Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2018

Η Ι. Μ. ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ


Η Μονή θεμελιώθηκε το 1088 και αφιερώνεται στον Απόστολο και Ευαγγελιστή Ιωάννη στη θέση που υπήρχε η παλαιό βασιλική και όπου είχε κτισθεί μετά την καταστροφή της ένας μικρός ναός, επίσης στον Ιωάννη αφιερωμένος. Όταν ο Όσιος Χριστόδουλος έφτασε στην Πάτμο υπήρχε ακόμη και το άγαλμα της θεάς από λίθου λευκού τεχνηέντως εξειργασμένου, το οποίο και κατέστρεψε. Χωρίς πολύ κατανόηση και με βαριές εκφράσεις ο Κ. Σάθας κατηγορεί στη Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη του [τ. Ζ, σελ. ιθ] τον Όσιο για την καταστροφή αυτή: έτερος δε στρατοκαλόγηρος διαδραματίσας απαίσιον πρόσωπον εν τω ελληνικώ δράματι είναι ο ιδρυτής της εν Πάτμω μονής του Θεολόγου Αγιος Χριστόδουλος, όστις μετά του υπ’ αυτόν μέλανος στρατού διέτρεχε τας νήσους του Αιγαίου μέχρις Εύβοιας, καταστρέφων ελληνικά μνημεία, εν οις ρητώς μνημονεύει η βιογραφία του το εν Πάτμω άγαλμα της Αφροδίτης καμωμένον με πολλήν τέχνην. Όμως οι καιροί ήταν δύσκολοι πολύ όταν ο Όσιος έφθασε στο νησί. Στην αρχή, όπως μας πληροφορεί ο βιογράφος του Ιωάννης, μητροπολίτης Ρόδου, αρχίζει να μεγαλώνει το μικρό ευκτήριο οίκο του Θεολόγου. Σύντομα όμως συναντά την αντίδραση των συντρόφων του, που δεν δείχνουν ενθουσιασμό για την ίδρυση μονής στο ερημονήσι της Πάτμου. Με ζέση ο Όσιος τους μεταπείθει, προλέγοντας ακμή του νησιού.
ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΑΥΛΗ ΤΗΣ I. ΜΟΝΗΣ
Ο ίδιος δεν προφθάνει να το ολοκληρώσει. Γίνεται σαφέστερη η σημασία του κατορθώματος των μοναχών - παρατηρεί ο Μ. Χατζηδάκης - που δεν δείλιασαν να γυρίσουν παρόλα ταύτα σ’ αυτό το αφιλόξενο και επικίνδυνο νησί, την Πάτμο, και να τελειώσουν το μοναστήρι, γιατί ούτε το καστέλλιν είχε προφθάσει ο Χριστόδουλος να υψώσει ολόκληρο, ούτε να συμπληρώσει το μοναστήρι. Αυτοί και οι διάδοχοί τους θα κατορθώσουν να ολοκληρώσουν ένα από τα πιο σημαντικά προσκυνήματα της Χριστιανοσύνης, που δεν άργησε να γίνει, με τα ωραία κτίρια, τις τοιχογραφίες και τις εικόνες καθώς και με την πλούσια βιβλιοθήκη χειρογράφων κωδίκων, ένα ζωντανό πνευματικό κέντρο αλλά και πολύτιμο απόθεμα βυζαντινού πολιτισμού, τέχνης και παιδείας. Τα τείχη της Μονής, αυτά που δίνουν τη μεγαλειώδη, απρόσιτη, την ερυμνή, όπως ο ίδιος ο Άγιος Χριστόδουλος χαρακτήριζε, εντύπωση, όπως σώζονται σήμερα δεν είναι όλα του 11 ου αι. Εξαιτίας των καιρικών μεταβολών, των επιδρομών και των σεισμών υπέστησαν κατά καιρούς επισκευές. Στη διάρκεια του 17ου αι. κατασκευάστηκαν πολύ γερές αντηρίδες, σκάρπες όπως λέγονται στην Πάτμο, για να στηρίξουν τις πλευρές που παρουσίαζαν ανάγκη. Ο φρουριακός περίβολος, τα τείχη της Μονής, έχει σχήμα ακανόνιστου ορθογώνιου, ο μεγάλος άξονας του οποίου έχει μήκος 70 μ. [Α - Δ] και ο μικρός 53 μ. [Β - Ν]. Κατά διαστήματα ενισχύεται από πύργους διαφόρων σχημάτων. Η είσοδος βρίσκεται στη Β. πλευρά και προστατεύεται από δύο πύργους. Πριν την περάσεις αφήνεις πίσω σου το μικρό ναό των Αγίων Αποστόλων, που οικοδομήθηκε το 1603 από τον κρητικής καταγωγής ηγούμενο Νικηφόρο. Πλατιά σκαλοπάτια από το διαβατικό σε οδηγούν στην κεντρική αυλή. Ανάταση και περισυλλογή. Γύρω ορθώνονται τοίχοι και μεγαλόπρεπα γεφυρώματα, ανάμεσά τους τα τόξα. Ο ουρανός της αυλής φυλακισμένος με πανύψηλα τόξα, οι άνθρωποι μικραίνουνε δίπλα τους, τόξα σε έξαρση, οι πέτρες πετάνε καβαλικεύοντας τόξα, θα πει ο ταξιδευτής με ποιητική διάθεση.
ΕΙΣΟΔΟΣ ΤΟΥ I. ΣΠΗΛΑΙΟΥ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΩΣ
Η διώροφη στοά, η λεγάμενη τζαφάρα στη νότια πλευρά της κεντρικής αυλής σε υποδέχεται χαρούμενα με την κομψή της διάθεση [1698]. Ο ναός στ’ αριστερά προσελκύει αμέσως την προσοχή. Τετρακιόνιος σταυροειδής εγγεγραμμένος με τρούλλο, κατάγραφος με καπνισμένες τοιχογραφίες. Αιώνες ατελείωτους τα κεριά φωτίζουν τις ακολουθίες από τους ασημένιους πολυελαίους και τα βαρύτιμα καντήλια καίνε μπροστά στις εικόνες του ξυλόγλυπτου τέμπλου, που δώρισε το 1820 ο μητροπολίτης Σάρδεων Νεκτάριος.
ΤΜΗΜΑ ΑΠΟ ΤΕΜΠΛΟ ΤΟΥ ΚΑΘΟΛΙΚΟΥ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΤΗΣ ΠΑΤΜΟΥ, ΟΠΩΣ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΣΗΜΕΡΑ, ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΟΣΦΑΤΟ ΚΑΘΑΡΙΣΜΟ ΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΣΥΝΤΗΡΗΣΕΩΣ ΕΙΚΟΝΩΝ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ. ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ, ΕΥΓΕΝΗΣ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ ΤΗΣ I. Μ. ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΠΑΤΜΟΥ.
Το δάπεδο είναι στρωμένο με μαρμαροθετήματα [opus sectile]. Κάτω από το ναό υπάρχει κιστέρνα για τη συγκέντρωση νερού και στη δυτική πλευρά νάρθηκας και εξωνάρθηκας. Στο νότιο τοίχο του ναού του Θεολόγου εφάπτονται δύο παρεκκλήσια: της Παναγίας προς τ’ ανατολικά και του Οσίου Χριστοδούλου στα δυτικά του. Ο ναός της Παναγίας, με αξιόλογες τοιχογραφίες του 12ου αι. κάτω από άλλες του 18ου, είναι μονόκλιτος καμαροστεγής και έχει πρόσβαση από τον κυρίως ναό και από μια μικρότερη αυλή στα νότιό του.
ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΤΕΜΠΛΟ ΤΟΥ ΚΑΘΟΛΙΚΟΥ ΤΗΣ I. Μ. ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΠΡΟΣΦΑΤΟ ΚΑΘΑΡΙΣΜΟ ΤΟΥ.
Σ’ αυτόν μένουν στις ακολουθίες οι μοναχοί τώρα που το εκκλησίασμα είναι μεγαλύτεροη φήμη και η παράδοση του μοναστηριού και των ακολουθιών του καθώς και η κατάργηση του άβατου για τις γυναίκες συγκεντρώνουν καθημερινά αρκετούς πιστούς, εκτός από εκείνες τις ατέλειωτες παρδαλές ορδές που ανεβαίνουν καθημερινά, ιδίως κατά την τουριστική περίοδο στο μοναστήρι, καταστρέφοντας την ηρεμία, την κατάνυξη, την περισυλλογή.
ΤΟ ΣΠΗΛΑΙΟ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ. ΑΠΟΨΗ ΤΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΤΟΥ ΣΠΗΛΑΙΟΥ, ΟΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΔΙΑΜΟΡΦΩΜΕΝΟ ΣΗΜΕΡΑ. ΕΔΩ, ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ Ο ΗΓΑΠΗΜΕΝΟΣ ΜΑΘΗΤΗΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΟΡΑΜΑΤΙΣΤΗΚΕ ΤΗΝ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ. ΣΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟΠΟΘΕΤΗΜΕΝΟ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΘΕΩΡΕΙΤΑΙ ΟΤΙ ΑΚΟΥΜΠΟΥΣΕ ΚΑΙ ΕΓΡΑΦΕ Ο ΠΡΟΧΟΡΟΣ ΟΣΑ ΤΟΥ ΥΠΑΓΟΡΕΥΕ Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ [ΔΕΞΙΑ]. ΣΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΤΟΠΟΘΕΤΗΘΕΙ ΤΟ ΚΙΓΚΛΙΔΩΜΑ ΑΚΟΥΜΠΟΥΣΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΒΑΘΟΥΛΩΜΑ [ΛΙΓΟ ΔΕΞΙΟΤΕΡΑ] ΧΡΗΣΙΜΕΥΕ ΓΙΑ ΝΑ ΣΤΕΡΕΩΝΕΤΑΙ ΚΑΙ ΝΑ ΣΗΚΩΝΕΤΑΙ. ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΣΤΗΝ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ. ΑΡΙΣΤΕΡΟΤΕΡΑ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΑΝΝΑΣ, ΠΟΥ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΕΠΙΓΡΑΦΗ ΑΝΟΙΚΟΔΟΜΗΘΗΚΕ ΣΤΑ ΤΕΛΗ ΤΟΥ 16ΟΥ ΑΙ. ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΡΘΕΝΙΟ ΠΑΓΚΩΣΤΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟ ΓΕΡΜΑΝΟ. ΠΙΣΤΕΥΕΤΑΙ ΠΩΣ Η ΑΡΧΙΚΗ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ ΕΓΙΝΕ ΑΠΟ ΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΟΤΑΝ ΕΠΕΣΤΡΕΨΑΝ ΣΤΗΝ ΠΑΤΜΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΥΒΟΙΑ. ΟΙ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΟΥ ΤΕΜΠΛΟΥ ΕΙΝΑΙ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΩΝ ΚΑΙ ΕΠΟΧΩΝ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΜΠΛΟ ΠΙΣΤΕΥΕΤΑΙ ΟΤΙ ΦΙΛΟΤΕΧΝΗΘΗΚΕ ΣΤΑ ΤΕΛΗ ΤΟΥ 16ΟΥ ΑΙ. ΤΟ ΤΕΜΠΛΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΑΝΝΑΣ ΕΙΝΑΙ ΙΣΩΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟ Η ΚΑΠΩΣ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΟ.
 Ο μικρός ναός του Οσίου Χριστοδούλου στη νοτιοδυτική γωνία του καθολικού φυλάει το σκήνωμα του θεμελιωτή της Μονής. Οι τοιχογραφίες του ανάγονται γύρω στα 1600. Ο ναός του Θεολόγου και του Οσίου Χριστοδούλου έχουν κοινά στη δυτική πλευρά τους εξωνάρθηκα και στοά. Στον ανατολικό τοίχο του εξωνάρθηκα τοιχογραφίες περιγράφουν τη ζωή του Αποστόλου στο νησί. Εκτός από αυτούς τους τρεις ναούς άλλοι πέντε έχουν ιδρυθεί μέσα στο τείχος του μοναστηριού αφιερωμένοι στον Σταυρό, τον Πρόδρομο, τους Αγίους Πάντες, τον Άγιο Βασίλειο και τον Αγιο Νικόλαο.
ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΤΕΜΠΛΟ ΤΟΥ ΚΑΘΟΛΙΚΟΥ ΤΗΣ I. Μ. ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΠΡΟΣΦΑΤΟ ΚΑΘΑΡΙΣΜΟ ΤΟΥ.
Τρία ακόμη παρεκκλήσια, του Αγ. Γεωργίου, του Αγ. Φανουρίου και αυτό των Αγ. Αποστόλων, που προαναφέρθηκε, βρίσκονται έξω από τον περίβολο της Μονής, έξω από τα τείχη, ενώ εσωτερικές αυλές θα συναντήσεις και σε άλλα σημεία του χώρου. Προς τη ΝΑ γωνία του καθολικού της μονής του Θεολόγου εφάπτεται η επιβλητική Τράπεζα. Το μνημείο, από τα παλαιότερα που διατηρούνται στην Πάτμο, είναι επίμηκες ορθογώνιο κτίριο διαστάσεων 16,60X6,45. Στο μέσο της μιας μακράς πλευράς του έχει προσαρτηθεί ένα περίπου ημικυκλικό διαμέρισμα, διαμέτρου 4 μ. που ανήκει σ’ ένα από τους πύργους της οχύρωσης της μονής και βρίσκεται σε επίπεδο ψηλότερο της κυρίως Τράπεζας. Στη νότια στενή πλευρά του μικρή θύρα οδηγεί στο μαγειρείο. Χαρακτηριστική είναι η ύπαρξη του τρούλλου στη στέγη της Τράπεζας, κατασκευή που συναντάται πρώτη φορά εδώ. Αξιόλογες τοιχογραφίες του 12ου ή 13ου αιώνα διακοσμούν το εσωτερικό της. Αν κάνεις λάθος, και αντί να στραφείς προς το Σκευοφυλάκιο κινηθείς προς τ’ αριστερά, θα βρεθείς στο μαγκιπείο, στον φούρνο της μονής με την τεράστια σκάφη που ζυμωνόταν το ψωμί.
ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΤΕΜΠΛΟ ΤΟΥ ΚΑΘΟΛΙΚΟΥ ΤΗΣ I. Μ. ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΠΡΟΣΦΑΤΟ ΚΑΘΑΡΙΣΜΟ ΤΟΥ.
Τα κελλιά των μοναχών είναι διευθετημένα σε δύο ορόφους και ορισμένα έχουν κυλινδρική στέγη. Όπως σημείωνε ο Α. Ορλάνδος, στις μονές της Πάτμου μπροστά από κάθε θολωτό κελλί σχηματιζόταν ιδιαίτερος θολωτός προθάλαμος, γεγονός που συνεπαγόταν την κατάργηση της συνεχούς στοάς στο ισόγειο. Ο καθ. Χαρ. Μπούρας με λίγα ζουμερά λόγια δίνει μια συνοπτική εικόνα όλου αυτού του χώρου που περικλείουν τα τείχη της Μονής του Θεολόγου [οι θησαυροί της Μονής της Πάτμου, Εκδοτική Αθηνών 1985, σελ. 25]: Αυτό που σήμερα μας εντυπωσιά ζει στην αρχιτεκτονική της Μονής τοι Θεολόγου, εκτός από την αρμονικι της σχέση με το περιβάλλον, φυσικό r κτισμένο, είναι η συνέχειά της και ι σύνδεσή της με την ιστορία. Στο πέ ρασμα του χρόνου, οι ανεγέρσεις κτι ρίων, οι τροποποιήσεις, οι επισκευές ή οι αλλαγές χρήσεων που πραγματοποιήθηκαν με την πρωτοβουλία των ανθρώπων και με την εναλλαγή έργων, άλλοτε απλών για την κάλυψη αναγκών κι άλλοτε με καλλιτεχνικές προθέσεις, η Μονή πήρε στα 900 χρόνια του βίου της έναν δικό της μοναδικό αρχιτεκτονικό χαρακτήρα. Η δυναμική αυτή του κτισίματος, για την οποία εν μέρει μας πληροφορούν επιγραφικές και άλλες μαρτυρίες, σε συνδυασμό με τη μοναδική επίσης πολιτιστική παρουσία του μοναστηριού επί εννέα αιώνες στο νησιωτικό ελληνικό χώρο, δίνουν στη μελέτη της αρχιτεκτονικής του εξαιρετικό ένδιαφέρον. [...] Ο λαβύρινθος από διαδρόμους και χώρους και μάλιστα σε διάφορες στάθμες μας δίνει την εντύπωση ενός εξαιρετικά λειτουργικού πλέγματος χρήσεων που δεν διαφέρει από εκείνο των οχυρωμένων παραδοσιακών οικισμών του Αιγαίου. Αφήσαμε τελευταία τη βιβλιοθήκη της Μονής, ένα από τα πιο αξιόλογα και σημαντικά πνευματικά κέντρα της Ανατολής, όπως έχει χαρακτηρισθεί. Τον πρώτο πυρήνα της αποτέλεσαν τα βιβλία του ιδρυτή της, Οσίου Χριστοδούλου. Με την πάροδο των αιώνων δωρεές αυτοκρατορικές, πατριαρχικές, ιδιωτικές καθώς και ενσωματώσεις βιβλιοθηκών μοναχών του μοναστηριού αύξησαν το περιεχόμενό της. Οπως επισημαίνει ο καθηγητής Α.Δ. Κομίνης, έχει ορισμένες ιδιαιτερότητες η βιβλιοθήκη της Μονής του Θεολόγου, που συνίστανται α] στο γεγονός ότι είναι από τις λίγες βυζαντινές βιβλιοθήκες που μέσω μιας σειράς ιστορικών περιπετειών έφτασε ώς σήμερα χωρίς ο βίος της να διακοπεί, β] στο γεγονός ότι συγκροτήθηκε μετά το Σχίσμα και είναι επομένως μια ορθόδοξη βιβλιοθήκη, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν έχει έργα παλαιότερα ή νεότερα και γ] στο γεγονός πως έχει σχεδόν μόνον ελληνικά βιβλίαΑνάμεσα στο πολύτιμο υλικό της βιβλιοθήκης αυτής περιλαμβάνονται παλαιά χειρόγραφα με κείμενα της Αγ. Γραφής, πατερικά κείμενα, νεότεροι και παλαιότεροι συγγραφείς της υστεροβυζαντινής και μεταβυζαντινής περιόδου, υμνογράφοι και μελωδοί, ανάμεσα στους οποίους τα αρχαιότερα και καλύτερα κοντακάρια με ύμνους του Ρωμανού του Μελωδού, κώδικες με ρητορική αλλά και μαθηματικά, αστρονομία, ιατρική, βυζαντινά έγγραφα, μερικά από τα οποία είναι παλαιότατα και σπανιότατα, ιδιωτικά, δημόσια, πατριαρχικά, μοναστηριακά [Α.Δ. Κομίνη, Οι θησαυροί της Μονής της Πάτμου, Εκδοτική Αθηνών, 1988, σελ. 327 κ.ε.].
ΑΠΟΨΗ ΤΟΥ ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙΟΥ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΑ ΝΟΤΙΑ ΤΟΥ ΕΣΩΝΑΡΘΗΚΑ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΕΙ ΜΕ ΘΥΡΑ ΠΡΟΣ ΑΥΤΟΝ. ΣΤΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ Η ΜΑΡΜΑΡΙΝΗ ΚΑΙ Η ΑΣΗΜΕΝΙΑ [1796] ΣΑΡΚΟΦΑΓΟΣ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ. ΤΟ ΞΥΛΙΝΟ ΚΙΒΩΤΙΟ ΕΙΝΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟ, Η ΔΕΗΣΗ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΗ ΣΑΡΚΟΦΑΓΟ ΕΙΝΑΙ ΤΜΗΜΑ ΤΗΣ ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑΣ ΤΟΥ ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙΟΥ, ΠΟΥ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΙΣ ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΕΣ ΤΟΥ ΚΑΘΟΛΙΚΟΥ ΧΡΟΝΟΛΟΓΟΥΝΤΑΙ ΓΥΡΩ ΩΣ ΤΩΡΑ ΣΤΑ 1600.
Δεν πρέπει να παραλειφθεί πως από τα 1000 περίπου χειρόγραφα που κατέχει η Βιβλιοθήκη της Μονής της Πάτμου τα ιστορημένα είναι λιγότερα από 50. Φαίνεται επίσης πως κατά καιρούς λειτουργούσαν καλλιγραφικά εργαστήρια και βιβλιοδετεία και εργάζονταν εκεί αντιγράφεις κωδίκων. Σήμερα η βιβλιοθήκη είναι ανακαινισμένη εκ βάθρων και διαθέτει τελειότατα μηχανήματα μικροφωτογραφήσεως ενώ παράλληλα η Μονή έχει εφοδιασθεί με σύγχρονα μηχανήματα συντηρήσεως και καθαρισμού εικόνων, τοιχογραφιών και χειρογράφων. Στις μέρες μας οι μοναχοί συνεχίζουν με τον ίδιο ρυθμό τη ζωή στο μοναστήρι. Οι πειρατές ξαναφθάνουν ειρηνικά με πολυτελή κρουαζιερόπλοια. Τι κι αν κουρσεύουν μόνο την ηρεμία του. Ίσως χαλούν ό,τι πιο πολύτιμο. Αγιογράφοι, βιβλιοδέτες, μικρογράφοι, βιβλιοθηκάριοι εργάζονται καθημερινά κι ασκούνται. Δεν μπορώ να ξέρω την ατμόσφαιρα στα μοναστήρια του Αθω. Την φαντάζομαι ή προσπαθώ.
ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑ ΑΠΟ ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΚΑΘΟΛΙΚΟΥ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΤΗΣ ΠΑΤΜΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΣΕΙΡΑ ΤΩΝ ΟΣΙΩΝ, ΠΟΥ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΗ ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ, Η ΟΠΟΙΑ ΜΕ ΤΙΣ ΠΡΩΤΕΣ ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΙΔΙΚΩΝ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΕΙΟ ΕΠΟΧΗ, ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΩΡΗΘΗΚΕ ΕΥΓΕΝΙΚΑ ΣΕ ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΑΥΤΗ, ΑΠΟ ΤΗΝ Ι.Μ. ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΠΑΤΜΟΥ.
Ομως πώς να νοιώσει κανείς Ανάσταση και Πάσχα χωρίς το κερί στον πολυέλαιο, χωρίς βυζαντινές εικόνες και τοιχογραφίες, χωρίς άμφια πολύτιμα, χωρίς τάλαντα, χωρίς κωδίκιο, χωρίς τις μνήμες που συσσωρεύονται στις αψίδες και τους τρούλλους, τις γωνιές και τα στασίδια, χωρίς τις μορφές που τις αισθάνεσαι δίπλα σου και παντού να παρακολουθούν τη μυσταγωγία. Στη Μονή Θεολόγου στην Πάτμο όλα αυτά είναι ζωντανά. Το τώρα, το σήμερα είναι πανάρχαια - το συνειδητοποιείς καθώς ακούς τον ηγούμενο να μνημονεύει των αειμνήστων βασιλέων ημών Αλεξίου και Αννης των Κομνηνών κι ανατριχιάζεις...

ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑΤΑ ΜΟΝΗΣ ΠΑΤΜΟΥ | ΚΕΙΜΕΝΑ ΛΙΤΣΑ Ι. ΧΑΤΖΗΦΩΤΗ | ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΕΑΣ | ΑΘΗΝΑ | 1995
Δημοσιεύτηκε από τον χρήστη

Οσίου Χριστοδούλου, εν Πατμω

Φυλάσσεται στο μικρό φερώνυμο Παρεκκλήσιο του Οσίου Χριστοδούλου, στη Νοτιοδυτική πλευρά του Καθολικού της Μονής του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στην Πάτμο.
Η Λάρνακα είναι κατασκευασμένη από ξύλο, και καλύπτεται στην πρόσοψη και την επάνω επιφάνεια με αργυρά επενδύματα, τα οποία φέρουν καλλιτεχνικά έκγλυφα επιχρυσωμένα, στην επιφάνεια και στο κέντρο της με την Σταύρωση του Κυρίου, στις δέ γωνίες της τούς τέσσερις Ευαγγελιστές, μέσα σε στρογγυλά πλαίσια.
Στην πρόσοψη υπάρχει, έκγλυφος, η Κοίμηση του Οσίου που περιστοιχίζεται από πολλούς μοναχούς, Ιερομονάχους καί Διακόνους και ενός Ηγουμένου που όλοι φέρουν τίς ιερατικές τους στολές ενώ στη μιά γωνία είναι ο Ιωάννης ο Θεολόγος μέ τό Σύμβολό του καί στήν άλλη ο Πρόχορος ο μαθητής του.
Στο τμήμα πού προεξέχει πάνω από την επιφάνεια της Λάρνακας, το οποίο αποτελείται από αργυρά ελάσματα με ανάγλυφα άνθη, υπάρχει αργυρό κάλυμμα, πάνω στο οποίο υπάρχει άλλο μικρότερο (μέ ανάγλυφο επιχρυσωμἐνο Σταυρό), κάτω από το οποίο υπάρχει προσαρμοσμένη γυάλινη πλάκα, κάτω από την οποία φαίνεται η Κεφαλή του Οσίου.
Η Λάρνακα αυτή κατασκευάσθηκε στη Σμύρνη με δαπάνες του Καθηγουμένου τής Μονής Παρθενίου Χατζήκου Φωκιανού τό 1796.
Το Άφθαρτο Σκήνωμα του Οσίου Χριστοδούλου του εν Πάτμω
Το Άφθαρτο Σκήνωμα του Οσίου Χριστοδούλου του εν Πάτμω
Το Άφθαρτο Σκήνωμα του Οσίου Χριστοδούλου του εν Πάτμω
Το Άφθαρτο Σκήνωμα του Οσίου Χριστοδούλου του εν Πάτμω
Το Άφθαρτο Σκήνωμα του Οσίου Χριστοδούλου του εν Πάτμω

Οι Παναγίες της Πάτμου

Οι Παναγίες της Πάτμου
Στο νησί της Αποκάλυψης, στο νησί «του υιού της Βροντής», στο νησί του «Ηγαπημένου» μαθητή του Κυρίου μας, δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά.
Η ευλάβεια, ο σεβασμός, η εμπιστοσύνη, η αφοσίωση και η καθημερινή αναφορά στο Πρόσωπο της υπερευλογημένης και υπερδεδοξασμένης Μαρίας, Μητέρας του Χριστού μας και του, «κατά υιοθεσίαν», Ιωάννη του Θεολόγου και Ευαγγελιστή, εκδηλώνονται πάντοτε με μια ιδιαίτερη και μοναδική σχέση.
«Παναγιά μου», «Αγιά Σώζουσά μου», «Ζωοποιή μου» και λοιπές προσφωνήσεις, στη χαρά μας, στη λύπη μας, στον πόνο μας, στο ξενιτεμό μας, στο μισεμό μας, πάνω στο κρεβατάκι του μωρού μας, στο ξεκίνημα των μελών της οικογένειας («η Παναγιά μαζί σου») για το Σχολείο, για τη δουλειά, για κάθε δραστηριότητά μας.
Οι μανάδες μας και γενικά οι νοικοκυράδες μας, εξακολουθούν να ανάβουν το καντήλι και να θυμιάζουν το σπιτικό τους, το δρόμο τους, τον ουρανό, τη θάλασσα, τη νησί τους, παρακαλώντας την Παναγιά να φυλάει το φαντάρο της, το ναυτικό της, το φοιτητή της, τη φοιτήτριά της «κι΄όλο τον κόσμο»!
ρανή απόδειξη αυτής της υπέρμετρης αγάπης των Πατμίων προς την Παναγία, αποτελεί η ύπαρξη πολλών Ιερών Μονών και Ιερών Ναών προς τιμήν της.
 Με την ευκαιρία των εορτών της Κοιμήσεως της Παναγίας (15 Αυγούστου) και των Γενεθλίων της (8 Σεπτεμβρίου), καταγράψαμε απλά όλους αυτούς τους Ιερούς Χώρους τους οποίους και παραθέτουμε αλφαβητικά, με την ελπίδα ότι θα υπάρξει συνέχεια και συνδρομή στην προσπάθεια αυτή, ώστε να γνωρίσουμε όλοι μας την ιστορία κάθε Εκκλησιάς μας (ευχής έργο θα είναι αν όσοι και όσες γνωρίζουν στοιχεία για τον οποιοδήποτε Ναό, να μας τα καταθέσουν για να καταγραφούν και να αξιοποιηθούν κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο).

Α.- Ιερές Μονές
Στο Νησί  υπάρχουν τρεις Γυναικείες Ιερές Μονές προς τιμή της Παναγίας μας.
1. Η Ιερά Μονή «΄Αγια των Αγίων», δυτικά της Χώρας. Ιδρύθηκε το 1579. Τρισυπόστατος Ναός. Ο κεντρικός Ναΐσκος είναι αφιερωμένος στα «Εισόδια της Θεοτόκου» και πανηγυρίζει στις 21 Νοεμβρίου.
 2.Η Ιερά Μονή « Ευαγγελισμός Μητρός Ηγαπημένου», πάνω από την περιοχή των Κήπων του Οσίου. Ιδρύθηκε το 1937 από τον αείμνηστο Γέροντα Αμφιλόχιο Μακρή. Εορτάζει στις 25 Μαρτίου, και,
 3.Η Ιερά Μονή «Ζωοδόχος Πηγή», δυτικά της Χώρας. Ιδρύθηκε το 1607 και εορτάζει την Παρασκευή της Διακαινησίμου.
 Β.- Καθίσματα
 1.Η Παναγιά του Γραβά, στην περιοχή της Λάκας, πάνω από τους Κήπους. Εορτάζει στις 23 Αυγούστου.
 2. Η Παναγιά στο λιβάδι των Καλογήρων. Στην ομώνυμη περιοχή, στο Βορειοδυτικό τμήμα της Πάτμου. Ανήκει στην Γυναικεία Ι. Μονή Ζωοδόχου Πηγής και Πανηγυρίζει στις 23 Αυγούστου.
 3. Η Παναγιά της Κουμάνας, στον ομώνυμο λόφο της Κουμάνας, στο βόρειο μέρος της εισόδου στο λιμάνι της Σκάλας.

Γ.- Ιεροί Ναοί:
 Αγία Διασώζουσα ή Αγιά Σώζουσα. Ιδρύθηκε το 1500 και το 1911 περιήλθε στη δικαιοδοσία της Ι. Μονής του Θεολόγου, η οποία το 1954 την ανκήρυξε σε Μοναστηριακό Προσκύνημα. Μετά το 1956 ανακαινίσθηκε σχεδόν εκ βάθρων.
 Απακουή ή Υπαπαντή (1600) στη Χώρα, στην περιοχή «Λάουρα». Ενοριακός Ναός.
 Ελεμονήστρα ή Ελεημονήτρια, στη Χώρα, στην περιοχή Νιοχώρι. Ιδιόκτητος Ναός, ο οποίος παλαιότερα ήταν Ενοριακός.-
 Ευαγγελίστρια στον Κάμπο, Ενοριακός Ναός.
 Κοίμηση της Θεοτόκου στη Χώρα, δίπλα από την Εκκλησία του Αγίου Σαμψών του Ξενοδόχου, απέναντι από τα « ΄Αγια των Αγίων».
 Κοίμηση της Θεοτόκου (1536) στις τρεις Εκκλησιές, στα «τρία», στη Χώρα. Δυστυχώς κατερειπωμένη.
 Κυρά Λεούσα στον Κάμπο
 Λαμπρινούσα. Το όνομά της το οφείλει στο γεγονός ότι γιορτάζει την Παρασκευή της Διακαινησίμου, δηλ. της Ζωοδόχου ηγής. Βρίσκεται στην πλαγιά, πάνω από τον Περδικάρη, απέναντι από την Αποκάλυψη
 Μεγάλη Παναγιά στη Χώρα, Δημοτικός Ιερός Ναός. Και ο Ναός αυτός παλαιότερα ήταν Ενοριακός. Διακρίνονται ελάχιστες τοιχογραφίες.
Μεγάλη Παναγιά στον Κάμπο. Ιδιόκτητη τρισυπόστατη Εκκλησία.
Παναγιά, Παρεκκλήσιο εντός της Ι. Μονής Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου.
 Παναγιά η Αγριολιβαδίτισσα
 Παναγιά η Αργυροκλειδούσα, ή Αργυλοκλειδού, στη Χώρα, πίσω από την Αγιά Σώζουσα. Δεν διασώζεται.
 Παναγιά του Ατσιδιού, στη Χώρα, κοντά στους Μύλους.
 Παναγιά η Βαγιανιώτισσα, στη Βαγιά.
 Παναγιά η Βροντούσα (1758) στη Χώρα, κοντά στο Νεκροταφείο.
 Παναγιά του Γερανού, στο ομώνυμο Ακρωτήριο
 Παναγιά η Γοργοϋπήκοος, στη Συκαμιά.
 Παναγιά η Γουμένισσα (1610) ή Απακουή ή η Παναγιά της Πόλιας.
 Παναγιά η Ελεούσα, στον Αρτικοπό, στη Χώρα. Κατερειπωμένη.
 Παναγιά της Εξώσκαλας
 Παναγιά η Εψιμιανή, στην περιοχή «Εψιμιά». Γιορτάζει στις 8 Σεπτεμβρίου.
 Παναγιά η Θεοσκέπαστη ή η Κατάπαυσις, στην Καλικατσού. Διακρίνονται ερείπια μέσα στη θάλασσα..
 Παναγιά της Καλαμωτής, στην ομώνυμη περιοχή, κοντά στην Παναγιά του Γραβά.
 Παναγιά του Κύκκου, στον Κήπο, κάτω από το Μοναστήρι του Ευαγγελισμού.
 Παναγία των Κοιμητηρίων, στη Χώρα, Ενοριακός Ιερός Ναός.
  Παναγιά η Λαγκαδιώτισσα, στη Λαγκάδα, στον Κάμπο.
  Παναγιά του Μανταλάκη, στον Κήπο.
  Παναγιά του Πάγκαλη (1676) στη Χώρα. Δεν διασώζονται ούτε ερείπια.
  Παναγιά του Σταυρού, στη Χώρα, κοντά στην πλατεία του Ξάνθου.
  Παναγιά η Σχοινιώτισσα, στην περιοχή « Κάτω Κάμπος».
  Παναγιά η Φυλαττωμένη, στην περιοχή Κατελάνου στην Πέτρα (νεόκτιστη).
Του Ματθαίου Μελιανού, π. Σχολ.Πατμιάδος

Σκήτη Οσίου Χριστοδούλου


Στο τέλος της παραλίας της Λίμνης βρίσκεται το ασκητήριο του οσίου Χριστοδούλου. Εδώ ο Όσιος ασκήτεψε ως το τέλος του βίου του, περί τα τέλη του 11ου αιώνα μ.Χ.
Ο Όσιος Χριστόδουλος υπήρξε ιδρυτής της μονής του Αγίου Ιωάννη Θεολόγου στην Πάτμο. Κατόπιν πειρατικών επιδρομών στη Πάτμο, κατέφυγε στη Λίμνη, μαζί με Πάτμιους μοναχούς και κατοίκους. Στο σπήλαιο αυτό διέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του, περί τον 11ο αιώνα μ.Χ. Μετά το θάνατό του, Πάτμιοι μοναχοί, έκλεψαν το σκήνωμά του και το μετέφεραν στην νήσο της Αποκαλύψεως.
Το σπηλαιώδης εκκλησίδιον διατηρείτε σε καλή κατάσταση και μπορεί ο καθένας να προσκυνήσει στο χώρο του.

Ο Όσιος Χριστόδουλος και το πέρασμα του από το νησί της Κω


Ο Όσιος Χριστόδουλος και το πέρασμα του από το νησί της Κω

Ὁ πλέον ἐπιφανὴς μοναχὸς τοῦ 11ου αἰῶνα εἶναι ὁ ὅσιος Χριστόδουλος, ἡ μνήμη τοῦ ὁποίου τιμᾶται στὶς 16 Μαρτίου καὶ στὶς 21 Ὀκτωβρίου.
Ὁ Ὅσιος προῆλθε ἀπὸ τὴν μικρασιατικὴ περιοχὴ τοῦ Ὄρους Λάτρος καί, μετὰ ἀπὸ παραμονὴ στὴν Κῶ, κατέληξε στὴ νῆσο Πάτμο, ὅταν ὁ Ἀλέξιος Α΄ Κομνηνὸςσυμφώνησε στὴν ἀνταλλαγή τῶν κτημάτων ποὺ τοῦ εἶχε παραχωρήσει ὁ Κῶος μοναχὸς Ἀρσένιος Σκηνούρης στὴν Κῶ καὶ τὴ Στρόβιλο, μὲ τὸ ἄγονο καὶ ἔρημο νησί.
Ἂς δοῦμε, ὅμως κάποια στοιχεῖα ἀπὸ τὸ βίο τοῦ Ὁσίου ποὺ δηλώνουν τη σχέση του μὲ τὸ νησὶ τῆς Κῶ.
 Ὁ μοναχὸς Ἀρσένιος Σκηνούρης, φιλοξένησε τὸν διωκόμενο ὅσιο Χριστόδουλο στὴν Ἱερὰ Μονὴ Στροβίλου στὰ μικρασιατικὰ παράλια, τὴν ὁποία κατεῖχε ἡ οικογένειά του καὶ εἶχε κτίσει μετὰ ἀπὸ ἀλληλογραφία μὲ τον αὐτοκράτορα Νικηφόρο Βοτανειάτη (1079) σὲ πατρογονικὰ κτήματά του. Μὲ τὴν ἄφιξη στὴν περιοχὴ τοῦ ὁσίου Χριστοδούλου τὴν παραχώρησε σὲ αὐτὸν παραιτούμενος ἀπὸ κάθε δικαίωμα, καὶ ὁ Ὅσιος παρέμεινε σὲ αὐτὴ ἀνάμεσα στὸ Μάρτιο τοῦ 1079 καὶ πρὶν ἀπὸ τὸ Μάρτιο τοῦ 1080, ὅταν πῆγε στὴν Κῶ, ὅπου κατέφυγε γιὰ νὰ γλιτώσει ἀπὸ τὶς ἐπιδρομὲς τῶν Τούρκων. Ἐπιθυμώντας ὁ Κῶος μοναχὸς τὴν ἐνίσχυση τοῦ μοναχισμοῦ στὸ νησὶ τῆς Κῶ, προσκάλεσε τὸν ὅσιο Χριστόδουλο στὸ νησὶ καὶ τοῦ παραχώρησε μεγάλη ἀκίνητη περιουσία μὲ σκοπὸ νὰ ὀργανώσει ἕνα μοναστήρι.
 
Ἀφοῦ ὁ Ὅσιος ἐπισκέφθηκε τὰ κτήματα τοῦ μοναχοῦ Ἀρσενίου Σκηνούρη κατέληξε στὸ Παλαιὸ Πυλί, ὅπου ἔκτισε μοναστήρι στὸ ὄνομα τῆς Θεοτόκου, τὸ ἐπωνομαζόμενο Μονὴ τῶν Καστριανῶν. Τὸ μοναστήρι αὐτὸ ποὺ σώζεται μέχρι σήμερα, ἀνέπτυξε πλούσια δράση καὶ λειτούργησε ὡς πνευματικὸς πόλος ἕλξης.
Σύντομα, γιὰ λόγους ἄγνωστους σὲ ἐμᾶς, ὁ μοναχὸς Ἀρσένιος Σκηνούρης, «νύκτωρ», δηλαδὴ νύκτα, ἀνεχώρησε γιὰ τὴν Ἰερουσαλήμ, χωρὶς νὰ ἐπιστρέψει πλέον στὴν Κῶ ἀφήνοντας τὰ κτήματά του στὸν ὅσιο Χριστόδουλο.
Παρὰ τὴ φυγή του ἀπὸ τὴ Μονὴ τῶν Καστριανῶν, ὁ ὅσιος Χριστόδουλος, ὁ ὁποῖος τὸν ἐκτιμοῦσε ἰδιαίτερα, περίμενε νὰ ἐπιστρέψει καί, μάλιστα, μετὰ ἀπὸ χρόνια, ὅταν συνέταξε τὴ διαθήκη του, τὸν ὅρισε διάδοχό του στὴν ἡγουμενία τῆς μονῆς τῆς Πάτμου δηλώνοντας μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο τὴ μεγάλη ἐκτίμηση, τὴν εὐγνωμοσύνη καὶ τὸ σεβασμό του πρὸς αὐτόν.

Ἡ σχέση τοῦ ὁσίου Χριστοδούλου μὲ τὸ νησὶ τῆς Κῶ κατὰ τὴν τελευταία δεκαετία τοῦ βίου του παρουσιάζεται στενή, καθὼς τὰ μοναστήρια ποὺ ἵδρυσε, κατ᾿ αὐτὴ τὴν περίοδο (Παναγία Καστριανῶν καὶ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου), σχετίζονται ἄμεσα μὲ τὴ νῆσο αὐτή. Ἡ μὲν πρώτη βρίσκεται στὴν Κῶ ἡ δὲ δεύτερη ἔγινε πραγματικότητα χάρη στὰ κτήματα ποὺ τοῦ εἶχαν παραχωρηθεῖ στὴν Κῶ.
Τὰ σημαντικότερα κείμενά τοῦ Ὁσίου, τὰ ὁποῖα συντάχθηκαν πρὸς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του, μνημονεύουν τὴν ἄριστη σχέση ποὺ εἶχε μὲ τὸν μον. Ἀρσένιο Σκηνούρη, ὁ ὁποῖος, ἂν καὶ ἀφανής, εἶχε ἀνυπολόγιστη προσφορὰ στὴν ὀργάνωση τοῦ μοναχισμοῦ τοῦ νοτιοανατολικοῦ Αἰγαίου καὶ τῶν ἀπέναντι μικρασιατικῶν παραλίων, καθὼς παραχώρησε τὴν μεγάλη πατρική του περιουσία γιὰ την ἵδρυση μονῶν. Ἡ ἀνταλλαγὴ τῆς ἔρημης Πάτμου ἔγινε μὲ δικά του κτήματα, τὰ ὁποῖα ὁ αὐτοκράτορας Ἀλέξιος Αʹ ὁ Κομνηνὸς θεώρησε ὅτι εἶχαν ἴση ἀξία μὲ τὸ νησί, ὥστε νὰ προχωρήσει στὴν ἀνταλλαγή.
Στὸν Κωδίκελλο, ὁ ὁποῖος ἀκολούθησε τὴ Διαθήκη του, συντασσόμενος κατὰ τὴν παραμονὴ τῆς κοιμήσεώς του (15 Μαρτίου 1093), κάνει συγκεκριμένη ἀναφορὰ στὴ μονὴ τῆς Θεοτόκου τῶν Καστριανῶν (στὸ Παλαιὸ Πυλὶ τῆς Κῶ) καὶ τονίζει στοὺς μοναχούς του τὶς ὑποχρεώσεις ποὺ ἔχουν ἀπέναντί της. Ὑπογραμμίζει δὲ τοὺς δεσμούς του μὲ τὰ μοναστικὰ ἱδρύματα τοῦ νησιοῦ.
 
Κλείνοντας αὐτὸ τὸ σύντομο σημείωμα ἐπιθυμοῦμε νὰ τονίσουμε ὅτι ἀκόμη καὶ σήμερα ὑπάρχουν παραδόσεις ποὺ φέρουν τὸν Ὅσιο νὰ ἀσκήτευσε καὶ σὲ ἄλλες περιοχὲς τοῦ νησιοῦ, πέρα ἀπὸ τὸ Παλαιὸ Πυλί, ὅπως τὴν Παναγία τῆς Ζιᾶς καὶ τὸΜονάγρι, ἀφήνοντας ἀγαθὴ μνήμη στοὺς κατοίκους.
Ἂς ἔχουμε, λοιπόν, τὶς εὐχὲς τοῦ στύλου τοῦ μοναχισμοῦ τοῦ 11ου αἰῶνα ὁσίου Χριστοδούλου, ὁ ὁποῖος σκέπει τὴν Πάτμο, ἀλλὰ καὶ τὴ λοιπὴ Δωδεκάνησο.

Λάμπρος Κ. Σκόντζος, Όσιος Χριστόδουλος ο εν Πάτμω




ΟΣΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Ο ΕΝ ΠΑΤΜΩ
        Η Νήσος Πάτμος αναδείχτηκε ιερά από την παρουσία δύο μεγάλων προσωπικοτήτων της Εκκλησίας μας, οι οποίες συνδέθηκαν με αυτήν. Ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος και ο Όσιος Χριστόδουλος. Ο μεν πρώτος έγραψε εξόριστος εκεί το ιερό βιβλίο της Αποκαλύψεως, ο δε δεύτερος έκτισε την εκεί φημισμένη Ιερά Μονή.
         Ο άγιος Χριστόδουλος γεννήθηκε το 1020 στη Νίκαια της Βιθυνίας από τους ευσεβείς γονείς του Θεόδωρο και Άννα, οι οποίοι φρόντισαν να τον αναθρέψουν με παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Ο ίδιος από μικρός έδειξε την αγάπη του για το Χριστό και την Εκκλησία και είχε πάρει την απόφαση να ακολουθήσει τον μοναχικό βίο. Όταν έγινε έφηβος κατέφυγε στο όρος Όλυμπος της Βιθυνίας για να ασκητέψει. Κατόπιν πήγε στην Παλαιστίνη, για να προσκυνήσει τα ιερά σεβάσματα των Αγίων Τόπων και να συνδεθεί με τους εκεί ονομαστούς ασκητές και μοναχούς. Μετά επέστρεψε στη Μ. Ασία και εγκαταστάθηκε στο όρος Λάτρον της Καρίας, στη Μονή του Στήλου, όπως ονομάζονταν. Εκεί ίδρυσε φημισμένη βιβλιοθήκη και συγκέντρωσε κοντά του πολλούς μοναχούς. Μάλιστα έλαβε και την ονομασία «Λατρηνός», από την περιοχή του Λάτρου.

        Εκεί, με προσευχή, νηστεία, αγρυπνία και αγώνα κατά των παθών του, ο Χριστόδουλος  αναδείχτηκε σπουδαία πνευματική μορφή της περιοχής. Όμως η συνθήκες διαβίωσης είχαν καταστεί δύσκολες, λόγω των συχνών βαρβαρικών επιδρομών, οι οποίες λυμαίνονταν την δυτική Μ. Ασία. Γι’ αυτό, το 1070, πήρε την απόφαση να φύγει και να εγκατασταθεί στη νήσο Πάτμο. Εκεί με συνδρομή του αυτοκράτορα  Αλεξίου Α΄ Κομνηνού (1081-1118) ανήγειρε την περιώνυμη Μονή, προς τιμήν του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, στο σημείο, που ο αγαπημένος μαθητής του Κυρίου είχε δει τα θαυμαστά οράματα και συνέγραψε την Αποκάλυψη. Ως λόγιος, που ήταν φρόντισε να ιδρύσει και μεγάλη βιβλιοθήκη.
      Όμως δεν έμεινε για πολύ στην Πάτμο. Μετέβη στην Κωνσταντινούπολη για να διευθετήσει κάποιες υποθέσεις τη Μονής. Λίγο μετά παραιτήθηκε από ηγούμενος και πήγε στο Στρόβιλο της Μ. Ασίας, όπου ανέλαβε την φροντίδα της Μονής Αρσενίου. Αλλά και εκεί δεν έμεινε για πολύ. Πήγε στην Κω, όπου ίδρυσε την Μονή της Αγνής Θεομήτορος, στην οποία ο αυτοκράτορας Αλέξιος Κομνηνός παραχώρησε τα προάστια της Λέρου και τη νήσο Λειψώ.
       Κατόπιν, αφού εγκατέστησε αδελφότητα στη Μονή, πήγε ξανά στην Κωνσταντινούπολη, για να συναντήσει και πάλι τον αυτοκράτορα Αλέξιο Κομνηνό, για να του δώσει την άδεια να οργανώσει την Μονή της Πάτμου. Πήρε την αυτοκρατορική άδεια το 1088, με χρυσόβουλο, στο οποίο προβλεπόταν να γίνει ανταλλαγή των ακινήτων της Κω, να του παραχωρηθεί ολόκληρη η νήσος Πάτμος.
       Έχοντας αποκτήσει μεγάλη περιουσία η Μονή, άρχισε να κτίζει τα περίλαμπρα κτηριακά της συγκροτήματα, όπως τα βλέπουμε σήμερα. Αλλά και πάλι δεν έμελλε να μείνει μόνιμα στη Μονή, διότι η νήσος μαστίζονταν από επιδρομές των Τούρκων, οι οποίοι λεηλατούσαν και έσφαζαν τους Χριστιανούς. Περί το έτος 1092 κατέπλευσε στον Εύριπο (Εύβοια), όπου κάποιος πλούσιος ευσεβής κάτοικος του προσέφερε πολυτελή οικία να μείνει, την οποία ο Χριστόδουλος την μετέτρεψε σε Μοναστήρι. Ο ίδιος δεν θέλησε να μείνει στην Μονή, διότι η πολυτέλεια δεν ταίριαζε στην ασκητικότητά του. Γι’ αυτό εγκαταστάθηκε σε σπήλαιο δυτικά τη κωμοπόλεως Ελύμνιον (Λίμνη) για να ζήσει ως ασκητής. Οι ευσεβείς κάτοικοι της Εύβοιας του έδειξαν μεγάλο σεβασμό, διότι διείδαν στο πρόσωπό του μια μεγάλη πνευματική προσωπικότητα. Πολλοί τον χαρακτήριζαν ως άγγελο σε ανθρώπινο σώμα!
       Στο σπήλαιο ο όσιος Χριστόδουλος προσευχόταν αδιάλειπτα και μελετούσε τις άγιες Γραφές και τα συγγράμματα των Πατέρων. Πλήθος πιστών συνέρρεε καθημερινά να πάρει την ευχή του και να τις πνευματικές του συμβουλές και νουθεσίες. Παρά τον κόπο και τις ατέλειωτες ώρες που αφιέρωνε να δεχτεί τους επισκέπτες του, ποτέ δεν δυσφορούσε και δεν άφηνε κανέναν να μην τον δεχτεί. Εκεί συνέταξε το 1093 την «Διαθήκη» και τον «Κωδίκελλό» του. Μάλιστα η «Διαθήκη» του, για να έχει ισχύ και κύρος κάλεσε επτά αξιωματούχους της επισκοπής Ευρίπου (Χαλκίδος) για να την υπογράψουν. Αναφέρονται οι: «Λέων πρεσβύτερος και σακελάριος της πόλεως Ευρίπου, Ιωάννης πρεσβύτερος και νοτάριος της καθέδρας Ευρίπου, Μιχαήλ… της καθέδρας Ευρίπου, Βασίλειος ο ευτελής διάκονος… και νοτάριος Ευρίπου κ.ά.».
      Την διαμονή του Οσίου Χριστοδούλου στον Εύριπο, την βιωτή του και την κοίμησή του, μας την περιγράφει λεπτομερώς ο Μητροπολίτης Ρόδου Ιωάννης, στο έργο του: «Βίος και Πολιτεία του Οσίου Πατρός ημών Χριστοδούλου». Λίγο πριν αποδημήσει από αυτό τον κόσμο προαισθάνθηκε τον θάνατό του και συγκέντρωσε τους υποτακτικούς του, στους οποίους τους ανακοίνωσε την κοίμησή του. Μάλιστα τους διαβεβαίωσε ότι οι Αγαρηνοί δεν θα καταλάβουν τα νησιά. Τους παράγγειλε επίσης ότι ήθελε να μεταφέρουν τα λείψανά του στην Πάτμο.  Κοιμήθηκε ειρηνικά στις 16 Μαρτίου του 1093. Στην ως άνω βιογραφία του Οσίου αναφέρεται και η ανακομιδή του ιερού του λειψάνου και η μεταφορά του στην Πάτμο.
       Οι πιστοί όμως της Εύβοιας, όταν πληροφορήθηκαν ότι επρόκειτο να μεταφερθεί το λείψανό του από τον τόπο τους, αντέδρασαν, διότι τον θεωρούσαν δικό τους άγιο, προστάτη, πατέρα και ιατρό τους και γι’ αυτό το φρουρούσαν. Όμως κάποια νύχτα οι υποταχτικοί του, το σήκωσαν στους ώμους τους, χωρίς θόρυβο, επιβιβάστηκαν σε πλοίο και έφυγαν για την Πάτμο, όπου το τοποθέτησαν στην Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, την οποία έκτισε ο Όσιος. Εκεί παραμένει ως τα σήμερα άφθορο, να ευωδιάζει και να θαυματουργεί.

        Η μνήμη του τιμάται στις 16 Μαρτίου και η ανακομιδή των λειψάνων του στις 21 Οκτωβρίου.  Εκτός από τα προαναφερόμενα συγγράμματά του «Διαθήκη» και «Κωδίκελλος», συνέγραψε και το έργο του: «Υποτύπωσις ήτοι διάταξις γενομένη προς τους εαυτού μαθητάς εν τη εν Πάτμω ιδία αυτού μονή», ένα σπουδαίο σύγγραμμα μοναχικών κανονισμών», το οποίο μας έχει διασωθεί.  

Ο ΟΣΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Ο ΕΝ ΠΑΤΜΩ


Ο ΟΣΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Ο ΕΝ ΠΑΤΜΩ
Ο Όσιος Χριστόδουλος γεννήθηκε στην Μ. Ασία, στα περίχωρα της Νικαιας της Βιθυνίας περί το 1024. Οι ευσεβείς και ενάρετοι γονείς του Θεόδωρος και Άννα, του έδωσαν το όνομα Ιωάννης.
Ο νεαρός Ιωάννης διδάχτηκε από μικρός τα γράμματα, και εντρύφησε με ζήλο στην μελέτη των θείων γραφών. Από την εφηβική του ηλικία φλεγόταν από τον πόθο να ακολουθήσει την οδό του μοναχικού βίου, και οι γονείς του φοβούμενοι μήπως τον χάσουν από κοντά τους επέμεναν να νυμφευθεί, αλλά πριν από τον γάμο αποφάσισε να ακολουθήσει την κλήση του Θεού και έφυγε κρυφά από το χωριό του, καταφεύγοντας στο όρος Όλυμπος της Μυσίας όπου υπήρχαν πολλά μοναστήρια και κελλιά.

Εκεί στον Όλυμπο, ο Ιωάννης έγινε δόκιμος "τεθείς υπό την διδασκαλίαν και την διαπαιδαγώγησιν του προηγουμένου της ιεράς εκείνης ποίμνης ", ο οποίος βλέποντας τον ζήλο του τον έκειρε μοναχό και του έδωσε το όνομα Χριστόδουλος, εξ αιτίας της μεγάλης του αγάπης για τον Ιησού Χριστό. Τρία χρόνια αργότερα ο γέροντας πέθανε και ο μοναχός Χριστόδουλος, έφυγε για την Ρωμη με σκοπό να προσκυνήσει τους τάφους των Αγίων Αποστόλων, Πετρου και Παύλου. Από εκεί μετέβη για προσκύνημα στούς Αγίους Τοπους και στην συνέχεια στην Παλαιστίνη, όπου πιθανώς εγκαταβίωσε στη μονή του Αγίου Σάββα.
Όμως, το σχέδιο του Θεού ήταν διαφορετικό. Κύμα επιθέσεων των Αγαρηνών στα μοναστήρια της Παλαιστίνης, ανάγκασε τούς μοναχούς να εγκαταλείψουν την έρημο. Ο Όσιος, μαζί με άλλους κατευθύνθηκε στο όρος Λάτρος, όπου είχαν καταφύγει πολλοί μοναχοί της Αιγύπτου από τις περιοχές του Σινά και της Ραϊθώ, μετά από τις φονικές επιθέσεις των Βλεμμύων Αράβων.
Ο Όσιος Χριστόδουλος μόνασε στη Λαύρα του Στύλου. Στην περιοχή του Λατρους άλλοι ζούσαν κοινοβιακά στη Λαύρα και άλλοι σε κελλιά. Ο μοναχισμός στο όρος Λατρος βρισκόταν την περίοδο εκείνη σε μεγάλη ακμή και ο Όσιος επιδόθηκε με ζήλο στην προσευχή και την νηστεία. Διακρίθηκε στην πνευματική ζωη με το ήθος του, τους ασκητικούς του αγώνες και την πνευματική του κατάρτιση, γεγονός που οδήγησε τούς αδελφούς να τον εκλέξουν ηγούμενο της Λαύρας και έγινε πνευματικός όλων των μοναχών του όρους Λατρος. Ο Όσιος διοίκησε πολλά χρόνια την μοναστική πολιτεία, και η φήμη του εξαπλώθηκε στα πέρατα της αυτοκρατορίας, του εδόθη δε το επίθετο Λατρηνός.
Την περίοδο αυτή της ακμής του Λατρηνού μοναχισμού διέκοψαν επιδρομές Αγαρηνών και ο Όσιος, αποφάσισε να εγκαταλείψει το όρος Λατρος. Μαζί με μια ομάδα μοναχών κατέφυγε στην Κω, όπου κάποιος ευσεβής άρχοντας τούς δώρησε μια έκταση κοντά στο βουνό Δίκαιο. Εκεί, ο Όσιος Χριστόδουλος, άρχισε να οικοδομεί Μονή αφιερωμένη στην Θεοτόκο, και ο αυτοκράτορας Νικηφόρος Βοτανειάτης του παραχώρησε φορολογική απαλλαγή για να ολοκληρώσει το έργο του. Τις απαλλαγές συνέχισε  και ο αυτοκράτορας Αλέξιος Κομνήνος, ο οποίος με χρυσόβουλλο έγγραφο όρισε να είναι αυτοδέσποτη η μονή της Θεοτόκου και παραχώρησε το νησί Λειψώ, δύο προάστια στη Λερο - το Παρθένι και τα Τεμένια - και την περιοχή Παντέλι.

Η φήμη του εξηντάχρονου χαρισματούχου γέροντα οδήγησε αρκετούς μοναχούς κοντά του, και οι ντόπιοι έκαναν πολλές δωρεές, έτσι που σε μικρό χρονικό διάστημα η νέα Μονή απέκτησε μεγάλη περιουσία. Όμως, παρά την μεγάλη ακμή στην οποία περιήλθε η Μονή της Θεοτόκου, ο Όσιος δεν ήταν ευχαριστημένος. Το μοναστήρι ήταν κοντά σε κατοικημένη περιοχή και τα μετόχια του συνόρευαν με τα κτήματα των ντόπιων, με αποτέλεσμα οι μοναχοί να έχουν μεγάλο συγχρωτισμό με τούς λαϊκούς, γεγονός που έκανε τον γέροντά τους να ανησυχεί για την πνευματική τους πορεία. Και ήταν τόσο μεγάλη η ανησυχία του, ώστε πήρε μια μεγάλη απόφαση χωρίς να υπολογίσει το κόστος. Να μεταναστεύσει και πάλι και να εγκαταβιώσει σε τόπο άγονο και χέρσο, στο ερημωμένο από τις λεηλασίες νησί Πατμος. 
Το 1088, ο Όσιος Χριστόδουλος πήγε στην Κωνσταντινούπολη και ζήτησε από τον Αλέξιο Κομνηνό να του παραχωρηθεί η ερημωμένη εξ αιτίας των πειρατικών επιδρομών Πατμος, για να οικοδομήσει Μοναστήρι. Σεβόμενος τον Όσιο, ο αυτοκράτορας του παραχώρησε την Πατμο με Χρυσόβουλλο λόγο (σώζεται στην μονή της Πάτμου), όπου ορίζεται να δωρηθεί η Πατμος για να γίνει Μονή, καταργεί οποιαδήποτε φορολογία, απαγορεύει κατόπιν επιθυμίας του Οσίου την εγκατάσταση λαϊκών στο νησί και το ανακηρύσσει άβατον.
Με ένα δεύτερο Χρυσόβουλλο, ο Κομνηνός όρισε να δίδονται ως ενίσχυση στην Μονή ετησίως ,τριακόσιοι μόδιοι σίτου και εικοσιτέσσερα Κομνηνάτα Θεοτόκια.
 
 Έτσι, για μία ακόμα φορά στην ζωη του, ο Όσιος Χριστόδουλος μεταναστεύει, αυτή την φορά σε τόπο αφιλόξενο και ερημικό. Από καιρό έχει σκεφτεί πως η ερειπωμένη από τις επιθέσεις των πειρατών και απροσπέλαστη για τα εμπορικά πλοία νήσος Πατμος, θα του πρόσφερε τις ιδανικές συνθήκες για να διασφαλίσει την πνευματική ζωη της συνοδείας του. Εξ' άλλου την επιθυμία του να ζήσει στην Πατμο ενισχύει το ότι εκεί έζησε και συνέγραψε την Αποκάλυψη ο Απόστολος Ιωάννης.
Μετά την παράδοση της Πατμου, ο Όσιος και όλη η συνοδεία του ξεκίνησαν την ανέγερση της Νεας Μονής στην κορυφή του βουνού, όπου ευρίσκοντο ερείπια αρχαίου ναού της Σκυθίας Αρτέμιδος.
Η οικοδόμηση της Μονής ήταν έργο δύσκολο και πολύ κοπιαστικό για την μοναστική αδελφότητα, αφού ο Όσιος δεν ήθελε να προσλάβει εργάτες. Για να εμψυχώνει τούς μοναχούς, παρά τα εβδομήντα του χρόνια κουβαλούσε ο ίδιος πέτρες και ασβέστη και πρωτοστατούσε στις εργασίες, δίνοντας θάρρος στούς υπόλοιπους. Παρ' όλα αυτά η σκληρή εργασία και η άνυδρη, αφιλόξενη γη, κούρασαν γρήγορα τούς μοναχούς. Έτσι προσέλαβε έγγαμους λαϊκούς και τούς έφερε στην Πατμο μαζί με τις οικογένειες τους, αφού ήταν δύσκολο να βρει πολλούς αγάμους που να επιθυμούν να ζήσουν στο άγονο νησί. Για να αποφύγει τα προβλήματα που από την αρχή φοβόταν, εγκατέστησε τις οικογένειες στην άλλη πλευρά του νησιού ώστε να μην ενοχλούν τούς μοναχούς. Απαγόρευσε στις γυναίκες και τα παιδιά να πλησιάζουν το μοναστήρι και όρισε πενθήμερο εργασίας για τούς άνδρες, κατά την διάρκεια του οποίου αυτοί έμεναν με τούς μοναχούς και επέστρεφαν το Σαββατοκύριακο στις οικογένειές τους.
 Η πρόσληψη των εργατών, όχι μόνο επιτάχυνε τις οικοδομικές εργασίες, αλλά και έδωσε την δυνατότητα στην μοναχική συνοδεία να αρχίσει να ζει και πάλι ησυχαστικά.
Την εποχή εκείνη ο ιερός Χριστόδουλος ήταν ήδη μεγάλος σε ηλικία, αλλά οι δυνάμεις του με την Χάρη του Θεού δεν τον είχαν εγκαταλείψει. Η ακτινοβολία του ως πνευματικού είχε εξαπλωθεί σε όλο το Αιγαίο και μεγάλος αριθμός προσκυνητών μετέβαινε στην Πατμο για να προσκυνήσει το σπήλαιο της Αποκαλύψεως, να επισκεφτεί το Μοναστήρι και να τον συμβουλευθεί.

Όμως, το σχέδιο του Θεού και πάλι ήταν διαφορετικό για τον Άγιο. Πιστευε πως θα τερμάτιζε τον βίο του στην  Πατμο, αλλά πέντε περίπου χρόνια μετά την εγκατάσταση του στο νησί, το 1092, εξ αιτίας της Τουρκικής απειλής, πήρε την απόφαση όλη η συνοδεία της Μονής να εγκαταλείψει το νησί μέχρι να περάσει ο κίνδυνος.
 
Η μοναχική αδελφότητα κατέφυγε στον Πορθμό του Ευρίπου, όπου χάρις στη βοήθεια ενός άρχοντα, ο οποίος ήταν πνευματικό τέκνο του Οσίου, εγκαταστάθηκαν σε ένα μεγάλο αρχοντικό το οποίο μετατράπηκε σε μοναστήρι. Έτσι, ο Θεοφόρος Πατήρ, έμελλε να ζήσει και στην Εύβοια, και "αντικείμενον του θαυμασμού πάντων γενόμενος και ως τις άγγελος εν θνητώ σώματι της προσηκούσης τιμής αξιωθείς", να στηρίξει πνευματικά και εκεί τούς ανθρώπους, και να κηρύξει την αγάπη του Χριστού.

Στις 10 Μαρτίου του έτους 1093, ο Όσιος κάλεσε τον πρεσβύτερο και Νοτάριο Ευρίπου Γεώργιο Στροβηλίτη και άλλους επτά αξιωματούχους, για να υπογράψουν ως μάρτυρες στην Διαθήκη του.
Μετά από μερικές μέρες, στις 15 Μαρτίου, συνετάχθη ένας συμπληρωματικός κωδίκελλος της διαθήκης, όπου μεταξύ άλλων, ορίζονται ζητήματα της Μονής, όπως θέματα τυπικού, προσωπικές παραινέσεις σε μοναχούς, αλλά και πληροφορίες σχετικές με την βιβλιοθήκη, το αρχείο της και τον τρόπο αποκτήσεως των βιβλίων και τις δωρεές των αυτοκρατόρων στο Μοναστήρι.
Λιγο χρόνο αργότερα, και αφού είχε πληροφορηθεί "εκ Θεού" για την αποδημία του, ο Όσιος κάλεσε τούς μοναχούς και αφού τούς προέτρεψε να επιστρέψουν όλοι στην Πατμο, τους ζήτησε να τον πάρουν από την ξένη γη και να τον ενταφιάσουν στο ναο της Μονής για την οποία τόσο πολύ είχε μοχθήσει. Και αφού τούς είπε αυτά τα λόγια "και δια λόγων αποχαιρετιστηρίων καθαγιάσας τους παρόντας, παρέδωκε το πνεύμα τω Θεώ, την ις΄του μηνός Μαρτίου."

Λιγο καιρό μετά την κήδευση του πνευματικού τους πατρός, οι μοναχοί της Πατμου έμαθαν πως ο κίνδυνος από τούς Τούρκους είχε περάσει και ετοιμάστηκαν να επιστρέψουν στο νησί μαζί με το σκήνωμα του γέροντά τους.
Θα περίμενε κανείς το τελευταίο ταξίδι του Οσίου Χριστοδούλου να είναι ειρηνικό. Όμως, ακόμα και αυτή η τελευταία του μετακίνηση ήταν περιπετειώδης, όπως όλες οι μετακινήσεις του βίου του. Η αιτία όμως αυτή την φορά δεν ήταν η κακία του κόσμου τούτου, αλλά η αγάπη των ανθρώπων που στο πρόσωπου του Λατρηνού μοναχού είχαν γνωρίσει την αγάπη του Ιησού Χριστού. Οι κάτοικοι της Ευβοίας, όταν έμαθαν ότι οι μοναχοί θα έπαιρναν το σκήνωμα στην Πατμο, ξεσηκώθηκαν και απέκλεισαν το μέρος όπου εφυλάσσετο ο Όσιος, ο οποίος ήταν γι' αυτούς "σωτήρ, ιατήρ, και πάσης νόσου θεραπευτής".Οι μοναχοί όμως, αποφασισμένοι να μεταφέρουν το λείψανο στην Πατμο, κατά την διάρκεια της νύχτας έβγαλαν κρυφά τον Όσιο από την πόλη και αφού επιβιβάστηκαν στο πλοίο της Μονής, κατέπλευσαν στην Πατμο. 

Με αυτόν τον τρόπο τελείωσε η πολύχρονη περιπλάνηση του Οσίου πατρός Χριστοδούλου ο οποίος σε ολόκληρο τον βίο του αναζητούσε έναν ήσυχο τόπο για να ζήσει "εν προσευχαίς και ύμνοις πνευματικοίς".
Στην ιερά Πατμο, στο δεξιό μέρος του εσωνάρθηκα της Μονής του Ιωάννου του Θεολόγου, τοποθετήθηκε σε μαρμάρινη λάρνακα το σκήνωμά του και σχεδόν χίλια χρόνια τώρα, "αναβλύζει θαυμάτων πηγάς και ως τινα οσμήν μύρου αισθάνονται οι πιστώς απτόμενοι αυτού και δια μόνης της αφής καθαγιάζονται και από πάσης σωματικής βλάβης ελευθερούνται".

Η Εκκλησία τον κατέταξε στην χορεία των Οσίων. Τον τιμά δύο φορές τον χρόνο, στις 16 Μαρτίου, ημέρα της κοιμήσεως του και στις 21 Οκτωβρίου, ημέρα της ανακομιδής των λειψάνων του.

Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2018

Εγκώμιον εις τον άγιον και ένδοξον μεγαλομάρτυρα του Χριστού Δημήτριον (Άγιος Νεόφυτος ο Έγκλειστος)



Νεοφύτου πρεσβυτέρου μοναχοῦ καὶ ἐγκλείστου ἐγκωμιαστικὸς λόγος στὸν ἅγιο καὶ ἔνδοξο μεγαλομάρτυρα τοῦ Χριστοῦ Δημήτριο, καθὼς καὶ σχετικὰ μὲ τὸ μαρτύριο, τὰ θαύματα καὶ τὸν σεβάσμιο ναό του.

1. Ὁ ἔνδοξος Δημήτριος καὶ συμμέτοχος στὴν οὐράνια δόξα, μᾶς χάρισε σήμερα τὴν πανήγυρή του ὡς ὑπέρτατο δῶρο. Ἐμπρὸς λοιπὸν καὶ ἐμεῖς, ποὺ ἀποτελοῦμε τὸν θίασο ἐκείνων ποὺ ἀγαποῦν τὸν μάρτυρα, ἂς τὸν τιμήσουμε μὲ θεόπνευστους ὕμνους καὶ ἐγκώμια, γιὰ νὰ μᾶς ὠφελήσει ὁ φίλος καὶ μάρτυρας ὡς μεσολαβητὴς στὸν βασιλέα Χριστό. Ἂς τονίσουμε λοιπὸν καὶ τὸν θεϊκό του ζῆλο καὶ τὴν ἀγάπη του γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ τὰ ἐνάρετα προτερήματα τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἂς γεμίσουμε μὲ θεϊκὴ χαρὰ ὅπως ἔχει γραφεῖ, ἐπειδὴ ἀναφέρεται ὅτι, ὅταν ἐγκωμιάζεται ὁ δίκαιος, γεμίζουν μὲ εὐφροσύνη οἱ λαοί. Μακάρι ὅμως νὰ μὴν γεμίσουμε μόνο μὲ ἀγαλλίαση, ἀλλὰ νὰ ὠφεληθοῦμε ἀπὸ τὶς ὁμιλίες καὶ τὶς τιμητικὲς ἐκδηλώσεις στὴν μνήμη του, σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.

2. Αὐτὸς λοιπὸν ὁ μακάριος Δημήτριος, ποὺ εἶναι πράγματι πολίτης στὴν οὐράνια πόλη καὶ βασιλεία τιμήθηκε καὶ ἀπὸ τὴν ἐπίγεια θνητὴ βασιλεία. Διότι μιὰ καὶ εἶχε εὐγενικὴ καταγωγὴ καὶ μεγάλη φήμη καὶ φρόντιζε ἀπὸ μικρὴ ἡλικία γιὰ τὸν ἄψογο καὶ ἔντιμο βίο, τὸν ἀγάπησαν καὶ τὸν τίμησαν πολύ, συνάμα καὶ ὁ Θεὸς καὶ οἱ ἄνθρωποι. Γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν ἀρχικὰ ἔλαβε τὸ ἀξίωμα τοῦ ἐκσκέπτορος καὶ ἦταν συνεργὸς καὶ συμμέτοχος στὴν σύγκλητο. Στὴν συνέχεια ἀναγορεύθηκε ἀνθύπατος τῆς Ἑλλάδος. Γιὰ τὸν ἴδιο ὅμως ὁ ἀληθινὸς πλοῦτος καὶ ἡ δόξα ἦταν αὐτή, νὰ εἶναι δηλαδὴ καὶ νὰ τὸν ἀποκαλοῦν χριστιανό, καὶ δὲν ὑπολόγιζε καθόλου τὶς τιμὲς τῶν βασιλιάδων. Γι᾿ αὐτὸ ἐπειδὴ ξεχείλιζε ἀπὸ διδασκαλία γεμάτη μὲ θεϊκὴ σοφία καὶ πνευματικὸ λόγο, ἄλλαζε τὴν πίστη πολλῶν καὶ ἀπὸ τὴν πλάνη τῶν εἰδώλων τοὺς ὁδηγοῦσε στὴν ἀληθινὴ πίστη.

3. Ἐπειδὴ λοιπὸν ὁ ἅγιος τέτοια κήρυττε στὸν λαὸ στὴν πόλη τῆς Θεσσαλονίκης καὶ ἐξαπλωνόταν ἡ φήμη του σ᾿ ὁλόκληρη τὴν περιοχὴ γύρω ἀπὸ αὐτήν, τὸν συνέλαβαν οἱ διῶκτες τῆς ἀλήθειας καὶ τὸν ὁδήγησαν στὸν τύραννο Μαξιμιανό. Ὁ ἅγιος ὅμως εἶχε λαμπερὸ τὸ πρόσωπό του μὲ τὴν παρέμβαση τῆς θείας χάριτος καὶ προκάλεσε ἔκπληξη στὸν τύραννο, ὁ ὁποῖος ἐπειδὴ ντράπηκε τελικὰ δὲν τὸν τιμώρησε, ἀλλὰ τὸν κατηγόρησε ὡς ἀχάριστο, διότι λησμόνησε βαθιὰ τὶς βασιλικὲς τιμὲς καὶ πίστεψε στὸν σταυρωμένο Χριστό. Ἐκφράζοντας λοιπὸν αὐτὰ τὰ λόγια καὶ κάποιες ἄλλες κολακευτικὲς μωρολογίες, προσπαθοῦσε νὰ παρασύρει τὸν ἅγιο ἀπὸ τὴν πίστη του. Αὐτὸς ὅμως ἀντιστεκόταν σὰν ἀκλόνητος στύλος καὶ σὰν βράχος στὴν ἀκτὴ ἀπέναντι στὰ χτυπήματα τῶν κυμάτων. Ὅταν τὸν ρώτησε καὶ πάλι ὁ βασιλιὰς ἂν ἐπιμένει νὰ πιστεύει στὸν σταυρωμένο Χριστό, ὁ ἅγιος τοῦ ἀπάντησε: «Μακάρι νὰ μποροῦσα, βασιλιά, ὄχι μόνο τὸν ἑαυτό μου, ἀλλὰ καὶ ὅλο τὸν κόσμο νὰ τὸν πείσω νὰ πιστεύει στὸν Ἐσταυρωμένο καὶ νὰ τοὺς ἀπαλλάξω ἀπὸ αὐτὴ τὴν μεγαλομανία καὶ τὴν πλάνη τῶν εἰδώλων. Καὶ ἐγὼ βέβαια εἶμαι ἕτοιμος στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ μου νὰ ὑποστῶ ὄχι μόνον ἕναν θάνατο, ἀλλὰ πολλούς, ἂν βέβαια αὐτὸ τὸ ἐπιτρέπει ἡ φύση μου».

4. Ὁ βασιλιὰς λοιπόν, ὅταν εἶδε τὴν μεγάλη τόλμη τοῦ ἄνδρα καὶ κατάλαβε τὴν ἀκλόνητη ἀπόφασή του, ἔγινε θηρίο ἀπὸ θυμὸ γιὰ νὰ βασανίσει τὸν ἅγιο. Συγκράτησε ὡστόσο τὸν θυμό του γιὰ τὸ τέλος, διότι ἤθελε νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ τὸ θέατρο καὶ τὸ στάδιο. Γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν ἔφτασε σ᾿ αὐτὸ τὸ μέρος μὲ ἅμαξα. Διέταξε νὰ φρουρήσουν τὸν μάρτυρα σὲ μιὰ κάμαρα λουτροκαμίνου, ποὺ δὲν τὴν εἶχαν ἀκόμη ἀνάψει, ὥσπου νὰ βρεῖ εὐκαιρία ἀπὸ τὰ μάταια θεάματα καὶ στὴν συνέχεια νὰ ὁδηγήσει τὸν ἅγιο σὲ ἐξέταση.

5. Τὸ θέατρο τῆς πόλεως, ποὺ τὸ ἔλεγαν καὶ στάδιο, ἦταν κλεισμένο γύρω – γύρω μὲ σανίδες καὶ ὁρισμένα μάγγανα, ὅπου ὅσοι ἔμπαιναν, παρακολουθοῦσαν σὰν σὲ θέατρο, καὶ σκότωναν σὲ μονομαχία γιὰ νὰ εὐχαριστήσουν τὸν αἱμοχαρῆ βασιλιά, μὲ τὸ νὰ χύνουν συχνὰ ἀνθρώπινο αἷμα.

6. Ὁ βασιλιὰς εἶχε ἀποκτήσει κάποιον μονομάχο, ποὺ τὸν ἔλεγαν Λυαῖο, πολὺ δυνατὸ καὶ μεγαλόσωμο, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὸ ἔθνος τῶν Βανδάλων καὶ ὁ ὁποῖος στὴν Ρώμη, στὸ Σίρμιο καὶ στὴν Θεσσαλονίκη, ἀλλὰ καὶ σὲ πολλοὺς ἄλλους τόπους, σκότωσε πολλοὺς ἀνθρώπους σὲ μονομαχία, καὶ ὁ βασιλιὰς θεωροῦσε θαυματουργὴ τὴν πολὺ μεγάλη του δύναμη καὶ τὴν ἱκανότητά του στὸν φόνο καὶ κόμπαζε.

7. Ὅταν αὐτὸς στάθηκε στὸ στάδιο, ποὺ ἀναφέραμε, καὶ ὁ βασιλιὰς καλοῦσε τὸν κόσμο μὲ τοὺς κήρυκες ὑποσχόμενος χρήματα σ᾿ ὅποιον ἐπιθυμοῦσε ἀπὸ τοὺς πολίτες νὰ μονομαχήσει μὲ τὸν Λυαῖο, κανεὶς δὲν εἶχε τὴν τόλμη νὰ μονομαχήσει μὲ αὐτόν, διότι ὅλοι ἔτρεμαν ἀπὸ φόβο καὶ μόνο ἀπὸ τὴν ὄψη καὶ τὸ θράσος τοῦ Λυαίου.

8. Τότε λοιπὸν ἕνας νεαρὸς παρακινήθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ ἐναντίον αὐτοῦ του κακοποιοῦ, ποὺ τὸν ἔλεγαν Νέστορα, ποὺ ἦταν ὡραῖος στὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχή, καὶ γνωστὸς τοῦ ἁγίου Δημητρίου, τρέχει σ᾿ αὐτόν, στὸν τόπο ποὺ τὸν φρουροῦσαν, ἔπεσε στὰ πόδια του καὶ τὸν παρακαλοῦσε λέγοντας· «Νὰ προσευχηθεῖς γιὰ μένα, δοῦλε τοῦ Θεοῦ, καὶ νὰ ἐπικαλεστεῖς τὸν Χριστό, διότι θέλω νὰ μονομαχήσω πρόθυμα μὲ αὐτόν». Τότε ὁ ἅγιος σταύρωσε τὸ μέτωπο καὶ τὴν καρδιὰ τοῦ Νέστορος καὶ λέγει στὸν ἴδιο. «Πήγαινε, παιδί μου, καὶ τὸν Λυαῖο θὰ νικήσεις καὶ θὰ μαρτυρήσεις γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ».

9. Καὶ αὐτὸς ἐξοπλίστηκε μὲ τὴν εὐχὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου σὰν νὰ φόρεσε θεῖο θώρακα, ἔρχεται τρεχάτος στὸ στάδιο, ἔβγαλε καὶ πέταξε κάτω τὸν χιτώνα του καὶ πηδώντας ἀπὸ τὶς βαθμίδες στάθηκε μπροστὰ στὸν βασιλιά. Αὐτὸς ἔμεινε ἔκπληκτος ἀπὸ τὴν τόλμη τοῦ νεαροῦ καὶ τοῦ λέγει: «Νεαρέ μου, ἀπ᾿ ὅ,τι φαίνεται ἡ ἐπιθυμία τῶν χρημάτων σὲ ὁδήγησε σ᾿ αὐτὸ τὸ τόλμημα. Ἐγὼ βέβαια, ἐπειδὴ λυπᾶμαι καὶ τὴν ὀμορφιά σου καὶ τὸν ἀνθὸ τῆς νιότης σου, σοῦ δίνω τὰ χρήματα καὶ παραδέχομαι τὴν γενναιότητά σου· φύγε κερδίζοντας καὶ τὴν ζωή σου καὶ τὰ χρήματα. Μὴν ἀντισταθεῖς ὅμως στὸν Λυαῖο, διότι πολλοὺς ἔστειλε στὸν θάνατο, πιὸ δυνατοὺς ἀπὸ σένα».

10. Ὅταν λοιπὸν τὰ ἄκουσε αὐτὰ ὁ Νέστωρ, οὔτε τὸν Λυαῖο φοβήθηκε γιὰ τοὺς ἐπαίνους, οὔτε ὑποχώρησε στὴν γενναιοδωρία τοῦ βασιλιᾶ, ἀλλὰ τοῦ εἶπε: «βασιλιά μου, δὲν ἔχω ἔρθει σ᾿ αὐτὴ τὴν μονομαχία διότι ἐπιθυμῶ χρήματα, ἀλλὰ γιὰ ν᾿ ἀποδείξω σήμερα μπροστά σου πιὸ ἰσχυρὸ τὸν ἑαυτό μου ἀπὸ τὸν Λυαῖο». Τότε λοιπὸν ὁ βασιλιὰς καὶ οἱ σύνεδροί του γεμάτοι θυμὸ κατάλαβαν τὴν ἀλαζονεία τοῦ Νέστορος καὶ ἐνθάρρυναν ὑπερβολικὰ τὸν Λυαῖο γιὰ τὴν ἐξόντωσή του.

11. Καὶ ὁ νεανίας τοῦ Θεοῦ ἐνισχύθηκε μὲ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, πῆρε στὰ χέρια του τὸν ἀκινάκη, σήκωσε τὰ μάτια στὸν οὐρανό, προσευχήθηκε καὶ εἶπε «ὁ Θεὸς τοῦ δούλου σου Δημητρίου καὶ ὁ ἀγαπημένος γιὸς σου Ἰησοῦς Χριστός, ποὺ νίκησες τὸν ἐχθρὸ Γολιὰθ μὲ τὸν ἐκλεκτό σου Δαβίδ, ἐσὺ Κύριε νίκησε καὶ τούτη τὴν στιγμὴ τὴν δύναμη τοῦ Λυαίου». Ἔτσι λοιπὸν προσευχήθηκε καὶ πήδησε μέσα ἀπὸ τὰ μάγγανα καί, ὅταν ἔγινε ἡ συμπλοκή, ὁ Λυαῖος δέχτηκε καίριο χτύπημα στὴν καρδιὰ ἀπὸ τὸν Νέστορα καὶ πέθανε ἀμέσως καὶ ἔφερε τὴν πιὸ μεγάλη στενοχώρια στὸν βασιλιά. Καὶ ὁ Νέστωρ δόξαζε τὸν Θεό, διότι ὁ βάρβαρος σκοτώθηκε μὲ τὶς προσευχὲς τοῦ ἁγίου Δημητρίου.

12. Ὁ Μαξιμιανὸς ὅμως τινάχτηκε μὲ θυμὸ ἀπὸ τὴν καθέδρα, καὶ συμπεριφερόταν στυγνὰ στοὺς αὐλικούς του, λέγοντας· «μὰ τοὺς θεούς, ἂν δὲν ἔγινε κάποια μαγεία, ἕνας μικρόσωμος νεαρὸς δὲν θὰ σκότωνε τὸν Λυαῖο, ποὺ ἔχει κάνει τόσα καὶ τέτοια κατορθώματα».

13. Τότε ὁ τύραννος κάλεσε τὸν Νέστορα καὶ τὸν ρώτησε λέγοντάς του «ἀπάντησέ μας, νεαρέ μου, μὲ ποιὰ μαγικὰ τεχνάσματα καὶ ποιοὺς συνεργάτες εἶχες καὶ σκότωσες τὸν Λυαῖο;». Ὁ Νέστωρ λοιπὸν πῆρε τὸν λόγο καὶ εἶπε· «οὔτε μὲ μαγεία, οὔτε μὲ μαγγανεία, ὅπως εἶπες, βασιλιά, σκοτώθηκε ὁ Λυαῖος, ἀλλὰ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς τοῦ Δημητρίου, ὁ Θεὸς τῶν χριστιανῶν, ἔστειλε τὸν ἄγγελό του καὶ σκότωσε τὸν Λυαῖο μὲ τὸ χέρι μου, διότι ἦταν μιαρὸς καὶ ἐγωιστής». Τότε λοιπὸν ὁ θεομάχος γέμισε μὲ θυμὸ καὶ ὀργὴ καὶ διέταξε νὰ ὁδηγήσουν τὸν Νέστορα στὸ δυτικὸ μέρος τῆς Θεσσαλονίκης, στὴν λεγάμενη χρυσὴ πύλη, καὶ νὰ τὸν σκοτώσουν, διότι ἦταν χριστιανός, καὶ ἔτσι λοιπὸν ὁ ἅγιος αὐτὸς νεανίας στεφανώθηκε μὲ τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου, στὶς εἰκοσιπέντε τοῦ Ὀκτωβρίου.

14. Αὐτὸς ὁ ἱερὸς μεγαλομάρτυς τοῦ Χριστοῦ Δημήτριος βλέπει στὴν καμάρα ποὺ τὸν φρουροῦσαν νὰ βγαίνει ἀπὸ τὴν γῆ ἕνας πελώριος σκορπιὸς ἕτοιμος νὰ τὸν πλήξει μὲ τὸ κεντρί του, μνημονεύει ἐκεῖνον ποὺ ἔδωσε ἐξουσία νὰ πατοῦμε πάνω σε φίδια καὶ σκορπιούς, ἔφτυσε τὸ σκορπιό, τὸν σφράγισε μὲ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ καὶ τὸν ἐπέδειξε ἀμέσως νεκρό. Ἀμέσως τότε ἄγγελος Κυρίου πῆρε ἕνα θεϊκὸ στεφάνι καὶ στεφάνωσε τὴν κάρα τοῦ μάρτυρα, ἡ στέψη δὲν ἔγινε ἴσως γιὰ τὴν νέκρωση τοῦ σκορπιοῦ, ἀλλὰ γιὰ τὴν σφαγὴ τοῦ ἁγίου στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ θὰ γινόταν μετὰ ἀπὸ λίγο. Γι’ αὐτὸ καὶ τοῦ ἔλεγε ὁ ἄγγελος· «Εἰρήνη σὲ σένα, ἀθλητὴ τοῦ Χριστοῦ, νὰ ἔχεις θάρρος καὶ νὰ φανεῖς γενναῖος ἄνδρας».

15. Τότε λοιπὸν ὁρισμένοι ἄρχοντες συκοφάντες κατηγοροῦν τὸν Δημήτριο στὸν βασιλιὰ ὡς αἴτιο τῆς σφαγῆς τοῦ Λυαίου. Ὅταν τὸ ἄκουσε ὁ ἴδιος, ἔλεγε πὼς δὲν ἦταν καλὸς οἰωνὸς ἡ συνάντησή του μὲ τὸν ἅγιο στό στάδιο. Γι᾿ αὐτὸ βράζοντας ἀπὸ τὸν θυμό του ἐναντίον τοῦ μάρτυρα, διατάζει νὰ τὸν σκοτώσουν μὲ λόγχη, ἐκεῖ μέσα στὶς καμάρες, ὅπου τὸν φρουροῦσαν, πράγμα ποὺ ἔκαναν ἀμέσως μὲ πολλὴ γρηγοράδα οἱ δήμιοι χωρὶς λύπηση στὶς εἰκοσιέξι Ὀκτωβρίου.

16. Καὶ τὸ μαρτύριο τοῦ ἀθλητῆ ἦταν σύντομο καὶ χαλαρό, ὁ ἴδιος ὅμως ἐπιθυμοῦσε νὰ ὑποστεῖ τὸ μαρτύριο ὄχι μόνο σὲ σύντομο χρονικὸ διάστημα, ἀλλὰ γιὰ πολλὲς ἡμέρες καὶ μὲ περίπλοκα βάσανα γιὰ τὴν ἀγάπη του στὸν Χριστό. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ καρδιογνώστης Θεός, ἐπειδὴ δέχτηκε τὴν στιγμιαία σφαγὴ ὡς πολύχρονο μαρτύριο καὶ τὴν συντομία της ὡς διαρκέστερο μαρτύριο, τὸν στεφάνωσε γιὰ τὴν πρόθεσή του καὶ τὸν ἐφοδίασε μὲ πολλὲς θαυματουργικὲς ἱκανότητες καὶ ἰαματικὰ χαρίσματα, μὲ ἀποτέλεσμα ἡ ἴδια ἡ κιβωτὸς τοῦ ἁγίου λειψάνου νὰ ἀναδίδει συνέχεια τὸ μύρο, σὰν πηγὴ τοῦ ζῶντος ὕδατος, ὥστε πιὸ εὔκολα νὰ λιγοστεύει τὸ νερὸ τῆς πηγῆς, παρὰ νὰ λιγοστέψει ποτὲ ἐκείνη ἡ πηγὴ τοῦ μύρου. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο λοιπὸν ὁ γενναιόδωρος Θεὸς γνωρίζει νὰ ἀνταποδίδει τὴν δόξα σ᾿ ὅσους τὸν δοξάζουν.

17. Καὶ ὁ Λοῦπος, ὁ ὑπηρέτης τοῦ μάρτυρα βλέποντας τὴν σφαγὴ τοῦ ἀφέντη του ἀποκομίζει σημαντικὸ κέρδος. Ἀφοῦ πῆρε λοιπὸν τὸ ὀράριο τοῦ ἁγίου καὶ τὸ βασιλικὸ δαχτυλίδι ἀπὸ τὸ χέρι του καὶ τὰ ἔβαψε μέσα στὸ αἷμα τοῦ ἁγίου, ἐπιτελοῦσε μὲ αὐτὰ θεραπεῖες κάθε νοσήματος καὶ ἀπομάκρυνε τὰ πονηρὰ πνεύματα. Ἐπειδὴ ἡ φήμη τῶν θαυμάτων ἐξαπλώθηκε σ᾿ ὁλόκληρη τὴν περιοχὴ γύρω ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη, ἔφτασε μέχρι καὶ στὸν βασιλιά, ὁ ὁποῖος παθιασμένος ἀπὸ τὸν θυμὸ διέταξε νὰ σκοτώσουν καὶ τὸν Λοῦπο, τὸν ὁποῖο σκότωσαν στὸ λεγόμενο δημαρχεῖον τῆς πόλεως Θεσσαλονίκης.

18. Τὸ καλλίνικο καὶ πανάγιο λείψανο τοῦ ἁγίου Δημητρίου βρισκόταν περιφρονημένο ἀπὸ φόβο στὸν βασιλιὰ καὶ τοὺς διῶκτες. Τὴ νύχτα ὅμως, τὸ ἔκλεψαν ὁρισμένοι πιστοὶ ἄνθρωποι καὶ τὸ ἔκρυψαν στὸ χῶμα, ὅσο μποροῦσαν. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν μπορεῖ νὰ κρυφτεῖ μιὰ πόλη, ποὺ βρίσκεται στὴν κορυφὴ βουνοῦ, οὔτε αὐτὸ τὸ ἄφησε νὰ κρυφτεῖ ἡ πηγὴ τῶν θαυμάτων, ἀλλὰ ἔγινε ξακουστὸς σ᾿ ὁλόκληρη τὴν Μακεδονία καὶ τὴν Θεσσαλία ὁ ἅγιος, μὲ τὰ θαύματά του δηλαδή, μὲ τὰ ὁποῖα νικήθηκαν οἱ αὐθάδειες τῆς μανίας τῶν εἰδώλων καὶ λαμπρύνονταν τὰ δόγματα τῆς ἄμεμπτης πίστεως τῶν χριστιανῶν.

19. Τότε λοιπὸν ἕνας εὐσεβὴς καὶ ἔνδοξος ἄνδρας, ποὺ τὸν ἔλεγαν Λεόντιο, καὶ ἔγινε ὕπαρχος τοῦ Ἰλλυρικοῦ, πήγαινε στὴν χώρα τῶν Θρακῶν καὶ ἀρρώστησε ἀπὸ ἀνίατη ἀσθένεια· τὸν ὁδήγησαν οἱ δικοί του στὴν πόλη τῆς Θεσσαλονίκης μ᾿ ἕνα φορεῖο καὶ τὸν ξάπλωσαν πάνω στὸ ἰαματικὸ μνῆμα τοῦ μάρτυρα· καὶ ἀμέσως ἔγινε ἐντελῶς καλά, μὲ ἀποτέλεσμα καὶ ὁ ἴδιος ὁ ὕπαρχος καὶ ὅλοι οἱ γύρω του νὰ θαυμάζουν τὴν ταχύτατη βοήθεια τοῦ μάρτυρα, νὰ δοξάζουν τὸν Θεὸ καὶ νὰ ἐγκωμιάζουν τὸν μάρτυρά του Δημήτριο.

20. Αὐτὸς λοιπὸν κατέστρεψε τὶς καμάρες τῶν καμινιῶν καὶ τὰ κτίσματα τῶν θερμῶν λουτρῶν καὶ καθάρισε ἐντελῶς τὸν τόπο ἀπὸ ὅλα τὰ ξύλα καὶ τὰ σκουπίδια, ἀνήγειρε πανέμορφο καὶ πάνσεπτο ναὸ πρὸς τιμὴν τοῦ μάρτυρα ἀνάμεσα στὸ δημόσιο λουτρὸ καὶ στὸ στάδιο, ποὺ ἀναφέραμε προηγουμένως, τὸν ὁποῖο κόσμησε μὲ δαπάνη πολλῶν χρημάτων καὶ τὸν ἔκανε πολὺ λαμπρό. Αὐτὸς μέχρι καὶ σήμερα καμαρώνει σὰν ἐπίγειος οὐρανός, διότι τὸν ἔχει κάνει ἔνδοξο ἡ πηγὴ τῶν θαυμάτων· αὐτὸς φέρει πάντα τὴν θεόβρυτη λάρνακα τοῦ μύρου ὡς ἀνεξάντλητη πηγή· αὐτὸς ὑπάρχει παυσίπονο φάρμακο, ποὺ θεραπεύει τὰ διάφορα νοσήματα· αὐτὸς ἔχοντας ὡς ἀσυναγώνιστο οἰκοδεσπότη τὸν ξακουστὸ Δημήτριο δὲν θὰ φοβηθεῖ τὶς ἐπιδρομὲς τῶν βαρβάρων ἐχθρῶν· αὐτὸς πολλὲς φορὲς εἶναι ἡ λύτρωση τῶν αἰχμαλώτων, μὲ ἀποτέλεσμα πολλὲς φορὲς νὰ βρίσκονται αἰχμάλωτοι σ᾿ ἐκεῖνον τὸν ἱερὸ ναὸ μαζὶ μὲ τὶς ἁλυσίδες τους καὶ ἀπὸ τὴν Συρία καὶ ἀπὸ ἄλλες βαρβαρικὲς χῶρες καὶ νὰ λένε ὅτι τοὺς ἁρπάζει ὁ ἅγιος Δημήτριος καὶ τοὺς διασώζει φέρνοντάς τους μετέωρους μέχρι τὸν ναό του.

21. Καὶ ὄχι μόνο αὐτῶν ἀλλὰ καὶ τῶν πιστῶν βασιλιάδων εἶναι σύμμαχος αὐτὸς ὁ ἱερὸς ὁπλίτης, στὸν ὁποῖο καὶ ἐγὼ γεμάτος χαρὰ θὰ ἀπευθύνω λίγους χαιρετισμοὺς καὶ θὰ τελειώσω τὸν λόγο μου.

22. Χαῖρε, ἀσυναγώνιστε στρατιώτη τοῦ Χριστοῦ τρισευτυχισμένε Δημήτριε, διότι σύμφωνα μὲ τὸν Παῦλο, ἀγωνίστηκες τὸν ὡραῖο ἀγώνα, ἔχεις τρέξει τὸν δρόμο μέχρι τὸ τέρμα, ἔχεις διαφυλάξει τὴν πίστη καὶ στεφανώθηκες ἐπάξια ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ τὸν στέφανο τῆς δικαιοσύνης.

Χαῖρε μάρτυρα Δημήτριε, διότι ἂν καὶ ἔχεις δεχτεῖ καὶ σὺ στὸ σῶμα σου τὶς πληγὲς ποὺ δέχτηκε ὁ Χριστός, ἀνέβηκες στὸν ἴδιον μὲ χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση.

Χαῖρε, μάρτυρα Δημήτριε, διότι ἔγινες πράγματι μιμητὴς τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖνος βέβαια γιὰ χάρη ὅλων μας δέχτηκε τὴν λόγχη ἀπὸ τὸν ἀσεβῆ στρατιώτη στὴν ἀμόλυντη πλευρά του καὶ σὺ ὡς εὐσεβὴς στρατιώτης του γιὰ χάρη τῆς ἀγάπης του δέχτηκες τὴν λόγχη στὴν φυλακὴ ἀπὸ ἀσεβεῖς στρατιῶτες.

Χαῖρε, μάρτυρα Δημήτριε, διότι ἔχεις πλουτίσει μὲ τὴν ἀγγελικὴ χάρη καὶ ἀποδεικνύεσαι ἐπίγειος ἄγγελος καὶ οὐράνιος ἄνθρωπος γεμάτος δόξα.

Χαῖρε, μάρτυρα Δημήτριε, διότι εἶσαι μυημένος στὴν χάρη καὶ ἐλευθερωτὴς τῶν αἰχμαλώτων καὶ πολὺ γρήγορος ἰατρὸς τῶν διαφόρων ἀσθενειῶν.

Χαῖρε, μάρτυρα Δημήτριε, μαζὶ μὲ τὸν Γεώργιο καὶ τὸν Θεόδωρο, τοὺς συναθλητὲς καὶ συμμέτοχούς σου, τὸ τρισευτυχισμένο ὅπλο τῶν εὐσεβῶν βασιλέων μας, τὸ ξίφος τους μὲ τὶς τρεῖς αἰχμὲς ἐναντίον τῶν ἀθέων βαρβάρων, τὸ τριπλὸ τεῖχος τῆς βασιλικῆς αὐλῆς, τὸ τρίσπαθο κάρφωμα στὴν καρδιὰ τῶν σκληρῶν ἐχθρῶν, τὸ τριστόλιστο στέμμα τῶν βασιλιάδων μας, τὸ τριπλὸ φῶς τῆς ὁδοιπορίας τους ἡμέρα καὶ νύχτα, τὸ τριπλὸ ὅπλο τοῦ ἐκφοβισμοῦ τους καὶ τὸ πολὺ ἀγαπητὸ καὶ ἰσάριθμο τῆς Τριάδος.

Χαῖρε, διότι ἔχεις ἀξιωθεῖ τὴν ἀκατάπαυτη χαρὰ καὶ εἶσαι συνοδὸς τῶν πιστῶν βασιλιάδων. Καὶ ἐγὼ τὸ γνωρίζω ὅτι νικιέται ἡ παράταξή μας σὲ περίοδο πολέμου. Ἀλλὰ δὲν ρίχνουμε τὴν εὐθύνη γιὰ τὴν ἥττα στὴν ἀδράνεια αὐτῶν τῶν στρατηγῶν, ἀλλὰ οἱ καρποὶ τῶν κακῶν πράξεων κάνουν πιὸ ἰσχυροὺς τοὺς ἐχθρούς μας ἐναντίον μας. Πῶς λοιπόν, ἀναφέρει ὁ προφήτης, ἕνας θὰ καταδιώξει χίλιους, καὶ δύο θὰ μετακινήσουν μυριάδες καὶ τὰ ἀκόλουθα.

23. Καὶ ὁ ἅγιος ἐκεῖνος ἄνθρωπος, ὁ Λεόντιος, ὅταν ὁλοκλήρωσε τὸν πανσεβάσμιο ναὸ τοῦ μάρτυρα καὶ ἐπρόκειτο νὰ φύγει στὸ Ἰλλυρικό, σκεπτόταν νὰ πάρει μαζί του κάποιο λείψανο, γιὰ νὰ ἀνεγείρει καὶ ἐκεῖ ναὸ στὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου. Ὁ ἅγιος ὅμως τὴν νύχτα παρουσιάστηκε σ᾿ αὐτὸν καὶ τοῦ ἔκοψε τὴν ὁρμή. Τότε λοιπὸν ὁ ἄνθρωπος πῆρε τὴν χλαμύδα τοῦ ἁγίου καὶ ἕνα μέρος ἀπὸ τὸ ὀράριο, ποὺ ἦταν βαμμένα κατακόκκινα στὸ αἷμα τοῦ ἁγίου, κατασκεύασε ἀργυρὴ λειψανοθήκη, τὰ ἀπέθεσε μέσα σ᾿ αὐτὴν καὶ συνέχισε τὸν δρόμο του.

24. Ὅταν ἔφτασε σ᾿ ἕναν ποταμό, ποὺ τὸν λένε Δούναβι, ἐπειδὴ δὲν μποροῦσε νὰ περάσει ἀπὸ τὸν θυελλώδη καιρὸ καὶ τὸ φούσκωμα τοῦ ὁρμητικοῦ ρεύματος, καθόταν καὶ περίμενε νὰ λιγοστέψει ὁ ποταμός, αὐτὸς ὅμως πιὸ πολὺ φούσκωνε, ἀντὶ νὰ λιγοστεύει. Καὶ ὁ ἅγιος Δημήτριος παρουσιάστηκε νύχτα σ᾿ αὐτὸν καὶ τοῦ εἶπε: «Διῶξε ἀπὸ μέσα σου κάθε δειλία καὶ ἀπιστία, ἀνέβα πάνω στὸ πλοιάριό σου, πάρε στὰ χέρια σου τὴν σορὸ ποὺ φέρνεις μαζί σου καὶ πέρνα ἄφοβα τὸν ποταμὸ μαζὶ μὲ τὴν συνοδεία σου». Καὶ ὁ ἄνθρωπος ἔκανε αὐτὸ τὸ πράγμα, πέρασε ἀβλαβὴς τὸν ποταμὸ καὶ ἔτσι διασώθηκε καὶ ἀπέθεσε τὴν ἁγία λειψανοθήκη μὲ τὰ ἁγιάσματά της, ἐκεῖ ὅπου ἔχτισε καὶ ἄλλον ναὸ πρὸς τιμὴν τοῦ μάρτυρα ἁγίου Δημητρίου, δίπλα στὸν σεβάσμιο ναὸ τῆς καλλινίκου μάρτυρος Ἀναστασίας, ἀπ᾿ ὅπου ξεχύθηκαν πολλοὶ ποταμοὶ θαυμάτων. Ἀπὸ αὐτούς, Χριστὲ βασιλιά μου, ἀφοῦ μᾶς ποτίσεις, ὡς ποταμὸς τῆς εἰρήνης, γέμισέ μας, φώτισε, καθάρισε, θεράπευσε τὶς ψυχές μας μαζὶ καὶ τὰ σώματά μας μὲ τὶς προσευχὲς τοῦ ὑπηρέτη Σου καὶ μάρτυρα Δημητρίου καὶ τῆς ἄχραντης Θεοτόκου, γιὰ νὰ δοξαστεῖ καὶ ἀπὸ ἐδῶ τὸ πανάγιο ὄνομά Σου, διότι Σοῦ πρέπει κάθε δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνηση, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα Σου καὶ τὸ ἅγιό Σου πνεῦμα πάντοτε, καὶ τώρα καὶ γιὰ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες. Ἀμήν.



(Ἅγιος Δημήτριος, Ἐγκωμιαστικοὶ λόγοι ἐπιφανῶν Βυζαντινῶν λογίων, ἔκδ. ΖΗΤΡΟΣ, 2004)



(Πηγή ψηφ. κειμένου: nektarios.gr)