν οἱ Ἅγιοι ὑφίστανται δεινότατα βασανιστήρια καί φυλακίσεις. Ἐξορίζονται δυό φορᾶς, σύρονται εἰς δημοσίους δίκας, μαστιγώνονται ἀπηνῶς... Τίς δύναται νά περιγράψη τᾶς ταλαιπωρίας καί τά μαρτύρια, πού ὑπέμειναν οἱ ὅσιοι, τᾶς φυλακάς, τά ναυάγια, τούς λιμούς, τᾶς ἠλιακᾶς ἐκκαύσεις, τό ψύχος, τούς ραβδισμούς, τᾶς πληγᾶς, τά ραπίσματα, τούς καθ' ἡμέραν θανάτους. Ἰδιαιτέρως κατά τήν τελευταίαν ἐξορίαν ἐπί τοῦ ἀσεβέστατου καί θεομάχου Θεοφίλου (834-836), οἱ μακάριοι ἐκόσμησαν ἔτι περισσότερον τά πολύαθλα σώματα τῶν διά τῶν στιγμάτων τοῦ μαρτυρίου καί ἐκάλλυναν τᾶς ἁγίας τῶν ψυχᾶς μέ τήν ὑπομονήν καί καρτερίαν.
Τόν Ἰούλιον τοῦ 836 διατάσσονται νά παρουσιασθώσι ἐνώπιον τοῦ αὐτοκράτορος Θεοφίλου εἰς τό Χρυσοτρίκλινον. Οἱ Ἅγιοι ἵστανται σιωπηλῶς καί ἐξοργίζουσι τόν αὐτοκράτορα, ὁ ὁποῖος προστάζει τήν κακοποίησιν καί τόν στιγματισμόν τῶν. Κατόπιν τετραημέρου καί ἄσπλαχνου βασανισμοῦ εἰς τήν δημοσίαν φυλακήν τοῦ Πραιτωρίου ὑποβάλλονται εἰς ἐν πρωτοφανές καί ἀπάνθρωπον κολαστήριον: ἐπί πολλᾶς ὥρας ἐκκεντοῦνται εἰς τά μέτωπα μέ πυρακτωμένας βελόνας καί πολλήν βαρβαρότητα.
Τό χάραγμα αὐτό τῶν Ἁγίων ὅπως μας παραδίδεται ἀπό τά Συναξάρια καί τούς Χρονογράφους ἔγινε σέ δώδεκα ἰαμβικούς στίχους. Καί καθώς ἐστάλαζεν ἀκόμη τό μαρτυρικόν αἷμα ἀπό τά τίμια πρόσωπα τῶν ἀπήντησαν περιχαρεῖς πρός τόν ἔπαρχον:
«Γίνωσκε, ὅτι ὅταν ὑπάγωμεν εἰς τόν Παράδεισον καί μᾶς ἴδωσι τά Χερουβίμ, θέλουσιν εὐλαβηθεῖ τᾶς ὄψεις ἠμῶν, καί θά μᾶς κάμουσιν τόπον νά εἰσέλθωμεν εὐφραινόμενοι, ἐπειδή ἄλλος τίς ποτέ δέν ἠξιώθη ὡς ἠμεῖς νά χαράξωσι διά τόν Δεσπότην Χριστόν τήν ὄψιν αὐτοῦ».
Ὁ ἀνήμερος Βασιλεύς εὐθύς μετά τήν κακοποίησιν τῶν ὁμολογητῶν ἀδελφῶν τούς ἐξώρισεν διά τρίτην φορᾶν εἰς τήν Ἀμάσειαν τῆς Βιθυνίας προστάσσων νά μή τούς θάψωσι μετά θάνατον, ἀλλά νά μείνωσιν οὕτως εἰς καταφρόνησιν. Ἐβασανίσθησαν οἱ μακάριοι πολύν καιρόν εἰς τήν δεινήν ἐκείνην ἐξορίαν πολιτευόμενοι ἐναρέτως καί ὀρθοδόξως καί τόσην ἀρετήν καί ἐγκράτειαν εἶχον, ὥστε διῆγον ὡς ἀσώματοι Ἄγγελοι.
Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ἀπό τήν μεγάλην κακοπάθειαν καί τό γῆρας ἠσθένησεν καί τήν ἡμέραν τῆς τελειώσεως τοῦ Πρωτομάρτυρος καί Ἀρχιδιακόνου Στεφάνου, ὁ τούτου ζηλωτής καί τῶν δωρεῶν τοῦ Θεοῦ ἐπώνυμος, παρέδωκε τήν ἁγίαν αὐτοῦ ψυχήν εἰς τᾶς ἀχράντους χείρας τοῦ Θεοῦ, ὅν ἐπόθησεν, ἐν ἔτει 841. Ὁ δέ μακάριος αὐτάδελφος καί ὁμόζηλος αὐτοῦ Θεοφάνης ἐτίμησε μέ ἐγκώμια καί Ἱερά ἄσματα τό σεπτόν αὐτοῦ λείψανον, συνέθεσε δέ καί τόν γνωστόν Κανόνα, πού μέχρι σήμερον ψάλλεται εἰς τᾶς Ἐκκλησίας, κατά τήν 27ην τοῦ Δεκεμβρίου. Δέν ἐτόλμησε δέ νά ἐνταφίαση τό ἅγιον λείψανον, κατά τό βασιλικόν πρόσταγμα, ἀλλά τό ἐτοποθέτησεν εἰς ξυλίνην λάρνακα προσφέρων εἰς τόν θανόντα ἀντί θρηνωδίας τήν ὑμνωδίαν.
Λέγεται ὅτι τό σῶμα τοῦ μακαρίου Θεοδώρου παρέμεινεν ἄφθορον, εὐωδιάζον καί θεραπεῦον πάσαν ἀσθένειαν καί δαιμονικήν προσβολήν. Συνέβη μάλιστα, εἰς Γέρων κατά πολύ ἐνάρετος καί εὐλαβής τήν ὥραν τῆς ἐκδημίας τοῦ ὁσίου νά ἀκούση ἄνωθεν ψαλμωδίαν γλυκυτάτην καί θαυμάσιον, τήν ὁποίαν ἀνέμελπον χοροί Ἁγίων Ἀγγέλων μακαρίζοντας καί ὑμνώντας τόν αὔλως καί ἀγγελικῶς πολιτευσάμενον Ἅγιον Θεόδωρον. Μετά δέ τήν τελευτήν τοῦ αὐτοκράτορος Θεοφίλου (842) ἱερά λάρναξ μετεφέρθῃ ὑπό τίνος φιλόθεου ἀνδρός εἰς τήν Χαλκηδόνα μετά θυμιαμάτων καί ἀσμάτων ἱερῶν καί κατετέθῃ εἰς νεόδμητον ναόν πρός ἁγιασμόν πάντων τῶν μετ' εὐλάβειας καί πίστεως προσερχόμενων.
Μέ τήν ὁριστικήν καθαίρεσιν τῶν εἰκονομάχων καί τήν ἄνοδον εἰς τόν θρόνον τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Ἁγιωτάτου Πατριάρχου Μεθοδίου (842), ὁ μέγας Θεοφάνης ἀνακαλεῖται ἀπό τήν ἐξορίαν καί μετά ἐν ἔτος χειροτονεῖται Μητροπολίτης Νικαίας εἰς ἡλικίαν ἑξήκοντα πέντε (65) ἐτῶν. Οὕτως ἐναρέτως πολιτευσάμενος καί πλείστους Κανόνας συνθέσας, προσέτι δέ θεοφιλῶς κυβερνήσας τό λογικόν αὐτοῦ ποίμνιον, ἀπῆλθεν ἐκ τῆς παρούσης ἐπικήρου ζωῆς εἰς τήν αἴδιον καί ἀτελεύτητον.
Ἡ κοίμησις τοῦ μακαρίου Θεοφάνους ἔγινεν εἰς τήν Μονήν τῆς Χώρας ἐν Κωνοταντινουπόλει τήν 11ην Ὀκτωβρίου τοῦ 845, κατόπιν βαρύτατης ἀσθενείας. Ἡ ταφή τοῦ πανσόφου Ἱεράρχου, Ὁμολογητοῦ καί Μάρτυρος τοῦ Χριστοῦ ἐτελέσθῃ παρουσία τῆς εὐσεβέστατης καί Ἁγίας Βασιλίσσης Θεοδώρας, τῆς Συγκλήτου, πλήθους Ἀρχιερέων καί παντός του πιστοῦ λαοῦ.
Ταίς τῶν Ἁγίων αὐταδέλφων καί Ὁμολογητῶν Θεοδώρου καί Θεοφάνους τῶν Γραπτῶν πρεσβείαις. Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον ἠμᾶς.
Ἀμήν.
 Η μνήμη του εορτάζεται στις 11 Οκτωβρίου

Ο ΌΣΙΟΣ ΘΕΟΦΑΝΗΣ Ο ΓΡΑΠΤΟΣ, Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ ΚΑΙ ΥΜΝΟΓΡΑΦΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΝΙΚΑΙΑΣ (778-846)

http://www.theophanis.gr/images/Theophanis.jpg
 Ο ΌΣΙΟΣ ΘΕΟΦΑΝΗΣ Ο ΓΡΑΠΤΟΣ, Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ ΚΑΙ ΥΜΝΟΓΡΑΦΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΝΙΚΑΙΑΣ (778-846)
   Ο Όσιος Θεοφάνης ο Γραπτός γεννήθηκε στην Παλαιστίνη το 775 και πέθανε στις 11 Οκτωβρίου 845 (κατά άλλους ιστορικούς το 850). Ήταν γιος του Ιωανά και αδελφός του Θεοδώρου του Γραπτού και διακρινόταν για τη μάθηση των αγίων γραφών και της Ιερής θεολογίας, αλλά και για την ακριβή γνώση των αρχαίων Ελληνικών συγγραφών.
Υπήρξε μαθητής μαζί με τον αδελφό του Θεόδωρο, στη μονή του αγίου Σάββα του Ηγιασμένου. Στα χρόνια του βασιλιά Λέοντα του Ε' ήλθαν στην Κωνσταντινούπολη, αλλά και οι δύο για το ζήτημα των αγίων εικόνων, περιορίστηκαν σε κάποια Μονή στο Στόμιο της Μαύρης Θάλασσας. Ο βασιλιάς Μιχαήλ ο Τραυλός τους επανέφερε, αλλά αυτοί δεν θέλησαν να εξαγοράσουν την ησυχία τους με αδιαφορία στα εκκλησιαστικά ζητήματα και να νεκρώσουν τις ιερές πεποιθήσεις τους. Γι' αυτό εκδήλωσαν με θάρρος τα φρονήματά τους και έτσι πάλι περιορίστηκαν από τον βασιλιά, σε κάποιο τόπο κοντά στο Σωσθένιο.
   Αργότερα όταν ξέσπασαν εντονότερα οι εικονομαχικές έριδες, διώχθηκε μαζί με τον αδελφό του Θεόδωρο, από τον Εικονομάχο αυτοκράτορα Θεόφιλο (829-842) και στάλθηκαν στην Αφουσία (νήσος της Προποντίδος). Αν και εκεί είχαν μείνει πολλά χρόνια και είχαν αυστηρή επιτήρηση, αυτοί εξακολουθούσαν να φωνάζουν κατά της εικονομαχίας. Τότε ο Θεόφιλος, γεμάτος θυμό, τους έφερε στην Κωνσταντινούπολη, όπου τους μαστίγωσε ανελέητα. Με διαταγή του στα μέτωπα και των δύο γράφτηκαν, για στιγματισμό, με πυρακτωμένη σφραγίδα 12 στίχοι ιαμβικοί, που τους χαρακτήριζαν σαν κακούργους, γι' αυτό επονομάστηκαν και Γραπτοί.
Επί δε του Πατριάρχου Ιωάννου Ζ' (836 ή 837), εξορίστηκαν πάλι στην Απάμεια της Βιθυνίας, όπου ο Θεόδωρος πέθανε και τάφηκε από τον αδελφό του Θεοφάνη το 838.
   Κατόπιν ο Θεοφάνης πάλι εξορίζεται στη Θεσσαλονίκη. Μετά τον θάνατο του  εικονομάχου αυτοκράτορα Θεοφίλου, ανεκλήθη εκ νέου από τον Μιχαήλ Γ'. Επί δε  Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Μεθοδίου, ο Θεοφάνης τοποθετήθηκε Επίσκοπος Νικαίας (πιθανόν το 842). Επιτέλεσε τα ποιμαντικά του καθήκοντα με μεγάλη ακρίβεια και πέθανε ήσυχος με τη συνείδηση του, ότι εκπλήρωσε άρτια τα καθήκοντά του προς τον Χριστό και την Εκκλησία και σαν απλός Ιερομόναχος και σαν επισκοπικός κυβερνήτης.
   Ο Θεοφάνης ο Γραπτός είναι από τους μεγαλύτερους θρησκευτικούς ποιητές και υμνογράφους του 8ου αιώνα, αφού συνέγραψε περί τους διακόσιους Κανόνες, Στιχηρά και Ιδιόμελα. Από τα λαμπρότερα έργα του Θεοφάνη θεωρούνται τα στιχηρά των Θεοφανίων, τα δοξαστικά των Αίνων του Ευαγγελισμού, του Αγίου Γεωργίου και του Αγίου Δημητρίου. Από τους Κανόνες του ξεχωρίζουν της Κυριακής της Ορθοδοξίας, του Σταυρού, της Τετάρτης της Δ' εβδομάδας των Νηστειών και του Σαββάτου του Λαζάρου μέχρι την στ' ωδή. Από την περίοδο του Πεντηκοσταρίου ξεχωρίζουμε τους Κανόνες της Κυριακής των Μυροφόρων, της Τετάρτης της Μεσοπεντηκοστής και του Ψυχοσάββατου της Πεντηκοστής. Στην Παρακλητική υπάρχουν οκτώ Κανόνες στους Αποστόλους, ένας σε κάθε ήχο, οκτώ στους κεκοιμημένους και οκτώ στους Αγγέλους. Στα μηναία, τέλος, συναντούμε περισσότερους από 150 Κανόνες με την επιγραφή «Θεοφάνους». Επίσης ο Όσιος Θεοφάνης συνέγραψε και παρακλητικούς κανόνες στην Θεοτόκο, εξ ου επονομάζεται και Θεοτοκαριογράφος.
   Ο Όσιος Θεοφάνης με την ζωή και το έργο του συγκαταλέγεται στους μεγάλους Πατέρες της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ως ομολογητής, ασκητής, υμνογράφος και μελωδός.
   Οι πρεσβείες του Αγίου να μας οδηγούν στους δρόμους που χάραξε και μας δίδαξε προς δόξα Θεού.