Κυριακή, 26 Απριλίου 2015

» Άγιος Συμεών, επίσκοπος Ιεροσολύμων


Άγιος Συμεών, επίσκοπος Ιεροσολύμων

Άγιος Συμεών, επίσκοπος Ιεροσολύμων

Σύμφωνα με τήν παράδοση της Εκκλησίας, ο άγιος Συμεών ήταν ένας από τους τέσσερεις γιους που απέκτησε ο άγιος Ιωσήφ ο Μνήστωρ από προηγούμενο γάμο και γιά τον λόγο αυτό εχει τήν προσωνυμία, σύμφωνα με τα εβραϊκά ήθη της εποχής, «αδελφός του Κυρίου». Μετά τό μαρτύριο του άγιου Ιακώβου (62) καί τήν άλωση των Ιεροσολύμων άπό τους Ρωμαίους (70), οι χριστιανοί πού είχαν καταφύγει στήν Πέλλα τοποθέτησαν τον Συμεών διάδοχο του Ιακώβου στον θρόνο της Μητρός των Εκκλησιών. Έχοντας καταστεί ο ίδιος ναός του Άγιου Πνεύματος, με θείο ζήλο κατακρήμνιζε τά ιερά τών ειδώλων καί οδήγησε Εβραίους καί εθνικούς στο φώς τής Θεογνωσίας, καταφρονώντας κινδύνους καί διώξεις.
Κατά τήν διάρκεια του διωγμού του Τραϊανού (περί τό 106), όταν, με διαταγή τού ύπατου Αττικού, διώκονταν όχι μόνον οι χριστιανοί άλλα καί όλοι οι απόγονοι τού Δαυίδ, κάποιοι αιρετικοί τούς οποίους είχε πολεμήσει κατήγγειλαν στους Ρωμαίους τον άγιο ιεράρχη, ο όποιος επί είκοσι έ’ξι (ή είκοσι τρία) χρόνια είχε ποιμάνει τό ποίμνιο του. Υποβλήθηκε σέ κάθε λογής βασανιστήρια, επί πολλές ήμερες, επιδεικνύοντας τόσο θάρρος, ώστε ο ύπατος καί οι περί αυτόν αναρωτήθηκαν πώς τό γερόντιο εκείνο, πού ήταν ηλικίας εκατόν είκοσι ετών, μπορούσε νά αντέχει τέτοια μαρτύρια. Τον καταδίκασαν παρ’ όλ’ αυτά νά σταυρωθεί καί με τήν χαρά ότι εμιμείτο τον Κύριο, ο άγιος Συμεών έξεδήμησε γιά νά λάβει στόν ουρανό τον καλλίνικο στέφανο του μαρτυρίου. Τον διαδέχθηκε στον επισκοπικό θρόνο ό Ίούστος, Ινας έξ Εβραίων χριστιανός.
Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Εκδόσεις Ίνδικτος

Πέμπτη, 23 Απριλίου 2015

Αρχίμ. Αρσένιος Κατερέλος: Κάποιες νεώτερες εμφανίσεις του Αγ. Γεωργίου στο Τάγμα των Μοναχών

           
Αρχίμ. Αρσένιος Κατερέλος: Κάποιες νεώτερες εμφανίσεις του Αγ. Γεωργίου στο Τάγμα των Μοναχών
ΑΡΧΙΜ. ΑΡΣΕΝΙΟΣ ΚΑΤΕΡΕΛΟΣ
ΚΑΠΟΙΕΣ ΝΕΩΤΕΡΕΣ ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΓ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΤΟ ΤΑΓΜΑ ΤΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ
|(Α-9)
Πρίν ἀπό 160 περίπου ἔτη, ὁ πρῶτος Γέροντας τῶν Ἰωσαφαίων, Ἰωάσαφ μοναχός, ἐνῷ ξεκίνησε μέ μεγάλο ζῆλο τό μοναχικό του στάδιο, στήν συνέχεια ἔπεσε σέ ἀμέλεια. Σέ μία ἀγρυπνία, ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ τοῦ ἔδειξε μία φοβερή ὀπτασία, ὅπου ἐβίωσε τήν κόλασι πού ἀναμένει ὅσους μοναχούς ξεφεύγουν ἀπό τήν ὑψηλή ἀποστολή τοῦ μοναχισμοῦ. Μετά, τοῦ ἐνεφανίσθη ὁ Ἅγιος Γεώργιος καί τόν ὡδήγησε στόν θρόνο τοῦ Θεοῦ. Ὁ Κύριος τόν εὐλόγησε καί τοῦ ξαναχάρισε τόν πρῶτο του ζῆλο.
Ὁ Ἅγιος Γεώργιος ἔσωσε τόν Ἅγιο Ἀρσένιο τόν Καππαδόκη, ὅταν ἦταν παιδί. Τόν ἅρπαξε μέσα ἀπό ἕνα χείμαρο πού τόν εἶχε παρασύρει, τόν ἐπῆρε στό ἄλογό του καί τόν ἔβγαλε ἔξω ἀπό τόν χείμαρο .
Ὁ Ἅγιος Γεώργιος Καρσλίδης εἶχε ἰδιαίτερες ἐμπειρίες ἀπό τόν Ἅγιο Γεώργιο, τόσο στήν περιοχή τῆς Γεωργίας, ὅσο καί κατόπιν στόν τόπο τῆς ἀσκήσεώς του, στήν Σίψα τῆς Δράμας.
Ὁ προηγούμενος τῆς Μονῆς Διονυσίου Γέροντας Χαράλαμπος, ὅταν αἰχμαλωτίσθηκε στήν Βουλγαρία, τό 1941 ἀπό τούς Κομιτατζῆδες, ἐσώθη ἀπό τόν Ἅγιο Γεώργιο.
Ὁ μοναχός Γεώργιος Ἁγιοπαυλίτης, ἐπειδή ἐφυγάδευσε συμμάχους κατά τήν Γερμανική Κατοχή, κατεδικάσθη σέ θάνατο. Τόν ἔκλεισαν στό Ἑπταπύργιο τῆς Θεσσαλονίκης. Ἐκεῖ, περιμένοντας τήν ἐκτέλεσή του, εἶδε τούς προστάτας Ἁγίους τῆς Μονῆς του, τόν Ἅγιο Γεώργιο καί τόν Ἅγιο Παῦλο, πού τοῦ προεμήνυσαν ὅτι θά ἐλευθερωνόταν σέ τρεῖς ἡμέρες. Ἐπήδησε ἀπό τόν τρίτο ὄροφο τῆς φυλακῆς καί ἔπεσε ἐπάνω σέ ἕνα ὑψηλό δένδρο καί ἀντί νά σκοτωθῆ δέν ἔπαθε τήν παραμικρή γρατσουνιά. Ἐν συνεχείᾳ, μέ τήν ὑπερφυσική προστασία τῶν ἐν λόγῳ Ἁγίων, κρυβόμενος, ἔφθασε μέ τά πόδια στό Ἅγιον Ὄρος. Ἐκοιμήθη τό 1998.
Εἴθε ὁ τῶν αἰχμαλώτων ἐλευθερωτής Ἅγιος Μεγαλομάρτυς Γεώργιος νά μᾶς ἐλευθερώνη ἀπό τήν αἰχμαλωσία τῶν  παθῶν μας, ὥστε τό ἄχρονο Φῶς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ νά λάμπη μέσα μας. Ἔτσι μόνο θά ἀντανακλᾶται πρός ὅλες τίς κατευθύνσεις.
ΑΡΧΙΜ. ΑΡΣΕΝΙΟΣ ΚΑΤΕΡΕΛΟΣ

Σάββατο, 18 Απριλίου 2015

Βίος Αγίου Φιλίππου του Αποστόλου



Zoom in (real dimensions: 367 x 528)Εικόνα

Υπήρξε ένας από τους δώδεκα. Και μάλιστα επίλεκτο μέλος της αγίας αυτής ομάδος.
Την πρώτη γνωριμία του με τον Χριστό μας την παρουσιάζει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης με τούτα τα λόγια: «Τη επαύριον ηθέλησεν ο Ιησούς εξελθείν εις την Γαλιλαίαν•και ευρίσκει Φιλιππον και λέγει αυτώ•ακολούθει μοι» (Ιωαν. α’ 44). Ύστερα από το βάπτισμά Του και την τεσσαρακονθήμερη νηστεία Του στην έρημο και τους πειρασμούς Του από τον διάβολο, νικητής αποφασίζει να αναχωρήσει από την Ιουδαία στην Γαλιλαία για την έναρξη του έργου του.

Εκεί, σαν έφθασε, βρήκε μεταξύ των πρώτων τον Φίλιππο, που ήταν από τη Βηθσαϊδά, την ίδια πόλη από την οποία καταγόντουσαν και οι άλλοι δύο Απόστολοι και αδελφοί, Ανδρέας και Πέτρος. Πτωχοί και απλοϊκοί άνθρωποι ήσαν όλοι αυτοί. Όμως ο Κύριος τέτοιους εργάτες κατά κανόνα διαλέγει για τη διακονία Του. Ανθρώπους ταπεινούς και καλοδιάθετους. Την αγνή και πρόθυμη διάθεση είδε ο Κύριος στα βάθη της ψυχής του Φιλίππου και αυτήν εξετίμησε και έσπευσε να του μιλήσει και να του απευθύνει την τιμητική πρόσκληση: «Ακολούθει μοι», ακολούθησέ με.

Την αξία αυτής της κρίσεως την βλέπουμε αμέσως στον τρόπο με τον οποίο ο Φίλιππος έσπευσε να ανταποκριθεί στην ιερή πρόσκληση του Ιησού, χωρίς κανένα ενδοιασμό, αλλά με ενθουσιασμό και ζηλευτή προθυμία αφήνει τα πάντα και ακολουθεί τον Κύριο. Αφήνει εργασία, γονείς, φίλους και γνωστούς, σπίτι, μικρή έστω περιουσία και σπεύδει να γίνει ένας ακόλουθος της συντροφιάς του Ιησού. Κάπως παράξενη η σπουδή του να ακολουθήσει τον Κύριο, θα σκεφθεί ίσως κάποιος. Παράξενη μπορεί να φαίνεται. Αν θελήσουμε όμως να προσέξουμε και να εμβαθύνουμε λίγο στα λόγια του Ευαγγελιστή Ιωάννη, η απορία αυτή θα διασκεβασθεί αμέσως. «Ην δε ο Φιλιππος από Βηθσαϊδά, εκ της πόλεως Ανδρέου και Πετρου». (Ιωάν. α’ 45). Ο Φίλιππος δηλαδή καταγόταν από τη Βηθσαϊδά, από την πατρίδα του Ανδρέα και του Πέτρου. Ιδού το μυστικό της προθυμίας του Φιλίππου να ακολουθήσει τον Κύριο. Ήταν συμπολίτης του Ανδρέα. Και ο Ανδρέας ήταν μία από τις ευγενικές εκείνες καρδιές που με λαχτάρα περίμενε τον Μεσσία. Ο πόθος του αυτός τον έσπρωξε να γίνει και μαθητής του Ιωάννη του Βαπτιστή. Και αυτά που άκουε από την φωνή «του βοώντος εν τη ερήμω», φρόντιζε να τα μεταφέρει συχνά και να τα κάμνει γνωστά και στους άλλους. Πόση καλοσύνη και ευγένεια ψυχής δεν φανερώνει τούτο το παράδειγμα! Μα και πόσο ιεραποστολικό ζήλο για την ευτυχία και την σωτηρία των άλλων!

Όταν ο Ανδρέας μαζί με τον Ιωάννη τον ευαγγελιστή γνώρισε τον Κύριο και κλήθηκε πρώτος να γίνει μαθητής Του, φρόντισε αμέσως την χαρά του να την μοιρασθεί με τον αδελφό του Πέτρο. Αδελφέ μου, του είπε, «ευρήκαμεν τον Μεσσίαν». Ναι! Βρήκαμε Εκείνον, που περιμέναμε. Βρήκαμε τον Χριστό. Έτσι ερμηνεύεται στα Ελληνικά η λέξη Μεσσίας.

Το παράδειγμα του Ανδρέα επαναλαμβάνει και ο Φίλιππος. Μόλις και αυτός κλήθηκε να ακολουθήσει τον Ιησού, σπεύδει και αυτός να κάμει κοινωνό της χαράς του τον φίλο του Ναθαναήλ. Πόσο απλά μας εκθέτει ο θείος ευαγγελιστής την χειρονομία αυτή του Φιλίππου! «Ευρίσκει Φιλιππος τον Ναθαναήλ και λέγει αυτώ•ον έγραψε Μωυσής εν τω νόμω και οι προφήται, ευρήκαμεν, Ιησούν τον υιόν του Ιωσήφ τον από Ναζαρέτ» (Ιωάν. α’ 46). Ναθαναήλ φίλε μου, βρήκαμε αυτόν για τον οποίον έγραψαν ο Μωϋσής και οι Προφήτες. Είναι ο Ιησούς, ο γιος του Ιωσήφ από τη Ναζαρέτ.

Ο Φίλιππος δεν τα χάνει. Με απόλυτη βεβαιότητα σε ότι λέγει, του απαντά: «Έρχου και ίδε». Φίλε μου, έλα κι εσύ να δεις με τα μάτια σου και να αντιληφθείς μοναχός σου αυτό που σου λέω. Να βεβαιωθείς δηλαδή και να πιστοποιήσεις και σε άλλους, ότι ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ είναι αυτός που περιμέναμε, ο Μεσσίας, ο Σωτήρας των ανθρώπων. Πλησίασε τον Χριστό και σε λίγο διαπίστωνε και ο ίδιος και ομολογούσε με την περίφημη φράση «ραββί, συ ει ο υιός του Θεού, συ ει ο βασιλεύς του Ισραήλ» το πιστεύω του. Δηλαδή, Διδάσκαλε, στ’ αλήθεια, συ είσαι ο γιος του Θεού, συ είσαι ο βασιλιάς του Ισραήλ, που με οδηγό τις προφητείες περιμέναμε. Και δεν ομολογεί μονάχα τον Ιησού σαν τον άνθρωπο των προφητειών, μα και τον ακολουθεί και γίνεται ένας από τους δώδεκα μαθητές Του, ο γνωστός και με το άλλο όνομα Βαρθολομαίος.

Zoom in (real dimensions: 439 x 643)Εικόνα

Τρία χρόνια παρακολούθησε ο Φίλιππος τον Κύριο. Τρία χρόνια ακούει την διδασκαλία Του και παρακολουθεί τα θαύματά Του. Τρία χρόνια δέχεται την ευεργετική Του επίδραση και ενισχύεται στο έργο που τον περιμένει.Μερικά περιστατικά από τη ζωή του κοντά στον Ιησού, μας δείχνουν τον ζήλο του, αλλά και τις αδυναμίες του. Μας δείχνουν ακόμη και την ιδιαίτερη θέση που κατέχει η προσωπικότητά του στον κύκλο των δώδεκα. Τα περιστατικά αυτά θεωρήσαμε σκόπιμο να παραθέσουμε πιο κάτω, για να τα μελετήσουμε. Μας λένε τόσα πολλά.

Στις παραμονές των Παθών του Κυρίου, ως προσκυνητές ήλθαν στα Ιεροσόλυμα και πολλοί Έλληνες προσήλυτοι στον ιουδαϊσμό. Αυτοί με όσα είχαν ακούσει για τον Κύριο, ένοιωσαν στην καρδιά τους βαθύ τον πόθο για να τον γνωρίσουν καλύτερα και να έχουν μαζί Του μια ιδιαίτερη συνομιλία. Στην περίπτωση αυτή το όνομα του Φιλίππου, όνομα ελληνικό, τους έδωκε το θάρρος να τον πλησιάσουν και να του φανερώσουν την επιθυμία τους: «Κύριε, του είπαν, θέλομεν τον Ιησούν ιδείν». Κύριε, θέλουμε να ιδούμε τον Ιησού. Να η παράκληση που του απηύθυναν. Παράκληση και επιθυμία ζηλευτή και αξιοπρόσεκτη. Και ο Φίλιππος, που ήθελε την χαρά, που ένοιωθε αυτός με το να ακολουθεί τον Κύριο και να ακούει τα θεία λόγια Του, να την δοκιμάζουν και άλλοι, έσπευσε να συνεννοηθεί σχετικά με τον αγαπητό του Ανδρέα και ύστερα μαζί να οδηγήσουν τους Έλληνες στον Ιησού. Τι θέματα κουβέντιασαν οι πρόγονοί μας με τον Κύριο κατά τη συνάντησή τους εκείνη δεν γνωρίζουμε. Αυτό που γνωρίζουμε είναι πως ο Κύριος σαν είδε τους Έλληνες να πλησιάζουν είπε τα τιμητικά και θαυμαστά εκείνα λόγια: «Ελήλυθεν η ώρα, ίνα δοξασθή ο υιός του ανθρώπου» (Ιωάν. ιβ’ 23). Έφτασε δηλαδή η ορισμένη από τον Θεό ώρα, για να δοξασθεί ο Υιός του ανθρώπου. Να δοξασθεί με τη Σταύρωση και την Ανάληψή Του και να αναγνωρισθεί ως Μεσσίας και Λυτρωτής από τους Έλληνες, που την στιγμή αυτή αντιπροσωπεύουν και όλο τον εθνικό κόσμο. Ευλογημένη και μεγάλη η ημέρα εκείνη. Ναι! πολύ μεγάλη. Γιατί αν η προσέλευση των εθνών στον Χριστό και την διδασκαλία Του αποτελεί μία νίκη και ένα θρίαμβο του Χριστού και του έργου Του, ο ερχομός των Ελλήνων στην πίστη την χριστιανική έχει κάτι το πολύ ανώτερο. Αυτοί, οι Έλληνες, έδωσαν στον Κύριο όχι μόνο την γλώσσα τους, αλλά και τους πιο πολλούς ζηλωτές ιεραποστόλους για την εξάπλωση του χριστιανικού κηρύγματος στον κόσμο.

Με την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος κατά την ημέρα της Πεντηκοστής όλες αυτές φυσικά οι αδυναμίες των μαθητών πέρασαν. Μαζί με τους άλλους Αποστόλους και ο Φίλιππος ξεκίνησε για να μεταφέρει το μήνυμα της σωτηρίας εκεί που η αγάπη του Θεού τον κάλεσε. Με πίστη και ενθουσιασμό και πυρωμένη καρδιά ο πνευματέμφορος αυτός εργάτης της νέας πίστεως συνοδευόμενος πάντα και από τον φίλο του Βαρθολομαίο και την αδελφή του Μαριάμνη προχώρησε και κήρυξε το Ευαγγέλιο του Χριστού σε διάφορες πόλεις της Λυδίας, της Μυσίας και της Παρθίας. Λυδία και Μυσία. Επαρχίες της Μ. Ασίας. Η Λυδία βρισκόταν προς τα Ν.Δ. και η Μυσία στα βόρειά της Μ. Ασίας. Η Παρθία ήταν ορεινή χώρα στα νοτιανατολικά της Κασπίας θάλασσας. Οι κάτοικοι Πάρθοι.

Παρά τις αφάνταστες δυσκολίες που συναντούσαν όπου πήγαιναν και τα εμπόδια που ο διάβολος παρενέβαλλε στο έργο τους, εν τούτοις οι Απόστολοι νικούσαν στο τέλος και το έργο του Κυρίου προχωρούσε μέρα με την ημέρα. Πολύ συνέβαλαν στην προσπάθειά τους και τα πολλά θαύματα με τα οποία τους χαρίτωσε ο Κύριος. Θαύματα θεραπείας διαφόρων ασθενειών, αλλά και αναστάσεως νεκρών. Ένα τέτοιο θαύμα είναι και τούτο:

Βρισκόταν ο Απόστολος με την συνοδεία του στην Ιεράπολη της Φρυγίας. Εκεί ο μισόκαλος διάβολος βλέποντας τον εαυτό του νικημένο, παρεκίνησε μερικούς να συλλάβουν τον Απόστολο και να τον βασανίσουν. Δεμένο τον οδήγησαν πρώτα στο δικαστικό βουλευτήριο. Εκεί ο έπαρχος Αρίσταρχος σαν τον είδε εφρύαξε κυριολεκτικά. Νομίζεις, του λέγει, πως μπορείς να τρομάξεις και εμένα με τις μαγικές σου πράξεις;

Και χωρίς άλλο λόγο τον άρπαξε από τα μαλλιά και άρχισε να τον σέρνει εδώ και εκεί και να τον βασανίζει. Στην ενέργεια αυτή του ασεβή έπαρχου ο Απόστολος δεν κρατήθηκε. Για να τον σωφρονίσει, αλλά και για να δώσει ένα μάθημα και στους άλλους που παρακολουθούσαν τον βασανισμό του, φώναξε δυνατά κι είπε:
– Κύριε, γνωρίζω την ευσπλαγχνία σου. Όχι για να ικανοποιηθώ για την αδικία που μου γίνεται, αλλά για να σωφρονισθεί ο σκληρός αυτός άρχοντας για ότι μου κάμνει, μα και να γνωρίσουν και οι άλλοι την δύναμή Σου και να ιδούν, ότι δεν είσαι μόνο αγάπη, αλλά και τιμωρός των κακών, δώσε να παραλύσει τούτο το χέρι, που κτυπά στην κεφαλή, που συ ευλόγησες.

Μόλις τέλειωσε τον λόγο του ο θείος Απόστολος το θαύμα έγινε. Βαριά τιμωρία κτύπησε τον αναιδή και άδικο άρχοντα. Το χέρι ξεράθηκε. Και ακόμη το ένα μάτι του τυφλώθηκε και τα αυτιά του κουφάθηκαν. Στο θέαμα αυτό οι παρευρισκόμενοι τρόμαξαν και με συντριβή ψυχής άρχισαν να παρακαλούν τον Απόστολο να τον σπλαγχνιστεί και να τον ξανακάμει καλά. Στην παράκλησή τους ο ανεξίκακος μαθητής τόνισε:
– Ο άρχοντας μπορεί να γίνει καλά, αρκεί τόσο αυτός, όσο και εσείς να πιστέψετε στον αληθινό Θεό και στον Ιησού Χριστό που έστειλε και έπαθε για μας.

Zoom in (real dimensions: 487 x 656)Εικόνα

Μια νεκρική πομπή, που περνούσε την ώρα εκείνη από το μέρος εκείνο, σταμάτησε ξαφνικά. Μερικοί μάλιστα απ’ αυτούς, που συνόδευαν τον νεκρό και έτυχε να είναι φίλοι κι ομοϊδεάτες του άρχοντα, στράφηκαν με διάθεση εκδικήσεως στον Απόστολο και του είπαν ειρωνικά:
— Αν ο Θεός σου μπορεί να αναστήσει τούτο τον νεκρό, που παίρνουμε να θάψουμε, τότε να Τον πιστέψουμε και εμείς και ο Αρίσταρχος, ο άρχοντάς μας.

Συγκλονισμένος ο Απόστολος από την πρότασή τους, σήκωσε τα μάτια στον ουρανό και αφού έκαμψε τα γόνατα, ανέπεμψε μυστικά μια ολόθερμη προσευχή. Ύστερα, αφού στράφηκε προς τον νεκρό που βρισκόταν στο φέρετρο, τον κάλεσε με το όνομά του και του είπε:
- Θεόφιλε, ο Παντοδύναμος Θεός σε διατάζει να σηκωθείς και ελεύθερα να πεις ότι θέλεις.

Ευλογητός ο Θεός! Το θαύμα έγινε στην στιγμή. Ο νεκρός σηκώθηκε από το φέρετρο, πετάχτηκε κάτω, και αφού γονάτισε μπροστά στον Απόστολο του είπε μ’ έναν αναστεναγμό βαθιάς ανακουφίσεως.
Σ’ ευχαριστώ, καλέ μου άνθρωπε. Σ’ ευχαριστώ, άγιε του Θεού, για την σωτηρία που μου χάρισες. Μερικοί μαύροι και απαίσιοι με έσερναν από τα χέρια, για να με ρίξουν στην Κόλαση. Η παρέμβασή σου με γλίτωσε. Θα έφευγα από τούτο τον κόσμο αμαρτωλός, χωρίς να ξέρω την αλήθεια. Και η αλήθεια είναι μία. Ο Ιησούς Χριστός που κηρύττεις είναι ο αληθινός Θεός. Πιστεύω και εγώ στον Χριστό με όλη μου την ψυχή.

Το θαύμα συντάραξε τα πλήθη. Το κάλεσμα του νεκρού με το όνομά του και η ανάστασή του συνεκίνησε όσους βρίσκονταν εκεί, που χωρίς κανένα δισταγμό πίστεψαν στον Χριστό και αναφώνησαν:
– Άνθρωπέ μας, πιστεύουμε, πως ο Θεός, τον οποίο Συ κηρύττεις, είναι ο αληθινός Θεός. Τώρα, βοήθησέ μας να σωθούμε και συγχώρησε και τον άρχοντα.

Τότε ο Απόστολος, αφού κατάπαυσε με το χέρι του τον θόρυβο, παρήγγειλε σ’ έναν από τους άρχοντες που συνόδευαν τον νεκρό να κάμει το σημείο του σταυρού πάνω στον Αρίσταρχο και να ζητήσει την βοήθεια της Αγίας Τριάδος. Ο άρχοντας έκαμε ότι του είπε ο Απόστολος και η θεραπεία ακολούθησε. Ο Αρίσταρχος έγινε αμέσως τελείως καλά. Το αποτέλεσμα συγκινητικό. Πολλοί ζήτησαν και βαπτίσθηκαν την ίδια ώρα. Πρώτος ο πατέρας του αναστηθέντος νεκρού, που λεγόταν Πρέφικτος και ήταν και αυτός ένας από τους άρχοντες της πόλεως. Μετά την βάπτισή του ο αναγεννημένος πια άνθρωπος έδωσε στον Απόστολο τους δώδεκα χρυσούς θεούς που είχε στο σπίτι του μαζί με τα άλλα υπάρχοντά του, για να τα διαμοιράσει στους φτωχούς και να τα χρησιμοποιήσει, όπως αυτός έκρινε καλύτερα.

Για χρόνια πολλά συνέχισε η ευλογημένη αυτή ομάδα το ανορθωτικό και σωστικό έργο της στις διάφορες πόλεις των επαρχιών που αναφέραμε. Τα αποτελέσματα, στ’ αλήθεια, θαυμαστά. Όπου «επλεόνασεν η αμαρτία υπερεπερίσσευσεν η χάρις» (Ρωμ. ε’ 20). Εκεί που πληθύνθηκε η αμαρτία, δόθηκε πολύ πιο άφθονη η χάρη. Εκεί που η αμαρτία είχε σχεδόν αποκτηνώσει τα θύματά της, ένας καινούργιος κόσμος αναγεννάται. Ο κόσμος της καλοσύνης και της αγάπης. Ο κόσμος ο όμορφος, ο αγγελικά πλασμένος. Ο κόσμος της αρετής. Η άλλοτε χριστιανική Μ. Ασία.

Έφτασε όμως ο καιρός να επικυρώσει ο θείος Απόστολος τα όσα δίδασκε και με την θυσία της ζωής του. Ήρθε ο καιρός να μαρτυρήσει. Εκεί στην Ιεράπολη της Φρυγίας μία ημέρα που δίδασκε, μερικοί φανατικοί ειδωλολάτρες τον συνέλαβαν και αφού τον βασάνισαν σκληρά, τον οδήγησαν στους άρχοντες. Μια ψευτοδίκη κατέληξε στην απόφαση ο Απόστολος να θανατωθεί. Οι δήμιοι, που περίμεναν, άρπαξαν τον Φίλιππο, του έδεσαν τους αστραγάλους και τον κρέμασαν σ’ ένα δένδρο με το κεφάλι προς τα κάτω. Ύστερα πήραν και τον Βαρθολομαίο και αφού τον βασάνισαν και αυτόν, τον κρέμασαν. Τον Απόστολο Φίλιππο τον σταύρωσαν. Η αδελφή του Μαριάμνη με πόνο ψυχής παρακολουθεί το μαρτύριο του αδελφού της και του άλλου Αποστόλου και προσεύχεται να τους δώσει ο Θεός δύναμη και υπομονή. Ένας σεισμός που έγινε την ώρα εκείνη έδειξε την αγάπη του Θεού στους εργάτες του Ευαγγελίου. Οι αλλεπάλληλες δονήσεις που έγιναν σε ολόκληρη την χώρα κατατρόμαξαν τα πλήθη που έτρεξαν με δάκρυα να ζητήσουν συγχώρηση από τους Αποστόλους. Ο Κύριος στις παρακλήσεις των εργατών του σταμάτησε το σεισμό και με μία θαυμαστή οπτασία τους έδωκε μία ακόμη απόδειξη της θείας του δυνάμεως. Μια σκάλα παρουσιάστηκε εκεί να ενώνει την γη με τον Ουρανό. Τα πλήθη έτρεξαν και κατέβασαν το Βαρθολομαίο από εκεί που ήταν κρεμασμένος. Όταν θέλησαν να κατεβάσουν και τον Φίλιππο από τον Σταυρό, αυτός δεν δέχθηκε, αλλά συνέχισε να διδάσκει τα πλήθη που ήσαν γύρω και να τα προτρέπει να μετανοήσουν και να βαπτισθούν. Διδάσκοντας άφησε την αγία του ψυχή να πετάξει στον ουρανό, στη χώρα της αιωνιότητας. Ο Απόστολος Βαρθολομαίος και η Μαριάμνη πήραν το τίμιο λείψανο και το έθαψαν μαζί με εκείνους που πίστεψαν και βαφτίστηκαν, με σεβασμό και ευλάβεια ραίνοντάς το με τα δάκρυα της αγάπης τους. Το σεπτό σκήνωμα του Αποστόλου για πολλά χρόνια στόλισε τον ιερό ναό που είχε κτισθεί στην Ιεράπολη προς τιμήν του Αγίου. Η δε αγία κάρα του τιμήθηκε από διάφορους αυτοκράτορες, όπως τον Θεοδόσιο, τον Ηράκλειο και άλλους με τις βασιλικές σφραγίδες τους.

Μετά την άλωση της Βασιλίδος των πόλεων από τους Λατίνους κατά το 1204 το σεπτό λείψανο μεταφέρθηκε στην Κύπρο και για πολλά χρόνια φυλασσόταν στο χωριό Άρσος, το χωριό αυτό λέγεται επίσημα και Αρσινόη της Πάφου, στον ιερό ναό που κτίστηκε εκεί προς τιμή του Αποστόλου. Αργότερα ένα μέρος των λειψάνων για ευλογία διανεμήθηκε σε διάφορα μέρη. Η θήκη δε με την ιερή κάρα προ του 1788 για μεγαλύτερη, τάχατες, ασφάλεια μετακομίσθηκε στην Ιερά Μονή του Σταυρού στο Όμοδος. Εκεί φυλάσσεται μέχρι σήμερα.

Σε χρόνια περασμένα, που το νησί μας μέσα στα τόσα άλλα το έδερνε και επιδημία ακρίδων, οι πατέρες μας μετέφεραν την θήκη με την αγία κάρα μέχρι τη Μεσαορία και έκαμναν αγιασμό, και εράντιζαν τα σπαρτά και τα δένδρα, για να τα απαλλάξουν από την αληθινή αυτή μάστιγα.
Θαύματα πολλά γίνονται και στις ημέρες μας σε όλους εκείνους που με βαθιά πίστη καταφεύγουν στον Κύριο και με ευλάβεια εκζητούν τη μεσιτεία του πνευματέμφορου Αποστόλου.


Zoom in (real dimensions: 599 x 828)Εικόνα

Ἀπολυτίκιον Ἦχος γ’.
Ἀπόστολε Ἅγιε Φίλιππε, πρέσβευε τῷ ἐλεήμονι Θεῷ ἵνα πταισμάτων ἄφεσιν, παράσχῃ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείαν ἔλλαμψιν, τοῦ Παρακλήτου, εἰσδεξάμενος, πυρός ἐν εἴδει, παγκοσμίως ὡς ἀστήρ ἀνατέταλκας, καί τῆς ἀγνοίας τόν ζόφον διέλυσας, τή θεία αἴγλη Ἀπόστολε Φίλιππε. Ὅθεν πρέσβευε, Χριστῷ τῷ Θεῶ δεόμεθα, δωρήσασθαι ἠμίν τό μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Ὡς ἀπαρχᾶς τῆς φύσεως.
Ὁ μαθητής καί φίλος σου, καί μιμητής τοῦ πάθους σου, τή οἰκουμένη Θεόν σέ ἐκήρυξεν, ὁ θεηγόρος Φίλιππος. Ταῖς αὐτοῦ ἰκεσίαις, ἐξ ἐχθρῶν παρανόμων τήν Ἐκκλησίαν σου, διά τῆς Θεοτόκου συντήρησον Πολυέλεε.

Ἕτερον Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τή ὑπερμάχω.
Ἐν τῷ Υἱῶ τῷ Πατρικῶ φωτί ἐώρακας Πατρός τήν δόξαν ὡς τοῦ Πνεύματος κειμήλιον Καθά ἤτησας Ἀπόστολε θεορρῆμον. Ἀλλ’ ὡς μύστης τῆς Χριστοῦ συγκαταβάσεως πολυτρόπον συμφορῶν ἠμᾶς ἁπάλλαξον τούς βοώντας σοί, χαίροις ἔνδοξε Φίλιππε.

Κάθισμα Ἦχος πλ. δ’. Τὴν Σοφίαν.
Ἐλατὴρ τῶν δαιμόνων ἀναδειχθείς, καὶ φωστὴρ τῶν ἐν σκότει ἀποφανθείς, ἔδειξας τὸν Ἥλιον, ἐκ Παρθένου ἐκλάμψαντα, καὶ ναοὺς εἰδώλων, συντρίψας ἀνήγειρας, ἐκκλησίας Μάκαρ, εἰς δόξαν Θεοῦ ἡμῶν· ὅθεν σε τιμῶμεν, καὶ τὴν θείαν σου μνήμην, λαμπρῶς ἑορτάζομεν, καὶ συμφώνως βοῶμέν σοι, Ἀπόστολε Φίλιππε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν μνήμην σου.

Ὁ Οἶκος
Ῥεῖθρα λόγου παράσχου μοι Κύριε, ὁ ὑδάτων τὴν φύσιν δειμάμενος, τὴν καρδίαν μου στήριξον Δέσποτα, ὁ τὴν γῆν στερεώσας τῷ λόγῳ σου, καὶ φώτισον μου τὴν διάνοιαν, ὁ τὸ φῶς ὡς χιτῶνα ἀναβαλλόμενος, ἵνα λέγω καὶ ψάλλω τὰ πρέποντα, καὶ ἀξίως ὑμνήσω τὸν σὸν Μαθητὴν Πολυέλεε.

Μεγαλυνάριον.
Φίλος καί Ἀπόστολος εὐκλεής, τοῦ καί μέχρι δούλου, κενωθέντος ἀναδειχθεῖς, Φίλιππε θεόπτα, ἐκήρυξας ἐν κόσμω, τήν τούτου ὑπέρ λόγον, ἄρρητον κένωσιν.

Ακούστε το Απολυτίκιο του Αγίου Φιλίππου του Αποστόλου


Παρασκευή, 3 Απριλίου 2015

Ο άγιος Λάζαρος (Ιωάν. ια' 1-4)

 

 


Ανάμεσα σε κείνους που δούλεψαν ή με την παρουσία τους συνέβαλαν στο να πάρει η νήσος μας το τιμητικό προσωνύμιο «Νήσος των Αγίων», είναι κι ο φίλος και μαθητής του Χριστού μας, ο «τετραήμερος» Λάζαρος.


Η άγια αυτή μορφή κατοικούσε στο μικρό προάστιο της Ιερουσαλήμ τη Βηθανία κι είχε δύο αδελφές, τη Μάρθα και τη Μαρία.

Στο σπίτι τους, το φιλόξενο σπίτι τους, πολλές φορές ο Ιησούς είχε ξαποστάσει μαζί με τους μαθητές Του και είχε δοκιμάσει τις στοργικές περιποιήσεις τους.


Κάποια φορά όμως, όπως αναφέρει ο ευαγγελιστής Ιωάννης (ια', 3), που ο Κύριος βρισκόταν στη Γαλιλαία «πέραν του Ιορδάνου εις τον τόπον όπου ην Ιωάννης το πρώτον βαπτίζων», έμαθε πως ο φίλος Του ο Λάζαρος ήταν άρρωστος.

Του το είχαν διαμηνύσει οι αδελφές του με τούτα τα λόγια: «Κύριε, ίδε όν φιλείς ασθενεί» (στίχ. 3). Κύριε, να, αυτός που τόσο πολύ αγαπάς, είναι άρρωστος.

Σαν ήκουσε όμως ο Ιησούς τούτο, είπε: Αυτή η αρρώστια δεν είναι για θάνατο, αλλά για να φανεί η δόξα του Θεού. Κι έμεινε εκεί στον τόπο που βρισκόταν ακόμη δύο μέρες κι ύστερα είπε στους μαθητές Του: «Άγωμεν εις την Ιουδαίαν πάλιν». Πάμε πάλι στην Ιουδαία.

Οι μαθητές, που ήξεραν τους κινδύνους που μπορούσε να έχει για τον Δάσκαλό τους ένα τέτοιο ταξίδι, προσπάθησαν να Τον αποτρέψουν από του να το κάμει. «Ραββί, του είπαν, νυν εζήτουν σε λιθάσαι οι Ιουδαίοι και πάλιν υπάγεις εκεί;» Δάσκαλε, πριν λίγες μέρες οι Ιουδαίοι ζητούσαν να σε λιθοβολήσουν και πάλι θέλεις να πάς εκεί; (Στίχ. 8).


Το περιστατικό αυτό, η απόπειρα εκείνη των Ιουδαίων ενάντια στον Ιησού, είχε γίνει σχεδόν πριν από δύο μήνες. Ήταν χειμώνας, περί τα μέσα περίπου του δικού μας Δεκεμβρίου, όταν ο Κύριος μετά τη γιορτή των εγκαινίων
. Η γιορτή αυτή εορταζόταν για ανάμνηση της καθάρσεως του ναού από τη βεβήλωση που είχε ανοσιουργήσει ο Αντίοχος ο Επιφανής (168 π.Χ.) με τη μεταβολή του ναού του Θεού σε ναό του Διός. Τρία χρόνια αργότερα ο Ιούδας ο Μακκαθαίος είχε εκδιώξει τους επιδρομείς από τα Ιεροσόλυμα κι αφού επιδιώρθωσε τον ναό που είχε σχεδόν ερημωθεί, ανήγειρε άλλο θυσιαστήριο και με τελετές και ύμνους εγκαινίασε τον ναό του Θεού και ώρισε κάθε χρόνο να γίνεται ανάμνηση αυτής της καθάρσεως και των εγκαινίων. Η γιορτή εορταζόταν μέσα περίπου Δεκεμβρίου και διαρκούσε 8 μέρες. περπατούσε στον περίβολο του Ναού, εκεί στο παλαιό υπόστεγο που εθεωρείτο ότι είχε κτισθεί από τον Σολομώντα μαζί με τον πρώτο ναό που είχε καταστραφεί από τους Βαβυλώνιους. Στο πολυσύχναστο εκείνο μέρος Τον είχαν δει οι Ιουδαίοι κι αφού Τον έβαλαν στη μέση άρχισαν να του λένε: « Έως πότε την ψυχήν ημών αίρεις; ει συ ει ο Χριστός, ειπέ ημίν παρρησία» (Στίχ. 24). Δηλαδή μέχρι πότε θα μας κρατάς σε αγωνία κι αγνοία; Αν είσαι συ ο Χριστός που περιμένουμε, πες μας το καθαρά. Στην ερώτηση τους αυτή ο Ιησούς απήντησε: Σάς είπα γι' αυτό που με ρωτάτε κι άλλη φορά κι όμως σεις δεν πιστεύετε. Αλλά κι αν δεν σας έλεγα ποίος είμαι, τα έργα που κάμνω εγώ με την εξουσιοδότηση του Πατέρα μου, αυτά μαρτυρούν για μένα και βεβαιώνουν ότι είμαι ο Χριστός, Σεις όμως δεν πιστεύετε, γιατί, όπως σας είπα, δεν είσθε από εκείνους που ο Πατέρας μου προόρισε, να γίνουν πρόβατα μου και πιστοί ακόλουθοί μου. (στίχ. 25-26).


Στα λόγια αυτά του Ιησού οι φθονεροί Ιουδαίοι εξεμάνησαν κυριολεκτικά κι άρπαξαν πέτρες για να Τον λιθοβολήσουν. Ο Κύριος όμως ξέφυγε από τα χέρια τους κι έφυγε μακριά στην πέραν του Ιορδάνου χώρα. Εκεί δε που ήταν, εγνώριζε ότι ο Λάζαρος είχε αρρωστήσει και θα απέθνησκε. Έμεινε όμως στον ίδιο τόπο μέχρι που ήρθε ο απεσταλμένος των αδελφών του Λαζάρου. Αλλά και πάλι παρέμεινε εκεί άλλες δύο μέρες κι ύστερα είπε στους μαθητές Του: Παιδιά «άγωμεν εις την Ιουδαίαν πάλιν». Παιδιά, πάμε πίσω στην Ιουδαία. Και στην προσπάθεια των μαθητών του να αναβάλει ένα τέτοιο ταξίδι ο Κύριος πρόσθεσε: «Λάζαρος ο φίλος ημών κεκοίμηται, αλλά πορεύομαι ίνα εξυπνήσω αυτόν». Δηλαδή ο φίλος μας ο Λάζαρος κοιμήθηκε και πρέπει να πάω να τον ξυπνήσω. Κι οι μαθητές, που δεν κατάλαβαν τα λόγια του Χριστού και νόμισαν πως ο Λάζαρος είχε κοιμηθεί τον φυσικό ύπνο, του είπαν: «Κύριε, ει κεκοίμηται, σωθήσεται». Κύριε, αν κοιμήθηκε, θα ξυπνήσει μοναχός του. Τι ανάγκη είναι να πάμε εμείς, για να τον ξυπνήσουμε; Τότε ο Χριστός μίλησε καθαρά σ' αυτούς και τους είπε: «Λάζαρος απέθανε, και χαίρω δι' υμάς, ίνα πιστεύσητε, ότι ουκ ήμην εκεί, αλλ' άγωμεν προς αυτόν». Παιδιά, ο Λάζαρος απέθανε. Και χαίρω για σας. Δεν χαίρω γιατί απέθανε, αλλά χαίρω γιατί θα δείτε, ότι ο τάφος δεν θα μπορέσει να κρατήσει τον αγαπημένο φίλο. Χαίρω, γιατί θα δείτε, ότι ο θάνατος δεν μπορεί να παρακούσει στο πρόσταγμά μου. Χαίρω, γιατί, ενώ δεν ήμουνα εκεί, ήξερα ότι απέθανε. Τον άφησα να αποθάνει, για να τον αναστήσω και με το θαύμα της αναστάσεως του να πιστεύσετε και σεις ότι είμαι Θεός και Κύριος της ζωής και του θανάτου. Πάμε, λοιπόν προς τον Λάζαρο.


Στην αμετάθετη αυτή απόφαση του Ιησού να επιστρέψουν στην Ιουδαία, οι μαθητές, παρά τους ενδοιασμούς τους, έσπευσαν να πειθαρχήσουν. Τη λύση είχε δώσει ο Θωμάς. «Άγωμεν και ημείς ίνα αποθάνωμεν μετ' αυτού» τους είχε πει.
Αφού ο Διδάσκαλος δεν υποχωρεί και θέλει να βαδίσει προς τον θάνατο, ελάτε να πάμε κι εμείς μαζί του. Τι έχει η ζωή χωρίς τον Διδάσκαλο;


Πόσο θάρρος και πόση αυταπάρνηση, στ' αλήθεια, δείχνουν τα λόγια αυτά του Θωμά. Ως φίλος γνήσιος, είχε συνδέσει τη ζωή του μαζί με τη ζωή του Χριστού. Κι η αφοσίωση του σ' Αυτόν τον κάνει να περιφρονεί κι αυτόν τον θάνατο.

Τι ευλογία θα ήταν να είχαμε κι εμείς την ίδια αγάπη προς τον Κύριο μας! Αγάπη μέχρι θανάτου! Ευχή και προσευχή μας είναι να γίνει κάποτε τούτο. Να γίνει για να μπορούμε κι εμείς να λέμε μαζί με τον θείο Παύλο: «Τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού;» Και να απαντάμε με την ίδια πίστη κι αυτοπεποίθηση του αποστόλου: Είμεθα πεπεισμένοι ότι καμιά δύναμη στον κόσμο δεν θα μπορέσει να μας χωρίσει και να μας απομακρύνει από την αγάπη του Χριστού. (Ρωμ. η', 35-39).


Αυτό έγινε και με τους μαθητές του Κυρίου. Ύστερα από τον διάλογο που είχαν μαζί του για επιστροφή στην Ιουδαία και την πρόταση του Θωμά, σηκώθηκαν όλοι και ξεκίνησαν. Μέχρι να φτάσουν στη Βηθανία πέρασαν κιόλας τέσσερις μέρες από τότε που ο Λάζαρος είχε αποθάνει και ενταφιασθεί.


Ο ερχομός του Κυρίου έγινε αμέσως γνωστός στη μικρή πολίχνη της Βηθανίας. Πρώτη ειδοποιήθηκε η Μάρθα, η οποία κι έτρεξε να συναντήσει τον Ιησού κι αφού Τον πλησίασε και Τον προσκύνησε με ευλάβεια, Του είπε με πόνο ψυχής: «Κύριε, ει ης ώδε, ο αδελφός μου ουκ αν ετεθνήκει, αλλά και νυν οίδα ότι όσα αν αίτηση τον Θεόν δώσοι Σοι ο Θεός». (Ιωάν. ια' 21-22). Κύριε, αν ήσουνα εδώ ο αδελφός μου δεν θα είχε αποθάνει. Αλλά και τώρα ξέρω, πως ό,τι ζητήσεις από τον Θεό θα στα δώσει ο Θεός. Τούτα τα λόγια της αγνής κόρης, της Μάρθας, δείχνουν πως αυτή δεν είχε ξεκαθαρισμένη ιδέα της Παντοδυναμίας του Ιησού. Όμως στα λόγια της υπάρχει μια αόριστη, αλλά και σοβαρότατη ελπίδα πως ο Κύριος θα μπορούσε, κι ύστερα ακόμη κι απ' τον θάνατο του Λαζάρου, να παρουσιάσει κάποιο μεγάλο θαύμα. Καταπληκτική, στ' αλήθεια, η πίστη της κόρης. Γι' αυτό, όταν ο Κύριος στα λόγια της έδωσε την απάντηση με το «αναστήσεται ο αδελφός σου», αυτή με πολλή σύνεση ζητάει μία σαφέστερη εξήγηση και προσθέτει: Ναι, Κύριε, το ξέρω. Θα αναστηθεί ο αδελφός μου. Θα αναστηθεί τότε, που θα γίνει η γενική ανάσταση όλων των νεκρών. Θα αναστηθεί στη συντέλεια των αιώνων.


Μεγάλη, πολύ μεγάλη της Μάρθας η πίστη. Δεν έχει όμως, όπως βλέπουμε, σαν αντικείμενο της το πρόσωπο του Σωτήρος. Γι' αυτό κι ο Κύριος αναλαμβάνει να την τραβήξει προς αυτήν την κατεύθυνση και διακηρύττει: «Εγώ ειμί η ανάστασης και η ζωή. Ο πιστεύων εις εμέ καν αποθάνη ζήσεται και πας ο ζών και πιστεύων εις εμέ ου μη αποθάνει εις τον αιώνα» (στίχ. 25, 26), Τι φοβάσαι, Μάρθα; Γιατί ολιγοπιστείς; Εγώ είμαι η ανάσταση και η ζωή. Εγώ είμαι η πηγή της ζωής. Ζωντανοί και νεκροί από μένα παίρνουν τη ζωή τους. Γνώριζε όμως πως κι εκείνος που πιστεύει σε μένα, κι αν αποθάνει σωματικά, όπως απέθανε ο αδελφός σου, θα ζήσει πάλι. Θα ζήσει, γιατί έκτος από την ουράνια και πνευματική ζωή, που από τώρα θα μεταδώσω στην ψυχή του, στον ορισμένο καιρό θα αναστηθεί αυτός και σωματικά από μένα. Μα και καθένας από εκείνους που δεν απέθαναν ακόμη, αλλά ζουν την επίγεια ζωή, μια και πιστεύει σε μένα, θα αντιμετωπίσει χωρίς κανένα φόβο τον πρόσκαιρο θάνατο, που φοβούνται και τρέμουν όσοι μένουν μακριά μου. Όσοι πάλι μένουν ενωμένοι μαζί μου, δεν θα δοκιμάσουν ποτέ πνευματικό θάνατο, που είναι και ο πραγματικός κι ανεπανόρθωτος θάνατος. Μάρθα, το πιστεύεις αυτό; Πίστευε το και θα το δεις. Ο αδελφός σου θα αναστηθεί.


Στα λόγια αυτά του θείου Διδασκάλου η Μάρθα έσπευσε με προθυμία να δώσει την απάντηση. «Ναι, Κύριε, εγώ πεπίστευκα, ότι συ ει ο Χριστός, ο Υιός του Θεού, ο εις τον κόσμον ερχόμενος» (στίχ. 27). Ναι, Κύριε. Από καιρό έχω πιστέψει, ότι Συ είσαι ο Χριστός που προανήγγειλαν οι Προφήτες. Συ είσαι ο Υιός του θεού, που ήλθες στον κόσμο, για να επανασυνδέσεις τους ανθρώπους με τον Θεό.
Ευλογημένη κόρη. Τρανά τα λόγια της. Δεν έχει σημασία, αν δεν αντελήφθηκε σ' όλο το βάθος την αλήθεια που της φανέρωσε ο Κύριος. Σημασία έχει η παραδοχή της κι η απεριόριστη εμπιστοσύνη της στην αξιοπιστία Εκείνου, που της μιλούσε. Αυτό είναι που έχει σημασία.


Πόσο ευτυχισμένοι θα ήμασταν κι εμείς, αν στη ζωή μας παρουσιάζαμε την ίδια εμπιστοσύνη στον Κύριο, που παρουσίασε η άγια αυτή κόρη! Πόση ευλογία θα είχαμε, αν στα διάφορα προβλήματα που μας απασχολούν, βάζαμε οδηγό την τυφλή υπακοή μας στον νόμο του Θεού και λέγαμε σαν τον πατέρα του επιληπτικού νέου του Ευαγγελίου: Πιστεύω, Κύριε, στην αγάπη σου και το έλεος σου. Υπακούω σε ό,τι Συ θέλεις και διατάζεις. Βοήθησε με, Κύριε, και συγχώρησε με.


Οι μεγάλες αλήθειες όμως δεν πρέπει ποτέ να θάπτονται στην ψυχή μας. Πρέπει να μεταδίδονται για να ξεκουράζουν και να ενισχύουν κι άλλους ανθρώπους και μάλιστα πρόσωπα αγαπημένα. Ένα τέτοιο πρόσωπο για τη Μάρθα ήταν η αδελφή της η Μαρία. Έπρεπε κι αυτή να παρηγορηθεί και να χαρεί και να απολαύσει τα ασύγκριτα κι απαράμιλλα λόγια του Κυρίου. Γι' αυτό τρέχει και τη φωνάζει.
«Έφώνησε Μαρίαν την αδελφήν της λάθρα ειπούσα. ο Διδάσκαλος πάρεστι και φωνεί σε» (στίχ. 28). Την φώναξε κρυφά, Ήθελε κι η αδελφή της να συναντήσει τον Κύριο και να ακούσει μόνη της, χωρίς την παρουσία του πλήθους τα παρήγορα λόγια Του.
- Μαρία, της λέγει. Ο Διδάσκαλος, που περιμέναμε, ήρθε. Είναι εδώ και σε περιμένει. Ο Διδάσκαλος, ο μοναδικός Φίλος και Παρηγορητής, ο ανεκτίμητος Προστάτης και στοργικός Αδελφός σε καρτερεί. Έλα. Πόση ανακούφιση χαρίζουν στην ψυχή, την κάθε πονεμένη ψυχή, λόγια σαν κι αυτά! Και πόσο θα έπρεπε κι εμείς οι σημερινοί χριστιανοί, οι χριστιανοί του 20ού αιώνα που χανόμαστε σε κάποιους αμαρτωλούς κι αρρωστημένους τύπους να τα προσέχαμε! Μας περιμένει ο Χριστός. Πάντα μας περιμένει. Μας περιμένει στη χαρά. Μας περιμένει και στη λύπη μας. Προ παντός στη δεύτερη αυτή περίπτωση. Μας περιμένει στην εκκλησία, στο κήρυγμα. Τι λόγο έχουν τα ειδωλολατρικά έθιμα, οι πενθούντες κι οι πενθούσες γυναίκες να μην πηγαίνουν στην εκκλησία επί ένα χρονικό διάστημα, γιατί αυτό λέει ο κόσμος; Ντροπή μας. Σατανική η συνήθεια. Η εκκλησία δεν είναι τόπος διασκεδάσεως. Είναι τόπος προσευχής. Τόπος συναντήσεως κι επαφής με την πηγή της παρηγοριάς και της ζωής. Ας το προσέξουμε κι ας μη γινόμαστε αιχμάλωτοι και δούλοι των πιο ανόητων κι αμαρτωλών συνηθειών και επιδείξεων.


Στην πρόσκληση της Μάρθας που έγινε μυστικά η Μαρία σηκώθηκε κι έτρεξε, για να συναντήσει τον Κύριο. Τα πλήθη των Ιουδαίων, που βρισκόντουσαν μαζί της στο σπίτι, έσπευσαν κι αυτά να την ακολουθήσουν. Είχαν νομίσει πως η κόρη θα πήγαινε στον τάφο για να κλάψει και την ακολούθησαν. Έτσι σε λίγο κόσμος πολύς συγκεντρώθηκε στον τόπο που βρισκόταν ο Ιησούς. Μόλις η Μαρία αντίκρισε τον Κύριο που με λαχτάρα περίμεναν, σωριάστηκε στα πόδια του και με σπαραγμό ψυχής μόλις μπόρεσε να επαναλάβει της αδελφής της Μάρθας τα λόγια: Κύριε, αν ήσουνα εδώ δεν θα απέθνησκε ο αδελφός μου. Η σκηνή που επακολούθησε θα ήταν ικανή να συγκινήσει όχι μόνο τον Θεό, όχι μόνο τον άνθρωπο, αλλά κι αυτές τις πέτρες. Ας την παρακολουθήσουμε.


Μπροστά στο ψυχικό δράμα των δύο προσφιλών γυναικών, της Μάρθας και της Μαρίας, που έκλαιαν τον αγαπημένο τους, αλλά κι όλης εκείνης της βαρυπενθούσας ομήγυρης ο Κύριος με δυσκολία συγκρατεί τη συγκίνηση Του. Ο ευαγγελιστής στην περιγραφή του θαύματος μας λέγει: «Ενεθριμήσατο τω πνεύματι ο Ιησούς και ετάραξεν εαυτόν» (στιχ. 33). Δηλαδή, με μεγάλη δύναμη επιβλήθηκε ο Ιησούς στον εαυτό Του, για να κρατήσει την ταραχή Του. Επέπληξε έντονα τον ψυχικό του κόσμο, για να συγκρατήσει τη συγκίνησή Του. Και τούτο, γιατί στην τραγική σκηνή που είχε μπροστά Του έβλεπε ολοφάνερα της αμαρτίας τα θλιβερά αποτελέσματα. Για τη χαρά πλάστηκε ο άνθρωπος. Κι όμως η αμαρτία ματαίωσε τον ωραίο και υψηλό αυτόν προορισμό του άνθρωπου. Κι αντί μιας ζωής χαρούμενης κι ευλογημένης, αυτή, η αμαρτία δηλαδή, δημιούργησε τον πόνο και τη δυστυχία και ως επιστέγασμα τον θάνατο.


Συμπνίγοντας ο Κύριος τη συγκίνηση του προχωρεί προς το θαύμα κι ερωτά: «Που τεθείκατε αυτόν;» Που τον έχετε θάψει; Μα δεν εγνώριζε άραγε ο Κύριος πού είχαν θάψει τον Λάζαρο; Στο ερώτημα αυτό ο ιερός Αυγουστίνος δίνει τούτη την απάντηση. Εγνώριζε ο Κύριος που τον έθεσαν, αλλά υπέβαλε την ερώτηση, γιατί ήθελε να παρουσιάζει τον εαυτό Του σαν άνθρωπο, κι όταν ακόμη πήγαινε να εκτελέσει έργο Θεού. Του έδειξαν τον τάφο. Με συγκίνηση και δάκρυα προχωρεί τώρα σ' αυτόν. «Εδάκρυσεν ο Ιησούς» (στίχ. 35), τονίζει ο ευαγγελιστής. Εδάκρυσε από βαθιά συμπάθεια. Συμμετέχει αληθινά στον πόνο της Μάρθας και της Μαρίας. «Κλαίει μετά κλαιόντων», αλλά και «χαίρει έπειτα μετά χαιρόντων».
Αξίζει να συνειδητοποιήσουμε ότι στις θλίψεις μας είναι πάντα κοντά μας ο Κύριος. Μας χαϊδεύει αόρατα με την απαλή πνοή του Αγίου Πνεύματος. Και ψιθυρίζει και σ' εμάς το «μη κλαίε», που είπε κάποτε στη χήρα της Ναΐν. Μπροστά στον τάφο του φίλου του Λαζάρου «εδάκρυσεν ο Ιησούς». Εδάκρυσε. Δεν έκλαυσε. Δάκρυα επιτρέπεται να χύνουμε κι εμείς μπροστά στη δυστυχία ή τον χωρισμό μας από αγαπημένα πρόσωπα. Δάκρυα και όχι κλάματα και οδυρμούς, όπως «οι μη έχοντες ελπίδα». Ένας προσωρινός χωρισμός. Συνεπώς τα απαρηγόρητα πένθη κι οι απελπιστικές κραυγές απορρίπτονται και καταδικάζονται από τον Κύριο.

Μέτρο λύπης για μας τους χριστιανούς ας είναι μονάχα τούτο: Τα δάκρυα.


Με τα μάτια δακρυσμένα στέκεται κι ο Κύριος μπροστά στον τάφο του φίλου του. Ο τάφος εκείνος ήταν ένα σπήλαιο κι είχε μια βαριά πέτρα επάνω του. «Άρατε τον λίθον» διατάζει ο Ιησούς. Σηκώστε την πέτρα. Πρέπει να πιστοποιηθεί απόλυτα τα θαύμα. Πρέπει να ιδούν όλοι τον νεκρό. Να νοιώσουν τη δυσωδία, για να χρησιμεύσουν κι αυτοί ακόμη οι παρευρισκόμενοι εχθροί του ως μάρτυρες του θαύματος- Στη διαταγή αυτή του Κυρίου με δειλία τολμά να επέμβει η αδελφή του Λαζάρου Μάρθα και να υποδείξει: «Κύριε, ήδη όζει• τεταρταίος γαρ εστί» (στιχ. 39). Κύριε, βρωμά. Είναι τέσσερις μέρες τώρα που είναι νεκρός. Στα λόγια της Μάρθας απαντά ο Χριστός και της λέγει: Μάρθα, δεν σου είπα, πως αν πιστεύεις, θα ιδείς τη δόξα του θεού; Με τούτα τα λόγια υπενθυμίζει ο Κύριος στη Μάρθα την απάντηση που είχε δώσει και στον απεσταλμένο, που είχαν αυτές στείλει για να του αναγγείλει την αρρώστια του Λαζάρου. «Αυτή η ασθένεια ουκ εστί προς θάνατον, αλλ' υπέρ της δόξης του Θεού, ίνα δοξαστεί ο υιός του Θεού δι' αυτής» (στίχ. 40), είπε τότε σ' αυτόν.

Και να η δόξα του Θεού.


Η πλάκα σηκώθηκε. Κι ο Κύριος όρθιος μπροστά στον τάφο με τα μάτια υψωμένα προς τον ουρανό προσεύχεται και λέγει πριν να κάμει το θαύμα: «Πάτερ, ευχαριστώ σοι ότι ήκουσάς μου. Εγώ δε ήδειν ότι πάντοτε μου ακούεις• αλλά δια τον όχλον τον περιεστώτα είπον, ίνα πιστεύσωσιν ότι συ με απέστειλας» (στίχ. 41, 42). Πατέρα μου, σ ευχαριστώ, γιατί πάντα μου ακούεις. Μολονότι το θαύμα δεν είχε γίνει ακόμη, ο Κύριος ευχαριστεί, γιατί είναι βέβαιος πως θα γίνει τούτο. «Πατέρα μου, σ' ευχαριστώ, διότι με άκουσες. Εγώ εγνώριζα πολύ καλά ότι πάντοτε με ακούεις. Το εγνώριζα, αλλά το είπα τούτο, για να ακούσει ο λαός που στέκεται εδώ γύρω και να πιστέψουν ότι συ με έχεις στείλει». Κι αφού τα είπε αυτά, με φωνή μεγάλη, φωνή βροντώδη και προστακτική εφώναξε βλέποντας προς τον νεκρό: «Λάζαρε, δεύρο έξω» (στίχ. 43). Και ο νεκρός, «ο τεταρταίος», ο νεκρός που ήδη εμύριζε, σαν να ξυπνούσε από βαθύ ύπνο, σηκώθηκε και ολοζώντανος, αναστημένος βγήκε έξω από τον τάφο. «Εξήλθεν ο τεθνηκώς δεδεμένος τους πόδας και τας χείρας κειρίαις, και η όψις αυτού σουδαρίω περιεδέδετο». Δηλαδή βγήκε από τον τάφο «φασκιωμένος» με τα σάβανα και τις ταινίες με τις οποίες οι Ιουδαίοι συνήθιζαν να περιτυλίσσουν τα σώματα των νεκρών τους, αλλά και με το μανδήλι στο πρόσωπο. Να, λοιπόν το θαύμα. Να κι η αλήθεια που αναπηδά από αυτό. Ο Χριστός, αυτός είναι η ζωή κι η ανάσταση των ανθρώπων. Η ανάσταση και η ζωή ζώντων και νεκρών.


Το θαύμα του Λαζάρου διαδόθηκε μονομιάς παντού και κόσμος πολύς επίστεψε στον Κύριο. Το θαύμα συνήγειρε τα πλήθη του Εβραϊκού λαού να υποδεχθούν ύστερα από λίγες μέρες τον Χριστό στα Ιεροσόλυμα με τον εξαιρετικό εκείνο ενθουσιασμό, για τον οποίο μας μιλάει το Ευαγγέλιο.


Αυτό ακόμη βοήθησε τους μαθητές να στερεωθούν στην πίστη και να αφοσιωθούν με όλη τους την καρδιά στον Δάσκαλο τους.
Η Ανάσταση του Λαζάρου είναι από τα πιο μεγάλα θαύματα του Κυρίου. Είναι το θαύμα που περισσότερο από κάθε άλλο μας διδάσκει ακόμη την αλήθεια, πως ο θάνατος δεν είναι το τελικό κατάντημα του άνθρωπου. Θα αναστηθούν κάποια μέρα οι νεκροί. Το «αναστήσεται ο αδελφός σου» που είπε ο Κύριος στη Μάρθα, την αδελφή του Λαζάρου, είναι μια διαβεβαίωση, που απευθύνεται σε όλους μας κι ιδιαίτερα στον κάθε ένα πονεμένο άνθρωπο. Θα αναστηθεί η μανούλα, ο πατέρας, το παιδί, η αδελφή, ο αδελφός, ο σύζυγος... Θα αναστηθούμε κι εμείς. Αυτό μας υπόσχεται Εκείνος που όπως είπαμε διεκήρυξε. «Εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή. Ο πιστεύων εις εμέ καν αποθάνη, ζήσεται».


Τούτη την αλήθεια ας κλείσουμε κι εμείς βαθιά στην καρδιά μας. Γιατί η πίστη αυτή δίνει νόημα και αξία στη ζωή. Αυτή και πάλι μας βοηθά να ζήσουμε όχι μονάχα τη φυσική ζωή, μα και τη ζωή ταυ πνεύματος, τη ζωή της αρετής, την ανώτερη, την αγία.


Ο Λάζαρος, ο αγαπημένος αυτός μαθητής του Χριστού, μετά την ανάστασή του, γύρω στο 33 μ.Χ. έφυγε από τη Βηθανία κι ήρθε στη Λάρνακα της Κύπρου. Εδώ τον συνήντησαν οι απόστολοι Παύλος και Βαρνάβας, όταν μετέβαιναν από τη Σαλαμίνα στην Πάφο, και τον χειροτόνησαν επίσκοπο της Εκκλησίας, που ίδρυσε ο ίδιος.

Την εκκλησία αυτή εποίμανε δεκαοκτώ περίπου χρόνια. Μετά την ανάστασή του ο ηγαπημένος φίλος έζησε τριάντα περίπου χρόνια. Καθ' όλο αυτό το διάστημα ποτέ δεν εγέλασε, λέγει μια κυπριακή παράδοση, παρά μόνο μια φορά που είδε μια γυναίκα του λαού να κλέβει από ένα μπακάλικο ένα πήλινο δοχείο, μια «τσούκα».

Τότε ο άγιος χαμογέλασε κι είπε: Για δέστε: Το ένα χώμα (η γυναίκα) κλέβει τ' άλλο (τη τσούκα).


Μια άλλη παράδοση συνδέει το πέρασμα του αγίου από την πόλη της Λάρνακας με τις εκεί κοντά ευρισκόμενες αλυκές. Ένα απέραντο αμπέλι ήταν προηγουμένως όλη εκείνη η έκταση. Κάποια φορά που περνούσε ο άγιος από εκεί είδε τον αμπελουργό να μαζεύει ωραία δροσάτα σταφύλια και να γεμίζει τα κοφίνια του. Κουρασμένος και διψασμένος όπως ήταν ο άγιος σταμάτησε κι απευθυνόμενος στον αμπελουργό με καλοσύνη του ζήτησε λίγα σταφύλια. Αυτός όμως σαν είδε τον ξένο, τον κοίταξε με περιφρόνηση και προσποιούμενος τον δυστυχισμένο του είπε:
- Πήγαινε στο καλό, άνθρωπε μου. Δεν βλέπεις πως το αμπέλι ξεράθηκε κι έγινε άλας κι εσύ μου ζητάς σταφύλια;
- Αφού το βλέπεις ξερό σαν άλας, ας γίνει άλας απήντησε ο άγιος.


Και ω του θαύματος! Όλη εκείνη η έκταση στην οποία βρισκόταν το δροσερό αμπέλι έγινε στη στιγμή μια αλυκή.

Πόσα δεν λέει και τούτο το θαύμα! Κακό μεγάλο είναι το ψέμα και η υποκρισία. Γι' αυτό κι ο Κύριος το καταδικάζει. Για τους υποκριτές Γραμματείς και Φαρισαίους ξεστόμισε κάποτε τα τρομερά «ουαί». «Ουαί υμίν Γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί»...


Με στοργή κι αγάπη διηύθυνε ο άγιος την Εκκλησία του Κιτίου μέχρι τέλους της ζωής του.

 Σαν πέθανε, οι πιστοί του τον έκλαψαν και με τιμές τον κήδεψαν σε μια σαρκοφάγο από κυπριακό μάρμαρο στην οποία έγραψαν: «Λάζαρος ο τετραήμερος και φίλος Χριστού». Πάνω από τη σαρκοφάγο αυτή κτίσθηκε ωραιότατος ναός, που ανακαινίστηκε γύρω στα 1750. Το λείψανο. Πριν από λίγα χρόνια (συγκεκριμένα στις 23 Νοεμβρίου 1972) επιστάτης του Τμήματος Αρχαιοτήτων που εργαζόταν για αναπαλαίωση του ναού, βρήκε μία σαρκοφάγο με οστά κάτω από την κολόνα που στήριζε την πλάκα της Αγίας Τράπεζας. Τα οστά ήταν σε ένα κιβώτιο ξύλινο, τοποθετημένα στη σαρκοφάγο, που στην πλευρά της είχε χαραγμένη τη λέξη ΦΙΛΙΟΥ. Το πολυτιμότατο τούτο εύρημα κατά τη γνώμη των πιστών επιβεβαιώνει την παράδοση, πως δηλαδή ο Λέων Στ' ο Σοφός που ξόδεψε κι έκτισε τον μεγαλοπρεπή ναό του Αγίου στη Λάρνακα, γύρω στα 390 μ.Χ. όπως και στην Κωνσταντινούπολη δεν πήρε για τον δεύτερο όλα τα λείψανα, αλλά μέρος αυτών κι ότι τούτα τα λείψανα που βρέθηκαν είναι του Αγίου Λαζάρου. Αυθεντική μαρτυρία κι απόδειξη τούτου του γεγονότος είναι η θέση στην οποία βρέθηκαν τα οστά: κάτω από την Αγία Τράπεζα όμως του Αγίου μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 890 από τον ευσεβή αυτοκράτορα Λέοντα Στ' τον Σοφό. Όμως κι αν το λείψανο μεταφέρθηκε μακριά στη Βασιλίδα των Πόλεων, η χάρη του ξεχωριστού αυτού φίλου του Κυρίου δεν έφυγε. Μένει στο νησί το μυρωμένο και ιστορικό με την εκκλησία του, για να θυμίζει σε μας την εύνοια του Θεού στον τόπο μας. Να μας θυμίζει ακόμη τις ρίζες μας. Τις ρίζες τις παλιές και τις καινούργιες, αλλά και τις υποχρεώσεις μας που δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε. Τούτο το ευλογημένο νησί, ελληνικό από τα βάθη των αιώνων, μα και χριστιανικό από τα πρώτα χρόνια που εμφανίστηκε η άγια αυτή θρησκεία, πρέπει να παραμείνει αναλλοίωτο στους αιώνες. Και θα παραμείνει τέτοιο, αν εμείς οι Έλληνες Κύπριοι κάτοικοι του φροντίσουμε να έχουμε πάντα τα μάτια εστραμμένα στη μάνα Ελλάδα και την καρδιά δοσμένη στον Χριστό. Κάτι περισσότερο. Με τούτο τον τρόπο όχι μονάχα το νησί μας θα παραμείνει αναλλοίωτο, αλλά και θα επιβιώσει και ευτυχήσει. Το παράδειγμα των πατέρων μας, που παρά τη μακροχρόνια μαύρη δουλεία δεν άλλαξαν ούτε γλώσσα, ούτε Θρησκεία, ούτε ήθη και έθιμα, ώστε ένας ξένος ιστορικός, ο Ολλανδός Έσσελιγκ να βγάζει το συμπέρασμα ότι «ο Ελληνισμός είναι ανεξολόθρευτος», πρέπει πάντα να μας συνέχει. Αλλά και του λαοφιλούς μας ποιητή η πιο κάτω διαβεβαίωση, που βγαίνει από την έμμονη προσήλωση των πατέρων μας στις αθάνατες ρίζες μας, πρέπει πολύ να μας προβληματίζει:


Αν περνούσιν μαύρα χρόνια σγοιάν τζαί τζείινα που περάσαν 'πό μας ένας εν τζιαί βκαίννει που την στράταν της τιμής, μήτ' επλάστηκεν ποττέ του, τζι αν πλαστεί τζι αννοίξει στόμα, νεκρόν εν να τον ξεράσει τζιαί του τάφου του το χώμαν».


Ναι! Νεκρό θα τον ξεράσει τζιαί του τάφου του το χώμα. Τον εξωμότη και προδότη αδυνατεί να κρατήσει στην αγκαλιά της κι αυτή η γη. Ο Κύριος να μας ελεήσει.


Η μνήμη του θαύματος της Αναστάσεως του Λαζάρου γιορτάζεται το Σάββατο πριν από την Κυριακή των Βαΐων. Κι η γιορτή των Βαΐων μια Κυριακή πριν από το Πάσχα.
Ταις του Αγίου Λαζάρου πρεσβείαις ο θεός ελέησον και σώσον ημάς. Αμήν.


Απολυτίκιο Ήχος α'
Την κοινήν Ανάστασιν προ του σου Πάθους πιστούμενος, εκ νεκρών ήγειρας τον Λάζαρον, Χριστέ ο Θεός. όθεν και ημείς ως οι παίδες, τα της νίκης σύμβολα φέροντες, Σοι τω νικητή του Θανάτου βοώμεν. Ωσαννά εν τοις υψίστοις, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου.
Εξήγηση: Για να βεβαιώσεις ότι κι εμείς όλοι θα αναστηθούμε κατά τη δεύτερη παρουσία Σου, προτού πάθεις και πεθάνεις, ανέστησες από τους νεκρούς τον Λάζαρο, Χριστέ, ο Θεός μας. Γι' αυτό κι εμείς οι χριστιανοί, όπως τα παιδιά των Εβραίων, που κρατούσαν στα χέρια κλάδους από φοίνικες σαν σύμβολα της νίκης, ψάλλουμε σ' Εσένα, που νίκησες τον θάνατο: Ευλογημένος Συ, που κατοικείς στους ουρανούς. Δοξασμένος να είσαι Συ, που έρχεσαι απεσταλμένος από τον Κύριο και Θεό, για να σώσεις τον κόσμο.