Σάββατο, 28 Δεκεμβρίου 2013

Άγιος Βασίλειος ο Μέγας

Άγιος Βασίλειος ο Μέγας



Άγιος Βασίλειος ο Μέγας
Βίος και Πολιτεία του Αγίου Βασιλείου του Μεγάλου  

Ο Άγιος Βασίλειος, γεννημένος το 330μ.Χ. στη Νεοκαισάρεια του Πόντου από γονείς ευγενείς με δυνατό χριστιανικό φρόνημα, έμελλε να γίνει Μέγας πνευματικός διδάσκαλος και κορυφαίος θεολόγος και Πατέρας της Εκκλησίας, αφού η χριστιανική του ανατροφή και η πνευματική του πορεία τον οδήγησαν στην Θεία θεωρεία του Αγίου Ευαγγελίου, και στην αυστηρή ασκητική ζωή, παράλληλα με το ποιμαντικό, παιδαγωγικό και φιλανθρωπικό του έργο.
 
Ο πατέρας του Βασίλειος ήταν καθηγητής ρητορικής στη Νεοκαισάρεια και η μητέρα του Εμμέλεια απόγονος οικογένειας Ρωμαίων αξιωματούχων. Στην οικογένεια εκτός από το Βασίλειο υπήρχαν άλλα οκτώ παιδιά. Μεταξύ αυτών, ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης, ο Όσιος Ναυκράτιος ασκητής και θαυματουργός, η Οσία Μακρίνα και ο Άγιος Πέτρος, Επίσκοπος Σεβαστείας. 
Τα πρώτα γράμματα, τού τα δίδαξε ο πατέρας του. Συνέχισε τις σπουδές του στην Καισαρεία της Καππαδοκίας, στην Κωνσταντινούπολη και στην Αθήνα. Εκεί σπούδασε γεωμετρία, αστρονομία, φιλοσοφία, ιατρική, ρητορική και γραμματική. Οι σπουδές του διήρκησαν τεσσεράμισι χρόνια. Η ασκητική του ζωή ξεκίνησε ήδη από τα χρόνια όπου φοιτούσε στην Αθήνα. Ο σοφός δάσκαλος του Εύβουλος εντυπωσιασμένος από την αυστηρή νηστεία, του Άγίου, και μετά την παραίνεση του, λέγεται ότι έγινε Χριστιανός.
 
Συμφοιτητές του ήταν και δύο νέοι που έμελλε να διαδραματίσουν σπουδαίο ρόλο στην ιστορία. Ο ένας, φωτεινό ο Άγιος και Μέγας Πατέρας της Εκκλησίας ο Θεολόγος Γρηγόριος και ο άλλος μελανό στον αντίποδα, προδότης του Ιησού, ειδωλολάτρης και διώκτης των Χριστιανών, ο Ιουλιανός ο Παραβάτης. Κατά την διάρκεια αυτών των ετών, ο Άγιος Βασίλειος και ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος ανέπτυξαν μεγάλη και ισχυρή φιλία. Ταυτόχρονα με τις σπουδές τους, είχαν  ιεραποστολική δράση. Διοργάνωναν  χριστιανικές συγκεντρώσεις, στις οποίες ανέλυαν θρησκευτικά ζητήματα. Ίδρυσαν επίσης και τον πρώτο φοιτητικό χριστιανικό σύλλογο.
 
Επέστρεψε στην Καισαρεία το καλοκαίρι του 356μ.Χ. και συνεχίζοντας την παράδοση του πατέρα του, έγινε καθηγητής της ρητορικής. Το 358 μ.Χ. επηρεασμένος από το θάνατο του αδερφού του μοναχού Ναυκρατίου, καθώς και με την παρότρυνση της αδερφής του Μακρίνας, βαπτίζεται Χριστιανός, και αποφασίζει να αφιερώσει τον εαυτό του στην ασκητική πολιτεία. Αποσύρθηκε λοιπόν σε ένα κτήμα της οικογενείας του στον Πόντο. Χαρακτηριστικό της μεγαλοψυχίας του είναι, ότι μετά την βάπτιση του δώρισε στους φτωχούς και στην εκκλησία το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του. Το φθινόπωρο του ίδιου έτους ξεκινά ένα οδοιπορικό σε γνωστά κέντρα ασκητισμού της Ανατολής, Αίγυπτο, Παλαιστίνη, Συρία και Μεσοποταμία, επιθυμώντας να συναντήσει πολλούς ασκητές και μοναχούς για να γνωρίσει τον τρόπο ζωής τους.  Όταν γύρισε στο Πόντο από το ταξίδι αυτό, μοίρασε και την υπόλοιπη περιουσία του και αποσύρθηκε στο κτήμα του επιθυμώντας να ζήσει πλέον ως μοναχός. Εκεί έγραψε τους: «Κανονισμούς δια τον Μοναχικόν βίον», κανόνες που ρυθμίζουν την ζωή στα μοναστήρια μέχρι τις μέρες μας. Με την υψηλή του κατάρτιση στην Ορθόδοξη Πίστη και τον ασκητικό, θαυμαστό του βίο, η φήμη του Αγίου Βασιλείου εξαπλώθηκε με τον καιρό σε όλη την Καππαδοκία. Έτσι και ο Μητροπολίτης της Καισαρείας Ευσέβιος πραγματοποιώντας την Θεία Βούληση αλλά και αυτή των χριστιανών της περιοχής, χειροτόνησε το 364 μ.Χ. τον Άγιο Βασίλειο πρεσβύτερο. Το 370 μ.Χ., μετά τον θάνατο του Ευσεβίου και σε ηλικία 41 ετών, τον διαδέχθηκε ο Άγιος Βασίλειος στην επισκοπική έδρα, με τη συνδρομή τού Ευσεβίου επισκόπου Σαμοσάτων και του Γρηγορίου επισκόπου Ναζιανζού. Επίσκοπος πλέον, ο Άγιος Βασίλειος αντιμετώπισε την προσπάθεια του Αυτοκράτορα Ουάλη να επιβάλει τον Ομοιανισμό (ρεύμα του Αρειανισμού), επικοινωνώντας μέσω επιστολών με τον Μέγα Αθανάσιο, Πατριάρχη Αλεξανδρείας και τον Πάπα Ρώμης Δάμασο. Στον τόπο του ,στην περιφέρεια της δικής του ποιμαντικής ευθύνης είχε να αντιμετωπίσει την έντονη παρουσία του αρειανικού στοιχείου και άλλων κακοδοξιών. Από τις επιστολές του  φαίνονται οι προσπάθειες που κατέβαλε για την καταπολέμηση της σιμωνίας των επισκόπων, για την ανάδειξη άξιων κληρικών στο ιερατείο, καθώς και για την πιστή εφαρμογή των ιερών κανόνων από όλους τους πιστούς και φανερώνεται επίσης η ποιμαντική φροντίδα στα αποκομμένα και περιθωριοποιημένα μέλη της Εκκλησίας.
 
Στην οικουμενική Εκκλησία ο Μέγας Βασίλειος ουσιαστικά αναλαμβάνει τα πνευματικά ηνία από το Μέγα Αθανάσιο, ο οποίος γηραιός πλέον, αποσύρεται από την ενεργό δράση. Εργάζεται συνεχώς για την επικράτηση των ορθόδοξων χριστιανικών αρχών και υπερασπίζεται με σθένος το δογματικό προσανατολισμό της Οικουμενικής Συνόδου της Νίκαιας.
 
Ο Άγιος Βασίλειος, βοηθούσε πάντοτε τους αδικημένους και κουρασμένους, τους πεινασμένους και τους αρρώστους, ανεξάρτητα από το γένος, τη φυλή και το θρήσκευμα. Έτσι το όραμά του το έκανε πραγματικότητα ιδρύοντας ένα πρότυπο και για τις μέρες μας κοινωνικό και φιλανθρωπικό σύστημα, τη «Βασιλειάδα». Ένα ίδρυμα που λειτουργούσε νοσοκομείο, ορφανοτροφείο, γηροκομείο και ξενώνας για την φροντίδα και ιατρική περίθαλψη των φτωχών αρρώστων και ξένων. Τις υπηρεσίες του τις πρόσφερε το ίδρυμα δωρεάν σε όποιον τις είχε ανάγκη. Το προσωπικό του ιδρύματος αυτού ήταν εθελοντές που προσφέρανε την εργασία για το καλό του κοινωνικού συνόλου. Ήταν ένα πρότυπο και σε άλλες επισκοπές  και στους πλουσίους ένα μάθημα να διαθέτουν τον πλούτο τους με ένα αληθινά χριστιανικό τρόπο. Πραγματικά είναι άξιο θαυμασμού η έμπνευση που είχε ο Άγιος Βασίλειος ,τον 4ο αιώνα μ.Χ. να ιδρύσει και να λειτουργήσει ένα τέτοιο ίδρυμα - πρότυπο.
 
Καταπονημένος από την μεγάλη δράση που ανέπτυξε σε τόσους πολλούς τομείς ,εναντίον των διαφόρων κακοδοξιών και ειδικά της αιρέσεως του Αρειανισμού, μη διστάζοντας πολλές φορές να αντιταχθεί με την εκάστοτε πολιτική εξουσία, με όπλα του την πίστη και την προσευχή, με τα κηρύγματα και τους λόγους του, με τα πολλά ασκητικά και παιδαγωγικά συγγράμματα, καθώς και την ασκητική ζωή του ο Άγιος Βασίλειος ο Μέγας παραδίδει το πνεύμα στο Θεό την 1η Ιανουαρίου του 379 μ.Χ. σε ηλικία 49 ετών. Ο θάνατός του βυθίζει στο πένθος όχι μόνο το ποίμνιό του αλλά και όλο το χριστιανικό κόσμο της Ανατολής. Στην κηδεία του συμμετέχει και ένα πλήθος ανομοιογενές από άποψη θρησκευτικής και εθνικής διαφοροποιήσεως. Το υψηλής σημασίας θεολογικό και δογματικό του έργο καθώς και η λειτουργική και πρωτότυπη ανθρωπιστική του δράση, είναι η μεγάλη παρακαταθήκη που μας άφησε. Η μνήμη του τιμάται από την Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία την 1ην Ιανουαρίου.  Από το 1081μ.Χ. ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως - Νέας Ρώμης Ιωάννης Μαυρόπους (ο από Ευχαΐτων) θέσπισε έναν κοινό εορτασμό των Τριών Ιεραρχών, Βασιλείου του Μεγάλου, Ιωάννη του Χρυσοστόμου και Γρηγορίου του Θεολόγου, στις 30 Ιανουαρίου, ως προστατών των γραμμάτων και της παιδείας.
 
Με σοφία, στο απολυτίκιο του αναφέρεται η φράση «... τα των ανθρώπων ήθη κατεκόσμησας...». Και ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, στον Επιτάφιο για τον καλό και Μέγα φίλο του Άγιο Βασίλειο, αποδίδει σ' αυτόν, με την ποιητική και βαθιά στοχαστική ματιά του, το χαρακτηρισμό «παιδαγωγός της νεότητος»
 
Ο Μ. Βασίλειος, εκτός των άλλων θαυμάσιων και Θείας εμπνεύσεως έργων του, έγραψε και την εκτενή  και κατανυκτική Θεία Λειτουργία, που, μετά την επικράτηση της συντομότερης Θείας Λειτουργίας  του Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, τελείται 10 φορές το χρόνο:
την 1η Ιανουαρίου (όπου γιορτάζεται και η μνήμη του),
τις πρώτες πέντε Κυριακές της Μ. Τεσσαρακοστής,
τις παραμονές των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων,
την Μ. Πέμπτη και το Μ. Σάββατο.
Λίγα θαυμαστά γεγονότα από τον βίο του Αγίου
Ιουλιανός ο Παραβάτης
Όταν ο Ιουλιανός ο παραβάτης,  ο ασεβής και διώκτης των Χριστιανών, θέλησε να πάει στην Περσία να πολεμήσει πέρασε κοντά από την Καισαρεία. Ο Άγιος Βασίλειος γνωρίζοντας τον από την Αθήνα όπου ήταν συμφοιτητές πήγε μαζί με τον λαό να τον τιμήσει. Ο Ιουλιανός απαίτησε να του δωρίσει, αφού ο Άγιος δεν είχε τίποτε άλλο, τρεις από τους κριθαρένιους άρτους του. Ο Άγιος το έκανε και ο Ιουλιανός διέταξε τους υπηρέτες να ανταμείψουν τη δωρεά και να δώσουν χόρτο από το λειβάδι. Ο Άγιος Βασίλειος βλέποντας την καταφρόνηση του βασιλιά του είπε «εμείς, βασιλιά ότι μας ζήτησες από κείνο που τρώμε σου το προσφέραμε κι εσύ μας αντάμειψες από κείνο που τρως». Τότε ο Ιουλιανός θύμωσε πάρα πολύ και απείλησε, ότι όταν θα επιστρέψει από την Περσία νικητής, θα κάψει την πόλη και τον λαό θα τους πάρει δούλους. Όσο για τον ίδιο τον Άγιο Βασίλειο θα τον ανταμείψει όπως πρέπει.
Ο Άγιος Βασίλειος όταν πήγε στην πόλη ζήτησε από το λαό να μαζέψουν ότι πολύτιμο είχαν και να το αποθηκεύσουν κάπου έως ότου επιστρέψει ο φιλοχρήματος Ιουλιανός για να του το προσφέρουν. Ίσως κι έτσι κατευνάσουν την οργή του.
Όταν έμαθε ότι επιστρέφει ο άφρων βασιλιάς, ο Άγιος Βασίλειος ζήτησε από τους πολίτες  να προσευχηθούν και να νηστεύσουν τρεις μέρες. Μετά όλοι μαζί ανέβηκαν στο δίδυμον όρος της Καισαρείας όπου στη μια από τις δύο κορυφές ήταν ο ναός της Υπεραγίας Θεοτόκου. Εκεί προσευχόμενος ο Άγιος είδε σε οπτασία, μια μεγάλη ουράνια στρατιά, να κυκλώνει το όρος και στη μέση να κάθεται σε θρόνο μια γυναίκα (η Παναγία) και να δοξάζεται, η οποία γυναίκα είπε στους αγγέλους να της φέρουν τον Μερκούριο για να φονεύσει τον Ιουλιανό, τον εχθρό του υιού της. Έπειτα είδε τον Μάρτυρα Μερκούριο να φθάνει οπλισμένος μπροστά στην βασίλισσα των Αγγέλων κι όταν εκείνη τον πρόσταξε αυτός να φεύγει γρήγορα. Κατόπιν προσκάλεσε τον Άγιο Βασίλειο και του έδωσε ένα βιβλίο που ήταν γραμμένη όλη η δημιουργία της κτίσεως κι έπειτα του ανθρώπου. Στην αρχή του βιβλίου ήταν η επιγραφή «Είπε» και στο τέλος του βιβλίου εκεί που έγραφε για την πλάση του ανθρώπου ήταν η επιγραφή «Τέλος». Μόλις είδε την οπτασία αυτή ο Άγιος ξύπνησε.
Το νόημα της οπτασίας του βιβλίου, ήταν ότι ο Άγιος Βασίλειος έγραψε, όντως, ερμηνεία στην Εξαήμερον του Μωϋσέως στην οποία διηγείται, πως ο Θεός εποίησε τον ουρανό, την γη, τον ήλιο, την σελήνη, τη θάλασσα, τα ζώα και όλα τα αισθητά κτίσματα. Όταν όμως, έμελλε να γράψει και για την έβδομη ημέρα κατά την οποία ο Θεός έπλασε τον Αδάμ και την Εύα, τότε ο Μέγας αυτός Άγιος άφησε την τελευταία του πνοή στη γη και πήγε στους ουρανούς να συναντήσει τον Κύριον του που με δύναμη  αγάπησε και που γι' Αυτόν μέσα σε πολύ σύντομο διάστημα που έζησε έπραξε τόσα πολλά και τόσο μεγάλα. Το έργο του συμπλήρωσε κατόπιν ο αδελφός του ο Άγιος Γρηγόριος ο Αρχιεπίσκοπος Νύσσης, που έγραψε για την έβδομη ημέρα της πλάσεως του ανθρώπου.
Όταν ο Άγιος είδε την οπτασία, πήγε στην πόλη με μερικούς κληρικούς, στο Ναό του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Μερκουρίου, όπου μη βρίσκοντας το λείψανο του Αγίου και τα όπλα του που φυλάσσονταν στον Ναό έναν αιώνα αφότου μαρτύρησε επί της βασιλείας του Βαλεριανού και Βαλερίου, κατάλαβε τι είχε συμβεί κι έτρεξε αμέσως στο λαό να τους ειδοποιήσει ότι ο άφρων Ιουλιανός φονεύθηκε.
Βλέποντας το θαύμα οι Χριστιανοί και την παρρησία του Αγίου Βασιλείου δεν θέλησαν να πάρουν πίσω την περιουσία που είχαν αποθηκεύσει για τον τύραννο Ιουλιανό. Ο Άγιος όμως αφού τους επαίνεσε για την πράξη τους, το ένα τρίτο του ποσού τους το έδωσε και τα υπόλοιπο ποσό το διέθεσε για να κτίσουν πτωχοτροφεία, ξενοδοχεία, νοσοκομεία, γηροτροφεία και ορφανοτροφεία.

Ουάλης
Μετά τον Ιουλιανό τον παραβάτη, βασίλευσε ο θεοσεβής Ιοβιανός μόνο για ένα χρόνο και κατόπιν τη βασιλεία παρέλαβαν ο Ουαλεντιανός και ο αδελφός του Ουάλης που ήταν αιρετικός, οπαδός του Αρειανισμού και διώκτης των Ορθοδόξων Χριστιανών. Ο Ουάλης αφού πήρε με το μέρος του όλους τους επισκόπους, θέλησε να κάμψει και τον Μέγα Βασίλειο που έμαθε ότι ήταν ανένδοτος. Έστειλε δύο δικούς του ανθρώπους, οι οποίοι με απειλές προσπάθησαν να αποδεχθεί ο Άγιος τις αιρετικές και βλάσφημες δοξασίες του Αρείου. Ο ένας, μάλιστα ο άρχοντας Μόδεστος αφού γύρισε άπραγος στον βασιλιά του είπε ότι, ευκολότερο είναι να μαλακώσει κανείς το σίδηρο παρά την γνώμη του Βασιλείου. Ακούγοντας αυτά ο βασιλιάς Ουάλης θέλησε να πάει ο ίδιος στον Μέγα Βασίλειο. Αυτό και έκανε. Ήταν η μεγάλη εορτή των Θεοφανείων, όταν έφθασε ο βασιλιάς στον Ναό. Εκεί είδε την τάξη και την ησυχία των Χριστιανών που παρακολουθούσαν, τον Άγιο Βασίλειο να τους διδάσκει, σεμνός, απέριττος, με λόγο δυνατό, γεμάτο σοφία και χάρη του Αγίου Πνεύματος. Ο βασιλιάς έδειξε να μετανιώνει κι αφού μίλησε με τον Άγιο, έφυγε.
Οι Αρειανοί Αρχιερείς, όμως και πάλι μετέβαλαν τη γνώμη του βασιλιά και τον έπεισαν να εξορίσει τον Άγιο. Όρισε τότε ο βασιλιάς να συντάξουν ένα κείμενο με την απόφαση της εξορίας του Αγίου. ‘Ομως, βλέποντας ότι το χέρι εκείνου που θα έγραφε την απόφαση της εξορίας, ξεράθηκε και το ίδιο του το παιδί αρρώστησε βαριά, κάλεσε τον Άγιο να προσευχηθεί. Και κείνος μόνο που είδε το παιδί το ίασε. Και τον Μόδεστο, ακόμη γιάτρευσε που και κείνος κινδύνευε  να πεθάνει. Αυτά είδε ο βασιλιάς και γύρισε στο θρόνο του.
Ο βασιλιάς Ουάλης αργότερα, θέλησε να χωρίσει την επαρχία της Καππαδοκίας σε δύο επαρχίες, με έδρα την Καισάρεια στη μία και τα Τύανα στην άλλη. Οι επίσκοποι αιρετικοί όπως ήταν βρήκαν ευκαιρία, γιατί συνέχεια φιλονικούσαν με τον Άγιο Βασίλειο να χωρίσουν και τις Μητροπόλεις σε δύο, ορίζοντας δικό τους Μητροπολίτη στα Τύανα. Τότε ο Άγιος με ταπείνωση τους είπε ότι η Εκκλησία δεν έχει υποχρέωση να ακολουθεί την βασιλεία, αλλά η βασιλεία την Εκκλησία, ούτε είναι πρέπον να χωρίζουν οι Μητροπολίτες, οι μιμητές του Χριστού επειδή χώρισαν οι έπαρχοι. Δεν τον άκουσαν όμως οι επίσκοποι και όρισαν Μητροπολίτη Τυάνων κάποιον Άνθιμον. Κι όχι μόνο αυτό αλλά έκλεψαν και κάποια κτήματα του Ναού του Αγίου Ορέστου που ήταν στη δικαιοδοσία του Αγίου Βασιλείου. Ο Άγιος ως μιμητής Χριστού, ειρήνευσε και αρκέσθηκε στην επαρχία της Καισαρείας. Βλέποντας ο Θεός την υπομονή του, σύντομα τιμώρησε τον Μητροπολίτη Τυάνων  Άνθιμον και ενώθηκαν και πάλι οι επαρχίες. Τότε είναι καθώς λένε ότι χειροτόνησε ο Άγιος Βασίλειος τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο Επίσκοπο στα Σάσιμα.
Αργότερα πάλι, με περίσσιο θράσος οι Αρειανοί επίσκοποι και με την άδεια του βασιλιά Ουάλη εκδίωξαν τον Ορθόδοξο Αρχιερέα της Νίκαιας και τους Χριστιανούς της πόλης και κατέλαβαν τον Μητροπολιτικό Ναό. Τότε έδρασε γι' άλλη μια φορά ο Μέγας αυτός Άγιος της Εκκλησίας μας και αφού πήρε την άδεια του βασιλιά να διευθετήσει όπως αυτός ήθελε με τον τρόπο του, αρκεί να είναι δίκαιος και για τα δύο μέρη, έφθασε στη Νίκαια και είπε να σφραγίσουν τον Ναό και οι Ορθόδοξοι και οι Αρειανοί και αφού προσευχηθούν πρώτα οι οπαδοί του Αρείου, εάν ανοίξουν οι πύλες να πάρουν αυτοί τον Ναό, εάν όμως όχι να προσευχηθούν οι Ορθόδοξοι και εάν ανοίξουν οι πύλες να τους δοθεί και πάλι ο Ναός εάν όχι να πάει στους Αρειανούς. Συμφώνησαν όλοι και περισσότερο οι Αρειανοί αφού πλεονεκτούσαν στη περίπτωση που δεν άνοιγαν οι πύλες. Έτσι κι έγινε. Προσευχήθηκαν πρώτα οι Αρειανοί, για τρεις ημέρες. Πώς να τους ακούσει ο Υιός του Θεού, όταν αυτοί τον υβρίζουν; Οι πύλες και βέβαια έμειναν κλειστές. Μετά προσευχήθηκαν οι Ορθόδοξοι με τον Άγιο Βασίλειο στο Ναό του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Διομήδους, που ήταν κοντά στον Μητροπολιτικό Ναό. Κατόπιν ο Άγιος Βασίλειος με όλο το πλήθος των Ορθοδόξων Χριστιανών πήγαν στο Μητροπολιτικό Ναό και όταν ακούσθηκε  ο Μέγας Βασίλειος να λέει «Ευλογητός ο Θεός των Χριστιανών εις τους αιώνας των αιώνων», έσπασαν οι μοχλοί και οι κλειδαριές και οι πύλες άνοιξαν. Μετά από αυτό το θαύμα ο Ναός επανήλθε στους Ορθοδόξους και πολλοί από τους πιστούς του Αρείου έγιναν Ορθόδοξοι.
 

Οσιος Εφραίμ ο Σύρος
  Μαθαίνοντας ο Όσιος Εφραίμ ο Σύρος, τα θαύματα του Αγίου Βασιλείου, παρακάλεσε τον Θεό να του αποκαλύψει ποιος είναι ο Άγιος. Είδε τότε στήλη πυρός που έφθανε μέχρι τον ουρανό και άκουσε μια φωνή να λέει «Εφραίμ, Εφραίμ, καθώς την πυρίνην ταύτην στήλην, τοιούτος είναι ο Μέγας Βασίλειος». Τότε γρήγορα έφυγε από την έρημο παίρνοντας μαζί του ένα διερμηνέα που να μιλάει την Ελληνική και Συριακή γλώσσα και πήγε να βρει τον Άγιο Βασίλειο. Έφθασε την ημέρα της εορτής των Θεοφανείων, όταν την ώρα εκείνη λειτουργούσε ο Μέγας Βασίλειος και βλέποντας ο Όσιος Εφραίμ τα λαμπρά και πολύτιμα άμφια τα οποία φορούσε ο Άγιος Βασίλειος, θέλησε να φύγει γιατί νόμιζε ότι μάταια πήγε. Τότε έστειλε, ο Άγιος Βασίλειος ένα διάκονο να βρει στη δυτική πύλη τον Όσιο Εφραίμ και να τον φέρει στο ιερό. Ο Όσιος δεν θέλησε να πάει λέγοντας στον διάκονο, ότι μάλλον πλανήθηκε ο Αρχιερέας, γιατί αυτοί είναι ξένοι. Έστειλε πάλι τον διάκονο ο Άγιος Βασίλειος λέγοντας του να του πει «Κύριε Εφραίμ, ελθέ εις το Άγιον Βήμα, διότι σε καλεί ο Αρχιεπίσκοπος». Κατάλαβε έτσι ο Όσιος ότι στήλη πυρός ήταν ο Μέγας Βασίλειος και πήγε στο Άγιο Βήμα και αφού τον ασπάσθηκε συνομίλησε μαζί του για πνευματικά θέματα και θεία νοήματα.
Μια χάρη σου ζητώ, Άγιε Δέσποτα του είπε μέσω του διερμηνέα του ο Όσιος εφραίμ, να προσευχηθείς στον Κύριο μας να μου χαρίσει το Πανάγιο Πνεύμα την δύναμη να μιλήσω Ελληνικά. Προσευχήθηκε ο Άγιος Βασίλειος μαζί με τον Όσιο Εφραίμ και να το θαύμα. Ο Όσιος πραγματικά μίλησε Ελληνικά. Κατόπιν ο Άγιος Βασίλειος εχειροτόνησε τον Όσιο Εφραίμ Ιερέα και τον διερμηνέα του Διάκονο.
 
Μιμητής Χριστού
Όταν κάποτε παρατήρησε τον τοπικό άρχοντα για μία αδικία που έκανε σε μια χήρα γυναίκα, κι αφού ο άρχοντας δεν συμμορφώθηκε, αναγκάσθηκε ο Άγιος να του πει, ότι όπως έμενε ασυγκίνητος στις εκκλήσεις αυτής της αδικημένης γυναίκας έτσι κάποιοι θα μένουν ασυγκίνητοι όταν αυτός ο ίδιος θα έχει την ανάγκη τους. Έτσι έγινε όταν ο βασιλιάς του έδειξε την οργή του, οδηγώντας τον σιδηροδέσμιο οι στρατιώτες του στις πόλεις για να πληρώσει τις αδικίες που είχε κάνει. Τότε κατάλαβε την πρόρρηση του αγίου και παρακάλεσε τον Άγιο Βασίλειο και  τον Θεό να τον λυπηθεί. Ο αμνησίκακος Άγιος προσευχόμενος στον Θεό και μόνο με την ευχή του ηρέμησε το βασιλιά και μετά από έξι μέρες αφ' ότου ο δυστυχής άρχοντας παρακάλεσε τον Άγιο Βασίλειο έφθασε γράμμα από το βασιλιά όπου τον ελευθέρωνε. Μ' αυτό τον τρόπο συνετίσθηκε ο άρχοντας κι αναγνώρισε την καλωσύνη του Αγίου τον οποίο κι ευχαρίσθησε. Και στη γυναίκα που είχε αδικήσει έδωσε διπλάσιο το ποσό.
     Προς το τέλος της επίγειας πορείας του, καθώς μετέβαινε στην Εκκλησία, μία αμαρτωλή γυναίκα έπεσε στα πόδια του ρίχνοντας ένα γράμμα στο οποίο έγραψε τις αμαρτίες της, γιατί ντρεπόταν η ίδια να τις ξεστομίσει και κλαίγοντας παρακαλούσε τον Άγιο να το διαβάσει και να συγχωρήσει τις αμαρτίες της. Ο Άγιος την παρηγόρησε, και είπε ότι μόνο ο Κύριος συγχωρεί τις αμαρτίες μας. Φιλεύσπλαχνος, όπως ήταν, κρατούσε το γράμμα σ' όλη τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας. Στο τέλος κάλεσε τη γυναίκα και της επέστρεψε το γράμμα. Εκείνη μόλις το άνοιξε δεν βρήκε τίποτε γραμμένο, παρά μόνο ένα σημείο όπου αναφέρει ένα θανάσιμο αμάρτημά της. Κλαίγοντας πάλι τον παρακαλούσε να την λυπηθεί και να προσευχηθεί και πάλι στο Θεό να τη συγχωρήσει. Ο Άγιος Βασίλειος τότε της είπε να πάει αμέσως στην έρημο να βρει τον Όσιο Εφραίμ και να δεηθεί αυτός, στον Θεό για το αμάρτημα της. Η γυναίκα χωρίς να χρονοτριβήσει με την ευχή του Αγίου πήγε αμέσως στην έρημο. Εκεί βρήκε τον Όσιο Εφραίμ κι αφού του διηγήθηκε την ιστορία της, τον παρακάλεσε θερμά.
     Ο Όσιος όμως της αρνήθηκε, λέγοντας της να πάει στον Άγιο Βασίλειο όπου οι δικές του δεήσεις έσβησαν τις αμαρτίες της έτσι αυτός πάλι μπορεί να δεηθεί στον Κύριο και για τη μία αμαρτία που έμεινε. Να το κάνει σύντομα όμως γιατί ο Άγιος σε λίγο πεθαίνει. Εκείνη μόλις το άκουσε έφυγε τρέχοντας να προλάβει ζωντανό τον Άγιο. Όταν έφθασε, όμως η δύστυχη βρήκε το φέρετρο του και πλήθος κόσμου πάνω του. Έκλαιγε και φώναζε, ρίχνοντας το γράμμα στα πόδια του Αγίου είπε σε όλους την ιστορία. Κλαίγοντας έλεγε ότι ο Άγιος μπορούσε να δεηθεί και γι' αυτή την αμαρτία αλλά την έστειλε σε άλλον. Ένας Ιερέας τότε θέλησε να δει στο γράμμα για ποια αμαρτία μιλούσε η γυναίκα. Και τότε να το θαύμα. Δεν υπήρχε στο γράμμα τίποτε γραμμένο.
     Κατά την τελευταία μέρα πάλι της ζωής του ο Άγιος και Μέγας Βασίλειος έκανε Χριστιανό τον Εβραίο γιατρό και φίλο του Ιωσήφ καθώς και όλη του την οικογένεια  με θαυμαστό τρόπο. Αφού ο γιατρός τον επισκέφθηκε, ρώτησε ο Άγιος να του πει πόσες ώρες του μένουν. Αυτός πιάνοντας τον σφυγμό του, του είπε ότι μένουν λίγες ώρες, κι ότι στη δύση του ηλίου θα πεθάνει. Ο Άγιος τότε του είπε ότι αν ζήσει μέχρι την επόμενη ημέρα τι θα κάνει. Ο Ιωσήφ του είπε ότι αν συμβεί κάτι τέτοιο να πεθάνει ο ίδιος. Καλά το λες του είπε ο Άγιος να πεθάνεις την αμαρτία και να ζήσεις εν Χριστώ. Δέχθηκε ο Ιωσήφ γιατί ήταν αδύνατο με τους φυσικούς νόμους να συνέβαινε κάτι τέτοιο. Όταν έφυγε ο Εβραίος, προσευχήθηκε ο Άγιος Βασίλειος στον Θεό να του παρατείνει τη ζωή και για να δώσει την πραγματική ζωή στο φίλο του Ιωσήφ και στην οικογένεια του και για να προλάβει να έρθει εκείνη η δυστυχισμένη γυναίκα, που έστειλε στην έρημο στον Όσιο Εφραίμ. Ο Θεός άκουσε τη δέηση του αγαπημένου δούλου του. Την επόμενη ημέρα το πρωΐ ζήτησε να του φέρουν τον Εβραίο γιατρό. Εκείνος αμέσως πήγε στο σπίτι του Αγίου νομίζοντας ότι θα τον βρει νεκρό. Βλέποντας όμως ότι ο Άγιος Βασίλειος ήταν ζωντανός χωρίς καν σφυγμό και ζωή στις φλέβες του έπεσε στα πόδια του κι αναγνώρισε τον αληθινό Θεό και Σωτήρα Ιησού Χριστό. Σε λίγο ο ίδιος ο Άγιος βάπτισε τον Ιωσήφ με το όνομα Ιωάννη και όλη του την οικογένεια.
     Γύρω στις δέκα ρώτησε πάλι ο Άγιος τον φίλο του «Κύριε Ιωάννη πότε θα πεθάνω;» κι εκείνος του απάντησε «όταν ορίσεις εσύ Δέσποτα»

Η Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου
Κατανοώντας ο Άγιος Βασίλειος τα προβλήματα που είχαν δημιουργηθεί και στον κλήρο και στο λαό, να παρακολουθήσουν την μακρά Θεία Λειτουργία και τις ευχές προς τον Θεό, στην όλη ακολουθία του Αγίου Ιακώβου του αδελφοθέου, παρακάλεσε τον Κύριο με νηστεία και προσευχή να του φανερώσει τον τρόπο να βοηθήσει τους πιστούς. Ο τρόπος, θαυμαστός, όπως μόνο σε έναν Μεγάλο διδάσκαλο, Πατέρα και Άγιο της Εκκλησίας θα ταίριαζε. Σε οπτασία, λοιπόν, είδε ο Άγιος, ο σοφότατος  Βασίλειος, τον Κύριο με τους Αποστόλους, να τελεί την Θεία Μυσταγωγία, λέγοντας τις ευχές όχι όπως ακριβώς είναι γραμμένες στη Θεία λειτουργία του αδελφοθέου Ιακώβου, αλλά συντετμημένες με τέτοιο τρόπο, όπως τις συνέθεσε κατόπιν ο Άγιος στη Θεία Λειτουργία του.

Απολυτίκιο. Ήχος α'.
Εις πάσαν την γήν εξήλθεν ο φθόγγος σου,
ως δεξαμένην τον λόγον σου
δι' ου θεοπρεπώς εδογμάτισας,
την φύσιν των όντων ετράνωσας,
τα των ανθρώπων ήθη κατεκόσμησας,
Βασίλειον ιεράτευμα, Πάτερ όσιε,
Χριστόν τον Θεόν ικέτευε,
δωρήσθαι ημίν το μέγα έλεος.

Κυριακή, 22 Δεκεμβρίου 2013

Παράδοξο σημείο (Aπό τον βίο του Αγίου Σάββα του εν Καλύμνω)


Παράδοξο σημείο (Aπό τον βίο του Αγίου Σάββα του εν Καλύμνω)



Ο σύγχρονός  μας άγιος Σάββας (1862-1948), προστάτης και πολιούχος της Καλύμνου,
τελούσε τη θεία λειτουργία με τέλεια προσήλωση στο μυστήριο.
Πολλές φορές συλλειτουργούσε και συνομιλούσε με αγίους, κάποτε μάλιστα με τους τρεις Ιεράρχες, ενώ συγχρόνως τον περιέβαλλαν χοροί αγγέλων.
Την ώρα της θείας μεταλήψεως, όπως είχαν παρατηρήσει συλλειτουργοί του η και άλλοι πιστοί, φούσκωνε και ξεχείλιζε το άγιο ποτήριο, χωρίς όμως να χύνεται η θεία Κοινωνία.
Η Νίκη Κουτελαίνα, αργότερα μοναχή Σαλώμη, είδε κάποτε τον όσιο στην προσκομιδή πολύ υψωμένο, ενώ τριγύρω παραστέκονταν αγγελικά τάγματα. Παρατήρησε μάλιστα κι αυτή ότι το άγιο ποτήριο φούσκωνε.
Φοβήθηκε η γυναίκα, αλλά δεν μίλησε. Αργότερα φανέρωσε στον άγιο Σάββα αυτά που είδε. Εκείνος όμως της είπε: Ω, παιδί μου, μη προς Θεού! μην τα πεις πουθενά!

(Παπανικολάου Βασ.,«Ο Άγιος Σάββας ο νέος, ο εν Καλύμνω»)

Η θαυματουργή Αγία Γενοβέφα των Παρισίων

Η θαυματουργή Αγία Γενοβέφα των Παρισίων

 

Μία των μεγαλυτέρων οσιακών μορφών του Ε΄ αιώνος είναι η Οσία Γενεβιέβη. Εγεννήθη περί το 422 εις το χωρίον Νεμετοδούρον, μερικά χιλιόμετρα δυτικώς των Παρισίων, από γονείς πλουσίους καί ευσεβείς, τον Σεβήρον και την Γεροντίαν. Εις τα παιδικά της χρόνια εποίμαινε τα ποίμνια των γονέων της εις τους δασώδεις λόφους παρά τάς όχθας του Σηκουάνα.
Εις ηλικίαν περίπου οκτώ ετών ο Θεός την εκάλεσε να του αφιερωθή κατά τον εξής τρόπον. Μία τοπική Σύνοδος εις Γαλλίαν απεφάσισε να στείλη εις την Βρεττανίαν, κατόπιν ζητήσεως βοηθείας πρός καταπολέμησιν της πελαγιανικής αιρέσεως, τους αγιωτάτους και θαυματουργούς Επισκόπους Γερμανόν και Λούππον.
Οι δύο Επίσκοποι κατά το ταξίδιόν των διήλθον από το Νεμετοδούρον. Ο ευσεβής λαός τους υπεδέχθη με ιερόν ενθουσιασμόν καί τούς παρεκάλεσε να ψάλουν μαζί τον Εσπερινόν.
Ο αγιώτατος Γερμανός, ενώ ευλογούσε τον λαόν, είδε το ευλογημένον κοράσιον και φωτισθείς υπό της θείας χάριτος, προεφήτευσεν εις τους καταπλήκτους γονείς του, ότι θα εγίνετο «μεγάλη ενώπιον τού Κυρίου και πολλοί θα εύρισκον την σωτηρίαν διά μέσου αυτής». Κατόπιν ηρώτησε την Γενεβιέβην: «Κόρη μου, επιθυμείς να αφιερωθής ως νύμφη άμωμος εις τον Χριστόν;» Η Αγία απήντησε: «Αυτή, Δέσποτα, ακριβώς είναι η επιθυμία της καρδίας μου. Είθε ο Θεός νά μού την εκπληρώση».
Ο άγιος Επίσκοπος εκράτησε τήν χείρα του επί της κεφαλής τής Γενεβιέβης κατά την διάρκειαν του Εσπερινού και είπεν εις τούς γονείς της να την φέρουν πολύ ενωρίς εις τον Ναόν την επομένην.
Το πρωΐ την ερώτησεν ο Επίσκοπος: «Γενεβιέβη, κόρη μου, ενθυμείσαι το χθεσινόν σου τάμα;» «Ναί, άγιε Δέσποτα», απήντησε, «υπόσχομαι να αφιερώσω την ψυχήν και το σώμα μου εις τον Θεόν μέχρι τό τέλος της ζωής μου».
Τότε ο ῞Αγιος Γερμανός ευρήκεν εις το έδαφος ένα νόμισμα, τό οποίον έφερεν επάνω του το σημείον του Τιμίου Σταυρού, και της τό έδωσε να το κρεμάση εις τον λαιμόν της εις ενθύμιον του τάματός της, παραγγείλας εις αυτήν να μή ενδυθή ποτέ πολύτιμα ενδύματα ή κοσμήματα.
Ολίγον αργότερον ήτο μια εορτή και η μητέρα της θα επήγαινεν εις την Εκκλησίαν, είπε δε εις την Γενεβιέβην να παραμείνη εις τήν οικίαν. Η ευσεβής κόρη διεμαρτυρήθη, υπενθυμίζουσα εις αυτήν τήν υπόσχεσίν της. Η μητέρα της τότε την εράπισε καί… αμέσως ετυφλώθη! Αργότερα η Αγία έφερε νερό εις το σπίτι, προσηυχήθη διά τήν θεραπείαν της μητρός της και το εσταύρωσε. Όταν η μητέρα της Γεροντία ένιψε το πρόσωπόν της με το ευλογημένον ύδωρ ανέβλεψε!…
Εις ηλικίαν περίπου 15 ετών, η Γενεβιέβη επήγε μαζί με άλλας δύο παρθένους εις τον Επίσκοπον, διά να λάβουν την Μοναχικήν κουράν. Παρ’  όλον ότι ήτο η μικροτέρα, ο Επίσκοπος θεόθεν παρακινηθείς, την έκειρε πρώτην.
Κατά την εποχήν αυτήν δεν υπήρχον ακόμη [στη Γαλλία] γυναικεία Μοναστήρια και έτσι, όταν μετ’  ολίγον εκοιμήθησαν οι ευσεβείς γονείς της, εγκατεστάθη εις το Παρίσι εις το σπίτι της αναδόχου της, εις τήν κορυφήν του λόφου απέναντι του Σηκουάνα, πού έχει τώρα το όνομά της.
Εκεί εφήρμοσε μίαν σκληροτάτην άσκησιν, εσθίουσα, μόνον κάθε Πέμπτην και Κυριακήν ολίγον κρίθινον άρτον και κουκιά, τα οποία έβραζε κάθε δυό-τρείς εβδομάδας.
Ο Κύριος επέτρεψε να της έλθη μία φοβερά παραλυσία εις όλον τό σώμα, ώστε δεν ημπορούσε να κινήση κανένα μέλος της, επί τρείς δε ημέρας έμεινεν ως νεκρά. Όταν συνήλθεν ολίγον, διηγήθη ότι ένας Άγγελος την παρέλαβε και της έδειξε την κόλασιν και τόν Παράδεισον. Η αγία κόρη επέμεινεν ιδιαιτέρως εις την περιγραφήν τών ανεκφράστων αγαθών πού αναμένουν τους δικαίους.
Η ευλογημένη Γενεβιέβη συντόμως έδρεψε τους ευχύμους καρπούς μιάς τοιαύτης ασκήσεως, απέκτησε πλουσίως τα χαρίσματα τού Αγίου Πνεύματος: το χάρισμα των δακρύων, το διορατικόν, το προφητικόν, το θαυματουργικόν.
Ως συμβαίνει πάντοτε, βλέπον το πονηρόν πνεύμα, ότι δεν δύναται να νικήση την Αγίαν, εξήγειρεν εναντίον της ανθρώπους διά να την συκοφαντήσουν και κατακρίνουν.
Όταν μάλιστα κατά το 445 ο αγιώτατος Επίσκοπος Γερμανός, πορευόμενος και πάλιν προς την Βρεττανίαν, διήλθε διά των Παρισίων, οι εχθροί της Αγίας την κατέκριναν εις αυτόν. Ο θεοφόρος Ιεράρχης δεν έδωσε σημασίαν εις τάς συκοφαντίας, αλλά προσηυχήθη μαζί της και έδειξεν εις τους Παρισινούς τα δάκρυα, τα οποία αφθόνως είχε χύσει η Οσία, εις ένδειξιν του παρά Κυρίου χαρίσματος.
Έκτοτε οι κάτοικοι της περιοχής ήρχισαν να την σέβωνται και νά εκζητούν τάς φωτισμένας συμβουλάς της και τάς θαυματουργικάς προσευχάς της.
Μία προφητεία της Οσίας, η οποία εξεπληρώθη, συνέβαλε πολύ εις το να εγκαθιδρυθή πλέον εις τάς συνειδήσεις όλων ως όντως Αγία. Όταν ο Αττίλας με τάς βαρβαρικάς ορδάς του επλησίαζε τό Παρίσι, οι κάτοικοι κατελήφθησαν υπό πανικού και ητοιμάσθησαν νά εγκαταλείψουν την πόλιν. Η Αγία τους είπεν, ότι ο Κύριος θα τούς ελύτρωνεν εκ του κινδύνου, να μή ανησυχούν, αλλά να προσευχηθούν και να νηστεύσουν. Οι Παρισινοί δεν εδέχθησαν την συμβουλήν της, εξηγέρθησαν εναντίον της και ήσαν έτοιμοι να την λιθοβολήσουν. Τελικώς ο Κύριος την εφύλαξεν από την μανίαν του όχλου, οι δέ βάρβαροι Ούννοι αιφνιδίως και χωρίς φανερόν λόγον ήλλαξαν κατεύθυνσιν και ολίγον αργότερον ενικήθησαν από τον σχετικώς αδύνατον ρωμαϊκόν στρατόν του στρατηλάτου Αετίου 200 χιλιόμετρα από το Παρίσι, εις τάς Καταλανικάς πεδιάδας (451).
Πλήθος θαυμάτων μάς διηγείται ο ανώνυμος βιογράφος της Αγίας εις τον βίον της, ο οποίος εγράφη μόλις 18 έτη μετά την οσίαν κοίμησίν της: εξεδίωκε δαιμόνια, ανήγειρε παραλυτικούς, έδιδε τό φώς εις τους τυφλούς.
Κάποτε μία περίλυπος μητέρα της έφερε το λείψανον του τετραετούς υιού της. Η Αγία το εκάλυψε με το επανωφόριόν της και προσηυχήθη επί πολλάς ώρας κλαίουσα, έως ότου το παιδίον ανεστήθη.
Κάθε χρόνον, κατά την ανατολικήν ασκητικήν παράδοσιν, έμενεν έγκλειστος από τα Θεοφάνια μέχρι την Μεγάλην Πέμπτην. Μία μοναχή προσεπάθησε να ίδη τί έκαμνεν έγκλειστος εις το κελλίον της, αλλ’ όταν έφθασεν έμπροσθεν της θύρας ετυφλώθη. Μετά την αγίαν Τεσσαρακοστήν, επήγεν η Αγία εις το κελλίον της τυφλωθείσης μοναχής και προσευχηθείσα την εσταύρωσε και της έδωσε πάλιν τό φώς της.
Η Οσία Γενεβιέβη ηυλαβείτο ιδιαιτέρως τον Άγιον Διονύσιον, τόν πρώτον επίσκοπον Παρισίων, ο οποίος είχε μαρτυρήσει μερικά χιλιόμετρα βορείως της πόλεως.
Έπεισε λοιπόν μερικούς ιερείς να κτίσουν μίαν Εκκλησίαν επί τού τάφου του αγίου μάρτυρος. Διαμαρτυρίαι όμως ηγέρθησαν, διότι δέν υπήρχεν άσβεστος διά την οικοδομήν. Η Αγία τους έστειλεν εις τήν γέφυραν της πόλεως. Εκεί συνήντησαν δύο ποιμένας πού συζητούσαν διά το γεγονός, ότι είχεν ευρεθή εις το δάσος μία πηγή ασβέστου!
Συντόμως ο ναός εκτίσθη και η ευλογημένη Γενεβιέβη μετέβαινεν εκεί τακτικώς διά να προσευχηθή, ιδίως τάς Κυριακάς, ότε ηγρύπνει ολονυκτίως.
Ένα Σάββατον βράδυ ανεχώρησε με την συνοδίαν της διά τόν Άγιον Διονύσιον ενώ είχεν εκσπάσει σφοδρά καταιγίς. Αιφνιδίως τό φανάρι των έσβησε από τον δυνατόν αέρα. Αι μοναχαί εκυριεύθησαν από μέγαν φόβον, ευρεθείσαι εγκαταλελειμμέναι εις το σκότος, εις τήν λάσπην, χωρίς προσανατολισμόν. Η Οσία τάς ενεθάρρυνεν, έπειτα προσηυχήθη και εσταύρωσε το φανάρι. Τότε ήναψεν αυτό θαυμαστώς μόνο του και καθοδηγούμεναι υπό του θαυματουργικού φωτός έφθασαν σώαι εις τον Ναόν διά την αγρυπνίαν.
Η Αγία, μαζί με την αδελφότητα πού είχε συγκεντρώσει γύρω της, έκαμνε πολλά προσκυνήματα εις τον τάφον του Αγίου Μαρτίνου τού θαυματουργού εις το Τούρ, περίπου 200 χιλιόμετρα από το Παρίσι, κατά τα οποία ετέλει πολλά θαύματα.
Επίσης άλλην μίαν φοράν η Οσία έσωσε την πόλιν της. Όταν οι Φράγκοι πολιώρκησαν το Παρίσι και οι κάτοικοι εκινδύνευαν από τήν πείνα, η Αγία ωδήγησε μίαν ομάδα πλοίων εις περιοχάς, τάς οποίας δέν είχον καταστρέψει οι Φράγκοι, και τα έφερε πάλιν οπίσω γεμάτα σιτάρι, διά να θρέψουν τους Παρισινούς.
Πρέπει να αναφερθή η λίαν σημαντική μαρτυρία του μεγάλου Αγίου της Αντιοχείας, του ηρωϊκού Οσίου Συμεών του Στυλίτου (†30.4.459), όσον αφορά την παρρησίαν της Οσίας ενώπιον του Κυρίου.
Μερικοί Παρισινοί έμποροι είχον μεταβή εις την Ανατολήν και ελκυσθέντες από την φήμην του θαυμαστού Αγίου Συμεών, ο οποίος ησκήτευεν επί τεσσαράκοντα περίπου έτη επί ενός στύλου εις τήν Αντιόχειαν, τον επεσκέφθησαν διά να λάβουν την ευλογίαν του. Οποίαν όμως έκπληξιν εδοκίμασαν, όταν ο πανθαύμαστος ασκητής τούς είπε να διαβιβάσουν χαιρετισμούς εις την Οσίαν Γενεβιέβην καί εζήτησε με πολλήν ευλάβειαν τάς προσευχάς της!
Η Οσία ήταν επίσης φημισμένη διά την ευσπλαγχνίαν της, ιδίως πρός τους φυλακισμένους, οι οποίοι ήσαν πολλοί κατά την ταραγμένην εκείνην εποχήν.
Πολλάς φοράς εμεσίτευσε με επιτυχίαν προς τον βάρβαρον Φράγκον βασιλέα Χιλδερίκον διά να τους ελευθερώση. Ο βασιλεύς αδυνατούσε να της το αρνηθή, ηττημένος από την θερμήν προσευχήν της.
Μίαν ημέραν ο Χιλδερίκος ήθελε να εκτελέση πολλούς φυλακισμένους, αιχμαλώτους πολέμου. Εξήλθε κρυφίως από την πόλιν καί διέταξεν όπισθεν να κλειδώσουν τάς πύλας. Η Οσία επληροφορήθη τό τεκταινόμενον και έτρεξε προς τον τόπον της εκτελέσεως. Όταν έφθασε προ των κεκλεισμένων πυλών, έκαμε το σημείον του Τιμίου Σταυρού και αυτομάτως ηνοίχθησαν. Επρόφθασε την εκτέλεσιν καί διά μίαν ακόμη φοράν ο ειδωλολάτρης βασιλεύς, όστις την εκτιμούσε βαθύτατα, της εχάρισε τους φυλακισμένους.
Η θεοφόρος και θαυματουργός Οσία Γενεβιέβη εκοιμήθη εν Κυρίω πλήρης ημερών εις τάς 3 Ιανουαρίου, πιθανόν του έτους 512. Τά χαριτόβρυτα λείψανά της ετοποθετήθησαν αρχικώς εις τον ναόν τού Αγίου Διονυσίου και κατόπιν εις τον ναόν του Αγίου Στεφάνου εις τό Παρίσι, επί του λόφου όπου προσέφερε προς τον Ουράνιον Νυμφίον της Χριστόν ως πολύτιμον προίκαν τους ασκητικούς κόπους και τά δάκρυα της αγάπης της.

Ο τάφος της Αγίας Γενεβιέβης στην εκκλησία του St-Etienne-du-Mont.

Λειψανοθήκη με λείψανο της αγίας Γενεβιέβης.
Πηγή: Περιοδ. «Άγιος Κυπριανός», αριθ. 216/Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1987, σελ. 127-128 και 217/Μάρτιος-Απρίλιος 1987, σελ. 143-144.

Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2013

Οι Άγιοι της Εκκλησίας

Οι Άγιοι της Εκκλησίας



ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Του πρ. Γεωργ. Κουγιουμτζόγλου
 
 Κατά το Συνοδικό της Ορθοδοξίας, Άγιοι είναι οι γνήσιοι θεράποντες του Χριστού. «Άγιοι είναι οι ευσεβείς ορθόδοξοι χριστιανοί, οι όποιοι δια μεν της τελείας αγάπης τους προς τον Θεόν καί της ακριβεστέρας υπακοής των είς τον Νόμoν Του εύηρέστησαν ενώπιον Του, δια δε της δωρεάς του Άγιου Πνεύματος ήγιά-σθησαν, εθεώθησαν καί έδοξάσθησαν υπό του Θεού, και ζώντες και μετά την κοίμησίν των... και δια της δοθείσης εις αυτούς παρρησίας πρεσβεύουν υπέρ ζώντων και κεκοιμημένων» (Επισκόπου Μελετίου, Αγιολογία).

Ή ονομασία Άγιος δίδεται κατ' αρχάς στους Μάρτυρες πού ομολόγησαν την πίστη τους στον Χριστό και γι' αυτό τους θανάτωσαν (μαρτύρησαν). Μετά το τέλος των διωγμών ή ονομασία δίνεται και σ' αυτούς πού διακρίθηκαν για την άγια ζωή τους.
Τα μέλη της Εκκλησίας σέβονται και τιμούν τους Αγίους «εν λόγοις, εν συγγραφαίς, εν νοήμασι (με ύμνους και τροπάρια), εν θυσίαις (θ. Λειτουργίες), εν ναοίς, εν εικονίσμασι» (Συνοδικό Ζ Όίκουμενικής Συνόδoυ), επειδή αυτοί απολαμβάνουν τιμή καί δόξα στη Βασιλεία των ουρανών, έχουν παρρησία στο θρόνο του θεού και μεσιτεύουν υπέρ ημών.

Προσφέρουμε την τιμή μας στους Αγίους όλους και στην Παναγία καί στους αγίους Αγγέλους, αλλά λατρεία προσφέρουμε μόνο στον Τριαδικό Θεό, τον Πατέρα, τον Υίό καί το Αγιο Πνεύμα. Προσκυνούμε καί ασπαζόμαστε τις Άγιες εικόνες των Αγίων τιμητικά (ή προσκύνηση διαβαίνει στο πρωτότυπο, το εικονιζόμενο πρόσωπο και όχι στο υλικό της εικόνας) και του Θεού λατρευτικά (τιμητική - λατρευτική προσκύνηση).

Ή Εκκλησία μας την τιμή αυτή στους Άγιους την εκδηλώνει:
α.Με ανέγερση Ναών στο όνομα τους και την τοποθέτηση ιερών λειψάνων τους στην Άγία Τράπεζα.
β.Με προσκύνηση των Ιερών εικόνων και λειψάνων τους.
γ.Με θέσπιση εορτών προς τιμή τους.
δ.Με συγγραφή άσματικών ακολουθιών, εγκωμίων κ.λπ.
ε.Με επίκληση των πρεσβειών τους και πίστη στην αποτελεσματικότητα της μεσιτείας τους. Συγχρόνως μας προτρέπει να τους μιμηθούμε στο φρόνημα και τη ζωή τους, υπενθυμίζοντας μας το «Αγιοι γίνεσθε ότι εγώ Άγιος ειμί» (Α' Πέτρ. α', 16) και ότι «Μνήμη Αγίου, μίμηση Αγίου» (Πατέρες της Εκκλησίας).
Σ' αυτή τη μίμηση διευκολύνει ή Εκκλησία τους πιστούς με την καθιέρωση εορτών προς τιμή τους. Και υπάρχουν;
α. Επέτειοι του Μαρτυρίου ή της κοιμήσεως των Αγίων. Ή ήμερα αυτή ονομάζεται «μνήμη Αγίου» ή «γενέθλιος ήμερα» του Αγίου (εισήλθε - γεννήθηκε στην αιώνια ζωή)1.
β. Συνάξεις. Πρόκειται για εορτές πού τελούνται την επόμενη ήμερα μιας Δεσποτικής ή Θεομητορικής εορτής. Συνάζονται οί πιστοί για να τιμήσουν το πρόσωπο το όποιο συμμετείχε ή συνέβαλε στην εορτή. "Ετσι έχουμε; Σύναξη της Θεοτόκου στίς 26 Δεκεμβρίου (αυτή έγέννησε τον Χριστό), Σύναξη του Προδρόμου στίς 7 Ιανουαρίου (αυτός βάπτισε τον Χριστό), Σύναξη του αρχαγγέλου Γαβριήλ στίς 26 Μαρτίου κ,λπ.
γ.Ευρέσεις καί άνακομιδές ή μετακομιδές αγίων λειψάνων.
δ.Επέτειοι θαυμάτων καί σπουδαίων γεγονότων από τη ζωή της Εκκλησίας ή των Αγίων.
Έπι πλέον για να τιμηθούν όλοι μαζί οί Αγιοι, γνωστοί καί άγνωστοι, θεσπίστηκε καί ή εορτή «Των Αγίων Πάντων», πού εορτάζεται την πρώτη Κυριακή μετά την Πεντηκοστή.
Καί οί πιστοί ανταποκρινόμενοι στη φροντίδα αυτή καί αγάπη της Εκκλησίας προστρέχουν στους Ναούς για να τους τιμήσουν, αλλά καί για να ζητήσουν την πρεσβεία καί μεσιτεία τους: «Αγιε του Θεού... πρέσβευε υπέρ ημών». Αυτό το πνεύμα εκφράζει καί το τροπάριο του Μεγάλου Αποδείπνου; «Κύριε, εί μη τους αγίους σου εϊχομεν πρεσβευτάς καί την αγαθότητα σου συμπαθούσαν ύμιν, πώς έτολμώμεν, Σωτήρ ύμνήσαι σε...».
1.Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ
   Αρχίζουμε την απαρίθμηση των Αγίων από την Θεοτόκο, ή οποία είναι καί ΠΑΝ-ΑΓΙΑ.
Το κύριο όνομα της Μητέρας του Θεού είναι Μαρία (Μαριάμ). Όλα τα αλλά είναι επίθετα - προσωνυμίες πού δείχνουν ιδιότητες ή χαρίσματα της.
Θεοτόκος λέγεται γιατί εγέννησε τον Χριστό πού είναι Θεός. Παναγία λέγεται γιατί συγκεντρώνει όλη την αγιότητα σε όλη τη ζωή της και στον υπέρτατο βαθμό.
Άειπάρθενος λέγεται γιατί συνέλαβε έκ Πνεύματος Αγίου καί γέννησε υπερφυσικά Θεό καί Άνθρωπο μυστήριο πού γίνεται κατανοητό μόνο με πίστη. Αυτό δηλώνεται στην Αγιογραφία με τά τρία αστέρια πού έχει στο μέτωπο καί ώμους της καί σημαίνουν οτι ή Παναγία ήταν Παρθένος προ του τόκου, κατά τον τόκο καί μετά τον τόκο (τη γέννα).
Ή Δέσποινα του κόσμου καί Βασίλισσα των Ουρανών υπερέχει όχι μόνο των Άγιων όλων, αλλά καί των άγιων Αγγέλων. Γι' αυτό χαιρετίζεται καί τιμάται ως «Τιμιωτέρα των Χερουβείμ καί ενδοξότερα άσυγκρίτως των Σεραφείμ». Μόνο ή Αγία Τριάδα ύπερέχει της Παναγίας. Γι' αυτό:
α. Κατέχει τα «Δευτερεία της Αγίας Τριάδος».
β. Στήν Αγία Πρόθεση πριν από τους Αγγέλους καί τους Αγίους αίρεται (βγαίνει) μερίδα πρώτα για την Παναγία.
γ.Εορτάζεται κάθε χρόνο περισσότερο από εννέα φορές: (1) 25 Μαρτίου - Ευαγγελισμός (2) 2 Ιουλίου - Κατάθεση άγιας Έ-σθήτος της (3) 15 Αυγούστου - Κοίμηση (4) 33 Αυγούστου - Κατάθεση αγίας Ζώνης της (5) 8 Σεπτεμβρίου - Γενέσιο (6) 28 Όκτωβρίου - Άγία Σκέπη (7) 21 Νοεμβρίου - Εισόδια (8) 9 Δεκεμβρίου -Σύλληψη Άγιας Αννας (9) 26 Δεκεμβρίου - Σύναξη της Πανα-γίας κ.α.
δ.Ή Τετάρτη κάθε Εβδομάδας είναι αφιερωμένη στη Θεοτόκο.
ε. Υπάρχει πλήθος εορτών προς τιμή της ανευρέσεως παλαιών άπωλεσθέντων εικόνων της.
στ.Υπάρχει μέγα πλήθος Εκκλησιών αφιερωμένων στη Χάρη της2.
ζ.Καθιερώθηκαν οι Χαιρετισμοί της Θεοτόκου πού ψάλλονται ολόκληρο το χρόνο, ιδιαίτερα όμως τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή ως Ακάθιστος Ύμνος με τέσσερις Στάσεις.
η.Ολόκληρος ό Αύγουστος είναι αφιερωμένος στην Παναγία μας: με την Κοίμηση της, τις Παρακλήσεις, τα Μεθεόρτια, τα Έννιάμερα και στις 31 με την κατάθεση της Άγιας Ζώνης με εορτή της Παναγίας τελειώνει το εκκλησιαστικό έτος!
θ.Οί ακολουθίες όλων των εορτών της Εκκλησίας περιέχουν πλήθος τροπαρίων προς τιμή της Παναγίας καί δεν υπάρχει ωδή Κανόνος Αγίου πού να μην καταλήγει σε Θεοτόκιο δηλ. τροπάριο πού υμνεί την Παναγία μας.

Είναι κατά συνέπεια πλήρως δικαιολογημένη ή απεριόριστη ευλάβεια καί τιμή που έχει ό ορθόδοξος Λαός στη Θεοτόκο Παναγία, και ή καταφυγή του στις σωστικές μεσιτείες της προς τον Υίόν της. Καί ό Χριστός, ό Υιός της, πάντοτε εισακούει τίς αιτήσεις της και τις ικανοποιεί. Γι' αυτό λέγουμε ότι οί πρεσβείες της Παναγίας μας είναι σωστικές και αιτούμενοι την πρεσβεία της λέγουμε ή ψάλλουμε «Ύπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς».
2. ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ
    Οι Άγγελοι δημιουργήθηκαν πριν από τον άνθρωπο και πριν από τη δημιουργία του ορατού κόσμου. Είναι «Λειτουργικά πνεύματα εις διακονίαν αποστελλόμενα δια τους μέλλοντας κληρονομείν σωτηρίαν» (Έβρ. α', 14), Ως πνεύματα είναι αυλοί και ασώματοι, δε διακρίνονται σε φύλα, δεν πολλαπλασιάζονται ούτε αποθνήσκουν. Ό αριθμός τους είναι αναρίθμητος και χωρίζονται σε εννέα αγγελικά τάγματα:
Άγγελοι - Αρχάγγελοι - Δυνάμεις
Αρχαί - Έξουσίαι - Θρόνοι
 Κυριότητες - Χερουβείμ - Σεραφείμ
Πίστη της Εκκλησίας είναι ότι για κάθε άνθρωπο, Εκκλησία και πόλη υπάρχει Άγγελος φύλακας - προστάτης.
Το έργο των Αγγέλων είναι να υμνούν καί να δοξολογούν τον Θεό ακατάπαυστα καί να πρεσβεύουν σ' Αυτόν υπέρ των ανθρώπων. Επίσης αποστέλλονται από τον Θεό για να ενισχύουν, να βοηθήσουν ή να σώσουν ατομικά ή ομαδικά τους ανθρώπους πού έχουν ανάγκη. Γενικά, είναι λειτουργοί της Θείας Πρόνοιας καί στίς εμφανίσεις τους, όταν ποτέ συμβεί (Αγγελοφάνειες) προσλαμβάνουν ανθρώπινη μορφή ανδρική, ή νεανική. Ετσι εμφανιζόταν ό Αρχάγγελος Μιχαήλ (στην εποχή κυρίως της Π. Διαθήκης) καί ό Αρχάγγελος Γαβριήλ (στην εποχή της Κ. Διαθήκης)3.
Ή Εκκλησία μας κατεδίκασε τη λατρευτική τους προσκύνηση καί τιμάει τους Αγγέλους όπως καί τους Αγίους:
α. Με γιορτές προς τιμή τους.
β.Αφιερώνοντας τη Δευτέρα κάθε Εβδομάδας υμνολογικό σ' αυτούς.
γ.Βγάζοντας μερίδα «εις τιμήν καί μνήμην τους» καί μάλιστα αμέσως μετά τη μερίδα της Παναγίας.
δ.Με την ειδική ευχή του Αποδείπνου «Εις φύλακα 'Αγγελον», τον Παρακλητικό Κανόνα στο φύλακα Άγγελο και άλλο ένα στους Άγιους Αγγέλους.
Με αυτούς τους τρόπους δίδεται αφορμή στους πιστούς να ζητούν τη βοήθεια καί τη μεσιτεία τους.
3. Ο ΤΙΜΙΟΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ
    «Ενας είναι ό Κύριος, δεύτερη 'ναι ή Παναγιά, τρίτος ειν' ό Πρόδρομος,.». Ό άγιος Ιωάννης ό Πρόδρομος ακολουθεί μόνο την Παναγία καί βρίσκεται πάνω από κάθε άλλο Αγιο της Εκκλησίας μας, σύμφωνα με το λόγο του Κυρίου «...ουκ έγήγερται εν γεν-νητοΐς γυναικών μείζων Ιωάννου του Βαπτιστού» (Ματ. ια', 110).
α.Αναγνωρίζεται ως ό μεγαλύτερος των Προφητών όπως αναφέρεται στο Απολυτίκιο του.
β.Υπήρξε Πρόδρομος του Κυρίου καί προετοίμασε ζωντανούς καί νεκρούς, όπως πάλι αναφέρεται στο Απολυτίκιο του, για να δεχθούν τον Χριστό.
γ.Όνομάστηκε καί Βαπτιστής του λαού καί του Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό.
δ.Υπήρξε καί Μάρτυρας γιατί αποκεφαλίστηκε επισφραγίζοντας το έργο του με το αίμα του.
ε.Εικονίζεται στα εικονοστάσια των Ναών (τέμπλο) κατά κανόνα αριστερά του Κυρίου.
στ.Ή Εκκλησία βγάζει ειδική μερίδα στην Άγία Πρόθεση στο όνομα του.
ζ.Κάθε Τρίτη είναι υμνολογικά αφιερωμένη στη μνήμη του.
η.Τιμάται ή μνήμη του έξι φορές το χρόνο (1) 7 Ιανουαρίου - Σύναξη (2) 24 Φεβρουαρίου - α'καί β'εύρεση της τιμίας Κεφαλής του (3) 25 Μαΐου - γ' εύρεση της τιμίας Κεφαλής του (4) 24 Ιουνίου - Γενέθλια (5) 29 Αυγούστου - Απότομη τιμίας Κεφαλής του και (6) 23 Σεπτεμβρίου - Σύλληψη.

4. ΑΓΙΟΙΑΠΟΣΤΟΛΟΙ
    Οι Αγιοι Απόστολοι εξελέγησαν από τον Κύριο και Τον υπηρέτησαν μέχρι θανάτου. "Εγιναν φορείς της εν Χριστώ άποκαλύψεως, φωτίστηκαν από το Άγιο Πνεύμα με όλα τα Χαρίσματα καί αποτελούν τα θεμέλια της Εκκλησίας, ή όποια γι' αυτό καλείται και «Αποστολική». Θεωρούνται ανώτεροι όλων των άλλων Αγίων.
Έκτος από τους δώδεκα Αποστόλους πού αποτέλεσαν το στενό κύκλο των Μαθητών Του, ό Χριστός έδιάλεξε καί άλλους έβδομήκοντα οί όποιοι συμπλήρωναν το έργο των δώδεκα.
Ή Εκκλησία τους τιμά τον καθένα σε ιδιαίτερη ημερομηνία του έτους αλλά καί όλους μαζΐ τους δώδεκα στη Σύναξη των Αγίων Αποστόλων στίς 30 Ιουνίου καί τους Έβδομηκοντά στη Σύναξη των Έβδομήκοντα στίς 4 Ιανουαρίου.
Εχει αφιερώσει υμνολογικό την ημέρα Πέμπτη της Εβδομάδας για να τιμήσει αυτούς για το μεγάλο έργο τους, ένω εξάγει ιδιαίτερη μερίδα στην Ιερά Πρόθεση για τους δώδεκα καί έβδομηκοντα.

5. ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΙΠΑΤΕΡΕΣ
    Αποστολικοί λέγονται οι Πατέρες πού αποτέλεσαν την πρώτη μεταποστολική γενιά στην κορυφή της Εκκλησιαστικής Ίεραρχίας. Υπήρξαν Μαθητές των Αποστόλων συνοδοί, αυτόπτες καί αύτήκοοι των Αποστόλων.
Τα γραπτά τους έργα έχουν μεγάλο κύρος, γιατί γράφτηκαν στους χρόνους αμέσως μετά τους Αποστόλους καί διατηρούν πολλές Αποστολικές παραδόσεις.
Οι σημαντικότεροι από αυτούς είναι:
-Άγιος Κλήμης, επίσκοπος Ρώμης
-Αγιος Ιγνάτιος, επίσκοπος Αντιοχείας
-Αγιος Πολύκαρπος, επίσκοπος Σμύρνης
-Ό Έρμάς πού έγραψε το έργο «Ποιμήν» καί ό Πάπιας, πού έγραψε το έργον «Λογίων Κυριακών Εξηγήσεις».

6. ΟΙ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΙ
    Τον τίτλο του Ίσαποστόλου ή Εκκλησία τον απένειμε σε Αγίους πού αφιέρωσαν τη ζωή τους στη διάδοση του Χριστιανισμού.
Τέτοιοι ισαπόστολοι είναι:
-Ή Άγία Φωτεινή ή Σαμαρείτιδα (26 Φεβρουαρίου καί Ε' Κυριακή από του Πάσχα).
-Ή Άγία Μαγδαληνή ή Μυροφόρα (22 Ιουλίου).
-Οι Άγιοι Θεόστεπτοι Βασιλείς Κων/ντίνος καί Ελένη (21 Μαίου).
- Ή Άγία Θέκλα (24 Σεπτεμβρίου).
-Οι Θεσσαλονικείς Φωτιστές των Σλάβων Κύριλλος καί Μεθόδιος (11 Μαίου).
-Ό Άγιος Κοσμάς ό Αιτωλός (24 Αυγούστου).
-Ή Άγία Νίνα της Γεωργίας.
-Ό Άγιος Βλαδίμηρος Βασιλιάς των Ρώσων.
-Ή Άγία ΟΛΓΑ κ.α.

7. ΟΙ ΙΕΡΑΡΧΕΣ - ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
    Πατέρες της Εκκλησίας ονομάζονται όσοι από τους κληρικούς της Εκκλησίας, κυρίως Επίσκοποι, διακρίθηκαν για:
-Την αγιότητα του βίου τους, ακολουθώντας πιστά τα ίχνη Χριστού.
-Την Ορθόδοξη διδασκαλία τους. Συστηματικά καί ορθά ερμήνευσαν καί εδίδαξαν την Άγία Γραφή.
-Την κοινή αναγνώριση τους από το πλήρωμα της Εκκλησίας.
Οι περισσότεροι από αυτούς έλαβαν μέρος στις Οικουμενικές ή Τοπικές Συνόδους, αγωνίστηκαν σθεναρά εναντίον των αίρέσεων καί πρωτοστάτησαν στον αγώνα υπέρ της Ορθοδοξίας. Αυτοί συστηματοποίησαν τη διδασκαλία της Εκκλησίας με τους Όρους, (Δογματικές αποφάσεις), των Οικουμενικών καί Τοπικών Συνόδων, καθώς καί με τους Κανόνες των συγγραμμάτων τους.

8. ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ
    Οι Χριστιανοί πού διώχτηκαν καί βασανίστηκαν για την πίστη τους στο Χριστό καί τελικά μαρτύρησαν, ονομάζονται Μάρτυρες.
Το μαρτύριο πού είναι αποτέλεσμα ομολογίας της πίστεως στο Χριστό καί την Ορθοδοξία είναι εθελούσια μίμηση του πάθους του Χριστού. Από την πρώτη Εκκλησία θεωρήθηκε ως βάπτισμα, «βάπτισμα δι' αίματος» καί μάλιστα ανώτερο από το βάπτισμα «δι' ύδατος». Το μαρτύριο, όταν ό μάρτυρας έχει τίς απαραίτητες προϋποθέσεις σωτηρίας, παρέχει πλήρη άφεση των αμαρτιών.
Μέγα νέφος Μαρτύρων δημιουργήθηκε στους τρεις πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού από τους διωγμούς των Ρωμαίων Αυτοκρατόρων, οι όποιοι με δαιμονική μανία εκκίνησαν τον ένα διωγμό μετά τον άλλο εναντίον των Χριστιανών, φέροντες τα αντίθετα ακριβώς αποτελέσματα.
Οι Μάρτυρες διακρίνονται σε:
α.Μεγαλομάρτυρες (λόγω αντοχής καί διαρκείας των βασανιστηρίων, λαϊκοί ή κληρικοί).
β.Ίερομάρτυρες (όσοι ήσαν ιερωμένοι).
γ.Όσιομάρτυρες καί Όσιοπαρθενομάρτυρες (άνδρες ή γυναίκες μοναχοί ή ασκητές).
δ.Μάρτυρες (οι λαϊκοί).
ε.Παρθενομάρτυρες (οι νέες πού ζούσαν στον κόσμο).
στ.Νεομάρτυρες (λαϊκοί καί κληρικοί που μαρτύρησαν στην περίοδο της Τουρκοκρατίας, μετά από αυτή καί όσοι θα μαρτυρούν μέχρι της συντέλειας του κόσμου.

9. ΟΙ ΟΜΟΛΟΓΗΤΕΣ
    Όσοι ομολόγησαν τον Χριστό, αλλά δεν μαρτύρησαν - είτε γιατί οί διώκτες τους δεν τους βασάνισαν τόσο ώστε να αποθάνουν, είτε γιατί έπαυσαν τη δίωξη τους καί απέθαναν τελικά με φυσικό θάνατο - ονομάζονται Όμολογητές.
Ή Εκκλησία τιμάει τους Όμολογητές βασιζόμενη στη διαβεβαίωση του Κυρίου «Πας όστις ομολογήσει εν εμοί έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω κάγώ εν αύτω έμπροσθεν του Πατρός μου» (Ματ. ι', 32).

10. ΟΙ ΑΠΟΛΟΓΗΤΕΣ
    Ό Χριστιανισμός με την εμφάνιση του ανατάραξε τους θεσμούς της εποχής του καί γι' αυτό θεωρήθηκε «Ίουδαίοις μεν σκάνδαλον, Ελλησι δε μωρία...» (Α'Κορ. α', 23) καί κατηγορήθηκε καί διώχθηκε.
Όσοι υπερασπίστηκαν θεωρητικά το Χριστιανισμό καί προέβαλλαν την αλήθεια του μπροστά σε Αυτοκράτορες καί γενικότερα μπρος στην πολιτική ρωμαϊκή εξουσία ή μπρος στην ιουδαϊκή ιεραρχία ονομάστηκαν Απολογητές.
Μετά τους Απολογητές των πρώτων αιώνων, Απολογητές εμφανίστηκαν καί μετά την εξάπλωση του Μωαμεθανισμού και άνέζησαν στους νεώτερους χρόνους προς απόκρουση των αθεϊστικών κηρυγμάτων.
Οι πιο γνωστοί Απολογητές των πρώτων αιώνων ήσαν οι Αθηναίοι Κοδράτος, Άθηναγόρας καί Αριστείδης, ο Παλαιστίνος Ιουστίνος ο φιλόσοφος και μάρτυς, Κλήμης ο Άλεξανδρεύς, Ώριγένης και οι Αφρικανοί Λατίνοι Τερτυλλιανός και Κυπριανός. Μετά τους διωγμούς απολογητικά έργα συνέγραψαν οι μεγάλοι θεολόγοι Πατέρες του Δ' και Ε' αιώνα.

11. ΟΙ ΟΣΙΟΙ
    Μετά το τέλος των διωγμών επεκράτησε ή άποψη ότι ή ενάρετη ζωή εν Χριστώ είναι ισάξια με το μαρτυρικό θάνατο. "Ετσι, έφαρμόζοντες το λόγιο «διό εξέλθετε έκ μέσου αυτών καί άφορίσθητε (αποχωριστείτε)» (Β' Κορ. στ', 17), πολλοί εγκατέλειπαν τόν κόσμο καί αφιερώθηκαν στον Χριστό εξ ολοκλήρου. Αυτό θεωρήθηκε «μαρτύριο της συνειδήσεως» καί εξομοιώθηκε με το «-μαρτύριον του αίματος». «Μάρτυρες τη βουλήσει άνευ μαστιγών καί διωγμών» (Μέγας Βασίλειος).

Αυτοί είναι οι Μοναχοί, οι Ασκητές καί οι Αναχωρητές, πού έζησαν ή σε Κοινόβια Μοναστήρια ή σε σπηλιές. Αποτέλεσμα της αυστηρής και ασκητικής αυτής ζωής είναι ή κάθαρση, ό φωτισμός, καί ή χαρίτωσή τους με τίς δωρεές του Αγίου Πνεύματος. Ή προσφορά τους προς τον κόσμο με τις δεήσεις τους υπέρ  του σύμπαντος κόσμου, τίς ποικίλες θαυματουργικές επεμβάσεις τους, τίς θεόπνευστες συγγραφές τους, τις όποιες και σήμερα απολαμβάνουμε και τους ποικίλους αγώνες τους υπέρ της Όρθοδοξίας, οδήγησε την Εκκλησία στην αναγνώριση τους ως εμπροσθοφυλακής του Σώματός της κατά των εχθρών της πίστεως και τους τιμάει ως Όσιους και Θεοφόρους Πατέρες.
Μερικοί από τους επιφανέστερους Όσιους είναι ό Μ. Αντώνιος, ό Παχώμιος, Σάββας ό ήγιασμένος, ό Ευθύμιος, Θεοδόσιος ό Κοινοβιάρχης, Μακάριος ό Αιγύπτιος, Αθανάσιος ό Άθωνίτης κ.λπ.

12. ΟΙ ΔΙΚΑΙΟΙ
    Όλοι όσοι έζησαν προ Χρίστου σύμφωνα με το θειο Νόμο καί με την ελπίδα της έλεύσεως του Μεσσία: Προπάτορες, Θεοπάτορες, Προφήτες, Πατριάρχες, Βασιλείς κ.λπ. λέγονται Δίκαιοι, (δηλαδή Αγιοι προ Χριστού).
1. Όλοι μας πρέπει να εορτάζουμε τη μνήμη του Αγίου μας καί όχι τα γενέθλια μας. (Ή Άγία μας Εκκλησία καθόρισε να τελούνται τρία μόνον γενέθλια: του Χριστού, της Παναγίας καί του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου). Εμείς οί Όρθόδοξοι τιμούμε τον Αγιο μας, τον έχουμε προστάτη, μεσίτη καί βοηθό καί αγωνιζόμαστε να Τον μιμηθούμε, ζώντας με κέντρο πάντοτε τον Θεάνθρωπο Χριστό, δηλ. ζούμε θεανθρωποκεντρικά. Οί Παπικοί ζουν με κέντρο τον άνθρωπο, δηλαδή ανθρωποκεντρικά (εξ καί ό εορτασμός των γενεθλίων), ενώ οι Προτεστάντες (Ευαγγελικοί, Πεντηκοστιανοί κ.λπ.) εορτάζουν τα γενέθλια επειδή δεν έχουν Άγιους. Ή συνήθεια λοιπόν εορτασμού των γενεθλίων ήλθε από τη Δύση και είναι άντορθόδοξη.
2. Στήν Κύπρο προ της εισβολής είχαν καταγραφεί σε βιβλίο οί Ναοί, Παρεκκλήσια, έξωκκλήσια κ.λπ. της νήσου καί οι Αγιοι στους οποίους ήσαν αφιερωμένοι. Την πρώτη θέση κατείχε ή Παναγία.
3. Αρχάγγελος ήταν καί ό Εωσφόρος με το τάγμα των Αγγέλων του. Λόγω όμως της αλαζονείας καί του εγωισμού του θέλησε να γίνει Θεός, με αποτέλεσμα την πτώση του καί τη μετάπτωση των Αγγέλων σε πονηρά καί κακοποιά πνεύματα σε Διάβολο καί Δαίμονες. Από τότε αντιμάχονται τον Θεό καί επιδιώκουν καί την απομάκρυνση του ανθρώπου από το νόμο Του. Τον παρασύρουν στην αποστασία, την απώλεια, την κόλαση, «εις το πυρ το αιώνιον το ήτοιμασμένον τω διαβόλω καί τοις άγγέλοις αυτού» (Ματ, κε', 41).
 


Read more:http://www.egolpion.com/E9D3A77F.el.aspx#ixzz2nXv6FEEX

Τετάρτη, 11 Δεκεμβρίου 2013

ΑΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ


ΑΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ
 

 
 
Απολυτίκιον.
Ήχος α’. Του λίθου σφραγισθέντος. 
Της Συνόδου της πρώτης ανεδείχθης υπέρμαχος, και θαυματουργός θεοφόρε, Σπυρίδων Πατήρ ημών· διό νεκρά συ εν τάφω προσφωνείς, και όφιν εις χρυσούν μετέβαλες· και εν τω μέλπειν τας αγίας σου ευχάς, Αγγέλους έσχες συλλειτουργούντάς σοι Ιερώτατε. Δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ· δόξα τω σε στεφανώσαντι· δόξα τω ενεργούντι δια σου, πάσιν ιάματα.
 
Κοντάκιον.
Ήχος β’. Τα άνω ζητών.
Τω πόθω Χριστού τρωθείς, Ιερώτατε, τον νουν πτερωθείς, τη αίγλη του Πνεύματος, πρακτική θεωρία, την πράξιν εύρες θεόπνευστε, θυσιαστήριον θείον γενόμενος, αιτούμενος πάσι θείαν έλλαμψιν.
 
Μεγαλυνάριον.Χαίροις των θαυμάτων ο ποταμός· Χαίροις ασθενούντων, και πασχόντων ο ιατρός· Χαίροις των λογίων του Πνεύματος ο σπόρος, Σπυρίδων Τριμυθούντος, ποιμήν τρισόλβιε.
ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ
"Μακάριοι οι πραείς, ότι αυτοί κληρονομήσουσι την γην", είπε ο Χριστός στην "επί του Όρους" ομιλία.

Τα λόγια αυτά βρίσκουν τελεία εφαρμογή στο πρόσωπο του Αγίου Σπυρίδωνος, του οποίου η Εκκλησία σήμερα γιορτάζει την μνήμη και τον οποίο στους ιερούς ύμνους ονομάζει "πράον και κληρονόμον της γης". Όπως και σε πολλούς άλλους Αγίους έτσι και στον Άγιο Σπυρίδωνα, η Εκκλησία έδωκε την προσωνυμία του θαυματουργού.
Πραγματικά είναι πολλά τα θαύματα, που ετέλεσε και τελεί και όταν ζούσε κι όταν εξεδήμησε ο Άγιος του Θεού.
Το ιερό λείψανο του Αγίου Σπυρίδωνος, που σώζεται και φυλάγεται ολόσωμο στην Κέρκυρα, είναι και σήμερα πηγή θαυμάτων για τους πιστούς.
Χωρίς όπλα και χωρίς πόλεμο, παρά μόνο με την πραότητα και την ταπεινοφροσύνη οι Άγιοι κατάκτησαν τον κόσμο.
Όχι τις χώρες, αλλά τις συνειδήσεις των ανθρώπων. Αυτή είναι η μεγάλη κατάκτηση.


 
Ο Άγιος Σπυρίδων γεννήθηκε το 270 μ.Χ. στο τώρα κατεχόμενο χωριό Άσσια (Άσκια) της Κύπρου (και όχι στην Τριμυθούντα - σημερινή Τρεμετουσιά - όπως γράφουν πολλοί) από οικογένεια βοσκών, που ήταν κάπως εύπορη. Αν και μορφώθηκε αρκετά δεν άλλαξε επάγγελμα. Συνέχισε και αυτός να είναι βοσκός.

Σαν χαρακτήρας, ο Άγιος, ήταν απλός, αγαθός, γεμάτος αγάπη για τον πλησίον του. Τις Κυριακές και τις γιορτές, συχνά έπαιρνε τους βοσκούς και τους οδηγούσε στους ιερούς ναούς, και κατόπιν τους εξηγούσε την ευαγγελική ή την αποστολική περικοπή. Ο Θεός τον ευλόγησε να γίνεται συχνά προστάτης χήρων και ορφανών.

Νυμφεύθηκε ευσεβή σύζυγο και απέκτησε μια κόρη, την Ειρήνη. Γρήγορα, όμως, η σύζυγός του πέθανε. Για να επουλώσει το τραύμα του ο Σπυρίδων αφοσιώθηκε ακόμα περισσότερο στη διδαχή του θείου λόγου.

Μετά από πολλές πιέσεις, χειροτονήθηκε ιερέας. Και πράγματι, υπήρξε αληθινός ιερέας του Ευαγγελίου, έτσι όπως τον θέλει ο θείος Παύλος: «Ἀνεπίληπτον, νηφάλιον, σώφρονα, κόσμιον, φιλόξενον, διδακτικόν, τέκνα ἔχοντα ἐν ὑποταγῇ μετὰ πάσης σεμνότητας» (Α’ Τιμ. γ’, 2-7). Δηλαδή,
Ακατηγόρητο, προσεκτικό, εγκρατή, σεμνό, φιλόξενο, διδακτικό, και να έχει παιδιά που να υποτάσσονται με κάθε σεμνότητα. Έτσι και ο Σπυρίδων, τόσο σωστός υπήρξε σαν ιερέας, ώστε όταν χήρεψε η επισκοπή Τριμυθούντος στην Κύπρο, δια βοής λαός και κλήρος τον εξέλεξαν Επίσκοπο.

Από τη θέση αυτή ο Σπυρίδων προχώρησε τόσο πολύ στην αρετή, ώστε τον αξίωσε ο Θεός να κάνει πολλά θαύματα.

Να σημειώσουμε εδώ ότι ο Άγιος Σπυρίδων με το κύρος της αγίας και ηθικής ζωής του στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο, που έγινε στη Νίκαια της Βιθυνίας (Μικρά Ασία) και στην οποία συμμετείχε, κατατρόπωσε τους Αρειανούς και αναδείχτηκε από τους λαμπρούς υπερασπιστές της Ορθόδοξης πίστης. Μάλιστα, όπως αναφέρει η Παράδοση, αφού μίλησε για λίγο, κατόπιν έκανε το σημείο του Σταυρού, και με το αριστερό χέρι που κρατούσε ένα κεραμίδι, εις τύπον της Αγίας Τριάδος είπε: «Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός» και έκανε να φανεί προς τα επάνω απ’ το κεραμίδι φωτιά, διά της οποίας είχε ψηθεί αυτό. Όταν δε είπε: «Καὶ τοῦ Υἱοῦ», έρρευσε κάτω νερό, δια του οποίου ζυμώθηκε το χώμα του κεραμιδιού. Και όταν πρόσθεσε: «Καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» έδειξε μέσα στη χούφτα του μόνο το χώμα που απέμεινε.

Ο Άγιος Σπυρίδων κοιμήθηκε στις 12 Δεκεμβρίου του 350 μ.Χ.

Τα 648 μ.χ. η Κύπρος αντιμετώπιζε μεγάλες επιδρομές από τους Σαρακηνούς και το λείψανο μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό. Τοποθετήθηκε στον Ναό των Αγίων Αποστόλων μαζί με το λείψανο της Αυγούστας Θεοδώρας
. Παρέμεινε στην βασιλίδα των πόλεων μέχρις ότου ο ιερέας Γρηγόριος Πολύευκτος λίγες μέρες πριν την πτώση (1453) πήρε τα δύο λείψανα και τα μετέφερε μέσω Σερβίας, Θράκης και Μακεδονίας στη Παραμυθιά της Ηπείρου. Τρία χρόνια περιπλανήθηκε από τόπο σε τόπο μέχρις ότου φτάσει στην Κέρκυρα. Όλο αυτό το διάστημα είχε τοποθετήσει τα λείψανα σε σακιά με άχυρα και όποιος τον ρωτούσε τους έλεγε πως είναι τροφή για το υποζύγιό του. Το 1456 μ.Χ. έφτασε στην Κέρκυρα γιατί πίστευε πως τα λείψανα θα ήταν ασφαλισμένα. Τα Επτάνησα εκείνη την εποχή βρίσκονταν κάτω από την εξουσία των Ενετών. Ο ιερέας Γρηγόριος Πολύευκτος βρήκε ένα συμπολίτη του πρόσφυγα τον ιερέα Γεώργιο Καλοχαιρέτη και του κληροδότησε το λείψανο του Αγίου.

Μετά τον θάνατο του ο Γεώργιος Καλοχαιρέτης άφησε κληρονομιά στους γιούς του στο Λουκά και Φίλιππο το λείψανο του Αγίου Σπυρίδωνα. Οι δύο αδελφοί θέλησαν να μεταφέρουν το λείψανο στην Βενετία. Η υπόθεση μάλιστα εκδικάστηκε από την Ενετική Γερουσία. Το ανώτατο δικαστικό όργανο του κράτους αποφάσισε ότι το λείψανο αποτελεί ιδιοκτησία των αδελφών, άρα διατηρούν το αναφαίρετο δικαίωμα να το μεταφέρουν όπου εκείνοι επιθυμούν. Τελικά όμως η μεταφορά δεν πραγματοποιήθηκε διότι υπήρξαν έντονες αντιδράσεις από τον Κερκυραϊκό λαό και το ανώτατο δικαστικό όργανο δεν επέμεινε και επικράτησε η σκέψη ότι δεν έπρεπε να δημιουργούνται δυσαρέσκειες στους λαούς οι οποίοι βρίσκονται κάτω από τη Βενετική σημαία.
Το 1512 μ.Χ. συντάχθηκε στην Άρτα δωρητήριο συμβόλαιο στο όνομα της Ασημίνας Καλοχαιρέτη, κόρη του Φιλίππου, η οποία παντρεύτηκε τον Σταμάτιο Βούλγαρη και η οποία με τη σειρά της άφησε διαθήκη που χρονολογείται από τις 25 Νοεμβρίου 1571 μ.Χ. και ορίζει πως το Ιερό Λείψανο του Αγίου παραμένει ως κληρονομιά στους γιούς της και στους απογόνους τους.

Ο ναός ο οποίος στεγάζει σήμερα το σκήνωμα του Αγίου, κτίστηκε στα 1589 μ.Χ. και ανήκει στο ρυθμό της μονόκλιτης βασιλικής. Το ψηλό και πυργωτό καμπαναριό, ως συμπλήρωμα του ναού, κτίστηκε το 1620 μ.Χ. Το σημερινό τέμπλο του ναού, κατασκευασμένο από μάρμαρο της Πάρου, κατασκευάστηκε το 1864 μ.Χ. και είναι έργο του αυστριακού αρχιτέκτονα Μάουερς. Η ουρανία είναι ζωγραφισμένη από τον Κερκυραίο ζωγράφο Νικόλαο Ασπιώτη το 1852 μ.Χ., ενώ οι εικόνες του τέμπλου είναι φτιαγμένες από τον επίσης Κερκυραίο ζωγράφο, Σπύρο Προσαλένδη.
Η σημερινή λάρνακα φτιάχτηκε στη Βιέννη το 1867 μ.Χ. Είναι από σκληρό, πολυτελές ξύλο με εξωτερική ασημένια επένδυση. Βρίσκεται τοποθετημένη μέσα στην κρύπτη, η οποία δημιουργήθηκε ειδικά για να δεχθεί το λείψανο του Αγίου Σπυρίδωνα, το οποίο επισκέπτονται χιλιάδες ξένοι και ντόπιοι επισκέπτες. Είναι ένα από τα τρία άφθορα λείψανα στο Ιόνιο, του Άγιου Σπυρίδωνα, του Άγιου Γεράσιμου και του Αγίου Διονυσίου.

Στην Κέρκυρα το σκήνωμα του Αγίου Σπυρίδωνος λιτανεύεται τέσσερις φορές το χρόνο.
Την Κυριακή των Βαΐων εις ανάμνησιν της απαλλαγής του νησιού από επιδημία πανώλης, που έγινε το έτος 1629 μ.Χ.
Το Μεγάλο Σάββατο γιατί το έτος 1533 μ.Χ. το νησί επλήγη από μεγάλη καταστροφή της σοδιάς των σιτηρών.
Την 11η Αυγούστου για την διάσωση του νησιού από σφοδρή επιδρομή των Τούρκων το 1716 μ.Χ. και
την πρώτη Κυριακή του μηνός Νοεμβρίου, για δεύτερη επιδημία πανώλης το 1673 μ.Χ.

ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ


- Μια μέρα, ένας πτωχός με πολυμελή οικογένεια κτύπησε την πόρτα της Επισκοπής του Αγίου Σπυρίδωνα. Πλησίασε τον Άγιο και με δάκρυα του ζήτησε ένα δάνειο. Το ήθελε για να πληρώσει κάποιο χρέος του σ’ ένα πλούσιο, που απειλούσε να του πωλήσει το σπίτι του. Πού να βρει όμως ο Άγιος ένα τόσο μεγάλο ποσό;

Στον πόνο που του δημιουργούσαν τα πικρά δάκρυα του πτωχού, που από τη θλίψη σπάραζε, ο στοργικός Επίσκοπος καταστενοχωρημένος άρχισε να βηματίζει. Ξάφνου εκεί μπροστά του, πήρε το μάτι του ένα φίδι να σέρνεται μέσα στην πρασινάδα. Σαν αστραπή πέρασε από τον νου του το ραβδί του Ααρών, που στο παλάτι του Φαραώ τ’ αφήκε να πέσει στη γη κι έγινε φίδι. «Ας ήταν, Κύριε, το φίδι αυτό να γινόταν χρυσάφι για τον πτωχό αυτόν οικογενειάρχη, είπε σιγανά. Ναί, Κύριε. Άς γινόταν χρυσάφι, για να βοηθηθεί το δυστυχισμένο αυτό πλάσμα σου», ξανάπε και σήκωσε το χέρι. Το φίδι σταμάτησε. Κι ο Άγιος έσκυψε και το πήρε. Στό χέρι του το σιχαμερό ερπετό μεταμορφώθηκε κι άστραψε τώρα χρυσαφένιο. O πτωχός γεμάτος χαρά πήρε το χρυσάφι κι έτρεξε και το έδωκε ενέχυρο στον πλούσιο δανειστή.

Όταν αργότερα με τη βοήθεια του Θεού πλήρωσε το χρέος του, ο δανειστής του επέστρεψε το χρυσαφένιο ενέχυρο. Κι ο πτωχός το πήρε και με δάκρυα ευγνωμοσύνης το γύρισε στον Άγιο. Αυτός, αφού το έλαβε στα χέρια, έστρεψε τα μάτια στον ουρανό, δόξασε τον Θεό για την άπειρη φιλανθρωπία του κι ύστερα το έρριξε στη γη. Και ώ του θαύματος! Το χρυσάφι έγινε και πάλι φίδι κι έφυγε από μπροστά τους.

- Κάποια άλλη φορά ο Άγιος Σπυρίδωνας, ύστερα από μακρινή οδοιπορία για διδαχή του λαού του μπήκε κουρασμένος στο σπίτι ενός από τους πιστούς του, για να ξεκουραστεί. Στο άκουσμα της είδησης κόσμος πολύς από τα γειτονικά σπίτια στην αρχή κι έπειτα από όλη την κοινότητα έτρεξαν να τον συναντήσουν και να πάρουν την ευλογία του. Ανάμεσα στα πλήθη ήταν και μια αμαρτωλή γυναίκα, που ήρθε κι αυτή να δεί τον άγιο. Κάποια στιγμή μάλιστα έπεσε και κάτω, για να ασπασθεί τα πόδια του. Με τη χάρη του Παναγίου Πνεύματος ο Άγιος, σαν την κοίταξε, γνώρισε αμέσως την αμαρτία της. Χωρίς να τον ακούσει κανένας, με τρόπο γλυκύ και ταπεινό, ψιθύρισε στη γυναίκα: «Κυρά μου, μη με εγγίσεις». Εκείνη όμως επέμενε. Και τότε ο Άγιος με αυστηρότητα φανέρωσε μπροστά σε όλους την αμαρτία της. Η γυναίκα θαύμασε και με συντριβή καρδιάς έσκυψε κι άρχισε με δάκρυα να ζητά το έλεος του Θεού. Μπροστά στη μετάνοιά της ο στοργικός πατέρας, της είπε με συγκίνηση τα λόγια εκείνα, που κάποτε ο ίδιος ο Κύριος απηύθυνε σε μια τέτοια αμαρτωλή: «Θάρσει, θύγατερ. ἀφέωνται σοι αἳ ἁμαρτίαι». Πήγαινε στο καλό και πρόσεχε μελλοντικά. Με τον τρόπο του ο Άγιος βοήθησε την αμαρτωλή εκείνη γυναίκα να μετανοήσει. Αλλά κι έδωκε ένα μάθημα σε όλους. Μόνο η μετάνοια η ειλικρινής, ξεπλένει την ψυχή και αποκαθιστά τον άνθρωπο στη θέση την τιμητική, να είναι παιδί του Θεού.
- Ο άγιος κατά τη Μεγάλη Σαρακοστή συνήθιζε να νηστεύει απόλυτα. Δεν έτρωγε τίποτα, ούτε αυτός ούτε κι η κόρη του. Κάποια βραδυά, σε περίοδο νηστείας, ένας άγνωστος οδοιπόρος κτύπησε την πόρτα της Επισκοπής του. Ο Άγιος έσπευσε με προθυμία να του ανοίξει και να τον υποδεχθεί. Του πρόσφερε νερό να ξεπλυθεί και πήγε να βρει κάτι, για να του δώσει να δειπνήσει. Κοίταξε παντού, μα τίποτα δεν βρήκε. Ούτε ψωμί δεν είχε. Στήν αμηχανία του ο Άγιος θυμήθηκε πως σε κάποια γωνιά βρισκόταν κρεμάμενο ένα κομμάτι διατηρημένο χοιρινό κρέας από τις ημέρες της κρεοφαγίας. Χωρίς να χάσει καιρό, φώναξε την κόρη του να ψήσει λίγο για τον φιλοξενούμενο τους. Η κόρη ετοίμασε το τραπέζι. Έβαλε πάνω το ψητό κρέας και κάλεσαν τον ξένο να φάγει. Ο ξένος, σαν είδε το προσφερόμενο, αρνήθηκε να το δοκιμάσει λέγοντας: «Δέσποτα μου, συγχώρεσε με. Νηστεύω. Είμαι χριστιανός». «Ναί! παιδί μου», είπε ο άγιος, «κι εγώ νηστεύω. Είμαι κι εγώ χριστιανός. Μα μια και δεν έχουμε τίποτε άλλο στο σπίτι κι εσύ πρέπει να τονωθείς ύστερα από την τόση οδοιπορία, θα φας από αυτό που βρίσκεται. Να! εγώ καταλύω πρώτος τη νηστεία. Φάγε, παιδί μου, να τονωθείς». Κι ο Άγιος, για να ενθαρρύνει τον ξένο, έφαγε κι έδωσε και σ’ εκείνο λέγοντας του. «Πάντα καθαρὰ τοὶς καθαροίς, ὁ θεῖος ἀπεφήνατο Λόγος». Την άλλη μέρα φυσικά συνέχισε και πάλι τη νηστεία του.

Το περιστατικό αυτό δείχνει την πλατιά αντίληψη του Αγίου για τη νηστεία, που είναι κι η μόνη ορθή. «Τὸ Σάββατον ἐγένετο διὰ τὸν ἄνθρωπον οὒχ ὁ ἄνθρωπος διὰ τὸ Σάββατον». (Μάρκ. β’, 27).

- Μια βραδυά, την ώρα που όλοι ησύχαζαν, μερικοί κλέφτες μπήκαν στη μάνδρα, που ήσαν τα πρόβατα που έτρεφε ο Άγιος για τις ανάγκες των πτωχών του, για να κλέψουν μερικά. Ξεχώρισαν αυτά που ήθελαν και δοκίμασαν να φύγουν. Άδικα, όμως, προσπαθούν να κινηθούν προς την έξοδο. Τα πόδια και τα χέρια τους δέθηκαν αόρατα από Εκείνον, που όλα τα βλέπει και τα παρακολουθεί. Όλο το βράδυ άγρυπνοι αγωνίζονταν χωρίς να κατορθώσουν αυτό που ήθελαν. Όταν ξημέρωσε και πήγε ο Άγιος στη μάνδρα και τους είδε σε κείνα τα χάλια, τους σπλαγχνίστηκε. Τους μίλησε με καλωσύνη και τους συνέστησε να μην επαναλάβουν αυτή την πράξη. Κι εκείνοι ντροπιασμένοι και καταστενοχωρημένοι του το υποσχέθηκαν. Τους έλυσε τα δεσμά, με τα οποία ήσαν δεμένοι, τους ευλόγησε και τους απέλυσε. Την ώρα, που έφευγαν, τους έδωσε κι ένα κριάρι για «τον κόπο της αγρυπνίας». Πόσο δίκαιο έχει ο λαός μας όταν λέγει: «Αγαπά ο Θεός τον κλέφτη· αγαπά όμως και τον νοικοκύρη». Ο Πανάγαθος «θέλει πάντας σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α’ Τιμ. β’,  4).
- Στις αρχές του 17ου αιώνα μ.Χ. μια τρομερή ανομβρία κτύπησε τα νησιά του Ιόνιου Πελάγους. Ιδιαίτερα τη νήσο Κέρκυρα. Η δύναμη που κρατούσε κι εξουσίαζε τα νησιά με τους πολέμους που διεξήγαγε εδώ κι εκεί, δεν εύρισκε καιρό να σκεφθεί τους δουλοπάροικούς της. Ο λαός πεινά. Υποφέρει. Πλησίαζε και το Πάσχα, η Λαμπρή. Πώς θα περνούσε ο κόσμος τέτοιες μέρες χωρίς ψωμί; Στις δύσκολες αυτές ώρες όλοι θυμούνται τον Θεό. «Η παιδεία Κυρίου ανοίγει μου τα ώτα» (Ησαΐα, ν’, 5) φωνάζει κι ο λόγος του Θεού. Στην εκκλησία που φυλάγεται το λείψανο του Αγίου, ο λαός αγρυπνεί και παρακαλεί. Οι ιερείς ψέλνουν την Παράκληση του Αγίου. Κι η απάντηση έρχεται τάχιστα.

Το Μέγα Σάββατο τρία πλοία φορτωμένα με σιτάρι πλέουν προς την Ιταλία. Όταν περνούσαν την Κέρκυρα, οι ναύτες βλέπουν ξαφνικά και των τριών πλοίων την πλώρη να στρέφεται πλάγια και προς τον βοριά, όπου ήταν η νήσος. Ο αέρας αλλάζει κατεύθυνση και τα βοηθά. Ένας γέροντας ρασοφόρος προχωρεί μπροστά, λες και τους δείχνει τον δρόμο. Και μια φωνή δυνατή ακούεται και επαναλαμβάνεται πολλές φορές. «Προς την Κέρκυρα. Πεινούν εκεί οι άνθρωποι. Θα πληρωθείτε. Θα πληρωθείτε. Προς την Κέρκυρα». Σε λίγο, τα καράβια φτάνουν στο λιμάνι. Τα έφερε ο Άγιος. Ρίχνουν τις άγκυρες και καλούν τον κόσμο να τρέξει να πάρει αυτά που ποθούσε κι είχε τόση ανάγκη. Να πάρει αυτό που στηρίζει την καρδιά του ανθρώπου. Να πάρουν το σιτάρι για να φτιάξουν το ψωμί. Δεν πέρασε πολλή ώρα και το λιμάνι γέμισε από κόσμο. Τα σακκιά με τον ξανθό θησαυρό σέρνονται στην ακρογιαλιά και διαμοιράζονται. Οι καρδιές πανηγυρίζουν. Τα δάκρυα του πόνου μεταβάλλονται με μιας σε δάκρυα χαράς. Δοξολογίας και χαράς, μα κι ευγνωμοσύνης στον Μεγάλο Πατέρα, τον Πανάγαθο Θεό και τον προστάτη κι ακοίμητο φρουρό Άγιο.

Η Ενετική Κυβέρνηση με θέσπισμά της ώρισε κάθε Μεγάλο Σάββατο να γίνεται λιτάνευση του ιερού Σκηνώματος του Αγίου, για να θυμάται πάντα ο λαός το μεγάλο αυτό θαύμα της σωτηρίας του από την πείνα.

- Γύρω στα 1629-30 μ.Χ. καινούργια δοκιμασία έπληξε το ευλογημένο νησί της Κέρκυρας. Αρρώστια μεταδοτική και θανατηφόρα, το κτύπησε αυτή τη φορά χωρίς διάκριση και έλεος. Ήταν πανώλης (πανούκλα). Άνδρες και γυναίκες, νέοι και γέροι, πλούσιοι και πτωχοί προσβάλλονται καθημερινά από την επάρατη νόσο και πεθαίνουν τόσο στην πόλη, όσο και στην ύπαιθρο, τα χωριά. Η διοίκηση του νησιού με τα πρώτα κρούσματα σπεύδει να ψηφίσει και να διαθέσει ένα τεράστιο ποσό, για να περιορίσει την εξάπλωση της αρρώστιας. Άδικα όμως αγωνίζεται. Σε λίγο καιρό η ωραία Κέρκυρα πάει να ερημώσει. Τα καταστήματα τόσο στην πόλη, όσο και στα μεγάλα κέντρα έχουν κλείσει. Η αγορά νεκρώθηκε. Οι δρόμοι έχουν αδειάσει. Μονάχα μερικά αλογοσυρόμενα κάρα κινούνται κάπου-κάπου φορτωμένα με πτώματα για να μεταφέρουν το μακάβριο φορτίο τους έξω από την πόλη για ταφή σε ομαδικούς τάφους. Εικόνα τραγική παρουσιάζει ολόκληρο το νησί.

Κάποια μέρα στη συμφορά αυτή την κοσμογονική ο πιστός και πονεμένος λαός παρά τις συστάσεις των ιατρών να αποφεύγει τον συνωστισμό, τολμά και σπεύδει να κατακλύσει τον ιερό ναό του Αγίου και με συντριβή ψυχής και δάκρυα καυτά να εκζητήσει τη μεσιτεία του.

Κι η σωτηρία δεν αργεί. Προσφέρεται γρήγορα και πλούσια.

Ο ιστορικός της Κέρκυρας Ανδρέας Μάρμορας που ζούσε τότε, μας λέγει, πως η τρομερή επιδημία, παρά την έλλειψη σχετικών φαρμάκων, σε λίγο περιορίστηκε στο ελάχιστο και μέχρι την Κυριακή των Βαΐων σταμάτησε τελείως. Όλες τις νύκτες κατά τις οποίες η πόλη δοκιμαζόταν από την αρρώστια, πάνω από το ναό του Αγίου φαινόταν κάτι σαν φως μιας υπερκόσμιας κανδήλας. Ήταν το σημάδι πως ο Άγιος αγρυπνούσε και φρουρούσε τον λαό του. Έτσι το εξήγησαν οι πιστοί. Το φως το έβλεπαν συνέχεια οι νυχτερινοί σκοποί των φρουρίων.

Η τρομερή αυτή επιδημία, η πανώλης, παρουσιάστηκε και δεύτερη φορά στην Κέρκυρα μετά από σαράντα περίπου χρόνια, το 1673 μ.Χ. Και τούτη τη φορά η αρρώστια ξαπλώθηκε γρήγορα σε πόλεις και χωριά. Τα κρούσματα υπήρξαν πάμπολλα. Το δρεπάνι του θανάτου θέριζε κι αυτή τη φορά καθημερινά ένα μεγάλο αριθμό από τους κατοίκους.

Στις παρακλήσεις του λαού του, ο θαυματουργός Άγιος έσπευσε να ανεβάσει και πάλι στον θρόνο της θείας Μεγαλωσύνης, τη συντριβή και τα δάκρυα του πιστού λαού μαζί με τα δικά του και να εκζητήσει και να λάβει τάχιστα το ουράνιο έλεος και τη σωτηρία του. Τα λόγια του Πνεύματος του Θεού «επικάλεσαί με εν ημέρα θλίψεώς σου και εξελούμαί σε και δοξάσεις με» (ψαλμ. μθ’, 15) βρήκαν και στην περίπτωση αυτή πλήρη την εφαρμογή τους. Στις ικεσίες του θείου Ιεράρχη και του μετανοημένου λαού η απάντηση δεν άργησε να δοθεί. Τα κρούσματα μέρα με τη μέρα ελαττώθηκαν στο ελάχιστο και τις τελευταίες μέρες του Οκτώβρη σταμάτησαν απότομα. Κι αυτή τη φορά στην κορυφή του καμπαναριού για τρεις νύχτες έβλεπαν οι πιστοί ένα σταθερό φως, και μέσα σ’ αυτό το υπερκόσμιο φως, τον θαυματουργό Άγιο να αιωρείται και μ’ ένα Σταυρό στο χέρι να καταδιώκει ένα κατάμαυρο φάντασμα, την αρρώστια, που προσπαθούσε να αποφύγει τον Άγιο και να σωθεί.

Η ευγνωμοσύνη κι οι ευχαριστίες του πιστού λαού υπήρξαν και πάλι μεγάλες. Με θέσπισμα της Ενετικής διοικήσεως καθιερώθηκε από τότε κάθε πρώτη Κυριακή του Νοεμβρίου να γίνεται πανηγυρική και παλλαϊκή λιτάνευση του ιερού Σκηνώματος, για να θυμάται ο λαός κι ιδιαίτερα η νέα γενεά τον αληθινό και άγρυπνο προστάτη και Σωτήρα της.


- Το 1715 μ.Χ. ο καπουδάν Χοντζά πασάς, αφού κατέκτησε την Πελοπόννησο κατά διαταγή του σουλτάνου προχωρεί για να καταλάβει και τα Επτάνησα. Και πρώτα - πρώτα βαδίζει προς την Κέρκυρα, που τόσο αυτή, όσο και τα άλλα νησιά βρισκόντουσαν κάτω από την Ενετική κυριαρχία.

Ένα πρωί της 24ης Ιουνίου 1716 μ.Χ. η τουρκική στρατιά με επικεφαλής τον σκληρό στρατηγό της επέδραμε και πολιόρκησε την πόλη κι απ’ την ξηρά κι από τη θάλασσα. Επί πενήντα μέρες το αίμα χυνόταν ποτάμι κι από τις δύο μεριές. Οι υπερασπιστές Έλληνες και Βενετσιάνοι αγωνιζόντουσαν απεγνωσμένα για να σώσουν την πόλη. Τα γυναικόπαιδα, μαζεμένα στον ιερό ναό του Αγίου μαζί με τους γέρους κι όσους δεν μπορούσαν να πάρουν όπλα προσεύχονται στα γόνατα και με στεναγμούς λαλητούς εκζητούν του προστάτη Αγίου τη μεσιτεία. Σαν πέρασαν οι πενήντα μέρες οι εχθροί αποφάσισαν να συγκεντρώσουν όλες τις δυνάμεις τους και να κτυπήσουν με πιο πολλή μανία την πόλη. Κερκόπορτα ζητούν κι εδώ οι εχθροί για να τελειώσουν μια ώρα γρηγορώτερα το έργο τους. Απ’ την Κερκόπορτα δεν μπήκαν κι οι προγονοί τους και κατέκτησαν τη Βασιλεύουσα; Γι’ αυτό και προβάλλουν δελεαστικές υποσχέσεις, για να πετύχουν κάποια προδοσία.

Το επόμενο πρωινό ένας Αγαρηνός με τηλεβόα κάνει προτάσεις στους μαχητές να παραδοθούν, αν θέλουν να σωθούν. Την ίδια ώρα όμως αραδιάζει κι ένα σωρό απειλές στην περίπτωση, που οι υπερασπιστές δεν θα δεχόντουσαν τη γενναιόδωρη πρόταση του.

Περνούν οι ώρες. Η αγωνία κι ο φόβος συνέχει τις ψυχές. Οι Αγαρηνοί ετοιμάζονται για το τελειωτικό κτύπημα, όπως λένε. Μα κι οι υπερασπιστές εμψυχωμένοι από τις προσευχές τόσο των ίδιων, όσο και των ιδικών τους μένουν αλύγιστοι κι ακλόνητοι στις θέσεις τους. Η πρώτη επίθεση αποκρούεται με πολλά τα θύματα κι από τις δύο μεριές. Η πόλη της Κέρκυρας περνά τρομερά δύσκολες στιγμές. Η θλίψη, όμως, των στιγμών εκείνων «υπομονήν κατεργάζεται, η δε υπομονή δοκιμήν, η δε δοκιμή ελπίδα, η δε ελπίς ου καταισχύνει» (Ρωμ. ε’, 3-5). Η ελπίδα στον Θεό ουδέποτε στ’ αλήθεια ντροπιάζει ή διαψεύδει αυτόν που την έχει. Κι ο λαός ελπίζει και προσεύχεται. Προσεύχεται και πιστεύει πως ο ακοίμητος φρουρός και προστάτης Άγιος του, δεν θα τον εγκαταλείψει.

Στον ιερό ναό οι προσευχές του άμαχου πληθυσμού συνεχίζονται θερμές κι αδιάκοπες.

Ξημέρωσε η 10η Αυγούστου. Κάτι ασυνήθιστο για την εποχή παρατηρείται την ήμερα αυτή από το πρωί. Ο ουρανός είναι σκεπασμένος με μαύρα πυκνά σύννεφα. Από στιγμή σε στιγμή ετοιμάζεται να ξεσπάσει τρομερή καταιγίδα. Και να! Πολύ πριν από το μεσημέρι μια βροχή, καταρρακτώδης, βροχή κατακλυσμιαία αρχίζει να πέφτει στη γη. Μοναδική η περίπτωση. Νύχτωσε κι ακόμη έβρεχε. Σαν αποτέλεσμα της κακοκαιρίας αυτής καμιά επιθετική προσπάθεια δεν αναλήφθηκε εκείνη την ήμερα. Η νύχτα περνά ήσυχα. Περί τα ξημερώματα της 11ης Αυγούστου συνέβη κάτι το εκπληκτικό, το αναπάντεχο. Μια Ελληνική περίπολος που έκαμνε αναγνωριστικές επιχειρήσεις, για να εξακριβώσει από πού οι εχθροί θα επιτίθεντο, βρήκε τα χαρακώματα των Τούρκων γεμάτα νερό από τη βροχή και πολλούς Τούρκους στρατιώτες πνιγμένους μέσα σ’ αυτά. Νεκρική σιγή βασίλευε παντού. Στό μεταξύ ξημέρωσε για καλά. Οι χρυσές ακτίνες του ήλιου πέφτουν στη γη και χαιρετούν την άγρυπνη πόλη. Οι τηλεβόες σιγούν. Οι εχθροί δεν φαίνονται. Μήπως κοιμούνται; Τι να συμβαίνει άραγε;

Μα δεν το είπαμε; Η ελπίδα στον Θεό «ου καταισχύνει». Δεν ντροπιάζει ποτέ εκείνον που την έχει. Και να!

Όλη τη νύχτα ο θαυματουργός εκείνος υπερασπιστής της νήσου, ο Άγιος Σπυρίδωνας της Κύπρου με ουράνια στρατιά συνοδεία κτύπησε άγρια τους Αγαρηνούς, και τους διέλυσε και τους διεσκόρπισε. Αυτά ομολογούσαν οι ίδιοι οι Αγαρηνοί το πρωί που έφευγαν «χωρίς διώκοντος». Σωρεία τα πτώματα στην παραλία. Τα απομεινάρια της τούρκικης στρατιάς μαζεμένα στα λίγα πλοία που απέμειναν, φεύγουνε ντροπιασμένα για την Κωνσταντινούπολη. Αληθινά! «Τον ελπίζοντα επί Κύριον έλεος κυκλώσει». Και «αυτή εστίν η νίκη η νικήσασα τον κόσμον, η πίστις ημών». (Α’ Ιωάν. ε’, 4).
Δηλαδή,
αυτή είναι η δύναμη που νίκησε τον κόσμο, η πίστη μας.Η Κέρκυρα πανηγυρίζει. Ο πιστός λαός, μαζεμένος στην εκκλησία του αγίου, δοξολογεί τον Θεό και ψάλλει με δυνατή φωνή: «Δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ... δόξα τω ενεργούντι δια σου... Ναι! δόξα στον Παντοδύναμο Χριστό, που σε δόξασε. Δόξα και σε σένα άγιε, που με τη χάρη Του ενεργείς τα τόσα θαύματα σου».Η ανέλπιστη σωτηρία της νήσου από την εκστρατεία των Τούρκων ανάγκασε κι αυτή την αριστοκρατία των Ενετών, να αναγνωρίσει ως ελευθερωτή της Κέρκυρας τον άγιο Σπυρίδωνα. Και ως εκδήλωση ευγνωμοσύνης να προσφέρει στον ναό μια ασημένια πολύφωτη κανδήλα, και να ψηφίσει ώστε το λάδι που θα χρειαζόταν κάθε χρόνο για το άναμμα της κανδήλας αυτής, να προσφέρεται από το Δημόσιο. Με ψήφισμά της πάλι η Ενετική διοίκηση καθιέρωσε την 11 Αυγούστου, σαν ημέρα εορτής του Αγίου και λιτανεύσεως του ιερού Σκηνώματός Του.

- Ο Αρχιναύαρχος του Ενετικού στόλου και διοικητής της νήσου Κερκύρας, Ανδρέας Πιζάνης, θέλοντας κατά ένα τρόπο πιο φανερό και πιο θεαματικό να εκδηλώσει την ευγνωμοσύνη του στον Άγιο για τη σωτηρία, αποφάσισε να στήσει στον ναό ένα θυσιαστήριο ακόμη. Ένα θυσιαστήριο για να γίνεται επάνω σ’ αυτό το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας κατά το Λατινικό δόγμα. Το θυσιαστήριο, αλτάριο κατά τους Λατίνους, θα κτιζόταν δίπλα στην Αγία Τράπεζα των Ορθοδόξων κι εκεί θα γινόταν από Λατίνο ιερέα η θεία Λειτουργία. Στή σκέψη του αυτή πολύ ενισχύθηκε ο Ενετός διοικητής και από ένα θεολόγο Λατίνο σύμβουλο του, κάποιο Φραγκίσκο Φραγγιπάνη. Ο τελευταίος θεώρησε την ευκαιρία μοναδική για να τοποθετήσει στο ναό του Αγίου αλτάριο, δηλαδή αγία Τράπεζα φράγκικη και να τελείται μέσα στον ορθόδοξο ναό του Αγίου η θεία Λειτουργία με άζυμα, κατά το δικό τους το δόγμα (!) Μετά τη γνωμοδότηση, που πήρε από τον σύμβουλο του ο διοικητής Ανδρέας Πιζάνης, κάλεσε τους ιερείς του Ναού και τους ανακοίνωσε τον σκοπό του και ζήτησε κατά κάποιο τρόπο από αυτούς και τη συγκατάθεση τους. Εκείνοι, όπως ήτο φυσικό, αρνήθηκαν κι υπέδειξαν, πως αυτό θα ήταν μια καινοτομία ασύγγνωστη και επιζήμια και γι’ αυτό δεν έπρεπε να γίνει. Στην άρνηση των ιερέων να συγκατατεθούν στην τοποθέτηση του αλταρίου, ο διοικητής τους απείλησε κι αποφάσισε να προχωρήσει στην εκτέλεση του σχεδίου του χωρίς την άδεια τους. Οι ιερείς στην επιμονή του κατέφυγαν με δάκρυα στον Άγιο τους και ζήτησαν με θερμή προσευχή, τη βοήθεια και την προστασία του. Ο διοικητής με το δικαιωμα που του έδινε η εξουσία, προσπάθησε ανεμπόδιστα να προχωρήσει στην εκτέλεση της παράνομης επιθυμίας του. Αλλά και ο Άγιος, για να προλάβει μια τέτοια απαράδεκτη πράξη, παρουσιάστηκε δύο κατά συνέχεια νύκτες στον ύπνο του με το ένδυμα ορθόδοξου μονάχου και του συνέστησε να παραιτηθεί από την απόφαση του, διαφορετικά θα το μετάνοιωνε πολύ πικρά. Τρομαγμένος ο διοικητής κάλεσε τον σύμβουλο του και του φανέρωσε και τις δύο φορές την απειλή του Αγίου. Ο θεολόγος σύμβουλος γέλασε και τις δύο φορές κι υπέδειξε πως δεν έπρεπε αυτός ένας μορφωμένος άρχοντας να βασισθεί στα όνειρα, που είναι έργο, όπως του είπε, του διαβόλου και που σκοπό έχουν να παρεμποδίσουν και να ματαιώσουν ένα καλό και θεάρεστο έργο.Τα λόγια του συμβούλου διασκέδασαν τον φόβο του διοικητού, ο οποίος μάλιστα την επομένη ήμερα 11 Νοεμβρίου 1718 μ.Χ. ακολουθούμενος από τη συνοδεία του πρωί-πρωί ξεκίνησε για την εκκλησία του Αγίου για να προσκυνήσει τάχα το λείψανο και να ανάψει το καντήλι του. Ουσιαστικά όμως πήγε εκεί για να καταμετρήσει το μέρος που θα κτιζόταν το αλτάριο και να καθορίσει και τις διαστάσεις του, μήκος, πλάτος και ύψος.

Εκεί στον ναό για μια ακόμη φορά αγωνίστηκαν οι ιερείς με κάθε τρόπο, να τον αποτρέψουν από του να εκτελέσει το σχέδιο του. Άδικα, όμως. Ο άρχοντας, όχι μόνο δεν μεταπείσθηκε, αλλά και με σκληρό και βάναυσο τρόπο τους απείλησε πώς, αν του ξαναμιλούσαν γι’ αυτό το θέμα, θα τους έστελλε φυλακή στη Βενετία.

Έφυγε ο διοικητής με τη συνοδεία του, με την απόφαση την επομένη το πρωί, δηλαδή στις 12 του Νοέμβρη, οι άνθρωποι του να ερχόντουσαν να αρχίσουν το έργο. Οι ιερείς κι ένας αριθμός πιστών έμειναν εκεί, συνεχίζοντας με δάκρυα τις Παρακλήσεις τους μπροστά στην ανοικτή λάρνακα, που περιείχε το σεπτό λείψανο.

Πέρασε η μέρα. Νύχτωσε. Κοντά στα μεσάνυχτα, όπως μας διηγείται ο υπέροχος χρονικογράφος Αθανάσιος ο Πάριος, στο βιβλίο του «ΟΥΡΑΝΟΥ ΚΡΙΣΙΣ», βροντές και κεραυνοί συνταράζουν την πόλη.
Ο σκοπός, που βρισκόταν στην είσοδο του φρουρίου κοντά στην πυριτιδαποθήκη βλέπει κάποιο μοναχό να προχωρεί μ’ ένα δαυλό αναμμένο στο χέρι και να μπαίνει στο Φρούριο. Πρόφτασε και του φώναξε: «Ποιός είσαι; Πού πας»; Μια φωνή του απήντησε. «Είμαι ο Σπυρίδων».
Την ίδια ώρα τρείς φλόγες βγήκαν από το καμπαναριό της εκκλησίας ενώ ένα χέρι άρπαξε τον σκοπό και τον πέταξε στην άλλη μεριά του κάστρου. Ο σκοπός έπεσε όρθιος χωρίς να πάθει τίποτα. Ταυτόχρονα μια δυνατή, εκκωφαντική έκρηξη ακούστηκε. Και το φρούριο τινάχτηκε στον αέρα με όλα τα γύρω σπίτια. Η καταστροφή υπήρξε τρομερή.
Χίλια περίπου πρόσωπα σκοτώθηκαν. Ο διοικητής Ανδρέας Πιζάνης βρέθηκε νεκρός με τον τράχηλο ανάμεσα σε δύο δοκάρια. Και ο θεολόγος σύμβουλος του, νεκρός έξω από το τειχόκαστρο μέσα σε ένα χαντάκι, στο οποίο έτρεχαν τα ακάθαρτα νερά των αποχωρητηρίων της πόλεως. Το ασημένιο πολύφωτο κανδήλι, που έκανε δώρο ο άρχοντας στην εκκλησία του Αγίου, κατέπεσε με αποτέλεσμα να καταστραφεί η βάση του. Το κανδήλι κρεμάστηκε πάλι στο ίδιο μέρος, όπου βρέθηκε πεσμένο. Έτσι με αλάλητη φωνή μαρτυρεί ως σήμερα τη συμφορά, που έγινε. Και στη Βενετία, εκεί μακρυά στη Βενετία, την ίδια στιγμή έπεσε κεραυνός στο μέγαρο του Ανδρέα Πιζάνη, τρύπησε τον τοίχο κι έκαψε το πορτραίτο του άρχοντα. Την εικόνα του. Μόνο την εικόνα του.

Η τιμωρία παραδειγματική. Και το δίδαγμα από το περιστατικό μοναδικό.
Η Ορθοδοξία δεν μπορεί να συγχέεται με τον παπισμό. Η Ορθοδοξία είναι φως, αλήθεια, ζωή. Ο παπισμός σκοτάδι, αίρεση, πλάνη.Την άλλη μέρα, μετά από αυτά που συνέβησαν, ο Λατίνος Επίσκοπος διέταξε να σηκώσουν τα υλικά, που μετέφεραν από μπροστά στην εκκλησία και να ματαιώσουν το έργο που σκέφθηκαν να εκτελέσουν. Την ίδια μέρα ο λαός της Κέρκυρας, μαζεμένος στον ιερό ναό του αγίου ψάλλει με αγαλλίαση και χαρά στον ακοίμητο προστάτη της νήσου:«Ως των Ορθοδόξων υπέρμαχον, και των κακοδόξων αντίπαλον, Παμμακάριστε Σπυρίδων, ευφημούμεν oι πιστοί και υμνούμέν σε, και δυσωπούμέν σε, φυλάττειν τον λαόν και την πάλιν σου, πάσης κακοδοξίας και επιδρομής βαρβάρων απρόσβλητον».

- Στον Ελληνο-ιταλικό πόλεμο του 1940 μ.Χ., η Κέρκυρα δεχόταν επί ένα έτος τις καθημερινές αεροπορικές επιθέσεις των Ιταλών αεροπόρων, εν τούτοις οι ζημιές υπήρξαν ελάχιστες.

Κατά τις επιδρομές αυτές που δεν σταμάτησαν ούτε και τα Χριστούγεννα συνέβαινε κάτι το πολύ περίεργο. Αν και τα Ιταλικά αεροπλάνα πετούσαν συνήθως πολύ χαμηλά, μια και η Κέρκυρα δεν διέθετε αντιαεροπορική άμυνα, εν τούτοις οι βόμβες τους κατά κανόνα δεν έπεφταν μέσα στην πόλη, αλλά μακρυά στη θάλασσα. Λες και κάποιο χέρι τις έσπρωχνε εκεί. Κι όταν κάποτε σ’ ένα βομβαρδισμό μια βόμβα έπεσε στον γυναικωνίτη της εκκλησίας του Αγίου, που ας σημειωθεί ήταν γεμάτη από γυναικόπαιδα, η βόμβα δεν εξερράγη. Ο πυροδοτικός της μηχανισμός δεν λειτούργησε. Ο Άγιος δεν το επέτρεψε. Ποιος μπορεί σ’ αυτή, μα και σ’ άλλη παρόμοια περίπτωση να σιωπήσει και να μην αναφωνήσει: «Δοξασμένον το Πανάγιον Όνομα σου εις τους αιώνας, γλυκύτατε Ιησού».






Από τον Συναξαριστή του Αγίου Νικοδήμου του  Αγιορείτου 

 
 
 
Tω αυτώ μηνί IB΄
Μνήμη του Oσίου και θεοφόρου Πατρός ημών Σπυρίδωνος του Θαυματουργού
 
 
Oύτος ο Άγιος ήκμασεν εις τους χρόνους του βασιλέως Kωνσταντίνου του Mεγάλου, και Kωνσταντίου του υιού αυτού, εν έτει τμγ΄ (343). Ήτον δε κατά την γνώμην απλούς, και κατά την καρδίαν ταπεινός. Oύτος λοιπόν εκ νεότητός του έγινε βοσκός προβάτων. Έπειτα έλαβε γυναίκα νόμιμον διά γάμου. Mετά δε τον θάνατον της συζύγου του έγινεν Eπίσκοπος. Tόση δε πολλή χάρις των θαυμάτων και ιαμάτων εδόθη εις τον Άγιον τούτον, διά την απλότητα και καθαρότητά του, ώστε εκ των πολλών θαυμάτων οπού εποίει, έλαβε την επωνυμίαν, το να λέγεται Θαυματουργός. Διότι εις καιρόν αβροχίας εκατεβίβασε βροχήν διά προσευχής του. Kαι πάλιν επειδή η βροχή αύτη έγινε πολλή, εμπόδισε την αμετρίαν της. Όταν και την πείναν οπού εμελέτων να κάμουν οι πωληταί του σιταρίου, εδιάλυσεν ο Άγιος. Eπειδή διά προσευχής του έπεσαν τα αμπάρια, οπού είχον μέσα το σιτάρι. Aυτός μετέβαλεν εις χρυσάφι ένα οφίδι, και αφ’ ου με το χρυσάφι έπαυσε την συμφοράν ενός πτωχού, πάλιν το χρυσάφι εις οφίδι απεκατέστησεν. Aυτός και ποταμών τα ρεύματα έστησεν. Aυτός φανερώσας τας αμαρτίας μιάς πόρνης, οπού ετόλμησε να πλησίαση εις αυτόν, με τούτο την έπεισε να μετανοήση και να εξομολογηθή. Aυτός παρών ευρεθείς, εις την εν Nικαία Πρώτην και Oικουμενικήν Σύνοδον την εν έτει τκε΄ (325) συναθροισθείσαν, επεστόμισε με την δύναμιν του Aγίου Πνεύματος τους αιρετικούς Aρειανούς, οίτινες υπερηφανεύοντο εις την έξω σοφίαν και ευγλωττίαν τους. Aυτός ανέστησε και την θυγατέρα του, διά να φανερώση, πού έχει κρυμμένην την παρακαταθήκην μιάς γυναικός. Aυτός τον βασιλέα Kωνστάντιον ηλευθέρωσεν από το πάθος, οπού έπασχεν. Aυτός ανέστησεν ένα νεκρόν παιδίον μιάς γυναικός. Aυτός ανέστησε και την μητέρα του παιδίου, ήτις απέθανε διά την αιφνίδιον χαράν, οπού έλαβεν εις την ανάστασιν του υιού της. Oύτος τον λύχνον οπού εσβύνετο διά στέρησιν ελαίου, έκαμεν αυτόν να αναβλύση λάδι. Oύτος ιάτρευσε και την αφωνίαν του Διακόνου, με την οποίαν ετιμώρησεν αυτόν ο Άγιος. Διατί προσταχθείς να ειπή μίαν μικράν ευχήν εις ένα υπερβολικόν καύμα, αυτός διά κενοδοξίαν εμάκρυνεν αυτήν.
    
O Άγιος ούτος εθανάτωσε και την γυναίκα εκείνην, η οποία μοιχευθείσα, αρνείτο την αμαρτίαν της, και δεν ήθελε να ομολογήση αυτήν. Aλλά και εις καιρόν ακόμη οπού εγέννα το μοιχίδιον παιδίον, έλεγεν, ότι από τον άνδρα της το συνέλαβε. Kαι μόλον οπού ο άνδρας της προ είκοσι μηνών έλειψε, διατί επήγεν εις το ταξείδιον. Eις τούτον τον Άγιον, όταν ελειτούργει, επαραστέκοντο Άγιοι Άγγελοι, οίτινες συλλειτουργούντες αυτόν, όταν ούτος έλεγεν, «Eιρήνη πάσι», εκείνοι έξωθεν απεκρίνοντο μετά μέλους, «Kαι τω πνεύματί σου». Oμοίως απεκρίνοντο και τα λοιπά συνήθη. Tούτου του Aγίου η κεφαλή εφαίνετο γεμάτη από δρόσον, εν καιρώ θέρους, όταν ο ήλιος το παν εκατέφλεγε. Kαι τρίχες ξανθαί και μαύραι και άσπραι ενταυτώ, ανθούσαν εις αυτήν. Eφανέρονε δε με τούτο ο Θεός την εις αυτόν γενησομένην τιμήν. Πόσον δε ήτον συμπαθής και εύσπλαγχνος ο θείος ούτος Πατήρ, εφανέρωσε το συμβεβηκός, οπού ηκολούθησεν εις εκείνους τους κλέπτας, οπού επήγαν να πατήσουν την μάνδραν του. Διότι, όχι μόνον εχάρισε την όρασιν εις αυτούς οπού επατάχθησαν με αορασίαν. Aλλά και ένα κριόν έδωκε χάρισμα εις αυτούς, ειπών, ότι τούτο εποίησε, διά να μη φαίνωνται, ότι ματαίως και χωρίς πληρωμήν όλην την νύκτα αγρύπνησαν. Oύτος και τον Eπίσκοπον Tριφύλλιον έπεισε με τας νουθεσίας του, να μη ήναι έκδοτος εις τα του κόσμου τερπνά, αλλά μάλλον να ποθή τα Oυράνια. Aυτός διά την ανεξικακίαν του, έκαμε να πέσουν εις τους πόδας του και να ζητήσουν συγχώρησιν, τόσον εκείνος ο πραγματευτής, οπού εκράτησε κρυφίως τα άσπρα, νομίζωντας να λανθάση τον Άγιον· όσον και εκείνος, οπού επήρε πλεονεκτικώς μίαν κατζίκαν, παράνω από την τιμήν οπού έδωκε.
     
Kαι άλλα δε πολλά τοιαύτα εποίησεν ο μακάριος, γεμάτα από θαυμασμόν και έκστασιν. Oύτος λοιπόν και το εμπιστευθέν εις αυτόν λογικόν ποίμνιον καλώς οικονομήσας, μετέστη εις την των Aγγέλων κατάστασιν και πολιτείαν. Tελείται δε η αυτού Σύναξις εν τω σεπτώ Nαώ του Kορυφαίου των Aποστόλων Πέτρου, τω πλησιάζοντι εις την αγιωτάτην Mεγάλην Eκκλησίαν. (Tον κατά πλάτος Bίον αυτού όρα εις τον Παράδεισον μεταφρασθέντα εκ του ελληνικού Bίου, ον συνέγραψεν ο Άγιος Συμεών ο Mεταφραστής, ου η αρχή· «Mέγιστον εις ψυχής ωφέλειαν βίος γενναίων και φιλοθέων ανδρών». Σώζεται εν τη Λαύρα, εν τη των Iβήρων Mονή, και εν άλλαις1.)


ΣΗΜΕΙΩΣΗ:1. Eγκώμια εις τον Άγιον Σπυρίδωνα έχουσιν, ο Nικηφόρος Θεοτόκης, και Mακάριος ο Kωφός.
 
(Από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού.