Παρασκευή 15 Απριλίου 2022

Ὁ Ἅγιος Ἀμφιλόχιος ὁ ἐν Πάτμω γιά τόν Οἰκουμενισμό


  Απολυτίκιον.

Ήχος πλ.α. Τον Συνάναρχον Λόγον.
Αμφιλόχιον πάντες ανευφημήσωμεν, τον αστέραν τον νέον της Εκκλησίας Χριστού· της νήσου Πάτμου αληθώς το αγλάϊσμα· των Μοναστών την Καλλονήν και ευσεβείας εραστήν·της σωφροσύνης τον λύχνον· πρεσβεύει γαρ τω Κυρίω ελεηθήναι τας ψυχάς ημών.

* * * * * 

῾Ο Γέροντας᾽Αμφιλόχιος ἔδρασε σέ ὅλη του τή ζωή καί σέ ὅλους τούς τομεῖς πού τοῦ ἀνέθεσε ἡ ᾽Εκκλησία ἱεραποστολικά. Δεχόταν μέ τήν ἴδια ἀγάπη καί τούς ᾽Ορθόδοξους καί τούς ἑτερόδοξους, χωρίς αὐτό, φυσικά, νά σημαίνει ὅτι ἔκαμνε ὁποιαδήποτε ὑποχώρηση δογματική ἤ στά τῆς πίστεως. Οἱ ἑτερόδοξοι μπροστά του ἔκλιναν τό γόνυ τους καί ἀρκετοί μεταστράφηκαν στήν ᾽Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ, τήν ᾽Ορθοδοξία μας.
* * * * *

«…ο Γέροντας πράγματι εθαύμαζε την οργάνωση των Μοναχικών ταγμάτων της Δύσεως και εδιάβαζε περιοδικό σχετικό με τις κινήσεις των σε όλο τον κόσμον· αυτό τον έκαμνε θιασώτη για την ένωση των Εκκλησιών, αλλά με τον όρον της αναπτύξεως του πραγματικού θεολογικού διαλόγου επί ίσοις όροις. Απέρριπτε βέβαια την υποταγή των Ορθοδόξων στο «αλάθητο» του Πάπα, διότι κάτι τέτοιο θα εσήμαινε την εξασθένιση και την υποδούλωση της Ορθοδοξίας, επιθυμούσε όμως την  επιστροφή του Ποντίφηκα στις αποφάσεις των επτά Οικουμενικών Συνόδων και στην εποχή της αδιαιρέτου Εκκλησίας του Χριστού. Προσηύχετο για την ένωση των Εκκλησιών κάθε μέρα, και συνεμερίζετο στο θέμα αυτό, τις απόψεις του σύγχρονου ομολογητού Ιουστίνου Πόποβιτς.

H στάση του ήταν κρυστάλλινη και ο διωγμός των Ιταλών κατακτητών επεκύρωνε την άποψή μου αυτή.

Γιατί εξορίστηκε ο αείμνηστος από τους Ιταλούς; Δεν ήταν προμελετημένη η αυτοκεφαλοποίηση της Εκκλησίας της Δωδεκανήσου, για να αναγκάσουν τους Δωδεκανησίους να γίνουν, θέλοντας και μη, ουνίτες; […]

Αυτός, και μάλιστα μόνον αυτός, περιήρχετο από το ένα νησί στο άλλο και με τον αποστολικό του ζήλο και την διακρίνουσα αυτόν αφιλοκέρδεια προσπαθούσε να τονώση το θρησκευτικό συναίσθημα του υπόδουλου Ελληνισμού.»
Aρχιμ/του Παύλου Νικηταρά, “Ο Γέροντας Αμφιλόχιος Μακρής, Μια σύγχρονη Μορφή της Πάτμου (1889-1970)

https://agiapisti.blogspot.com/2018/08/blog-post_30.htm

Ὁ βράχος τοῦ Κύνωπα στήν Πάτμο


Πρόκειται για ένα θαυμαστό γεγονός, που συνέβη κατά θεϊκή παραχώρηση στα χρόνια της ιταλικής κατοχής στο ιερό νησί της Αποκαλύψεως, στην Πάτμο. Το γνωρίζουν όλοι οι Πάτμιοι και κυρίως οι γηραιοί.
Ως γνωστόν, στα χρόνια που ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος ήταν εξόριστος στην Πάτμο και άρχισε να διδάσκει τον χριστιανισμό, στο νησί υπήρχε ένας μάγος, ο Κύνωψ, ο οποίος μαχόταν την αλήθεια του Χριστού. Με τις απάτες και με τη συνεργασία του με το κακό πνεύμα παρέσυρε στην απώλεια πολλές ψυχές. Τότε ο Ευαγγελιστής Ιωάννης προσευχήθηκε και ο σκοτεινός και αμετανόητος μάγος, ενώ έκανε τα τεχνάσματά του και βουτούσε στη θάλασσα. Χάθηκε στον βυθό! Εκεί δε που χάθηκε, έμεινε ένας βράχος σε βάθος επτά μέτρων κάτω από τη θάλασσα. Αυτός ο βράχος, όπως ομολόγησαν πολλοί απ αὐτούς που τον είδαν, μοιάζει με την απαίσια σατανική μορφή του μάγου. Είναι ο μάγος που πέτρωσε από την θεία δίκη με τις προσευχές του επιστήθιου μαθητή του Κυρίου, του Ιωάννη.Εκεί έχουν προσδέσει μία κόκκινη σημαδούρα, για να την βλέπουν τα πλοία να μην προσκρούουν πάνω του.
Το θαύμα στο οποίο θα αναφερθούμε, όπως το διηγούνται οι ηλικιωμένοι Πάτμιοι, έγινε γύρω στα 1928. Λέγουν λοιπόν τα εξής:
Ένα απόγευμα, έφθασε στο νησί στα ανοιχτά του λιμανιού ένα ιταλικό καράβι. Ήταν αντιτορπιλικό. Πάνω του όμως είχε πολλούς γερανούς, μικρούς και μεγάλους. Μάθαμε πως είχε δοθεί εντολή από την ιταλική διοίκηση της Ρόδου να βγάλουν από το λιμάνι τον βράχο, τον πετρωμένο Κύνωπα, γιατί τους εμπόδιζε. Αναστατώθηκε το νησί. Κατέβηκε και ο Ηγούμενος από το Μοναστήρι (ο π. Αμφιλόχιος Μακρής) και είπε στον Ιταλό κυβερνήτη:
“ Ο βράχος αυτός παραμένει εκεί κάτω από τη θάλασσα χίλια εννιακόσια και πλέον χρόνια. Είναι το θαύμα που έκανε ο Θεός ύστερα από τις προσευχές του Ευαγγελιστού Ιωάννη. Είναι σημάδι της νίκής του Χριστού εναντίον του σατανά, που αντιπρόσωπός του στο νησί ήταν τότε ο μάγος Κύνωψ. Γι αὐτό ο αρχιμάγος αυτός πρέπει να παραμείνει πετρωμένος εκεί μέσα στη θάλασσα του λιμανιού, μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου”. Του είπε κι άλλα πολλά.

Ο Ιταλός εντυπωσιάστηκε και τηλεφώνησε στον Διοικητή της Ρόδου, για να ματαιωθεί η επιχείρηση. Εκείνος όμως ήταν ανένδοτος. Του έδωσε διαταγή την άλλη μέρα το πρωί να θρυμματίσει τον βράχο.
Τότε ο Ηγούμενος, οι μοναχοί και πολλοί πιστοί αγρύπνησαν εκείνο το βράδυ πάνω στο Μοναστήρι προσευχόμενοι. Λίγο πριν ξημερώσει, έγινε το μεγάλο θαύμα! Ενώ μέχρι τότε η θάλασσα ήταν λάδι, μπουνάτσα, σηκώθηκε ξαφνικά φοβερή φουρτούνα. Η θάλασσα έβραζε, μούγκριζε σαν θεριό! Τα πελώρια κύματα που έφερνε απότομα η σοροκάδα απ τά ανοιχτά, έκαναν το Ιταλικό καράβι να χορεύει σαν καρυδότσουφλο. Τελικά του έκοψε τις άγκυρες και το πέταξε πάνω στη στεριά!
Το πελώριο καράβι, το μισό ήταν μέσα στη θάλασσα και το άλλο μισό ήταν μέσα στη στεριά, πάνω στην προκυμαία! Φοβερό θέαμα! Ο πάταγος που έκανε όταν χτύπησε στη στεριά, ακούστηκε σε όλη εκείνη την πλευρά του νησιού.
Κατέβηκαν όλοι οι κάτοικοι στο λιμάνι, μαζί και ο Ηγούμενος. Είχε πλέον αρχίσει να ξημερώνει. Ο Ιταλός κυβερνήτης και οι ναύτες ήταν άσπροι σαν το πανί από τον τρόμο. Ο Ηγούμενος τους μίλησε με συμπάθεια και τους εξήγησε ότι αυτό ήταν ένα θαύμα του Θεού, γιατί δεν ενέκρινε την απόφασή τους και ματαίωσε τα σχέδια τους. Εν τω μεταξύ, το επίσης θαυμαστό ήταν πως, μόλις το πλοίο πετάχτηκε στην ξηρά, η θάλασσα εξ ίσου αιφνίδια έγινε και πάλι λάδι! Τους είπε επίσης να ευχαριστήσουν τον Θεό,γιατί τους φύλαξε και δεν έπαθαν τίποτε.
Πράγματι, μετά από αυτό οι Ιταλοί τρομοκρατημένοι υποχώρησαν. Κατέφθασαν από την Ρόδο άλλα γερανοφόρα πλοία, ρυμούλκησαν το πρώτο και ούτε τόλμησαν να ξανασχοληθούν με τον βράχο του Κύνωπα!
Θαυμαστός ο Θεός εν τοις έργοις Αυτού”!
Στον Θεό η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν!

Ἦταν μειλίχιος, μέ πολλή αγάπη, πάρα πολλή ἀγάπη. ..


 

Εἰς μνήμην Μητροπολίτου Μαυροβουνίου Ἀμφιλοχίου Ράντοβιτς
«Αναμνήσεις μου από τον Άγιο Αμφιλόχιο της Πάτμου»
 
«Όταν πρωτοπήγα στην Ελλάδα, το 1966-67, πήγα στην Πάτμο και συνάντησα τον γέροντα Αμφιλόχιο Μακρή… Ήταν ψηλός, τό πρόσωπό του είχε μία ωραία όψη, ήταν μειλίχιος, με πολλή αγάπη, πάρα πολλή αγάπη. Αυτό ήταν το κύριο χαρακτηριστικό του. Εξομολογήθηκα. Θα μου μείνει αλησμόνητη εκείνη η εξομολόγηση. Είχα πάει κοντά του με πολλές φοβερές πληγές από τον κόσμο. Είχα ήδη στραφεί προς τον μοναχισμό, αλλά δεν είχα πάρει ακόμη την τελική μου απόφαση κι είχα ανάγκη ακριβώς από έναν άνθρωπο για να με τονώσει. Πήγα κοντά του μεέ κάποια διστακτικότητα, γιατί δεν γνώριζα ακόμη καλά την ελληνική γλώσσα. Κι όμως από την πρώτη στιγμή της εξομολογήσεως, αισθάνθηκα ότι μπορούσα να πω τα πάντα σ’ αυτό τον άνθρωπο. Η παρουσία του και ὁ τρόπος με τον οποίο με αντιμετώπισε, διέλυσαν όλους τους δισταγμούς μου.
Όταν του είπα όλα όσα είχα να πω και ενώ περίμενα να μου βάλει κάποιο επιτίμιο, εκείνος με αγκάλιασε, με προσφώνησε με το βαπτιστικό μου όνομα και μου είπε: “Αδελφέ Χρήστο, να κοινωνήσουμε αύριο;” Περίμενα χίλια δύο άλλα πράγματα και το μόνο που δεν περίμενα ήταν αυτό. Τόση ήταν η αγάπη που είχε μέσα του. Με αγκάλιασε με την αγάπη του, εμένα, τον ερχόμενον προς αυτον. Με την αγάπη του αυτή καταλάβαινες το πνεύμα της Εκκλησίας και την πραγματική πατρότητα. Εγώ, ένας ξένος, ένας άγνωστος, να πηγαίνω σε έναν άγνωστο τόπο, σε έναν άγνωστο άνθρωπο και να αισθάνομαι ωσάν ο άνθρωπος αυτός να με γνώριζε από την παιδική μου ηλικία και να με αγαπούσε ωσάν να με είχε γεννήσει ο ίδιος».
ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ «ΔΡΟΣΟΒΟΛΟΣ ΚΑΥΣΙΣ» Έκδοσις Ιεράς Μονής Ευαγγελισμού Πάτμου. Εκδοτική Παραγωγή ΕΠΤΑΛΟΦΟΣ ΑΒΕΕ [www.eptalofos

Ἡ χώρα μας, ἔλεγε ὁ Γέροντας Ἀμφιλόχιος, εἶναι σκεπασμένη μέ τούς πάγους τοῦ ὑλισμοῦ καί τῆς ἀθεΐας

 


«Η χώρα μας, έλεγε ο Γέροντας Αμφιλόχιος, είναι σκεπασμένη με τους πάγους του υλισμού και της αθεΐας και καλούμαστε όλοι να συμβάλουμε στη διάλυση τους. Μόνο όταν φύγουν οι πάγοι αυτοί, θα μπορέσουμε να βρούμε και να χαρούμε ξανά τη γη εκείνη την πραγμα­τική, την οποία καλλιέργησαν Αποστολικά άροτρα και την πότισαν αίματα Μαρτύρων και ιδρώτες Όσιων.
Τότε μόνο ο νοητός ήλιος θα θερμάνει την ελληνική γη και αμέσως θα βλαστήσει, θα ανθίσει και θα καρποφορήσει, όπως και άλλοτε, προς δόξαν Θεού».
Οσιος Αμφιλόχιος Μακρής

Προσπαθήστε κάθε στιγμή νά ἀναπνέετε, τόν καθαρόν αὐτόν ἀέρα τῆς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ!


Δεν υπάρχει άλλος τρόπος καθαρμού και αγιασμού από την νοεράν προσευχήν. Καλοί είναι οι ψαλμοί και οι εκκλησιαστικοί ύμνοι, αλλ’ αυτούς τους λέγομεν γιά να ελκύωμεν και να συγκινούμεν τον κόσμον.*
Εμείς πρέπει να ομιλούμεν εις τον Βασιλέα μυστικά εις το Αυτί Του. Αυτοί που ψάλλουν, ομοιάζουν με ανθρώπους, που ευρίσκονται έξω από το παλάτι του Βασιλέως και φωνάζουν διάφορα άσματα, γιά να δείξουν τον ενθουσιασμόν τους.
Ευχαριστείται βέβαια ο Βασιλιάς και από αυτά, αφού γίνονται διά το Πρόσωπόν Του, αλλά ευφραίνεται και προσέχει περισσότερον τους μυστικούς της αυλής Του, αυτούς που Του ομιλούν εις το Αυτί Του.

Όταν θα καλλιεργήσετε την νοεράν προσευχήν, θα γίνετε πλέον παιδιά του παλατιού. Θα ξεύρετε την γλώσσαν του Βασιλέως και τους βασιλικούς τρόπους. Τότε, μόνον με ένα νεύμα, θα έχει άγια σκιρτήματα η καρδιά σας.
Καλλιεργήσετε την ευχήν! Αυτή θα σας οδηγήσει εις τον Παράδεισον! Θα βλέπετε την Χάριν του Θεού οφθαλμοφανώς, θα αποκτήσετε την χαράν του Ουρανού!
Ο άνθρωπος, διά της προσευχής του Ιησού, είναι πάντα χαρούμενος, γεμάτος και φωτισμένος. Διά της ευχής θα κερδίσετε το παν. Καθαρίζεται ο άνθρωπος, λαμπρύνεται, αγιάζεται. Προσπαθήστε κάθε στιγμή να αναπνέετε, τον καθαρόν αυτόν αέρα της προσευχής του Ιησού!
 
 
*Πηγή: «Ο Γέροντας Αμφιλόχιος Μακρής. Μιά σύγχρονη μορφή της Πάτμου 1888-1970)» σελ.90-91.*

Σοφές νουθεσίες (Ἅγιος Ἀμφιλόχιος Πάτμου)

 



Να ζήσετε βίο ειρηνικό και άγιο, να κρατήσετε τις γραμμές των πατέρων σας, να ζήσετε τον χριστιανικό και ελληνικό βίο.
Ανδρίζεσθε και κραταιούσθε, για να μην έλθετε εις πειρασμόν. Μη δίνετε σημασία στον κόσμο. Ο κόσμος εξαρχής και τους Αποστόλους και όλους τους Αγίους τους έπιασε για τρελούς «…και εμέ εδίωξαν και υμάς διώξουσιν». Να έχουμε την ομόνοια και την ειρήνη. Αυτά ευλογεί ο Θεός.
«Ημών το πολίτευμα εν ουρανοίς υπάρχει». Εδώ ψευτοζούμε, λοιπόν να μη στεναχωριόμαστε ό,τι και να μας συμβεί.
 
Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν. Εμείς αυτό πρέπει να λέμε είτε καλά έχουμε είτε κακά.
Όπου εγωισμός, εκεί Πνεύμα Θεού δεν υπάρχει.
Δεν μπορεί να λέγεται Χριστιανός εκείνος όπου δεν έχει αγάπη. Προσποιείται τον Χριστιανό.
Ο Χριστός είναι κοντά μας, ας μη τον βλέπουμε… καμιά φορά μας δίνει και κανένα μπάτσο από πολλή αγάπη.
Πρέπει να χαίρεσαι. Καλλιτεχνική σμίλη κρατά στα χέρια του ο Ιησούς. Θέλει να σε ετοιμάσει ένα άγαλμα του ουρανίου παλατιού.
Αγάπησε τον Ένα να σε αγαπούν και τα θηρία.
Όταν υπάρχει η φλόγα της αγάπης, ό,τι κακό πλησιάζει το κατακαίει.
 
Ο άνθρωπος όταν δεν ζητά τα δικαιώματά του, θα φωτίσει ο Θεός τον άλλο να του τα δώσει.

 
Ο άνθρωπος που αγαπά πνευματικώς αισθάνεται προσευχόμενος ότι βρίσκεται εντός του Θεού και του αδελφού του. Λυπάται όταν δεν πορεύεται καλώς ο αδελφός του και προσεύχεται για την πρόοδό του. Ουδέποτε αλλάζει εκείνος που έχει τη χριστιανική αγάπη.
 
Πολλές φορές την ημέρα έρχεται ο Χριστός και σου χτυπά, αλλά εσύ έχεις δουλειές…
 
Εκείνος που ταράζεται δεν σκέπτεται λογικά, ορθά. Κάνε υπομονή και θα βραβευτείς με στέφανο.
 
Το Πνεύμα του Θεού να μη φεύγει από το νου και την καρδιά σας.
 
Ο Χριστιανός είναι πραγματικά άνθρωπος. Ξέρει όλους τους τρόπους της ευγένειας.
 
Όταν η καρδία μας δεν έχει την αγάπη προς τον Χριστό δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε. Είμαστε σαν πλοία που δεν έχουν φωτιά, βενζίνη στη μηχανή τους.
 
Όσο ο άνθρωπος απλοποιείται, θεοποιείται. Γίνεται άκακος, ταπεινός, πράος, ελεύθερος…
 
Αυτά που ακούμε (πολέμους, σεισμούς, καταστροφές), είναι βροντές και θα έλθει και η βροχή… Πρέπει λοιπόν να είμαστε έτοιμοι προς απολογία και μαρτύριο.
 
Να γίνετε άνθρωποι άξιοι της άνω Ιερουσαλήμ.
 
Η Χάρη του Παναγίου Πνεύματος κάνει τον άνθρωπο να εκπέμπει ακτίνες. Πρέπει όμως ο άλλος να έχει καλό δέκτη για να το καταλάβει.
 
Πρέπει να έχουμε στον ουρανό τα βλέμματά μας. Τότε δεν θα μας κλονίζει τίποτε.
 
Στη λειτουργία για να έλθει η χάρη του Θεού πρέπει να έχεις συγκέντρωση, ειρήνη και να μη σκέπτεσαι τίποτε.
 
Όσο ο άνθρωπος αγαπά τον Θεό, τόσο έχει αγάπη και για τους ανθρώπους. Τους αγαπά σαν εικόνες Θεού, με σεβασμό, λεπτότητα και αγιασμό.
 
Όταν θα δείτε τα δάκρυα, τότε είναι επίσκεψη του Θεού στην προσευχή.
 
Όταν κοινωνείς όχι μόνο παίρνεις δύναμη, αλλά φωτίζεσαι, βλέπεις ορίζοντες ευρείς, αισθάνεσαι χαρά… Διαφορετικά νοιώθει ο καθένας, ανάλογα με τη διάθεση και τη φλόγα της ψυχής του. Άλλος αισθάνεται χαρά και ξεκούραση, άλλος ειρήνη, άλλος πνεύμα αφοσιώσεως και άλλος μίαν ανέκφραστη αγάπη προς όλους. Ένοιωθα πολλές φορές κουρασμένος, αλλά μετά τη θεία Κοινωνία αισθανόμουν τον εαυτό μου σαν να μην είχα τίποτα.
 
Η αθωότητα είναι ανώτερη από την ιδιοφυΐα.
 
Ο άνθρωπος που έχει εγωισμό δεν ελκύει κανέναν. Και αν κάποιον ελκύσει, γρήγορα θ’ απομακρυνθεί. Ο πνευματικός σύνδεσμος γίνεται αδιάλυτος όταν συναντήσει παιδικό πνεύμα, αθωότητα και αγιασμό.
 
Ο άνθρωπος που δεν έχει Χριστό τα βλέπει όλα δύσκολα και σκοτεινά.
 
Όταν η καρδιά μας δεν έχει τον Χριστό, τότε θα βάλουμε μέσα ή χρήματα ή κτήματα ή ανθρώπους.
 
[Από το βιβλίο: “Ψυχοσωτήρια Διδάγματα Συγχρόνων Γερόντων”. Εκδόσεις “Ορθόδοξος Κυψέλη”, Θεσσαλονίκη, σελ. 47-51 (αποσπάσματα)]
 
(Πηγή ψηφ. κειμένου: koinoniaorthodoxias.org)

Μακαριστός Γέρων Γρηγόριος Δοχειαρίτης: Tὸ μυστικό τῆς ἁγιότητας τοῦ ὁσίου Ἀμφιλοχίου τοῦ ἐν Πάτμω.

 

Ποιό ἤτανε τὸ μυστικὸ τῆς ἁγιότητας τοῦ οσίου Ἀμφιλοχίου; Εἶχε ζήσει τὴν περιφρόνηση τῶν ἀνθρώπων, τῶν συνασκητῶν του, καὶ αὐτὸ τὸν ἔκανε εὐτυχισμένο. Μέσα στὴν καταφρόνια τὸν ἔβλεπες εὐτυχῆ, χαρούμενο, ἀνεπιτήδευτο. Καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ ὑπέμεινε μὲ ὑπομονή, μὲ καρτερία τῶν μελλόντων ἀγαθῶν, ἀγόγγυστα, ἀκατάκριτα. Οὐδέποτε, ἂν τοῦ λαλούσαμε τὰ ἄσχημα τῶν ἀδελφῶν, συμφωνοῦσε μαζί μας, ἀλλὰ ἔκλινε τὴν κουβέντα: «Ἒ τὸν εὐλογημένο. Ἐγκατάλειψη Θεοῦ ἔπαθε. Κάνετε προσευχή. Ἔχει ἀνάγκη νὰ τὸν καλύψουμε μὲ τὸ πιὸ πολύτιμο βλατίο ποὺ κρατᾶ κάθε ἄνθρωπος στὰ χέρια του.» […]
Ζοῦσε τὴν ἀκτημοσύνη καὶ τὴν φτώχεια ὅπως τὰ ὑποσχέθηκε στὴν μοναχική του κουρά. Δύο πράγματα ἄκουγες νὰ ψιθυρίζη: τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ» καὶ«ἀδελφοί μου, ὑπάρχει χρεία ὑπομονῆς».Ὁ λόγος του ἦταν μετρημένος· οὔτε ὑπερβολὲς ἔλεγε οὔτε ὁράματα καὶ προφητεῖες. Δίδασκε μὲ τὴν παρουσία του ὅσα σπάνια ἀκοῦμε ἀπὸ ἀνθρώπους. Ἐκεῖνο ποὺ τὸν διέκρινε περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους Γέροντες ἦταν ἡ εὐλάβεια. Σὲ ὅλη του τὴν ζωὴ σέβιζε καὶ μπροστὰ στὸν Θεὸ καὶ μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους. Ἔφυγε πλήρης ἔργων ἀγαθῶν.
Ταῖς τοῦ ὁσίου Ἀμφιλοχίου πρεσβείαις, Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.

Ὁ Ὅσιος Χριστόδουλος ὁ Λατρηνός, ὁ ἐν Κῷ καί Πάτμῳ ἀσκήσας

 

Ὁ Ὅσιος Χριστόδουλος ὁ Λατρηνός, ὁ ἐν Κῷ καί Πάτμῳ ἀσκήσας

Ὁ Ὅσιος Χριστόδουλος‚ κατά κόσμον Ἰωάννης‚ γεννήθηκε στό πρῶτο (α') τέταρτο τοῦ 11ου αἰῶνα –πιθανόν περί τό 1020– σέ μία μικρή πόλη κοντά στή Νίκαια τῆς Βιθυνίας ἀπό εὐσεβεῖς καὶ ἐνάρετους γονεῖς‚ τὸν Θεόδωρο καὶ τὴν Ἄννα.

Ὁ νεαρός Ἰωάννης διδάχθηκε ἀπό μικρός τά γράμματα καἰ ἐντρύφησε μέ ζῆλο στή μελέτη τῶν θείων γραφῶν. Ἀπό τήν ἐφηβική του ἡλικία φλεγόταν ἀπό τόν πόθο νά ἀκολουθήσει τήν ὁδό τοῦ μοναχικοῦ βίου. Οἱ γονεῖς του‚ φοβούμενοι μήπως τὀν χάσουν ἀπό κοντά τους‚ ἐπέμεναν νὰ νυμφευθεῖ‚ ἀλλά πρίν ἀπό τόν γάμο ἀποφάσισε νά ἀκολουθήσει τήν κλήση τοῦ Θεοῦ καί ἔφυγε κρυφά ἀπό τό χωριό του‚ καταφεύγοντας στό ὄρος Ὄλυμπος τῆς Βιθυνίας ὅπου ὑπῆρχαν πολλά μοναστήρια καὶ κελλιά. Ἐκεῖ ὁ Ἰωάννης ἔγινε δόκιμος καί τό 1043 ἐκάρη μοναχός καί ἔλαβε τό ὅνομα Χριστόδουλος‚ ἐξαιτίας τῆς μεγάλης του ἀγάπης γιά τόν Ἰησοῦ Χριστό. Παρέμεινε γιά λίγο σέ κάποια μονή τῆς περιοχής καί γύρω στό 1045‚ μετά τόν θάνατο τοῦ πνευματικοῦ πατέρα του‚ πραγματοποίησε ἕνα μεγάλο προσκυνηματικό ταξίδι. Πρώτα, κατά πᾶσα πιθανότητα, ἐπισκέφθηκε τή Ρώμη‚ γιά νά προσκυνήσει τούς τάφους τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου. Ἀπό ἐκεῖ πῆγε γιά προσκύνημα στούς Ἁγίους Τόπους καί, στή συνέχεια, ἀνεχώρησε γιά τήν ἔρημο τῆς Παλαιστίνης‚ ὅπου πιθανῶς ἐγκαταβίωσε στή Μονή τοῦ Ἁγίου Σάββα καί ἐπιδόθηκε σέ ἄσκηση. Μετά τήν εἰσβολή τῶν Σελτζούκων Τούρκων στήν Παλαιστίνη καί πιθανόν μετά τήν κατάληψη τῆς Ἱερουσαλήμ (1076)‚ ἀλλά καί λόγῳ τοῦ κύματος ἐπιθέσεων τῶν Ἀγαρηνῶν στά μοναστήρια τῆς Παλαιστίνης‚ οἱ μοναχοί ἀναγκάστηκαν νὰ ἐγκαταλείψουν τήν ἔρημο.

Ὁ Ὅσιος‚ μαζί μέ ἄλλους μοναχούς‚ κατευθύνθηκε στό ὄρος Λάτρος ἤ Λάτμος‚ κοντά στή Μίλητο τῆς μικρασιατικῆς Καρίας‚ ὅπου εἶχαν καταφύγει πολλοί μοναχοί τῆς Αἱγύπτου ἀπό τό Σινᾶ καί τή Ραϊθώ‚ μετά ἀπό φονικές ἐπιθέσεις Ἀράβων. Ὁ Ὅσιος Χριστόδουλος ἐντάχθηκε στή μοναστική κοινότητα τῆς Θεοτόκου τοῦ Στύλου στό ὄρος Λάτρος‚ πού ἱδρύθηκε στά μέσα τοῦ 10ου αἰῶνα ἀπό τόν Παῦλο τόν Νέο καί λειτουργούσε ὡς Λαύρα. Ὀ μοναχισμός στό ὅρος Λάτρος βρισκόταν τότε σέ μεγάλη ἀκμή καί ὁ Ὅσιος ἐπιδόθηκε μέ ζῆλο στήν προσευχή καί τή νηστεία. Λόγῳ τοῦ ἐνάρετου‚ ἀσκητικοῦ βίου του ἀπέκτησε μεγάλη φήμη. Διακρίθηκε μὲ τὸ ἦθος του‚ τούς ἀσκητικούς του ἀγῶνες καί τήν πνευματική του κατάρτιση‚ γεγονός πού σύντομα ὁδήγησε τούς μοναχούς τοῦ Στύλου νά τόν ἐκλέξουν Ἡγούμενο τῆς Λαύρας. Παράλληλα‚ διορίστηκε ἀπό τόν Πατριάρχη Κοσμᾶ Α' Ἱεροσολυμίτη (1075-1081) πρῶτος καί ἀρχιμανδρίτης ὅλων τῶν μονῶν τοῦ Λάτρους. Στήν τριετή θητεία του (1076-1079) ἀνέπτυξε ἀξιομνημόνευτη δράση. Κατέβαλε ἰδιαίτερες προσπάθειες γιά τήν ὀργάνωση τῶν κοινοβίων στήν περιοχή‚ φρόντισε γιά τόν ἐμπλουτισμό τῆς βιβλιοθήκης μέ νέα βιβλία καί μερίμνησε γιά τήν κατασκευή ὀχυρωματικῶν ἔργων πού στόχο εἶχαν τήν προστασία τῆς Μονῆς τοῦ Στύλου. Ἡ παρουσία του στό Λάτρος φωτίζει ἀρκετές πτυχές σχετικά μέ τήν ἀνάπτυξη καί τήν ἀναδιοργάνωση τοῦ μοναχισμοῦ στήν περιοχή‚ ἀλλά καί γενικά τό θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας τῶν μοναστικῶν ἱδρυμάτων καί τή διαχείριση τῶν περιουσιακῶν στοιχείων τους κατά τόν 11ο αἰῶνα. Ἡ φήμη τοῦ Ὁσίου Χριστοδούλου ἐξαπλώθηκε στά πέρατα τῆς αὐτοκρατορίας καὶ τοῦ ἐδόθη τό ἐπίθετο Λατρηνός.

Κατά τό διάστημα πού ὁ Ὅσιος Χριστόδουλος ἦταν Ἡγούμενος τῆς Μονῆς Θεοτόκου τοῦ Στύλου‚ τό Λάτρος ἦταν ἐκτεθειμένο ἄμεσα σέ ἐξωτερικούς κινδύνους λόγῳ τῶν ἐπιδρομῶν τῶν τουρκικῶν φύλων στήν εὐρύτερη περιοχή. Σημαντικές ἦταν καί οἱ ἐσωτερικές δυσκολίες‚ δεδομένου ὅτι διατυπώθηκαν ἐναντίον τοῦ Ὁσίου Χριστοδούλου κατηγορίες γιά τή διαχείριση τῶν οἰκονομικῶν τῆς Θεοτόκου τοῦ Στύλου‚ οἱ ὁποῖες ὡστόσο ἀφοροῦσαν‚ τό πιθανότερο‚ τό αὐτοδέσποτο καθεστώς τῆς Μονῆς. Ὁ Ὅσιος στίς ἀρχές τοῦ 1079 πραγματοποίησε τό πρῶτο του ταξίδι στήν Κωνσταντινούπολη μέ σκοπό νά συναντηθεῖ μέ τόν Πατριάρχη Κοσμᾶ Α' καί νά διευκρινίσει τήν ὑπόθεση. Ἀρχικά ἔτυχε εὐνοϊκῆς ἀκρόασης καὶ ἀργότερα ἐκδόθηκε ἐπίσημη πατριαρχική ἀπόφαση‚ «λύσις»‚ εἰς βάρος του. Πρὸς ὑπεράσπιση τοῦ ἑαυτοῦ του καί τοῦ καθεστῶτος τῆς Μονῆς‚ ὁ Χριστόδουλος ἀπέστειλε γραπτή ἀπολογία (Ὑπομνημιστικόν)‚ στήν ὁποία‚ ἀφοῦ τόνισε ὅτι ἡ λαύρα τοῦ Στύλου ἱδρύθηκε ἀπό τόν ὅσιο Παῦλο καί ὅτι οὐδέποτε ὑπῆρξε ὑποτελής‚ ἀμφισβήτησε τή νομιμότητα τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ Πατριάρχη γιὰ καταβολή χρημάτων.Τελικά‚ ὅπως φαίνεται‚ ὁ ἡγούμενος τῆς Μονῆς Θεοτόκου τοῦ Στύλου ἀθωώθηκε ἤδη ἐπί πατριαρχίας Κοσμᾶ Α' (1075-1081). Ἠ ἀπαλλακτική ἀπόφαση ἑπικυρώθηκε καί ἀπό τούς ἑπόμενους Πατριάρχες Εὐστράτιο (1081-1084) καί Νικόλαο Γ΄ (1085-1111). Μετὰ τόν Μάρτιο τοῦ 1079 ὁ Ὅσιος Χριστόδουλος ἀνεχώρησε ἀπό τό Λάτρος‚ ἀφοῦ πρώτα διόρισε ἀντικαταστάτες στή διοίκηση τῆς Μονῆς τοῦς μοναχούς Σάββα καὶ Λουκᾶ. Πιθανή αἰτία γιά τήν ἀναχώρηση τοῦ Χριστοδούλου ἀπό τή Μονῆ τῆς Θεοτόκου τοῦ Στύλου θά μποροῦσε νά θεωρηθεῖ ἡ πίεση ἐξαιτίας τῶν ἀλλεπάλληλων ἐπιδρομῶν τῶν τουρκικῶν φύλων.

Πρῶτος σταθμός στὴ μετακίνηση τοῦ Ὁσίου Χριστοδούλου καὶ τῆς μικρῆς ὁμάδας μοναχῶν ποὺ τὸν ἀκολούθησαν ἀποτέλεσε ἡ Στρόβιλος‚ πόλη στά μικρασιατικά παράλια τῆς Λυκίας. Στὴ Στρόβιλο ἐγκαταστάθηκε γιὰ λίγους μήνες (ἀνάμεσα στόν Μάιο τοῦ 1079 καί στὸ φθινόπωρο τοῦ 1079) σὲ Μονή‚ Ἡγούμενος καί ἱδρυτής τῆς ὁποίας ἦταν ὁ Ὅσιος Ἀρσένιος Σκηνούριος πού καταγόταν ἀπό τήν Κῶ‚ ὅπου ἐπέστρεψε‚ ἀφοῦ προηγουμένως παρέδωσε τὴν ἡγουμενία στὸν Ὅσιο Χριστόδουλο, ὁ ὁποῖος, μετά ἀπό λίγο, ἐπειδή τήν περιοχή ἀπειλοῦσαν οἱ ἐπιδρομές τῶν Τούρκων‚ μὲ πρόσκληση τοῦ Ὁσίου Ἀρσενίου Σκηνουρίου‚ πέρασε στὴν Κῶ πρός τό τέλος τοῦ φθινοπώρου τοῦ 1079. Ἐκεῖ φιλοξενήθηκε καὶ πάλι ἀπό τὸν Ὅσιο Ἀρσένιο‚ ἀναζητώντας στὶς ἰδιοκτησίες τοῦ Κώου Ὁσίου μοναχοῦ κατάλληλη θέση γιὰ τὴν ἀνέγερση μοναστηριοῦ, ὅπως μαθαίνουμε ἀπό τήν «Ὑποτύπωσιν»‚ πού ὁ Ὅσιος Χριστόδουλος συνέταξε τὸν Μάιο τοῦ 1091, καί στὴν ὁποία ὑπογραμμίζει τὰ ἠθικά καὶ πνευματικά χαρίσματα τοῦ Ὁσίου Ἀρσενίου, ὁ ὁποίος προσέφερε τὴν περιουσία του στὴ Μονὴ καὶ στήριξε τὸν Ὅσιο Χριστόδουλο στὰ πρῶτα στάδια τῶν οἰκοδομικῶν ἐργασιῶν.

Ἐξετάζοντας ὁ Χριστόδουλος ὅλα τὰ ἀκίνητα τοῦ Ὁσίου Ἀρσενίου Σκηνουρίου στὴν Κῶ, συνάντησε ἕνα μεγάλο καί ἀκατοίκητο λόφο μὲ πολλά φυσικά πλεονεκτήματα, ποὺ οἱ κάτοικοι ὀνόμαζαν «Πήλιον» (τό σημερινό Παλαιό Πυλί). Ἐκεῖ ἵδρυσε τὴν Ἱερά Μονή τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς ἐπιλεγομένης τῶν Καστριανῶν ἤ τοῦ Πηλέ. Στὴ Μονή ἄρχισαν νὰ συρρέουν πολλοί μοναχοί καὶ νά γίνονται ἀφιερώσεις ἀπό τοὺς κατοίκους τοὺ νησιοῦ μὲ ὑλικά ἀγαθά καὶ ἀκίνητα ποὺ προστέθηκαν στὶς κτήσεις τοῦ Ὁσίου Σκηνουρίου, οἱ ὁποῖες εἶχαν ἤδη περιέλθει στὴν κυριότητα τῆς Μονῆς. Ὁ Χριστόδουλος ἐξασφάλισε τὶς ἀπαραίτητες φορολογικές ἀπαλλαγές μὲ «χρυσόβουλλον λόγον» τοῦ Αὐτοκράτορα Νικηφόρου Γ΄ τοῦ Βοτανειάτη (Μάρτιος 1080), σύμφωνα μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Βοτανειάτης δώριζε μὲ «ἐξκουσσία» στὸν Χριστόδουλο καὶ στοὺς μοναχούς του δὺο «τοπία» τῆς Κῶ, δηλαδή μικρές ἐκτάσεις γῆς: Τὸ «Καστέλλον» ἤ «Καστριανόν» καὶ «τὸ τοῦ Πιλέ» .Ἡ ὀνομασία «Καστέλλον» ἤ «Καστριανόν» ἀφήνει νὰ ἐννοηθεῖ ὅτι ἐκεῖ ὑπήρχε ἕνα φρούριο. Πρόκειται γιὰ τὸ ἐπιβλητικό φρούριο ποὺ διακρίνεται σήμερα ἐρειπωμένο στὴν κορυφή τοῦ λόφου, ἐνῶ βορειδυτικά στόν λόφο τοῦ Πιλέ ποὺ εἶναι συνεχόμενος τοῦ προηγούμενου, κτίστηκε ἡ Μονή τῆς Θεοτόκου, ποὺ ὀνομάστηκε καὶ αὐτή τῶν «Καστριανῶν». Τὸ καθολικό τῆς Μονῆς, ποὺ διατηρεῖται μέχρι σήμερα, τιμᾶται τὴν ἡμέρα τῆς Ὑπαπαντῆς τοῦ Κυρίου, 2 Φεβρουαρίου. Τὴν ἰσχύ τοῦ «χρυσοβούλου λόγου» ἐπικυρώνει καὶ ἐπαυξάνει, τὸν Μάρτιο τοῦ 1085, ὁ Ἀλέξιος Α' ὁ Κομνηνός μὲ χρυσόβουλλο, στό ὁποῖο μνημονεύονται ἀόριστα καὶ οἱ ἀφιερώσεις κτημάτων τῶν μοναχῶν Μαρίας Καβαλλουρίνας καὶ Νίκωνα Ἀσκεπῆ. Ὁ Ὅσιος Χριστόδουλος στὸν κωδίκελλό του ἀναφέρεται σὲ δύο «προάστια» (ἰδιοκτησίες γεωργικές καὶ οἰκιστικές μονάδες κοντά σὲ ἀστικές περιοχές), τὸ «Ἀναβασίδιον» καὶ οἱ «Καρδιασμένοι», ποὺ ἡ μονή του δέχτηκε σὰν δωρεά ἀπό τόν «βεστάρχη» (προϊστάμενο τῆς αὐτοκρατορικῆς ἱματιοθήκης) Κωνσταντῖνο Καβαλλούρη, ἀδελφό τῆς Μαρίας Καβαλλουρίνας.

Κατά τὴν παραμονή τοῦ Ὁσίου Χριστοδούλου στὴν Κῶ σημειώθηκαν καταστροφικές ἐπιδρομές τῶν τουρκικών φύλων στὸ Λάτρος. Ὁ Χριστόδουλος ἐλαβε δραστικά μέτρα καὶ ἔστειλε ἕνα πλοῖο μὲ σκοπό νὰ μεταφέρει τὴ βιβλιοθήκη τῆς Μονῆς τῆς Θεοτόκου τοῦ Στύλου καὶ νὰ περισώσει ὅ,τι εἶχε ἀπομείνει ἀπό τὶς καταστροφές. Ὅταν ἐπισκέφθηκε γιὰ δεύτερη φορά τὴν Κωνσταντινούπολη μετέφερε μαζί του τὰ περισωθέντα βιβλία, τὰ ὁποῖα παρέδωσε στὸν Πατριάρχη Νικόλαο Γ' (1085-1111) πρὸς φύλαξη. Βασικός σκοπός τοῦ ταξιδιοῦ ἦταν ἡ ἐπίσημη παραίτηση ἀπό τὴν ἡγουμενία τῆς Μονῆς τοῦ Στύλου.

Τὸ καλοκαίρι τοῦ 1087 ὁ Ὅσιος Χριστόδουλος ταξίδεψε γιὰ δεύτερη φορά στὴ Βασιλεύουσα. Ἐπισκέφθηκε τὸν αὐτοκράτορα καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ δωρήσει στὴ Μονή του ὁλόκληρο τὸ νησί Λειψώ καὶ ἀπό τὴ Λέρο τὰ «προάστια» «Παρθένιον» καὶ «Τεμένια», ὡς καὶ τὸ μισό κάστρο τοῦ «Παντελίου» μὲ ὅλες τὶς προσόδους του. Ὁ αὐτοκράτορας Ἀλέξιος Α' Κομνηνός (1081-1118)‚ ἔχοντας καὶ τὴν πρόθυμη συγκατάθεση τῆς μητέρας του Ἄννας Δαλασσηνῆς‚ ἀποδέχτηκε τὸ αἴτημα τοῦ Χριστοδούλου καὶ ἔσπευσε χωρίς χρονοτριβή στὴν ἔκδοση χρυσόβουλλου‚ τόν Μάιο τοῦ 1087. Ἔτσι ἡ Μονῆ τῆς Κῶ ἀπέκτησε ἀκόμη περισσότερες κτήσεις.

Ὁ Χριστόδουλος γρήγορα διαπίστωσε ὅτι οἱ μοναχοί ἐνοχλοῦνταν ἀπό τὶς συχνές δοσοληψίες μὲ τοὺς κατοίκους τῆς περιοχῆς‚ τῶν ὁποίων τὰ κτήματα γίνονταν ἀφορμή νὰ προκαλοῦνται διαμάχες ποὺ βύθιζαν τοὺς μοναχούς στὴν «τύρβη τῶν βρασμῶν τῶν βιωτικῶν»‚ ἀποσπώντας τους ἀπό τὸν καθαρά ἀσκητικό τους προορισμό. Τὸ γεγονός αὐτό ἔκανε τὸν Ὅσιο γέροντα νὰ ἀνησυχεί γιὰ τὴν πνευματική τους πορεία τόσο, ὥστε πήρε τήν ἀπόφαση νὰ μετακινηθεῖ καὶ πάλι καὶ νὰ ἐγκαταβιώσει σὲ τόπο ἄγονο καὶ χέρσο. Διάλεξε τὴν Πάτμο‚ ποὺ ἦταν ἐρημική, ἐρειπωμένη ἀπό τὶς ἐπιθέσεις τῶν πειρατῶν‚ ἄγονη‚ ἀπροσπέλαστη γιὰ τὰ ἐμπορικά πλοῖα καὶ παρουσίαζε σχετική ἀσφάλεια ἀπό τὶς ἐπιδρομές τῶν Τούρκων. Ἐξάλλου‚ εἶχε γι᾿ αὐτόν ἰδιαίτερη σημασία σὰν τόπος, ὅπου ἔζησε καὶ συνέγραψε τὴν Ἀποκάλυψη ὁ ἀγαπημένος μαθητής τοῦ Χριστοῦ, Ἀπόστολος καὶ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης ὁ Θεολόγος. Τὸ 1088 μεταβαίνει γιὰ τρίτη φορά στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἐπιτυγχάνει νά τοῦ παραχωρηθεῖ μὲ βασιλική δωρεά ἡ Πάτμος, προσφέροντας ὡς ἀντάλλαγμα τήν νεοϊδρυμένη Μονή τῆς Θεοτόκου τῶν Καστριανῶν καὶ τά κτήματά της στὴν Κῶ καὶ ἀλλοῦ, μὲ ἐξαίρεση τὰ κτήματα στοὺς Λειψούς καὶ τή Λέρο. Ὕστερα ἀπό μεσολάβηση τῆς μητέρας του Ἄννας Δαλασσηνῆς, ὁ αὐτοκράτορας Ἀλέξιος ἔδωσε τὴ συγκατάθεσή του, ὑπογράφοντας Χρυσόβουλλο Λόγο (σώζεται στὴ Μονῆ τῆς Πάτμου) τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1088, μὲ τὸν ὁποίο ὁρίζεται νὰ δωρηθεῖ ἡ Πάτμος γιὰ τὴν ἵδρυση Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Ἀγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου. Παράλληλα, ὁ αὐτοκράτορας ὅριζε μὲ τὸ χρυσόβουλλό του γιὰ νὰ περιέλθουν στὸ δημόσιο ὅλα τὰ ἀκίνητα τῆς Κῶ, τὰ ἀποκτηθέντα ἀπό τὸν Χριστόδουλο, ὁ ὁποίος γινόταν κύριος ὁλόκληρης τῆς Πάτμου, ἀπαλλαγμένης ἀπό φορολογικὲς καὶ ἄλλες ὑποχρεώσεις. Ὅριζε ἀκόμη ὅτι οἱ μοναχοί τῆς Πάτμου δὲν θὰ εἶχαν τὸ δικαίωμα νὰ ἀποκτήσουν νέες κτήσεις, ἐκτός τῆς Λειψῶς καὶ τῶν κτημάτων τῆς Λέρου. Ἀπαγόρευε, τέλος, κατόπιν ἐπιθυμίας τοῦ Ὁσίου, νὰ κατοικήσουν στὴν Πάτμο κοσμικοί ὡς πάροικοι γιὰ τὴν ἄσκηση ἐμπορικοῦ ἤ ἄλλου ἐπαγγέλματος.Μόνοι κοσμικοί στὸ νησί θὰ εἶναι οἱ μισθωτοί ἐργάτες τῶν μοναχῶν, καὶ αὐτοί χωρίς σύζυγο καὶ παιδιά. Ἡ ἀπαγόρευση καθιστοῦσε τὸ νησί ἄβατο στοὺς ἀγένειους (γυναῖκες, παιδιά, εὐνούχους), ἐνῶ οἱ ἀπαραίτητοι μισθωτοί ἐργάτες θὰ ζοῦσαν σχεδόν σὰν μοναχοί.

Τὸ νησί καὶ οἰ ὑπόλοιπες κτήσεις παραδόθηκαν στὸν Ὅσιο Χριστόδουλο μέχρι τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1088 ἢ τὸ ἀργότερο τὸν Μάιο τοῦ 1089‚ ὅπως μαρτυρεῖ τὸ ἔγγραφο ἑνός δημόσιου λειτουργοῦ τῆς Κῶ, τοῦ Χριστοφόρου Κοψηνοῦ, στὸν ὁποῖο ὑπαγόταν δημοσιονομικά καὶ ἡ Πάτμος. Ὁ Κοψηνός‚ ἐκτελώντας βασιλική προσταγή‚ ἀπαλλάσσει τῆς «στρατείας»‚ δηλαδή ἀποστρατεύει δώδεκα ἔποικους τῆς Πάτμου‚ ποὺ εἶχαν σταλεῖ ἐκεῖ μὲ τὶς οἰκογένειές τους τὸν περασμένο χρόνο‚ μετά τὴν ὑπογραφή τοῦ χρυσόβουλλου ἀπό τὸν αὐτοκράτορα‚ καὶ στὴ θέση τους στρατολογεῖ ἐκείνους ποὺ βρίσκονταν στὰ κτήματα τοῦ Χριστοδούλου στὴν Κῶ‚ τὰ ὁποῖα‚ ὅπως εἴδαμε‚ περιῆλθαν στὸ δημόσιο μὲ τὴν ἀνταλλαγή. Ἡ στρατολόγηση αὐτή κρίθηκε ἀναγκαία‚ γιατί ἡ ἄγονη Πάτμος ἀδυνατοῦσε νὰ συντηρεῖ στρατιῶτες.

Ὁ Ὅσιος Χριστόδουλος ἐπέστρεψε στὴν Κῶ‚ γιὰ νὰ παραλάβει τοὺς συντρόφους του καὶ νὰ κατευθυνθεῖ στὸν νέο τόπο τῆς διαμονῆς του. Μετά τὴν παράδοση τῆς Πάτμου‚ ὁ Ὅσιος καὶ ὅλη ἡ συνοδεία του ξεκίνησαν τὴν ἀνέγερση τῆς νέας Μονῆς στὴν κορυφή τοῦ βουνοῦ‚ ὅπου εὐρίσκοντο ἐρείπια ἀρχαίου ναοῦ τῆς Σκυθίας Αρτέμιδος. Πρῶτο μέλημα τοῦ Χριστοδούλου ἦταν ἡ ἀνέγερση τοῦ καθολικοῦ τῆς Μονῆς‚ καθῶς καὶ ἑνός ὀχυρωματικοῦ περιβόλου. Ἡ οἰκοδόμηση τῆς Μονῆς ἦταν ἔργο δύσκολο καὶ πολύ κοπιαστικό γιὰ τὴ μοναστική ἀδελφότητα‚ ἀφοῦ ὁ Ὅσιος δὲν ἤθελε νὰ προσλάβει ἐργάτες. Παρά τὰ ἑβδομήντα του χρόνια‚ κουβαλοῦσε ὁ ἵδιος πέτρες καὶ ἀσβέστη καὶ πρωτοστατοῦσε στὶς ἐργασίες δίνοντας θάρρος στοὺς ὐπόλοιπους. Ἀργότερα‚ ὁ Ὅσιος προσέλαβε ἔγγαμους λαϊκούς καὶ τούς ἔφερε στὴν Πάτμο μαζί μὲ τὶς οἰκογένειές τους. Γιὰ νὰ ἀποφύγει τὰ προβλήματα ἐγκατέστησε τὶς οἰκογένειες στὴν ἄλλη πλευρά τοῦ νησιοῦ ὥστε νὰ μὴν ἐνοχλοῦν τοὺς μοναχούς. Ἀπαγόρευσε στὶς γυναῖκες καὶ τὰ παιδιά νὰ πλησιάζουν τὸ μοναστῆρι καὶ ὅρισε πενθήμερο ἐργασίας γιὰ τοὺς ἄνδρες‚ κατά τὴ διάρκεια τοῦ ὁποίου ἔμεναν μὲ τοὺς μοναχούς. Στὶς οἰκογένειές τους ἐπέστρεφαν τὸ Σαββατοκύριακο. Ἡ πρόσληψη τῶν ἐργατῶν ἐπιτάχυνε τὶς οίκοδομικές ἐργασίες καὶ ἔδωσε τὴν δυνατότητα στὴ μοναχική συνοδεία νὰ ἀρχίσει νὰ ζεῖ καὶ πάλι ἡσυχαστικά. Παράλληλα‚ ὁ Χριστόδουλος‚ συντάσσοντας τὸν κωδίκελλό του‚ ζητοῦσε ἀπό τὸν αὐτοκράτορα‚ μὲ τὴν προτροπή ἴσως τῶν μοναχῶν‚ τὴν ἐπιστροφή τῶν πλούσιων κτημάτων τῆς Κῶ. Φαίνεται ὅμως ὅτι ὁ αὐτοκράτορας ἀπέρριψε τὸ αἴτημα‚ γιατί ἀπό τὴ χρονιά τῆς σύνταξης τοῦ κωδίκελλου (1093) καὶ μετέπειτα δὲν ὑπάρχει καμία μαρτυρία γιὰ τὰ μοναστικά ἱδρύματα καὶ τὶς κτήσεις τοῦ Χριστοδούλου στὴν Κῶ. Πολύ ἀργότερα‚ μετά άπό ἑνάμιση αἰώνα περίπου‚ τὸ 1258‚ ἡ Μονή τῆς Πάτμου θὰ ἀποκτήσει μετόχια στὴν Κῶ.

Περίπου τὸ 1090 στὸ νησί τῆς Πάτμου ἐπέδραμαν τὰ στρατεύματα τοῦ ἐμίρη τῆς Σμύρνης. Μὲ σκοπό τὴ ρύθμιση ὅλων τῶν ζητημάτων σχετικά μὲ τὴ λειτουργία τῆς Μονῆς τοῦ Ἀγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου‚ στὶς 8 Μαΐου τοῦ 1091 συνέταξε τὴν «Ὑποτύπωσιν» δηλαδή τὸ τυπικό τῆς Μονῆς τοῦ Ἀγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου στὴν Πάτμο. Ἔχει διασωθεί σὲ ἔξι χειρόγραφα ἀντίγραφα μὲ παλαιότερο τὸν Πατμιακό Κώδικα αρ. 267‚ ποὺ χρονολογεῖται στὶς ἀρχές τοῦ 12ου αἰῶνα. Τό κείμενο εἶναι ἕνας ἀπολογισμός ζωῆς καὶ πολύτιμο ἰστορικό μνημείο ‚ καθώς ἀναφέρεται μὲ ἀξιοσημείωτη λεπτομέρεια σὲ ἱστορικά γεγονότα ποὺ σχετίζονται μὲ τὴν πλούσια δράση τοῦ συντάκτη. Ἡ αὐτοβιογραφική ἔκθεση καταλαμβάνει περίπου τὸ ἔνα τρίτο τῆς Ὑποτύπωσης. Συνοπτικά περιγράφεται ἡ περίοδος πρὶν ἀπό τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοδούλου καὶ τῶν συντρόφων του ἀπό τὸ Λάτρος στὴ Στρόβιλο. Ἀρκετές πληροφορίες δίνονται γιὰ τὴν παραμονή στὴν Κῶ καὶ τὴν ἵδρυση τῆς Μονῆς τῆς Θεοτόκου τῶν Καστριανῶν. Ἐξετάζονται οἱ λόγοι τῆς ἀναχώρησης καὶ περιγράφεται ἐκτενῶς ἡ διαδικασία ἵδρυσης τῆς Μονῆς τῆς Πάτμου.

Τὸ κείμενο τῆς Ὑποτυπώσεως ἀποτελεῖ τὴν κατεξοχήν πηγή πληροφοριῶν γιὰ τοὺς μεταγενέστερους ἐγκωμιαστές καὶ βιογράφους τοῦ Ὁσίου Χριστοδούλου. Ὡς τυπικό ἔχει ἰδιαίτερη ἱστορική ἀξία καὶ ἐντάσσεται στὸ εὐρύτερο πλαίσιο τῆς ἀναδιοργάνωσης τοῦ μοναχισμοῦ καὶ τῶν μοναστικῶν ἱδρυμάτων ποὺ συντελέστηκε κατά τὸν 10ο μέ 11ο αἰῶνα.

Τὸν Μάιο τοῦ 1092 ὁ Ὅσιος Χριστόδουλος‚ ἀντιμετωπίζοντας ἄμεσο κίνδυνο ἀπό τουρκικές ἐπιδρομές‚ πῆρε τὴν ἀπόφαση νὰ ἐγκαταλείψουν τὴν Πάτμο μέχρι νὰ περάσει ὀ κίνδυνος καί κατέφυγαν γιὰ ἀσφάλεια στὴν Εὔβοια‚ στὸν Πορθμό τοῦ Εὐρίπου.

Ἡ διαμονή τοῦ Ὁσίου Χριστοδούλου στὴν Εὔβοια ἦταν μικρῆς διάρκειας. Στὶς 10 Μαρτίου τοῦ ἔτους 1093 ὁ Ὅσιος‚ κατά τὴ διαμονή του στὸν Εὔριπο τῆς Εὐβοίας‚ κάλεσε τὸν πρεσβύτερο καὶ Νοτάριο Εὐρίπου Γεώργιο Στροβηλίτη καὶ ἄλλους ἑπτά ἀξιωματούχους γιὰ νὰ ὑπογράψουν ὡς μάρτυρες τή Μυστικὴ Διαθήκη του, τὸ πρωτότυπο κείμενο τῆς ὁποίας σώζεται στὸ ἀρχεῖο τῆς Μονῆς τῆς Πάτμου.Τὸ ἔγγραφο ἔχει μεγάλη ἀξία‚ καθώς ρυθμίζει λεπτομέρειες ποὺ ἀφοροῦν τὴ διαδοχή τῆς ἡγουμενίας. Ὡς διάδοχό του ὑποδεικνύει τὸν Ὅσιο Ἀρσένιο Σκηνούριο‚ τὸν ὁποῖο ὅριζε γενικό κληρονόμο του καὶ στὸν ὁποῖο μεταβίβαζε τὴ Μονῆ τῆς Πάτμου μὲ ὅλες τὶς κτήσεις καὶ τὰ περιουσιακά του στοιχεῖα. Ἀναγνώριζε κατ᾿ αὐτόν τὸν τρόπο τὴ μεγάλη προσφορά καὶ αὐτοθυσία τοῦ παλιοῦ Κώου συνασκητή του‚ γιὰ τὸν ὁποίο αἰσθανόταν μεγάλη εὐγνωμοσύνη γιὰ τὴ συμπαράσταση στὴ δύσκολη ἐποχή πρὶν ἀπό τὴν ἵδρυση τῆς Μονῆς τῆς Πάτμου. Σὲ περίπτωση ποὺ ὁ Ὅσιος Ἀρσένιος Σκηνούριος δὲν ἐμφανιζόταν‚ στή θέση τοῦ ἡγουμένου ὁριζόταν ὁ χαρτουλάριος καὶ πατριαρχικός νοτάριος Θεοδόσιος‚ πνευματικό τέκνο τοῦ Χριστοδούλου‚ ποὺ βρισκόταν στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὸν καλοῦσε νὰ ἔρθει νὰ ἀναλάβει τὴν ἡγουμενία τῆς Μονῆς τῆς Πάτμου. Μετά τήν κοίμηση τοῦ Ὅσιου Χριστοδούλου οἱ ἐκτελεστές τῆς διαθήκης του μοναχοί δὲν μπόρεσαν νὰ βροῦν τὰ ἴχνη τοῦ Ὁσίου Ἀρσενίου‚ ποὺ βρισκόταν στὰ Ἱεροσόλυμα‚ γι᾿ αὐτό ἀπευθύνθηκαν στὸν Θεοδόσιο‚ ποὺ ἀποποιήθηκε τὴν κληρονομιά μὲ γραπτή παραίτησή του. Ἄγνωστο παραμένει ποιὸς ἔγινε ἡγούμενος τῆς Μονῆς τῆς Πάτμου μετά τὴν ἄρνηση τοῦ Θεοδοσίου.

Στὶς 15 Μαρτίου τοὺ ἔτους 1093‚ μία ἡμέρα πρὶν ἀπό τὸν θάνατό του‚ ὁ Χριστόδουλος συνέταξε τὸν Κωδίκελλο τῆς Διαθήκης. Τὸ κείμενο ἀποτελεί συμπλήρωμα στὴ Διαθήκη καὶ περιέχει ἐπιπρόσθετες ἐντολές πρὸς τὸν διάδοχο στὴν ἡγουμενία τῆς Πάτμου‚ ὅπως νὰ φροντίσει γιὰ τὰ βιβλία τῆς Μονῆς τοῦ Στύλου καὶ νὰ μεριμνήσει ὥστε νὰ ἐπιστραφοῦν τὰ κτήματα τῆς Κῶ στοὺς μοναχούς πού εἶχαν καταφύγει ἐκεῖ. Ἀναφέρονται δὲ πληροφορίες γιὰ τὶς καταστροφές στὸ Λάτρος‚ τῆ Μονῆ τῆς Θεοτόκου στὴν Κῶ κ.ά.

Λίγο ἀργότερα‚ καὶ ἀφοῦ εἶχε πληροφορηθεί τὸ ἐπίγειο τέλος του‚ ὁ Ὅσιος κάλεσε τούς μοναχούς καὶ ἀφού τούς προέτρεψε νὰ ἐπιστρέψουν ὅλοι στὴν Πάτμο‚ τοὺς ζήτησε νὰ τὸν πάρουν ἀπό τὴν ξένη γῆ καὶ νὰ τὸν ἐνταφιάσουν στὸν ναὸ τῆς Μονῆς γιὰ τὴν ὁποία τόσο πολύ εἶχε μοχθήσει. Λίγο καιρό μετά τὴν κήδευση τοῦ πνευματικοῦ τους πατρός‚ οἱ μοναχοί τῆς Πάτμου ἔμαθαν πώς ὁ κίνδυνος ἀπό τούς Τούρκους εἶχε παρέλθει καὶ ἑτοιμάστηκαν νὰ ἐπιστρέψουν στὸ νησί μαζί μὲ τὸ σκήνωμα τοῦ γέροντά τους.

Θὰ περίμενε κανείς τὸ τελευταίο ταξίδι τοῦ Ὁσίου Χριστοδούλου νὰ εἶναι εἰρηνικό. Ὅμως‚ ἀκόμα καὶ αὐτή ἡ τελευταία του μετακίνηση ἦταν περιπετειώδης‚ ὅπως ὅλες οἱ μετακινήσεις τοῦ βίου του. Ἡ αἰτία ὅμως αὐτή τὴν φορά δὲν ἤταν ἡ κακία τοῦ κόσμου τούτου‚ ἀλλά ἡ ἀγάπη τῶν ἀνθρώπων ποὺ στὸ πρόσωπου τοῦ Λατρηνοῦ μοναχοῦ εἶχαν γνωρίσει τὴν ἀγάπη τοῦ Ἱησοῦ Χριστοῦ. Οἱ κάτοικοι τῆς Εὐβοίας‚ ὅταν ἔμαθαν ὅτι οἱ μοναχοί θὰ ἔπαιρναν τὸ σκήνωμα στὴν Πάτμο‚ ξεσηκώθηκαν καὶ ἀπέκλεισαν τὸ μέρος ὅπου ἐφυλάσσετο ὁ Ὅσιος‚ ὁ ὁποῖος ἦταν γι᾿ αὐτούς "σωτῆρ‚ ἰατῆρ‚ καὶ πάσης νόσου θεραπευτῆς". Οἱ μοναχοί κατά τὴν διάρκεια τῆς νύχτας ἔβγαλαν κρυφά τὸν Ὅσιο ἀπό τὴν πόλη καὶ ἀφοῦ ἐπιβιβάστηκαν στὸ πλοίο τῆς Μονῆς‚ κατέπλευσαν στὴν Πάτμο. Τὸ σκήνωμά του μεταφέρθηκε σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιθυμία του στὴ Ἱερά Μονῆ τῆς Πάτμου στὶς 21 Οκτωβρίου τοὺ 1094 καὶ τοποθετήθηκε σε μαρμάρινη λάρνακα στὸ δεξιό μέρος τοὺ ἐσωνάρθηκα τῆς Μονῆς‚ ὅπου κατόπιν οἱ μοναχοί ἔκτισαν παρεκκλήσιο πρὸς τιμήν τοῦ Ὁσίου. Ἀργότερα‚ τὸ θαυματουργό λείψανό του τοποθετήθηκε σὲ ἀργυροχρυσοεπένδυτη λάρνακα‚ ποὺ φέρει τὴ χρονολογία 1796 καὶ ἀποτελεί μέχρι σήμερα πηγή ἰαμάτων καὶ παρηγορία καὶ στήριγμα γιὰ ὅσους προσέρχονται μὲ πίστη καὶ εὐλάβεια.

Μέσα ἀπό τὴ ζωή καὶ τὴ δράση τοῦ Ὁσίου Χριστοδούλου εἶναι δυνατό νὰ μελετηθοῦν ἀρκετές πλευρές τῆς καθημερινῆς ζωῆς κατά τὴν περίοδο τοῦ 11ου αἰωνα. Στὶς πηγές ἀντικατοπτρίζονται οἱ πολιτικές ἐξελίξεις καὶ οἱ ἀνακατατάξεις ποὺ συντελέστηκαν στὸν μικρασιατικό χώρο μετά τὴν ἧττα τῶν Βυζαντινῶν στὸ Mαντζικέρτ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας‚ τὸ 1071.

Στὶς δέλτους τῆς ἱστορίας εἶναι δίκαια γραμμένο καὶ τὸ ὄνομα ἑνός ἄλλου μοναχοῦ‚ τοῦ Κώου στὴν καταγωγὴ Ὁσίου Ἀρσένιου Σκηνουρίου‚ τοῦ ὁποίου οἱ δωρεές τῶν πλούσιων κτημάτων τῆς Κῶ ἐξασφάλισαν στὸν Χριστόδουλο τἀ ἀναγκαῖα καὶ κατέστησαν δυνατή τὴν ἀνταλλαγή μὲ ὁλόκληρο τὸ νησί τῆς Πάτμου‚ ποὺ ἐξελίχθηκε ἀπό τότε σὲ θρησκευτικό καὶ πνευματικό κέντρο παγκόσμιας ἀναγνώρισης.

Ἡ μνήμη τοῦ Ὁσίου Χριστοδουλου τιμᾶται δύο φορές τὸν χρόνο‚ στὶς 16 Μαρτίου‚ ἡμέρα τῆς κοιμήσεώς του‚ καὶ στὶς 21 Ὁκτωβρίου‚ ἡμέρα τὴς ἀνακομιδῆς τῶν ἱερῶν λειψάνων του.

 

Ἀπολυτίκιον τοῦ Ὁσίου Χριστοδούλου.

Ἦχος α'. Τῆς ἐρήμου πολίτης.


Τῆς Νικαίας τὸν γόνον καὶ τῆς Πάτμου τὸ καύχημα,

καὶ τῶν Μοναζόντων τὸ κλέος, θεοφόρον Χριστόδουλον,

τιμήσωμεν ἐν ὕμνοις ἀδελφοί, τὸ σκῆνος προσπτυσσόμενοι αὐτοῦ,

ἵνα λάβωμεν τὴν ἴασιν τῶν ψυχῶν, καὶ τῶν σωμάτων κράζοντες·

δόξα τῷ δεδοκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι,

δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.