Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2019

Ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος & θεολογία του




Ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος, ο δεύτερος επίσκοπος Αντιοχείας με την επισκοπία του να αρχίζει από το 70 μ.Χ.  υπήρξε Πατήρ και Διδάσκαλος της Εκκλησίας και ο πρώτος μεγάλος θεολόγος της Εκκλησίας μετά τους Αποστόλους. Η γνωριμία του με τους αποστόλους είναι σίγουρη. Το περιβάλλον στο οποίο γεννήθηκε και μορφώθηκε ήταν μάλλον ελληνικό, όπως μαρτυρεί το ανεπτυγμένο γλωσσικό ύφος των Επιστολών του, διότι τα κείμενα του Ιγνατίου προϋποθέτουν όχι μόνο καλή παιδεία αλλά και αξιόλογο συγγραφικό τάλαντο. Στην Αντιόχεια είχε τη δυνατότητα να γνωρίσει τα φιλοσοφικά ρεύματα της εποχής του.
Σε ποιά ηλικία έγινε επίσκοπος δεν είναι γνωστό. Το βέβαιο είναι ότι το κύρος του και η πνευματική του εξουσία ξεπερνούσαν τα όρια της Αντιόχειας φτάνοντας έως τα όρια της Συρίας, ενώ η φήμη του ήταν ακόμα ευρύτερη. Ήταν με λίγα λόγια επίσκοπος οικουμενικού χαρακτήρα.

Με τον Ιγνάτιο το Θεοφόρο η Εκκλησία προχωρεί στη θεολογική θεμελίωση της πορείας της. Η θεολογία του Ιγνατίου είναι γνήσια και έγινε φρόνημα, ήθος και Παράδοση της Εκκλησίας, διότι είναι ποιμαντική και συνιστά έκφραση και συνέχεια της αποστολικής παράδοσης. Η θεολογία του Ιγνατίου μπορεί να διαιρεθεί σε τρία σημεία: α) θεολογία του επισκοπικού λειτουργήματος, β) θεολογία της ενότητας της Εκκλησίας και γ) θεολογία του ευχαριστιακού ρεαλισμού.
Προτού φθάσει στο τέλος της ζωής του έγραψε 7 επιστολές, οι οποίες σώζονται μέχρι σήμερα: α) την προς Εφεσίους, β) την προς Μαγνησιείς, γ) την προς Τραλλιανούς, δ) την προς Ρωμαίους, ε) την προς Φιλαδελφείς, στ) την προς Σμυρναίους και ζ) την προς Πολύκαρπον επιστολή. Οι έξι από αυτές έχουν ως κεντρικό θέμα την ενότητα της Εκκλησίας, την οποία επισημάνει ένεκα του κινδύνου των αιρέσεων και τονίζει την ενότητα και συσπείρωση του πλήθους των πιστών γύρω από τον επίσκοπο.
Ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος προτρέπει τους πιστούς να συσπειρώνονται γύρω από τον επίσκοπο της τοπικής Εκκλησίας και να μη γίνεται τίποτα σε αυτήν χωρίς την έγκρισή του, διότι ο επίσκοπος αποτελεί το επίκεντρο της Θείας Ευχαριστίας, στο όνομα του οποίου τελείται. Μάλιστα επισημάνει ότι όπου βρίσκεται ο επίσκοπος εκεί βρίσκεται και τα μέλη της Εκκλησίας.
Η παρουσία του επισκόπου και η μνημόνευση του ονόματός του κατά την τέλεση της Θείας Ευχαριστίας αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τη βεβαίωση της γνησιότητας του μυστηρίου. Στην πρώτη τέλεση του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας κατά το Μυστικό Δείπνο, αυτουργός της σωτηρίας μας και τελετουργός ήταν ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός, ο οποίος μετά την Ανάληψή του άφησε διαδόχους του τους Αποστόλους και αυτοί με τη σειρά τους, τους επισκόπους που χειροτόνησαν και άφησαν διαδόχους τους στις τοπικές εκκλησίες και έτσι ο επίσκοπος είναι διάδοχος του Ιησού Χριστού.
Τη διδασκαλία αυτή του αγίου Ιγνατίου περί συσπειρώσεως του σώματος της τοπικής εκκλησίας γύρω από τον επίσκοπο τη βιώνουμε στη Θεία Ευχαριστία κάθε φορά που ακούμε την αίτηση «πρ το Πατρς μν, ρχιεπισκπου (το δενος), το τιμου πρεσβυτερου, τς ν Χριστ διακονας, παντς το Κλρου κα το Λαο, το Κυρου δεηθμεν «. Το «ὑπὲρ τοῦ ἀρχιεπισκόπου» αίτημα λέγεται όχι μόνο στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, αλλά σε όλα τα μυστήρια και τις ακολουθίες, όπως αναγράφεται παραπάνω και περιέχεται σε όλα τα Ιερατικά και Ευχολόγια.
Η ανακομιδή των λειψάνων του τιμάται την 29η Ιανουαρίου, ενώ η μνήμη του την 20 Δεκεμβρίου.

Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος



Τη Κ' (20η) του μηνός Δεκεμβρίου μνήμη, του αγίου ιερομάρτυρος ΙΓΝΑΤΙΟΥ του Θεοφόρου.

ΑΘΛΗΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΦΟΡΟΥ
Όταν  βασίλευε ο Τραϊανός, επίσκοπος στην Αντιόχεια ήταν ο Ιγνάτιος ο Θεοφόρος (αυτός που φέρει μέσα του τον Θεό). Λένε κάποιοι ότι τον Ιγνάτιο τον πήρε στα άγια χέρια του ο Δεσπότης Χριστός, όταν ήταν ακόμη μικρό βρέφος, κατά την ώρα της διδασκαλίας του.  Σε μια στιγμή, ενώ δίδασκε στα Ιεροσόλυμα, είπε στον λαό:
- Όποιος δεν ταπεινώνει τον εαυτό του σαν αυτό το μικρό παιδί, δεν μπορεί να μπει στην βασιλεία των Ουρανών και όποιος υποδεχτεί ένα απ’ αυτά τα παιδιά στο όνομά μου, εμένα δέχεται.
Αυτά λέγοντας ο Δεσπότης Χριστός μίλησε για την μελλοντική προκοπή  και  πρόοδο του παιδιού, φανερώνοντας ξεκάθαρα την αποστολική του διδασκαλία.
Αυτός, λοιπόν, ο θείος Ιγνάτιος, μαζί με τον Πολύκαρπο, έγινε μαθητής του ευαγγελιστή Ιωάννη. Αργότερα, ο Πολύκαρπος, για τον μεγάλο ζήλο και την αγάπη που έδειξε στον Χριστό, έγινε επίσκοπος Σμύρνης. Ό Ιγνάτιος, χειροτονήθηκε ιερέας από τους ιερούς Αποστόλους, ψηφίστηκε επίσκοπος Αντιοχείας. Από τους αποστόλους έμαθε πολλά που έπρεπε να γνωρίζουν οι ιερείς και μαζί τους κόπιασε πολύ, βασανίστηκε να κηρύττει το λόγο της πίστης και κακοπάθησε ο ζηλωτής των αποστόλων, διδάσκοντας τα  έθνη. Και, τέλος, γενόμενος διάκονος των μυστηρίων του Χρίστου, παραδόθηκε στ' άγρια θηρία και μαρτύρησε με πρωτοφανή αγριότητα, όπως θα γράψουμε παρακάτω.
Μετά την νίκη κατά των Ταρτάρων ο Τραϊανός φούσκωσε από υπερηφάνεια. Έτσι, άρχισε χειρότερο πόλεμο κατά των Χριστιανών, για να τους αναγκάσει να προσκυνήσουν τους θεούς του, επειδή νόμισε ότι αυτοί τον βοήθησαν στην νίκη του κατά των Ταρτάρων. Έστειλε λοιπόν, σ’ όλα τα  κάστρα προσταγές ότι όσοι χριστιανοί δεν θελήσουν να θυσιάσουν στα είδωλα να τους βασανίζουν πρώτα σκληρά και κατόπιν να τους θανατώνουν χωρίς έλεος.
Ο Τραϊανός βρισκόταν στην Αντιόχεια και ετοίμαζε πόλεμο κατά των Περσών και μερικοί του μίλησαν για τον Ιγνάτιο τον Θεοφόρο, ο όποιος δίδασκε τους ανθρώπους να προσκυνούν κάποιον νέο Θεό που πέθανε πάνω στον Σταυρό και την τρίτη μέρα αναστήθηκε. Επίσης, να φυλάνε παρθενία και να μισούν κάθε απόλαυση και καλοπέραση της ζωής. Και το χειρότερο απ' όλα να καταφρονούν τους θεούς και τις διαταγές των αρχόντων.
Όταν τ’ άκουσε αυτά ο Τραϊανός, θύμωσε τοσο  πολύ που δεν μπόρεσε να κρύψει την οργή του. Ποιος τάχα ήταν αυτός ο επίσκοπος που αψηφούσε τις διαταγές του; Ποιός ήταν αυτός ο επίσκοπος που όχι μόνο δεν προσκυνούσε τους θεούς του, αλλά παρακινούσε των άλλους ν’  ασεβούν; Θάνατος σ' αυτόν τον επίσκοπο. Αυτοί οι λογισμοί του, έπρεπε να πραγματοποιηθούν αμέσως. Γι’ αυτό πρόσταξε άγρια τους ακολούθους του:

-    Φέρτε τον αμέσως στο θέατρο.
 
Ό Ιγνάτιος, όταν παρουσιάστηκε μπροστά του, δεν  φαντάστηκε ότι θ’ αντιμετώπιζε έναν τόσο σκληρό και απάνθρωπο βασιλιά.
 
-    Συ είσαι ο Θεοφόρος εκείνος Ιγνάτιος -του λέει ο Τραϊανός με άγριο ύφος- που καταφρονείς τα  προστάγματά μας, διαστρέφεις με την διδασκαλία σου τους Αντιοχείς και παρακινείς τους ανθρώπους να σέβονται τον Χριστό και το χειρότερο να καταφρονούν τους θεούς μας, αναιδέστατε.
Νόμισε ο βασιλιάς πώς έχει μπροστά του ένα στρατιώτη και τον διατάζει να εκτελέσει μια διαταγή του. Όμως η απάντηση του θαρραλέου επισκόπου ήρθε σαν κεραυνός στο κεφάλι του.
-    Αλίμονο! πώς ονομάζεις θεούς τα  άψυχα είδωλα; Ένας είναι ο αληθινός Θεός, ο Ιησούς Χριστός, ο μονογενής Υιός του Θεού, ο όποιος δημιούργησε όλο τον κόσμο· αν τον γνώριζες βασιλιά, θα σου στερέωνε το θρόνο της βασιλείας σου και το στέμμα.
Τέτοια κεραυνοβόλα απάντηση δεν την περίμενε ο Τραϊανός. Γι' αυτό απαντάει στον Άγιο:
-    Άφησε τις πολυλογίες και προσκύνησε τους θεούς. Θα σε κάνω αρχιερέα του μεγάλου Δία, θα σε ονομάσω πατέρα της βουλής και θα σε τιμούν όλοι.
Τέτοιες μεγάλες τιμές οι αυτοκράτορες των Ρωμαίων δύσκολα έδιναν σε κάποιον. Όμως ο επίσκοπος Ιγνάτιος φαίνεται πώς ήταν για τον Τραϊανό ο άνθρωπος που θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς του· ν’  αλλάξει την πίστη των Χριστιανών και να επιστρέψουν στην ειδωλολατρία.
-    Βασιλιά, του απάντησε ο άγιος, είσαι γενναιόδωρος και σπουδαία είναι τ’ αξιώματα πού μου προσφέρεις. Τι ανάγκη έχω εγώ από τέτοιες τιμές, πού είμαι ιερέας του αληθινού Θεού, στον όποιο θυσιάζω κάθε μέρα θυσία αινέσεως και είμαι έτοιμος να του θυσιάσω των τον εαυτό μου.
Για την αγάπη του μπορώ να θανατωθώ με οποιονδήποτε τρόπο, γιατί Αυτός ο αθάνατος έπαθε θεληματικά για μένα. Επομένως, ακόμη και αν με παραδώσεις στα θηρία η σε ξίφος η με σταυρώσεις η με οδηγήσεις σε οποιοδήποτε πικρότατο θάνατο, ποτέ  δεν θα προσκυνήσω τα  δαιμόνια· ούτε κανένα θάνατο φοβούμαι και ούτε επιθυμώ πράγματα προσωρινά και επίγεια, αλλά ποθώ και επιθυμώ μόνο τα αιώνια. Μάθε, βασιλιά, πώς όλη μου η σκέψη και η καρδιά είναι στον Χριστό και επιθυμώ να πάω κοντά του με πικρό και επώδυνο θάνατο, επειδή και Αυτός πέθανε από αγάπη για μένα.
Στα λόγια αυτά του αγίου οι συγκλητικοί, για να τον περιγελάσουν, όπως νόμιζαν, του απάντησαν.
-    Τί λες; ομολογείς και συ μαζί μας πώς ο Θεός σου πέθανε; Και αν αυτός θανατώθηκε με τέτοιο εξευτελιστικό τρόπο, πώς μπορεί να ωφελήσει τους δούλους του; 
Ο Ιγνάτιος τους απάντησε με θεία φώτιση. 
- Ο Ιησούς Χριστός, ο Θεός μου και Κύριος, πρώτα έγινε άνθρωπος και για την σωτηρία μας υπέμεινε με την θέλησή του τον Σταυρό και τον θάνατο, αλλά την τρίτη μέρα αναστήθηκε, αφού κατέλυσε την δύναμη του διαβόλου και μας έσωσε από την προπατορική αμαρτία. Και αφού ανέβηκε στους ουρανούς -από τους οποίους κατέβηκε ως άνθρωπος από την αειπάρθενο Μαρία- μας συνανύψωσε και μας χάρισε περισσότερα αγαθά. Ενώ οι δικοί σας θεοί, ως κακούργοι και πονηροί, δεν μπορούν να σας δώσουν κανένα καλό, αλλά σας έδωσαν περισσότερα πράγματα επιζήμια και βλαβερά. Δεν είναι θεοί, αλλά καταστροφικοί και αμαρτωλοί άνθρωποι που πέρασαν την ζωή τους αισχρά, άσχημα και ως υπαίτιοι πολλών θανάτων καταδικάστηκαν με αιώνιο θάνατο. Όπως φαίνεται στα βιβλία σας, ο πρώτος και μεγαλύτερος από τους θεούς, κατά την πλάνη σας, πέθανε στην Κρήτη και τον ενταφίασαν σ’ ένα όρος κοντά στο μεγάλο Κάστρο, το όποιο μέχρι σήμερα εξαιτίας αυτού του τάφου το ονομάζουν Όρος του Δία. Οι χωρικοί το λένε βαρβαρικά Γιούκουτα και οι Ιταλοί Monte Iovis, δηλαδή Όρος του Δία. Ο Ασκληπιός, αφού κατακάηκε από αστραπή, ξεψύχησε. Ο τάφος της Αφροδίτης στην Πάφο μέχρι σήμερα φαίνεται. Ό Ηρακλής πυρπολήθηκε από φωτιά και έτσι όλοι οι υπόλοιποι θεοί σας, ως καταστροφείς και κακοί, χάθηκαν κακήν κακώς με διάφορους τρόπους.
 
Καθώς διηγούνταν αυτά ο άγιος, ο βασιλιάς και η σύγκλητος φοβήθηκαν να μη φανερωθεί περισσότερο η πλάνη τους και βεβαιωθεί ο σεβασμός προς τον Χριστό και γι’  αυτό αποφάσισαν να τον φυλακίσουν μέχρι να τον εξετάσουν πάλι. Όμως, όλη την νύχτα ο βασιλιάς σκεπτόταν τίι να κάνει, για να γλιτώσει από την παρουσία του Ιγνατίου, ώστε να μην παρασύρει και άλλους Έλληνες στην δική του πίστη ως λόγιος που ήταν. Η διαβολική του σκέψη επικράτησε. Να τον φάνε τα  θηρία, για να εξαφανίσει κάθε ίχνος του αγίου και να μην έχουν τους χριστιανοί κανένα λείψανο του και φέρουν αναταραχή στην ηρεμία της Αντιόχειας. Την σκέψη του αυτήν την συζήτησε και με την σύγκλητο, η οποία την βρήκε σωστή. 
- Βασιλιά, του είπαν οι συγκλητικοί, η σκέψη σου είναι η καλύτερη. Να τον φάνε τα  θηρία, αλλά να τον στείλουμε στην Ρώμη δεμένο και εκεί να τον ρίξουν στα άγρια θηρία, για δύο λόγους. Ο πρώτος, να μη θανατωθεί στην Αντιόχεια και τον δοξάζουν οι φίλοι του, έχοντας τα  κόκκαλά του σε αγιασμό κατά την τάξη και συνήθειά τους. Ο δεύτερος, με ένα τέτοιο δρόμο μακρινό να κακοπάθει, να ταλαιπωρηθεί και να θανατωθεί ως κακούργος σε ξένη γη, ώστε να μην αξιωθεί να έχει καμιά επιμέλεια και ενθύμηση μετά τον θάνατο του. 
Το σατανικό τους σχέδιο, λοιπόν, μπαίνει σ’ εφαρμογή. Τον βγάζουν από την φυλακή και πριν τον στείλουν στην Ρώμη, ξαναδοκιμάζει ο δαιμονισμένος Τραϊανός ν’  αλλάξει την πίστη του αγίου. Με υποσχέσεις και μεγάλα αξιώματα, με πλουτισμό, με φοβέρες για βασανιστήρια και τιμωρίες σκληρές, προσπαθεί να κερδίσει την μάχη. Όμως, δεν μπόρεσε να κλονίσει καθόλου τον «πύργο» της ομολογίας του και γι’  αυτό, απελπισμένος από την αποτυχία του, διέταξε να τον δέσουν και να τον στείλουν στην Ρώμη, προκειμένου να εκτελεστεί η απόφαση που πήραν για τον θάνατο του. 
Αλυσοδεμένος σφιχτά σαν κακούργος, παραδίνεται σ’ ένα στρατιωτικό τάγμα, για να τον οδηγήσει στην Ρώμη, όπου επρόκειτο να τον ρίξουν στο θέατρο, όταν θα είχαν μεγάλη πανήγυρη και πολύ κόσμο, με σκοπό να τον κατασπαράξουν τ’ άγρια θηρία. 
Έτσι, ενώ ο Τραϊανός εκστρατεύει κατά και Περσών, ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος οδηγείται στην Ρώμη. Η χαρά του είναι μεγάλη. Από καιρό ποθούσε τέτοιο θάνατο, για να πάει κοντά στον Σωτήρα Χριστό. Ευχαριστούσε μεγαλόφωνα τον Κύριο. Και κάνοντας προσευχή παρακάλεσε για την Εκκλησία, παραδίδοντας στον Θεό την ποίμνη του με δάκρυα στα μάτια και παρακαλώντας τον να τους σκεπάζει και να τους διαφυλάττει στην ευσέβεια μέχρι τέλους. Έπειτα ακολούθησε τους στρατιώτες με χαρά και αγαλλίαση ψυχής. Τι κι αν έφευγε μακριά από το ποίμνιο του; Η σκέψη του, η καρδιά του, η ευλογία του ήταν παντοτινά σ’ αυτούς. Τους αποχωριζόταν σωματικά, αλλά πνευματικά ήταν κοντά τους. Και καθώς απομακρυνόταν από την Αντιόχεια, τα μάτια της ψυχής του ήταν εκεί. Τους έβλεπε και τους ευλογούσε. Στην Σελεύκεια μπήκε σε πλοίο και περνώντας από την Σμύρνη χαιρέτησε τον Πολύκαρπο και τους άλλους επισκόπους και ιερείς, οι οποίοι συγκεντρώθηκαν απ’ όλη την Εκκλησία της Ασίας, για να τον δουν, και ν’  απολαύσουν την γλυκύτατη διδασκαλία του. Και, αφού τους ασπάστηκε όλους, τους παράγγειλε να εύχονται για χάρη του να μην εμποδιστεί ο δρόμος της άθλησής του, αλλά ν’  αξιωθεί να τον φάνε τα  θηρία, ώστε να συναντήσει γρήγορα τον ποθούμενο Κύριο. Αυτά τους είπε ο πάνσοφος, για να γνωρίσουν τον μεγάλο του πόθο και να μην πικραίνονται για τον θάνατο του, γιατί τους έβλεπε πώς ήταν πολύ λυπημένοι και φοβόταν μην στασιάσουν και τον αρπάξουν από τους στρατιώτες και εμποδίσουν έτσι την ποθούμενη οδοιπορία του. Το ίδιο φοβόταν μην κάνουν και οι ευσεβείς στην Ρώμη. Γι’ αυτό, πρόλαβε και τους έστειλε επιστολή γράφοντας αυτά:
 
- Ιγνάτιος, ο καλούμενος και Θεοφόρος, επίσκοπος στην Αντιόχεια της αγίας Εκκλησίας τού Θεού. Προς την φωτισμένη και ελεημένη από τον Θεό Εκκλησία των Ρωμαίων, την οποία χαιρετώ και ασπάζομαι στο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, τον οποίο παρακάλεσα να με αξιώσει να δω τ’ αξιοθέατα και σεβάσμια πρόσωπά σας. Αυτή μου την επιθυμία εισάκουσε ο Πανάγαθος Θεός και να, έρχομαι να σας απολαύσω. Παρακαλώ την αγάπη σας να μη μ’  εμποδίσετε από τον ποθούμενο Χριστό, τον όποιο πηγαίνω να συναντήσω. 
Μόνο προσευχηθείτε σ’ Αυτόν να μου δώσει δύναμη, για να είμαι Χριστιανός με τα  έργα και όχι μόνο με τ’ όνομα. Έτσι γράφω και σ’ όλες τις Εκκλησίες ότι θεληματικά και με προθυμία πεθαίνω για τον Κύριο και αφήνω τα  επίγεια και φθαρτά πράγματα, για ν’  απολαύσω τα  άφθαρτα και αιώνια. 
Μη με λυπηθείτε, λοιπόν, αλλ’  αφήστε να με φάνε τα  θηρία, γιατί είμαι σιτάρι του Θεού και πρέπει να μ’  αλέσουν τα  δόντια των θηρίων, για να βρεθώ στον Χριστό άρτος καθαρός και άγιος. Θα παρακαλούσα να κολακεύσετε τα  θηρία να φάνε όλο το σώμα μου, γιατί τότε θα θεωρούμαι αληθινός μαθητής του Χριστού, όταν δεν δει πλέον ο κόσμος το σώμα μου. Τώρα αρχίζω να είμαι μαθητής Χριτού. Ας έρθουν σε μένα αναρίθμητα βάσανα· φωτιά, θηρία, σταυρός και άλλα δαιμονικά βασανιστήρια, αρκεί μόνο να συναντήσω τον γλυκύτατό μου Ιησού Χριστό.
Καλύτερα να πεθάνω γι’  Αυτόν παρά να εξουσιάσω όλα τα  βασίλεια του κόσμου. Γιατί, ποια ωφέλεια παίρνει ο άνθρωπος, αν κερδίσει όλον τον κόσμο και ζημιώσει την ψυχή του ως άθλιος; Συγχωρείστε με, αδελφοί, και μη μ’ εμποδίσετε σάς παρακαλώ από τον θάνατο, αλλ’ αφήστε με ν’  απολαύσω τον ποθούμενο Χριστό μου με τον θάνατο,  καθώς και αυτός σταυρώθηκε για την αγάπη μου. Δεν είναι για μένα φωτιά που αγαπά την ύλη, αλλά περισσότερο νερό ζωής που μου μιλά μέσα μου, λέγοντάς με να πάω προς τον Πατέρα. Δεν επιθυμώ υλικές τροφές που καταστρέφονται ούτε απολαύσεις της τωρινής ζωής αλλά μόνο ουράνιο άρτο, ο όποιος είναι το σώμα του Ιησού Χριστού Υιού του Θεού. Αυτά σας γράφω από την Σμύρνη την εικοστή Σεπτεμβρίου και υγιαίνετε, αγαπητοί, στο όνομα του Χριστού Ιησού του Κυρίου μας. Αμήν. 
Αφού έστειλε την επιστολή, τον πήραν οι στρατιώτες και βάδιζαν από την ξηρά, περνώντας πεζοί από τις Τρωάδα, Νεάπολη, Φιλιππούπολη, Μακεδονία και άλλες περιοχές, όπου σε όλες δίδασκε τον λόγο του Θεού, στηρίζοντας τους επισκόπους και πρεσβυτέρους και νουθετώντας τους νεωτέρους να είναι σταθεροί στην ευσέβεια. Και αφού διέπλευσε το Αδριατικό και Τυρρηνικό πέλαγος, έφτασε στην Ρώμη και παραδόθηκε από τους στρατιώτες στον έπαρχο της πόλης.
Όταν αυτός είδε τα  γράμματα και τις προσταγές του βασιλιά, φυλάκισε αυστηρά τον άγιο.
Όταν είχαν μεγάλη πανήγυρη, συγκεντρώθηκαν όλοι οι κάτοικοι της πόλης, όχι μόνο για την γιορτή αλλά και για να δουν τον Ιγνάτιο. Η φήμη κυκλοφόρησε παντού, ότι έφεραν τον επίσκοπο Αντιοχείας να τον ρίξουν στα θηρία για διασκέδαση του λαού. Γι’ αυτό το λόγο συγκεντρώθηκαν αμέτρητοι από παντού για να δουν. Τότε τον έφεραν οι στρατιώτες και τον παρουσίασαν στο θέατρο. Ο άγιος, όταν είδε τόσο πλήθος λαού, δεν κλονίστηκε στην πίστη του και στον πόθο για τον Χριστό αλλά με γενναίο και σταθερό φρόνημα είπε:
- Άντρες Ρωμαίοι και θεατές του αγώνα μου, να ξέρετε ότι δεν έκανα κανένα έγκλημα ούτε έφταιξα σε τίποτα, για να είμαι άξιος θανάτου. Αλλ’ αυτόν τον θάνατο τον δέχομαι σήμερα θεληματικά και χαρούμενα, για να συναντήσω τον αληθινό Θεό, τον όποιο διψώ και επιθυμώ ν’ απολαύσω. Και επειδή είμαι σιτάρι δικό του, αλέθομαι από τα δόντια των θηρίων, για να του γίνω άρτος καθαρός και άσπιλος.
Αυτά αφού είπε, παρακάλεσε τα  λιοντάρια και τον κατέφαγαν ολόκληρο, όπως ο ίδιος ποθούσε. ΙΙοια ψυχική δύναμη στ’ αλήθεια είχε ο άγιος μπροστά στα θηρία σε μια τέτοια δύσκολη ανθρώπινη ώρα! Ποια ανείπωτη αγάπη και πόσο πόθο έκρυβε στην καρδιά του και στο σώμα του ολόκληρο ο άγιος, για να υποστεί αυτό το φρικιαστικό θέαμα! Γλυκύτατε Ιησού! Όλα για την αγάπη σου, όχι μόνο ο άγιος Αντιοχείας, αλλά και πλήθος χριστιανών καθημερινά μαρτυρούσαν και μαρτυρούν για το όνομά Σου.
Από το άγιο σώμα του Αγίου δεν έμεινε τίποτε παρά μόνο λίγα μεγάλα λείψανα, τα  όποια συμμάζεψαν οι πιστοί, αφού τελείωσε το θέαμα. Τα ενταφίασαν σε ξένο επίσημο τόπο με όλες τις καθιερωμένες τιμές και μ’ ευλάβεια μεγάλη στις είκοσι Δεκεμβρίου. Μετά από καιρό μετακόμισαν τα  οστά του στην Αντιόχεια. Μαρτύρησε επί Τραϊανού πιθανόν το 109 η 110 μ.Χ.
Λέγεται ότι μετά τον αγιασμένο του θάνατο έκλαιγαν οι πιστοί στην Ρώμη για την στέρησή του και θρηνούσαν απαρηγόρητα με μεγάλο πόνο στον τάφο του, αγρυπνούντες και υμνούντες ακατάπαυστα τ’ άγιο όνομά του. Ο άγιος τους φανερώθηκε σε όραμα και, αφού τους ασπάστηκε, τους φίλησε και τους παρηγόρησε λέγοντας να μην θρηνούν, αλλά περισσότερο να χαίρονται, γιατί είναι με τον Κύριο. Έτσι καταπράυνε την λύπη τους.
Κάποιοι άλλοι πιστοί και ευσεβείς τον είδαν σε όραμα ιδρωμένο, όπως ήταν στον αγώνα της άθλησής του, και προσευχόμενο για την σωτηρία της πόλης και όλων των χριστιανών.
Τέτοιο ήταν το τέλος του Θεοφόρου, οι αγώνες και η αγάπη του για τον Χριστό. Αυτό το μαρτυρεί και ο Ειρηναίος, επίσκοπος Λουγδούνων, άνθρωπος πιστός και αξιόλογος, ο όποιος τον εγκωμίαζε πολύ στα συγγράμματά του και τον μνημόνευε. Ακόμη δε και ο πρόεδρος Σμύρνης Πολύκαρπος, ο όποιος τον ακλουθούσε από κοντά στην πορεία του από την Αντιόχεια στην Ρώμη και είδε με τα  μάτια του όσα έπαθε. Ό Πολύκαρπος γράφει σε μια επιστολή του, για να τονώσει την πίστη και την ευσέβεια και Χριστιανών:
- Σάς παρακαλώ, αδελφοί, να έχετε υπακοή και υπομονή, καθώς είδατε και τον μακάριο Ιγνάτιο και πολλούς άλλους και σ’ αυτόν τον απόστολο των εθνών και διδάσκαλο Παύλο και άλλων που πίστεψαν. Όλοι αυτοί δεν έτρεξαν άσκοπα και χαμένα, αλλά κοπίασαν στην πίστη και δικαιοσύνη τού Θεού. Δεν αγάπησαν αυτόν τον ψεύτικο και αμαρτωλό κόσμο αλλά τον Δεσπότη Χριστό, με τον όποιο και συμμαρτύρησαν. Γι' αυτό και απ’ Αυτόν δοξάστηκαν. Έτσι, λοιπόν, ο θείος Ιγνάτιος, επιθυμώντας να γίνουν τα  θηρία ο τάφος του, κατοίκησε περισσότερο στις ψυχές και φιλόθεων αντρών και όλοι τον είχαν σε μεγάλη ευλάβεια.
Αλλά και ο βασιλιάς Τραϊανός, ακούγοντας αργότερα τις αρετές αυτού του αγίου και ότι γενναία υπέμεινε το μαρτύριο και με χαρούμενο πρόσωπο, ευχαριστώντας τον βασιλιά που του έδωσε τέτοια ευκαιρία να γίνει ευχάριστη τροφή και θηρίων, τόσο πολύ ευλαβήθηκε τον Ιγνάτιο αλλά και τους άλλους χριστιανούς, επειδή εγκρατεύονταν από κάθε κακή πράξη, νήστευαν, προσεύχονταν όλη τη νύχτα και έκαναν άλλες αξιέπαινες πράξεις, ώστε μετάνιωσε για τα  περασμένα και εξέδωσε διάταγμα να μην σκοτωθεί πλέον κανένας χριστιανός από τους ηγεμόνες και τους άρχοντες. Έτσι, όχι μόνο στην ζωή του ο Ιγνάτιος ήταν ωφέλιμος στους χριστιανούς, αλλά και μετά το θάνατο του έγινε καύχημα της πίστης μας στον Χριστό, επίδοση ευσέβειας, παράκληση θλιβομένων, καταφρόνηση της πρόσκαιρης ζωής, εγκράτεια των βλαβερών, καθαρότητα ζωής και διόρθωση σφαλμάτων. Με την χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού που δοξάζεται με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Απολυτίκιον. Ήχος γ'. Θείας πίστεως.

Θείω έρωτι, επτερωμένος, του σε ψανσαντος, χερσίν αχράντοις, Θεοφόρος ανεδείχθης Ιγνάτιε και εν τη Δύσει τελέσας τον δρόμον σου, προς την ανέσπερον λήξιν εσκήνωσας. Πάτερ Όσιε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος. 

Μυρίπνοα άνθη του Παραδείσου
Οι ωραιότεροι βίβοι αγίων
ου Αγαπίου του Κρητός Μοναχού
Εκδώσεις "Άθωνας"
Θεσσαλονίκη

Σήμερα 20 Δεκεμβρίου εορτάζει ο Άγιος Ιγνάτιος - Γιατί ονομάστηκε «Θεοφόρος»


Σήμερα 20 Δεκεμβρίου εορτάζει ο Άγιος Ιγνάτιος - Γιατί ονομάστηκε «Θεοφόρος»
Βίοι Αγίων: Την μνήμη του Αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου εορτάζει σήμερα 20 Δεκεμβρίου η Εκκλησία μας. Σύμφωνα με την εκκλησιαστική μας παράδοση ο χρόνος γέννησης και η εθνικότητα του Άγιου Ιγνατίου είναι ασαφή. Στο θρόνο της Αντιόχειας ο Ιγνάτιος ανέβηκε μεταξύ 68-70 μ.Χ.
Όταν ο Τραϊανός διέταξε διωγμό κατά των Χριστιανών, θαρραλέα ο Ιγνάτιος, ενώ ο βασιλιάς περνούσε από την Αντιόχεια, παρουσιάστηκε μπροστά του και υπεράσπισε τα δίκαια της Εκκλησίας και την αλήθεια της χριστιανικής πίστης. Τότε ο Τραϊανός, διέταξε τη σύλληψη του Ιγνατίου και τη μεταφορά του στη Ρώμη.
Οι χριστιανοί της Ρώμης σκόπευαν να τον απαλλάξουν από το μαρτύριο, αλλά ο Ιγνάτιος, με φλογερή δίψα προς το μαρτύριο, έγραψε σ’ αυτούς να αφήσουν να γίνει το θέλημα του Θεού.
Έτσι, την 20ή Δεκεμβρίου του έτους 107 μ.Χ., τον έριξαν στο αμφιθέατρο, όπου πεινασμένα θηρία τον κατασπάραξαν. Διασώθηκαν μόνο τα μεγαλύτερα από τα οστά του, που μεταφέρθηκαν και τάφηκαν με τιμές στην Αντιόχεια.
Αργότερα μετακομίσθηκαν στη Ρώμη (β΄ ανακομιδή το 540 μ.Χ. και εναποτέθησαν στον Ιερό Ναό του Αγίου Κλήμεντος).
Έτσι, ο Ιγνάτιος έμεινε μέχρι τέλους πιστός στη διδαχή του Χριστού, και «ὁ μένων ἐν τῇ διδαχῇ τοῦ Χριστοῦ, οὗτος καὶ τὸν πατέρα καὶ τὸν υἱὸν ἔχει» (Β΄ επιστολή Ιωάννου, 9). Εκείνος δηλαδή, που μένει στη διδαχή του Χριστού, αυτός και τον Πατέρα και τον Υιό έχει, διότι αυτός έγινε ναός του Θεού και επομένως φέρει μέσα του το Θεό. Γι' αυτό και ο Ιγνάτιος επονομάσθηκε Θεοφόρος.

Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2019

Ὁ Ἅγιος Διονύσιος Αἰγίνης ὁ ἐν Ζακύνθῳ


Ἀρχιμ. Χαραλάμπους Δ. Βασιλοπούλου
Ἡ μνήμη του ἑορτάζεται τὴν 17ην Δεκεμβρίου
Ὁ Ἅγιος Διονύσιος ἐλέγετο κατὰ κόσμον Γραδενῖγος ἢ Δραγανῖγος Σιγοῦρος. Ἦταν γυιὸς τοῦ Μωκίου Σιγούρου καὶ τῆς Παυλίνας Βάλβη. Γεννήθηκε τὸ 1547 στὸ χωριὸ Αἰγιαλὸς τῆς νήσου Ζακύνθου. Καταγόταν ἀπὸ τὴν περιφανῆ καὶ ἐπίσημη οἰκογένεια τῶν Σιγούρων.
Τὶς ρίζες της τὶς εἶχε ἡ οἰκογένεια αὐτὴ στὴ Νορμανδία. Κατόπιν ἤρθανε στὴν Ἰταλία καὶ ἀπὸ ἐκεῖ διαπεραιώθηκαν στὴν Ζάκυνθο. Ὁ ἄρχοντας τῆς Ζακύνθου τοὺς δώρησε κτήματα νοτιοδυτικά του νησιοῦ.
Ἡ οἰκογένεια αὐτὴ ἦταν ἡρωϊκή. Διακρίθηκε στοὺς πολέμους τῶν Βενετῶν ἐναντίον τῶν Τούρκων. Γι᾿ αὐτὸ πέτυχαν ἀπὸ τὴν Βενετικὴ Γερουσία, ὄχι μόνο τὴν ἀναγνώριση τῆς κτηματικῆς δωρεᾶς, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐγγραφή τους στὸ βιβλίο τῶν ἀριστοκρατῶν. Ἀπὸ αὐτὴν τὴν οἰκογένεια οἱ περισσότεροι ἔγιναν Ὀρθόδοξοι. Μεταξὺ αὐτῶν ἦσαν καὶ οἱ πρόγονοι τοῦ Ἁγίου.
Ὁμοίως καὶ ἡ μητέρα του προερχόταν ἀπὸ τὴν ἀρχοντικὴ Ἑνετικὴ οἰκογένεια Βάλβη. Ἀπὸ τὸν γάμον τοῦ Μωκίου καὶ τῆς Παυλίνας γεννήθηκαν τρία παιδιά, ὁ Δραγανῖγος, ὁ Κωνσταντῖνος καὶ ἡ Σιγοῦρα.

Ἡ μόρφωσι τοῦ Ἁγίου

Ὑπάρχει καὶ μία παράδοσις, ποὺ ἀναφέρει, ὅτι ἀνάδοχος τοῦ Ἁγίου εἶναι ὁ Ἅγιος Γεράσιμος. Ἀπὸ πολὺ μικρὸς μορφώθηκε, ὅπως πρέπει σὲ ἕνα χριστιανόπουλο.
Στὸ ἀρχειοφυλάκειο τῆς Ζακύνθου ὑπῆρχε ἕνα συμβόλαιον τοῦ πατέρα του, μὲ τὸν πολὺ μορφωμένον δάσκαλο Καιροφύλα. Σύμφωνα μὲ αὐτὸ ὁ Καιροφύλας ἀνελάμβανε τὴν ὑποχρέωσι νὰ διδάξῃ τὸ δεκάχρονο παλληκάρι «τὰ γράμματα τῆς Ἐκκλησίας, ἤγουν προοιμιακόν, ὀκτώηχον, ψαλτήριον, Ἀπόστολον καὶ γράψιμον». Αὐτὸ τὸ συμβόλαιο φέρει τὴν ἡμερομηνίαν 1557, Ὀκτωβρίου 27. Δυστυχῶς τὸ 1953 ἐκάη ἀπὸ πυρκαϊά.
Μετὰ τὴν στοιχειώδη μόρφωσι, ἀκολούθησε εὐρύτερες σπουδές, μὲ θεοσεβεῖς καὶ εὐπαιδεύτους διδασκάλους κατ᾿ οἶκον. Ἔξω ἀπὸ τὴν πατρίδα του δὲν πῆγε. Ἴσως ὅμως νὰ ἐμαθήτευσε κοντὰ σὲ ἐπιφανεῖς θεολόγους, οἱ ὁποῖοι πήγαιναν καὶ ἐρχόταν ἀπὸ τὴν Ἑσπερία καὶ ἐστάθμευαν στὴν Ζάκυνθο.
Πάντως ἔμαθε πολὺ καλὰ τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικά, τὴν λατινικὴ καὶ ἰταλικὴ γλώσσα. Ἰδιαίτερα μελέτησε τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Ὅπως συμπεραίνουμε ἀπὸ μία του ἐπιστολή, ἔγραφε σχόλια στὰ ἔργα τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου.

Ἔνθεος ζῆλος

Τίποτε ἀπὸ τὰ ἐγκόσμια δὲν συγκινοῦσε τὸν Ἅγιο. Τίποτε δὲν ἦταν σὲ θέση νὰ τὸν κάμῃ νὰ «ξεστρατίση» ἀπὸ τὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ. Οὔτε ἡ εὐγένεια τῆς καταγωγῆς, οὔτε τὰ πολλὰ πλούτη, οὔτε ἡ δόξα καὶ ἡ γοητεία τῶν ἀξιωμάτων τὸν παρέσυραν. Ἀνέθρεψε καὶ καλλιεργοῦσε μὲ αὐστηρότητα τὸν ἑαυτό του. Ὁ ζῆλος του, γιὰ τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τὸν ἔκαιγε ἐσωτερικὰ σὰν καμίνι.
Σὲ ἡλικία 21 ἐτῶν ἀποφασίζει νὰ κόψῃ κάθε δεσμὸ μὲ τὸν κόσμο. Φαίνεται, ὅτι πολὺ σύντομα στερήθηκε τοὺς γονεῖς του. Ἀναχωρεῖ, λοιπόν, γιὰ τὴ Μονὴ Στροφάδων, ποὺ εὑρίσκεται ἀπέναντι ἀπὸ τὴ Ζάκυνθο, στὸ νότιο μέρος. Δωρίζει στὸν ἀδελφό του Κωνσταντῖνο ὅλη του τὴν περιουσία μὲ τὴν ὑποχρέωσι νὰ «προικίσῃ» τὴν ἀδελφή τους Σιγοῦρα.
Στὸ Μοναστήρι ἔκανε ἀγρυπνίες, νηστεία πολλὴ καὶ θαυμαστοὺς ἀγῶνες. Παρ᾿ ὅτι νέος στὴν ἡλικία, ὑπερεῖχε κατὰ πολὺ ἀπ᾿ ὅλους τοὺς πατέρες. Ἠσχολεῖτο πολὺ μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἀνάγνωσι τῶν θείων Γραφῶν καὶ τοὺς βίους τῶν Ἁγίων. Τέτοια ἦταν ἡ ἀρετή του, ποὺ γέροντες πατέρες προσπαθοῦσαν νὰ τὴν μιμηθοῦν.
Ἔλαβε τὸ ἀγγελικὸ σχῆμα τοῦ Μοναχοῦ. Ὁ Γέροντάς του ἔδωσε σ᾿ αὐτὸν τὸ ὄνομα Δανιήλ. Ἡ φήμη του γιὰ τὴν ἀρετή του διαδόθηκε πολὺ γρήγορα στὸ νησί. Ἡ κοινότητα τῆς Ζακύνθου ἐξετίμησε τόσο πολὺ τὴν προσωπικότητα τοῦ Ἁγίου, ὥστε τοῦ ἔδωσε τὴν ὀρεινὴ Μονὴ τῆς Θεοτόκου Ἀναφωνητρίας.

Ἡ χειροτονία του

Ἕνα χρόνο ἀργότερα χειροτονήθηκε ἱερεὺς ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Ζακύνθου καὶ Κεφαλληνίας Φιλόθεον. Τὸν Ἰούνιο τοῦ 1577 ἀνεχώρησε γιὰ τὸν Πειραιᾶ, θέλοντας νὰ μεταβῇ στοὺς Ἁγίους Τόπους νὰ τοὺς προσκυνήσῃ.
Μόλις ἦλθε στὴν Ἀθήνα ἐθεώρησε καθῆκον του νὰ πάρῃ τὴν εὐλογία τοῦ ἐπισκόπου Ἀθηνῶν Νικάνορος. Ὁ Ἐπίσκοπος ἐξετίμησε πολὺ τὸν Ἅγιο καὶ τὸν ἔπεισε ν᾿ ἀναλάβῃ τὴ χηρεύουσα ἐπισκοπὴ τῆς Αἰγίνης, ποὺ ὑπήγετο τότε στὴν Μητρόπολι Ἀθηνῶν. Ἐγνωστοποίησε τοῦτο στὸν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ἱερεμία. Ὁ Πατριάρχης συγκατατέθηκε καὶ τοῦ ἔδωσε τὴν ἄδεια νὰ τὸν χειροτονήσῃ.
Ἔτσι ὁ Ἱερομόναχος Δανιὴλ χειροτονεῖται ἐπίσκοπος Αἰγίνης κι ὀνομάζεται Διονύσιος, πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου. Ἡ χειροτονία του ἐτελέσθη στὸν Ἅγιο Ἐλευθέριο, ποὺ εἶναι παραπλεύρως στὸν σημερινὸ Μητροπολιτικὸ Ναὸ τῶν Ἀθηνῶν.

Ποιμένας καὶ διδάσκαλος

Τὰ ποιμαντικά του καθήκοντα ἐξετέλεσε ὁ Ἅγιος Διονύσιος μὲ πλήρη εὐσυνειδησίαν καὶ τελείαν ἀκρίβειαν. Ἦταν ἀκούραστος. Ἀνεδείχθη διδάσκαλος, πατέρας καὶ παιδαγωγὸς τῶν παιδιῶν τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἴδιος ζοῦσε ζωὴ ἀσκητική.
Ἐφρόντιζε μὲ κάθε τρόπο νὰ ἀνταποκρίνεται στὶς ἀνάγκες τῶν χριστιανῶν. Ὅπου πρόβλημα, δυσκολία, φτώχεια καὶ χαρὰ ὁ Ἅγιος ἦταν παρών. «Ἔχαιρε μετὰ χαιρόντων καὶ ἔκλαιε μετὰ κλαιόντων». Ἦταν ὁ προστάτης τῶν ὀρφανῶν καὶ χηρῶν καὶ ὁ πρόμαχος τῆς Ὀρθοδοξίας. Κυρίως ἐπικοινωνοῦσε μὲ τοὺς Χριστιανοὺς διὰ τοῦ κηρύγματος. Ἐκύρυττε τὶς μεγάλες ἀλήθειες ἁπλὰ καὶ μὲ τέχνη, ὥστε νὰ εἶναι καταληπτὲς καὶ ἐποικοδομητικές.
Στὴν Περαχώρα τῆς Αἴγινας, ποὺ ἀπέχει ὀλίγα χιλιόμετρα ἔξω ἀπὸ τὴ σημερινὴ πόλι, κοντὰ στὸ Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου, σώζεται ὁ Μητροπολιτικὸς Ναὸς τῆς Παλαιᾶς Αἴγινας. Ἔξω ἀπ᾿ αὐτὸν ὑπάρχει πέτρινη ἕδρα, ποὺ ἀκόμα καὶ σήμερα ὀνομάζεται ἀπὸ τοὺς κατοίκους «ὁ Θρόνος τοῦ Ἁγίου». Ἀπὸ ἐκεῖ ἐδίδασκε καὶ νουθετοῦσε μὲ ἀποστολικὴ ἁπλότητα τὸ ποίμνιό του.
Ἡ φήμη του ξαπλώθηκε στὰ γύρω νησιά. Γι᾿ αὐτὸ ἐρχόντανε ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, τὰ Μέγαρα, τὴ Σαλαμίνα καὶ ἀπὸ τὸν Πόρο θαυμαστές του νὰ τὸν ἀκούσουν. Ἡ συρροὴ αὐτὴ ποτὲ δὲν τὸν ἔκαμε νὰ ὑπερηφανευθῇ, τοὐναντίον, συνέχισε νὰ εἶναι ὁ ἁπλὸς καὶ ταπεινὸς Ἱεράρχης.

Τὸ διορατικὸ χάρισμα

Ὁ Ἅγιος εἶχε καὶ τὸ χάρισμα τῆς διορατικότητος. Τοῦτο φαίνεται ἀπὸ τὸ ἑξῆς γεγονός:
Ἕνας Ἱερομόναχος, Παγκράτιος ὀνόματι, ἀκούοντας γιὰ τὶς ἀρετὲς καὶ τὴν ἁγιότητά του, ἐπῆγε στὸν Ἅγιο νὰ ἐξομολογηθῇ. Ὅταν ἐτελείωσε τὴν ἐξομολόγηση, τὸν ἐρώτησε ὁ Ἅγιος, ἂν εἶχε τίποτε ἄλλο νὰ πῇ, ποὺ ἴσως τὸ εἶχε ξεχάσει.
-Πρόσεχε, παιδί μου τοῦ λέγει: Μήπως ξέχασες κανένα ἁμάρτημα καὶ μείνῃς ἀδιόρθωτος; Νομίζω, ὅτι δὲν ἔκαμες εἰλικρινῆ καὶ τελείαν ἐξομολόγησιν.
Σκέφτεται πολλὴ ὥρα ὁ Ἱερομόναχος καὶ τοῦ ἀπαντᾷ:
-Δὲν ἔχω ἄλλο κρίμα.
Ὁ Ἅγιος τότε, μὲ τὴ σχετικὴ αὐστηρότητα, τοῦ λέγει:
-Δὲν θυμᾶσαι τὴν (δεῖνα) μέρα, ποὺ λειτουργοῦσες καὶ σοῦ ἔπεσεν Τίμιος Μαργαρίτης, ἐπειδὴ δὲν ἔδειξες τὴν ἀπαιτούμενη προσοχή;
Ὁ Ἱερομόναχος ἔμεινε κατάπληκτος, μόλις ἄκουσε τὰ ἀποκαλυπτικὰ λόγια του Ἁγίου. Ἔπεσε μὲ δάκρυα μετανοίας, ὡμολόγησε τὴν ἐνοχή του καὶ ζήτησε συγχώρησι. Ὁ Ἅγιος ἐνουθέτησε τὸν Ἱερομόναχο νὰ προσέχῃ στὸ μέλλον. Τοῦ συνέστησε νὰ πλησιάζῃ τὸν ἐπουράνιο Βασιλέα μὲ εὐλάβεια, φόβο καὶ τρόμο, τὸν ὁποῖον οὔτε καὶ αὐτοὶ οἱ ἄγγελοι δὲν ἠμποροῦν νὰ κοιτάξουν. Ἔτσι τὸν ἀπέλυσε ἐν εἰρήνῃ.

Παραίτηση καὶ ἐπιστροφὴ στὴ Ζάκυνθο

Τὸ 1579 ὁ Ἅγιος ἔρχεται ξανὰ στὴ Ζάκυνθο, ἀφοῦ παραιτήθηκε ἀπὸ τὸν θρόνο τῆς Αἰγίνης. Διατί παραιτήθηκε; Διότι ἡ φήμη τοῦ πανταχοῦ διεδίδετο καὶ ὅπως ὁ μαγνήτης τραβάει τὸν σίδηρον, ἔτσι καὶ ὁ Ἅγιος ἔσυρεν ὅλους πρὸς αὐτὸν γιὰ νὰ ἀκούσουν τοὺς μελιρρύτους καὶ θεοσόφους λόγους του. Ὕστερα ἀπὸ ἀρκετὸν χρόνον διοικήσεως φοβήθηκε μήπως οἱ ἔπαινοι τῶν ἀνθρώπων, ποὺ τόσον πολὺ τὸν ὕψωναν, τὸν κρημνίσουν στὰ φαράγγια τῆς κενοδοξίας. Γι᾿ αὐτὸ ἐστοχάσθηκε νὰ παραιτηθῇ ἀπὸ τὸν θρόνο του.
Οἱ Αἰγινῆτες κατεθλίβησαν, διότι ἔχαναν τὸν πατέρα τους. Αὐτὸς μετὰ τὴν ἄφιξι τοῦ διαδόχου του, ἀπεχαιρέτησε συγκινητικώτατα τὸ ποίμνιό του καὶ ἀνεχώρησε, γιὰ τὴν ἰδιαίτερή του πατρίδα, τὴν Ζάκυνθο.
Οἱ Ζακύνθιοι τὸν δέχθηκαν μὲ ἐνθουσιασμό. Ἤθελε καὶ ἐδῶ ὁ Διονύσιος νὰ δουλέψῃ, γιὰ τὸ καλὸ τῶν πατριωτῶν του. Ἐφοδιάσθηκε μὲ γράμμα ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Ἱερεμία καὶ διωρίσθηκε χωρεπίσκοπος καὶ πρόεδρος Ζακύνθου. Χειροτονοῦσε κληρικούς, διότι δὲν εἶχαν χρήματα νὰ πηγαίνουν στὸν ἐπίσκοπο Κεφαλληνίας νὰ χειροτονηθοῦν. Χοροστατοῦσε σὲ κηδεῖες, γιορτὲς καὶ λειτουργίες.
Ἡ εὐγενικὴ ὅμως χειρονομία τοῦ Ἁγίου ἔθιξε τὰ συμφέροντά του τότε ἐπισκόπου Κεφαλληνίας. Ὁμάδα ἀπὸ Κεφαλλῆνες πῆγε στὴ Βενετία, ὅπου κατηγόρησε τὸν Διονύσιο, ὅτι τάχα ἀναμιγνύεται σὲ ξένη δικαιοδοσία. Γιὰ τὶς διαμαρτυρίες αὐτὲς ὁ ἡγεμὼν τῆς Βενετίας, Νικόλαος Δαπόντε διέταξε τὸ 1581 τὸν προβλεπτὴν Ζακύνθου, Κονταρίνην, ὅπως «ὁ σεβ. Διονύσιος Σιγοῦρος παραιτηθῇ πάσης Ἐκκλησιαστικῆς πράξεως, ὑπαγομένης εἰς τὴν δικαιοδοσίαν Κεφαλληνίας – Ζακύνθου, ἀποδίδων τῷ αὐτῷ ἐπισκόπῳ… καὶ τὰ ὅσα… τῆς δικαιοδοσίας του εἶχεν ἰδιοποιηθῆ».
Ὁ Διονύσιος, παρ᾿ ὅτι ἦταν διωρισμένος ἀπὸ τὸν Πατριάρχην, ἐδήλωσε, ὅτι παραιτεῖται. Ἔτσι ἀπεφεύχθησαν τὰ σκάνδαλα καὶ οἱ φιλονικεῖες.
Τὸν ἄλλο χρόνο ἐξελέγη ἐφημέριος τοῦ Ἱ. Ναοῦ Ἁγίου Νικολάου. Οἱ Ζακύνθιοι τὸν ἐσέβοντο καὶ τὸν ἀποκαλοῦσαν «πρόεδρο Ζακύνθου».

Ἡ ἀφωρισμένη

Ὁ Ἅγιος βρισκόταν στὴν πόλι Ζακύνθου ὅταν ἔτυχε ν᾿ ἀνοίξουν ἕνα τάφο στὸν Ἱ. Ναὸ Ἁγίου Νικολάου τῶν Ξένων. Ἐλέγετο ἔτσι ὁ ναὸς διότι ἐκεῖ ἐνεταφιάζοντο οἱ ξένοι. Ὁ ναὸς αὐτὸς εἶναι καὶ ἡ Μητρόπολις τῆς Ζακύνθου. Στὸν τάφο αὐτὸν ἐπρόκειτο νὰ ἐνταφιάσουν ἄλλο λείψανο. Μέσα στὸν τάφο βρῆκαν τὸ σῶμα μίας γυναικὸς ἀδιάλυτο. Αὐτὴ παρ᾿ ὅτι εἶχε πολὺ καιρὸ πεθάνει, ἔμεινε ἄλυωτη διότι ἦταν ἀφωρισμένη. Οἱ συγγενεῖς της παρεκάλεσαν μὲ δάκρυα τὸν Ἅγιο νὰ κάμῃ δέησι, νὰ διαβάσῃ συγχωρητικὴ εὐχὴ καὶ νὰ λυθῇ ἔτσι τὸ σῶμα.
Ὁ Ἅγιος λυπήθηκε τοὺς δυστυχισμένους ἀνθρώπους. Τὰ βαθειὰ μεσάνυχτα μὲ τὸν διάκονό του καὶ τὸν ἐφημέριο τοῦ Ναοῦ καὶ παρεκάλεσε νὰ βάλουν τὸ πτῶμα σ᾿ ἕνα στασίδι τῆς Ἐκκλησίας. Ἐφόρεσε τὸ ἐπιτραχήλι, καὶ τὸ ὠμοφόριόν του. Προσευχόταν ἀρκετὴ ὥρα μὲ δάκρυα. Παρακαλοῦσε τὸ Θεὸ νὰ λύσῃ τὸ δεμένο ἀπὸ τὸν ἀφορισμὸ σῶμα. Ἐνῶ ἀκόμη, ἐδιάβαζε τὴ συγχωρητικὴ εὐχὴ τὸ σῶμα σωριάστηκε χάμω καὶ διελύθη «εἰς τὰ ἓξ ὧν συνετέθη» σὲ χῶμα καὶ κόκκαλα. Τότε ἐπετίμησε αὐστηρὰ τὸν ἐφημέριο καὶ τὸν διάκονο, ἐφ᾿ ὅσον ζῇ, νὰ μὴ τὸ ποῦν αὐτό σε κανένα. Παρόμοιο θαῦμα ἔγινε καὶ στὸ χωριὸ Καταστάριον.
Ἔπειτα ἀπεσύρθη στὸ Μοναστήρι τῆς Ἀναφωνήτριας. Συχνὰ ἐρχότανε στὴν πόλι καὶ σπάνια στὶς Στροφάδες. Στὸ Μοναστήρι βοηθοῦσε τὰ ἄπορα παιδιὰ νὰ μάθουν γράμματα καὶ τὰ καθοδηγοῦσε στὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ. Ἔζησε μὲ ὁσιότητα καὶ ἀρετή, σφυρηλατώντας μὲ τοὺς ἀγῶνες τοῦ τὸν φωτοστέφανο τῆς ἁγιότητος, μὲ τὸν ὁποῖον τὸν ἐστόλισε ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.

Ἔκρυψε τὸν φονιὰ τοῦ ἀδελφοῦ του

Ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὸ ἀρχειοφυλάκιον τῆς Βενετίας, ὑπῆρχε θανάσιμη ἔχθρα μεταξὺ τῶν οἰκογενειῶν Μονδίνων καὶ Σιγούρων. Ὁ Ἅγιος προσπάθησε νὰ τοὺς συμφιλιώσῃ, ἀλλὰ ματαίως. Ἀντιθέτως δημιουργήθηκαν φόνοι, διότι διηρέθησαν σὲ δύο παρατάξεις οἱ κάτοικοι. Σὲ μία ἀπ᾿ αὐτὲς τὶς συμπλοκὲς ἐφόνευσαν τὸν ἀδελφόν του Ἁγίου, Κωνσταντῖνον.
Ὁ φονιὰς τρέχει, διωκόμενος ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς καὶ τὴν ἀστυνομία. Ζητεῖ καταφύγιο σὲ ἐρήμους τόπους. Καταλήγει στὸ Μοναστήρι τῆς Ἀναφωνήτριας, ζητώντας ἄσυλο. Βέβαια δὲν ἤξερε, ὅτι ὁ Ἡγούμενος ἦταν ἀδελφὸς τοῦ θύματος. Ἐδῶ ζήτησε καταφύγιο.
Ὁ Ἅγιος εἶδε τόσο φοβισμένο τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν ἐρώτησε τί ἔχει. Ἐκεῖνος ὠμολόγησε, ὅτι καταδιώκεται ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς τοῦ Σιγούρου, τὸν ὁποῖον ἐφόνευσε. Ὁ Διονύσιος, σὰν ἄνθρωπος καὶ ἀδελφὸς λυπήθηκε πολύ. Πειράχθηκε ἀφάνταστα, διότι ἦταν ὁ μόνος ἀδελφὸς ποὺ εἶχε. Ἐλᾶτε στὴ θέσι του. Ἀλλὰ χωρὶς νὰ φανερώσει τὴν ταυτότητά του τὸν ἐρώτησε μὲ παράπονο:
-Ἄνθρωπε, σὲ τί σοῦ ἔφταιξε ἐκεῖνος ὁ καλὸς ἄρχοντας καὶ τὸν θανάτωσες ἄδικα;
Παρ᾿ ὅτι πληγώθηκε ἡ καρδιά του, τοῦ πρόσφερε φαγητό, νερὸ καὶ τὸν συμβούλεψε. Προσπάθησε νὰ τὸν κάμῃ νὰ μετανοήσῃ γιὰ νὰ γλυτώσῃ τὴν αἰώνια Κόλασι.
Σ᾿ ὅλη του δὲ τὴ μετέπειτα ζωὴ προσπάθησε ὁ φονιὰς διὰ τῆς μετανοίας νὰ ἐξιλεωθῇ. Ἀκολούθως τὸν ἔβγαλε στὸ γιαλό, κάτω ἀπὸ τὸ Μοναστήρι. Τοῦ ἔδωσε τὰ ἀπαραίτητα ἐφόδια, χρήματα καὶ τροφές, γιὰ τὸ ταξίδι, τὸν ἔβαλε μέσα σ᾿ ἕνα πλοῖο καὶ τὸν ἐφυγάδευσε πρὸς τὴν Πελοπόννησο.
Πόση μεγάλη ἀνεξικακία εἶχε, γιὰ νὰ φερθῇ ἔτσι στὸ φονιὰ τοῦ ἀγαπημένου καὶ μόνου ἀδελφοῦ του!
Γιὰ τὴ ζωή του στὸ Μοναστήρι γράφει ὁ βιογράφος του τὰ ἑξῆς:
«Καθὼς λοιπὸν ἀνέβη μὲ τὸ σῶμα ὑψηλὰ ὁ Διονύσιος, πορευόμενος εἰς τὰ ὑψίβατα ἐκεῖνα ὄρη, τοιουτοτρόπως ὕψωσε καὶ τὸν νοῦν, ὅλως διόλου εἰς τὰ οὐράνια. Δὲν ἐφαντάζετο τίποτε ἄλλο, εἰμὴ μόνον τὸ ἀσύγκριτον κάλλος τῆς Τρισυλίου Θεότητος. Καὶ τόσον ἐλέπτυνε τὴν ψυχήν του μὲ τὰς νοερὰς θεωρίας, ὥστε δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἔγινε ὅλος οὐράνιος. Ἀφήνω διηγούμενος τὰς παθοκτόνους νηστείας, τὰς νυχθημέρους προσευχάς, τὰς χαλεπὰς καὶ σωματοτιμωρητικὰς χαμευνίας… Δὲν λέγω τὴν ἀσχόλαστον ἐλεημοσύνην, διὰ τῆς ὁποίας ἐφαίνετο μία βρύσις ἀέναος, ποτίζουσα δαψιλῶς τοὺς διψασμένους πένητας, ἔχων τὴν συνήθειαν κάθε χρόνον, πρὸς τὸ Ἅγιον Πάσχα, νὰ στέλλῃ μίαν μεγάλην λέμβον τοῦ Μοναστηρίου εἰς τὴν πόλιν, φορτωμένην ἀπὸ σιτάρι, ὄσπρια, ἀρνία, ἐρίφια καὶ ἄλλα βρώσιμα, νὰ τὰ διαμοιράζουν εἰς τοὺς πτωχοὺς κυρίως, κατὰ τὴν παραγγελίαν του».

Ἡ κοίμησί του

Ἡ ζωὴ τοῦ Ἁγίου ἔτσι συνέχισε μέχρι τέλους. Σὲ βαθειὰ γεράματα αἰσθάνθηκε τὸν ἑαυτόν του, ὅτι ἐπλησίαζε ὁ καιρὸς νὰ ἀπέλθῃ. Ἐφανέρωσε τοῦτα στὰ πνευματικά του παιδιά, τὰ ὁποῖα θρηνοῦσαν τὴν στέρησι τοῦ Γέροντά τους. Ἔτσι δεόντως, προετοιμασμένος, παρέδωσε τὴν ἁγία του ψυχὴ στὰ χέρια τοῦ Πλάστου, τὴν 17ην Δεκεμβρίου 1622, εἰς ἡλικίαν 75 ἐτῶν. Ὅλη τὴν περιουσία του τὴν ἄφησε στὸ μοναστήρι.
Τελευταία του ἐπιθυμία ἦταν νὰ τὸν ἐνταφιάσουν στὸν Ἱ. Ναὸ Ἁγ. Γεωργίου Στροφάδων, ὅπου ἔγινε μοναχός. Ἔτσι καὶ ἔγινε. Μετὰ τριετίαν ἐπραγματοποιήθη ἡ ἀνακομιδὴ τῶν ἱερῶν του λειψάνων. Εὑρέθη ὁλόσωμος καὶ μὲ εὐωδίαν. Γι᾿ αὐτὸ τὸ ἐναπέθεσαν στὸν νάρθηκα τοῦ ναοῦ καὶ ὕστερα ὄρθιον στὸ δεσποτικό. Ὁ Ἱστορικὸς Φερράρι, στὸ ἔργο του «Ἱστορικαὶ σημειώσεις», ἀναφέρει, ὅτι διελθὼν ἐκ τοῦ ἱεροῦ Ναοῦ «εἶδε τὸ ἅγιον λείψανον ἐπὶ τοῦ ἐπισκοπικοῦ θρόνου ἀκέραιον, ἐκτὸς δύο ὀδόντων καὶ τοῦ ἄκρου τῆς ρινός».

Ἀνακηρύσσεται Ἅγιος

Τὰ θαύματα, ποὺ ἐπιτέλεσε ὁ ἅγιος ζωντανὸς καὶ μετὰ θάνατον εἶναι πολλά. Ἀπὸ τὰ πρῶτα χρόνια, μετὰ τὸν θάνατόν του, εἶχεν ἐπιβληθῆ στὴ συνείδησι τῶν Χριστιανῶν ὡς ἅγιος. Χωρὶς ἐπισήμως νὰ τὸν ἔχῃ ἀνακηρύξει ἡ Ἐκκλησία, οἱ πιστοὶ τὸν ἐσέβοντο καὶ τὸν τιμοῦσαν ὡς Ἅγιον. Συνέβη κάτι παρόμοιο καὶ μὲ τὸν νεοφανέντα Ἅγιο Νεκτάριο.
Τὸ 1703 οἱ μοναχοὶ τῶν Στροφάδων ἀποστέλλουν ἐπιτροπὴ μὲ δύο πατέρες τῆς Μονῆς στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἔφεραν μαζύ τους καὶ πολυσέλιδη ἀναφορὰ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ζακύνθου – Κεφαλληνίας, εἰς τὴν ὁποίαν ἐξετίθεντο λεπτομερῶς τὰ τῆς ζωῆς καὶ τῶν θαυμάτων τοῦ Ἁγίου. Τὴν ἀναφορὰν ὑπέγραψε ὁ ἐπίσκοπος Τιμόθεος καὶ ὁ ἡγούμενος τῶν Στροφάδων, Ἄνθιμος Κοριανίτης. Μὲ αὐτὴ ἐπρότειναν τὴν ἀνακήρυξι τοῦ Διονυσίου σὲ ἅγιο.
Πράγματι, ὁ Πατριάρχης ἐξέδωκε ἕνα ἐκτενῆ συνοδικὸν τόμον, ὁ ὁποῖος ἐχωρίζετο σὲ τρία μέρη. Στὸ πρῶτο μέρος ἐκτίθεται ἡ ὑποχρέωσις τῆς Ἐκκλησίας νὰ τὸν τιμᾶ ὡς Ἅγιο. Εἰς τὸ δεύτερο μέρος ἐκτίθεται ὁ βίος τοῦ ἁγίου. Εἰς δὲ τὸ τρίτον μέρος καθορίζεται ἡ ἁγιωνυμία καὶ ἡ ἑορτὴ ἐπὶ τῇ μνήμῃ τοῦ Ἁγίου εἰς τὴν Μονὴν Μεταμορφώσεως στὶς Στροφάδες. Ὁ τόμος φέρει χρονολογίαν 1703 καὶ ἔχει τὴν ὑπογραφὴν δέκα συνοδικῶν.

Μετάθεσι τοῦ ἱεροῦ λειψάνου στὴ Ζάκυνθο

Μετὰ τὸν πόλεμο ποὺ ἔγινε μεταξὺ τῶν Τούρκων καὶ τῶν Βενετῶν τὸ 1716, ὁ Τοῦρκος ναύαρχος Χοτζᾶ Πασᾶς ἀπείλησε τὴ Ζάκυνθο, ὅτι θὰ τὴν κατέστρεφε ἂν δὲν ὑπετάσσετο στὸ Σουλτάνο. Οἱ Πατέρες τῆς Μονῆς ἔκρυψαν τὰ πολύτιμα κειμήλια καὶ τὸ Ἱ. Λείψανο μέσα σὲ μία σπηλιά, ἐπειδὴ φοβήθηκαν, μήπως λεηλατηθῇ καὶ τὸ Μοναστήρι. Εὐτυχῶς οἱ Τοῦρκοι νικήθηκαν καὶ ἔφυγαν. Μία ὅμως μοίρα ἀπὸ ἑπτὰ πλοῖα ἦλθαν στὸ Μοναστήρι καὶ τὸ λεηλατοῦσαν ἐπὶ τέσσαρες ἡμέρες.
Πολλοὺς μοναχοὺς ἐφόνευσαν καὶ τέλος ἔκαψαν τὰ σώματά τους. Τὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου δὲν τὸ ἐπείραξαν, παρὰ μόνον τέσσερις χριστιανοὶ τοῦ πληρώματος τοῦ ἔκοψαν τὰ δύο χέρια καὶ τὰ ἐτεμάχισαν σὲ τέσσερα μέρη. Ὁ ἀρχηγὸς σκέφθηκε, ὅτι τὰ χέρια αὐτὰ θὰ εἶχαν ἀξία. Τὰ πῆρε ἀπὸ ἐκείνους καὶ τὰ ἐπώλησε τὸ μὲν ἕνα στὸν ἐπίσκοπο Χίου Ἀγαθάγγελο, τὸ δὲ ἄλλο σὲ ἕνα εὐσεβῆ μοναχὸ Ἀκάκιο. Αὐτοὶ ἀργότερα τὰ ἐπέστρεψαν στὶς Στροφάδες. Τὸ ἀριστερὸ χέρι εὑρίσκεται στὴ Μονὴ τῆς παναχράντου στὴν Ἄνδρο.
Μετὰ τὴ λεηλασία πέντε μοναχοὶ ἐπεβιβάσθησαν τοῦ Δαλματικοῦ πλοίου «Ἅγιος Ἀντώνιος» καὶ μὲ τὸ Ἱ. λείψανο ἦλθαν στὴ Ζάκυνθο τὴν 22αν Αὐγούστου τοῦ 1717. Τὸ σκήνωμα ἐναπετέθη στὸν ἐπισκοπικὸ Ναό. Ἀπὸ τότε ἡ κοινότης τῆς Ζακύνθου ἐνεκήρυξε τὸν Ἅγιο Πολιοῦχον τοῦ νησιοῦ, ἀντὶ τοῦ Τιμίου Προδρόμου, ποὺ εἶχαν προηγουμένως. Τὴν 24ην Αὐγούστου ὥρισε ὡς ἐπέτειον τῆς ἀνακομιδῆς τῶν λειψάνων τοῦ Ἁγίου. Ἡ λιτανεία τῆς ἰδίας ἡμέρας καθιερώθηκε ἀργότερα κατὰ τὸ 1901, ἐπὶ ἀρχιεπισκόπου Ζακύνθου Διονυσίου Πλέσα.

Θαύματα μετὰ τὴν κοίμησι

Ἀπὸ τότε ποὺ ἐκοιμήθη ὁ Ἅγιος μέχρι σήμερα ἐπετέλεσε ἀναρίθμητα θαύματα. Ἀνθρώπινες πονεμένες ὑπάρξεις ἔρχονται μπροστὰ στὸ σκήνωμα τοῦ Ἁγίου καὶ τὸν παρακαλοῦν νὰ τοὺς κάνῃ καλά. Ξέρουν τὴν παρρησία, ποὺ ἔχει στὸ Θεό. Γι᾿ αὐτὸ μὲ ἐπιμονὴ καὶ πίστη στὴν Παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ ζητοῦν τὴν γιατρειά τους.

Τὸ λάδι τῆς κανδήλας τοῦ Ἁγίου

Στὸ Μοναστήρι ἔτυχε νὰ εἶναι κάποιος ξένος δαιμονιζόμενος. Βλέποντας οἱ Πατέρες τὸν ἄνθρωπο νὰ βασανίζεται ἀπὸ τὸ πονηρὸ πνεῦμα, πῆραν λάδι ἀπὸ τὴν κανδήλα τοῦ Ἁγίου. Τὸν ἔχρισαν μὲ αὐτὸ καὶ διάβασαν τοὺς ἐξορκισμοὺς τοῦ Μ. Βασιλείου. Ὕστερα ἀπὸ λίγο ὁ ἄνθρωπος ἔγινε καλὰ καὶ ἐπέστρεψε στὸ σπίτι του. Ἐδόξαζε τὸ Θεὸ καὶ εὐχαριστοῦσε τὸν Ἅγιο ποὺ τὸν ἀπάλλαξε ἀπὸ τὸ φοβερὸ δαιμόνιο.

Ξαναμπαίνει μόνος του στὴ λάρνακα

Στὸ Μοναστήρι ἦταν Ἡγούμενος ὁ Δανιήλ. Ἦταν καλὸς καὶ σεμνός. Ἀργότερα ἔγινε καὶ ἐπίσκοπός της περιοχῆς. Αὐτὸν τὸν ἐβασάνιζε κάποια ἀμφιβολία σχετικὰ μὲ τὴν ἁγιότητα τοῦ Ἁγίου Διονυσίου. Ἔλεγε πολλὲς φορὲς μὲ τὸ μυαλό του:
-Ἄραγε ὁ Διονύσιος νὰ εὑρίσκεται στὸ χορὸ τῶν Ἁγίων, ὅπως ἐμεῖς τὸν τιμοῦμε ἢ ὄχι;
Αὐτὴ ἡ σκέψη, εἴπαμε τὸν βασάνιζε πολύ. Μία μέρα ὅμως στὸν ὕπνο τοῦ βλέπει τὸν ἐκκλησιάρχη νὰ τοῦ χτυπᾶ τὴν πόρτα καὶ νὰ ζητᾶ τὴν εὐλογία του, γιὰ νὰ σημάνῃ τὸν Ὄρθρο. Μετὰ ἀπὸ ὀλίγη ὥρα ξύπνησε καὶ νόμισε, ὅτι πραγματικὰ εἶχε δώσει τὴν ἄδεια νὰ σημάνῃ. Κατηγοροῦσε δὲ τὸν ἑαυτό του, γιατὶ τὸν πῆρε ὁ ὕπνος καὶ ἄργησε νὰ πάῃ στὸν Ὄρθρο.
Ντύνεται βιαστικὰ καὶ κατεβαίνει στὴν Ἐκκλησία. Μόλις ὅμως ἔφθασε ἀπέναντι ἀπὸ τὴ λάρνακα, βλέπει ὄρθιο τὸν Ἅγιο ἐν μέσῳ δύο ἱερέων λευκοφορεμένων καὶ δύο ἱεροδιακόνων. Τὰ χέρια του ὁ Ἅγιος τὰ εἶχε ἀκουμπισμένα πάνω στοὺς ὤμους τους. Οἱ διάκονοι ἕντυναν τὸν Ἅγιο μὲ τὴν ἀρχιερατικήν του στολήν. Ἕνας δὲ ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς λέγει στὸν Ἡγούμενο:
Πείσθηκες τώρα ἢ ἀκόμα ἀμφιβάλλεις;
Ταράχθηκε ὁ Ἡγούμενος ἀπὸ τὸ ὅραμα, φοβήθηκε καὶ βγῆκε ἔξω ἀπὸ τὸ Ναό.
Μετάνοιωσε ὅμως καὶ ξαναγύρισε νὰ ἰδῇ, ἂν πραγματικὰ τοῦτο ἦταν ἀληθινό. Στὴν πόρτα φθάνοντας, βλέπει τὸν Ἅγιο νὰ σύρεται μόνος του καὶ νὰ μπαίνει στὴν ἴδια τὴ λάρνακα.
Τρομαγμένος γυρίζει στὸ κελλί του καὶ ἀναφέρει τοῦτο στοὺς πατέρες. Ὅλοι ἐδόξασαν τὸν Θεὸν καὶ στερεώθηκαν στὴν πίστη, ὅτι ὁ Ἅγιος συνευφραίνεται μὲ τοὺς λοιποὺς Ἁγίους στὸν Οὐρανό. Ζητώντας κατόπιν συγνώμη γιὰ τὴν ὀλιγοπιστία του ὁ Ἡγούμενος, ἔγινε στὸ ἑξῆς θερμότατος κήρυκας τῆς ἁγιότητος καὶ τῶν θαυμάτων τοῦ Ἁγίου Διονυσίου.

Ἀνέστησε τὸ νεκρὸ παιδί

Κάποιο ἀνδρόγυνο ἀπὸ τὴν Πελοπόννησο εἶχε παντρευτεῖ πρὸ δέκα ἐτῶν καὶ δὲν εἶχαν ἀποκτήσει παιδί. Γι᾿ αὐτὸ παρεκάλεσαν τὸν Ἅγιον νὰ τοὺς δώσῃ παιδί, μὲ τὴν ὑπόσχεση νὰ τὸ βαφτίσουν στὴν Ἐκκλησία του, στὴ Ζάκυνθο. Τότε δὲ εἶδε στὸ ὄνειρό της ἡ γυναίκα τὸν Ἅγιο, ὁ ὁποῖος τῆς εἶπε:
-Τί θέλεις ἀπὸ μένα; Ὁ Θεὸς ἄκουσε τὴν προσευχή σου καὶ αὐτὸ ποὺ ποθεῖς θὰ σοῦ δοθῇ γρήγορα.
Πράγματι, ἡ γυναίκα ἀπέκτησε ἕνα γυιὸ χαριτωμένον. Μὲ αὐτὸ οἱ γονεῖς ἔγιναν πολὺ εὐτυχισμένοι καὶ ὅλοι οἱ συγγενεῖς τους ἐδόξασαν τὸν Θεὸν καὶ τὸν Ἅγιον Διονύσιον.
Ἔπειτα ὅμως ἀπὸ πέντε μῆνες ἀπὸ τὴ γέννησι τοῦ παιδιοῦ, ἑτοιμάσθησαν νὰ πᾶνε στὴ Ζάκυνθο, γιὰ νὰ κάνουν τὸ τάμα τους. Ἀλλὰ δυστυχῶς ὁ ἄνεμος ἦταν ἀντίθετος καὶ τὸ πλοῖον ἐμποδίστηκε νὰ ἀναχωρήσῃ. Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως ἀρρώστησε βαρειὰ τὸ παιδί τους. Ἀλλ᾿ αὐτὸ δὲν τοὺς ἐσταμάτησε καὶ ἀνεχώρησαν, μόλις σταμάτησε ἡ κακοκαιρία. Ἀλλὰ δυστυχῶς, ὅταν ἦσαν λίγο μακρυὰ ἀπὸ τὴ Ζάκυνθο ἕως τρία μίλια, τὸ ἀγαπημένο τους παιδὶ ἀπέθανε. Μπορεῖ νὰ φαντασθῇ κάθε ἕνας τὰ κλάματα καὶ τὰ δάκρυα ποὺ ἔχυσαν οἱ δυστυχεῖς αὐτοὶ γονεῖς. Ὁ δὲ ἀέρας ἀντηχοῦσε ἀπὸ τὶς πένθιμες φωνές τους.
Ἐπὶ τέλους ἀγκυροβόλησε τὸ πλοῖο στὸ λιμάνι κατὰ τὸ ἀπόγευμα. Τὴν ἑπομένη δὲ ἡμέρα τὸ πρωί, παρ᾿ ὅλον ποὺ ἦσαν ἀποθαμένο τὸ παιδί τους, θέλησαν νὰ τὸ προσφέρουν στὸν Ἅγιο οἱ ἀγαθοὶ καὶ ἀτυχεῖς ἐκεῖνοι γονεῖς.
Ἐπῆγαν, λοιπόν, τὸ ἀποθαμένο παιδί τους στὴν Ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου, ἀκολουθούμενοι ἀπὸ πολλοὺς χριστιανούς. Ἀπέθεσαν τὸ πτῶμα του κοντὰ στὴν Λάρνακα τοῦ Ἁγίου. Ἔκλαιγαν καὶ ἔλεγαν:
-Ἅγιε Διονύσιε, ἐχάσαμε τὸ παιδί μας ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες μας. Ἀλλὰ τὸ φέραμε, ἔστω καὶ νεκρὸ σὲ σένα. Τότε ξαφνικά, ὢ τοῦ θαύματος! τὸ παιδάκι ἄνοιξε τὰ μάτια του, ἔκλαιγε καὶ ζητοῦσε τὴ μητέρα του! Μόλις εἶδαν τὸ θαῦμα ὅλοι, ὅσοι ἦσαν ἐκεῖ, γονάτισαν καὶ ἐφώναζαν τὸ «Κύριε, ἐλέησον». Ἡ λυπημένη μητέρα του, βλέποντας τὸ παιδί της ξαναζωντανεμένο, ἐνῶ ἐπὶ δεκαοκτὼ ὧρες ἦταν νεκρό, λιποθύμησε καὶ ἔμεινε σὰν νεκρή. Ἔπειτα, μόλις συνῆλθε, τὸ ἐπῆρε στὴν ἀγκαλιά της. Κατόπιν τὸ ἐβάπτισε καὶ τὸ ὠνόμασε Διονύσιο. Ἔπειτα ἔφυγαν εὐχαριστημένοι καὶ χαρούμενοι οἱ εὐλαβεῖς ἐκεῖνοι γονεῖς. Ἐδόξαζαν τὸν Θεὸν καὶ ἐκήρυτταν παντοῦ αὐτὸ τὸ ἐκπληκτικὸ θαῦμα. Εὐγνωμονώντας δὲ ὁ Διονύσιος δὲν ἔλειπε ποτὲ στὴ γιορτὴ τοῦ Ἁγίου, ὅπου ἔφερνε σὰν τάμα τὸ κερί του καὶ τὸ λιβάνι του.

Ἐμπόδισε τὴ δέηση γιὰ τὸν προτεστάντη

Τὸ 1820 στὶς 17 Δεκεμβρίου, ἐγίνετο ἡ περιφορὰ τοῦ Λειψάνου τοῦ Ἁγίου μέσα στὴν πόλιν τῆς Ζακύνθου. Ἔπρεπε νὰ περάσῃ κοντὰ ἀπὸ τὴν πλατεία τῶν Ἁγίων Πάντων, ὅπου ὑπῆρχε τὸ ἄγαλμα τοῦ Ἄγγλου ἀρμοστοῦ Θωμᾶ Μέλταν. Θὰ ἐγίνοντο τὰ ἀποκαλυπτήρια. Ἐπρόκειτο ἐκεῖ γι᾿ αὐτὸν τὸν Προτεστάντη, τὸν αἱρετικό, νὰ γίνῃ προσευχὴ καὶ δέησις. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ἐπιτρέπεται. Ὁ Ἅγιος ἔκαμε τὸ θαῦμα του καὶ δὲν ἔγινε ἡ προσευχή. Διότι τὴ νύχτα ἔγινε μεγάλος σεισμὸς καὶ τὸ πρωὶ ἔπεσε μεγάλο χαλάζι καὶ φοβερὴ βροχή, ποὺ ἐμποδίζανε νὰ γίνῃ ἡ τελετή. Τότε ἀναγκάσθηκαν νὰ φέρουν καὶ νὰ θέσουν τὸ Ἅγιο Λείψανο στὴν Ἐκκλησία τῆς Φανερωμένης. Κατὰ τὴν περίοδον αὐτὴν ἀντιπρόσωπος τῆς Ἀγγλίας ἦτο ὁ συνταγματάρχης Ρός. Τὸν συνόδευε δὲ καὶ κάποιος Ἄγγλος ναύαρχος. Ἐπῆγε ὁ Ρὸς στὴν Ἐκκλησία τῆς Φανερωμένης καὶ διέταξε νὰ μὴ μείνῃ κανεὶς μέσα παρὰ μόνο ἐκεῖνος, ὁ ναύαρχος καὶ οἱ ἐπίτροποι. Ἔκαμε τὴν προσευχή του γονατιστὸς καὶ μὲ μεγάλην συγκίνηση ἔβαλε στὰ πόδια τοῦ Ἁγίου Λειψάνου τὸ χρυσὸ ἐγκόλπιο, τὸ ὁποῖον τοῦ εἶχαν δώσει οἱ κάτοικοι τῆς Λευκάδος γιὰ τὴν καλήν του διοίκησιν καὶ γιὰ τὰ καλὰ ποὺ ἔκαμε. Ὑπάρχει ἀκόμη καὶ σήμερα αὐτὸ ἐπάνω εἰς τὸ Ἅγιο Λείψανο, ὡς ἀπόδειξις γιὰ τὸ θαῦμα, ποὺ ἔγινε.

Βλέπει ὁ τυφλὸς τσαγκάρης

Ἕνας τσαγκάρης ὀνομαζόμενος Παναγιώτης Καλουντζόπουλος, ἀπὸ τὴν Ζάκυνθο, ἔτρεφε τὴν οἰκογένειά του μὲ τὸν ἱδρώτα τοῦ προσώπου του. Ἔμεινε δὲ ἐντελῶς ἀόμματος. Ἡ γυναίκα του ὅμως τοῦ εἶπε νὰ παρακαλέσῃ τὸν Ἅγιο, γιὰ νὰ μπορέσῃ νὰ ξαναδῇ. Τότε, αὐτὸς ἔβαλε στὰ χέρια του τὴν Εἰκόνα τοῦ Ἁγίου καὶ τὴν φιλοῦσε μὲ στεναγμοὺς ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς του καὶ τοῦ ζητοῦσε τὴν βοήθειά του.
Τὴν 14ην ὅμως τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου βλέπει στὸ ὄνειρό του τὸν Ἅγιον, σὰν Δεσπότην, ντυμένο μὲ τὸν ἐπανωμανδύαν του. Ὁ Δεσπότης τὸν ἐπλησίασε, τὸν ἔπιασε ἀπὸ τὸ δεξὶ χέρι καὶ τοῦ λέγει:
-«Κουράγιο παιδί μου. Νὰ πιστεύῃς στὸ Θεὸ καὶ σὲ τρεῖς μέρες θὰ ἔχεις τὸ φῶς σου καὶ θὰ γίνῃς καλά, ἀλλὰ νὰ μὴ τὸ φανερώσῃς αὐτό σε κανένα, ἕως ὅτου γίνῃς ἐντελῶς καλά». Μόλις τοῦ εἶπε αὐτὰ ἔγινε ἄφαντος.
Ὅταν ξύπνησε ὁ τυφλὸς Παναγιώτης διηγήθηκε τὸ ὄνειρο στὴν γυναίκα του, μὲ τὴν διαφορὰν ὅμως νὰ μὴ τὸ πῇ σὲ κανένα. Ἐζήτησε κατόπιν τὴν Εἰκόνα τοῦ Δεσπότου Αἰγίνης Διονυσίου καὶ τὴν ἀσπάσθηκε μὲ μεγάλο σεβασμό. Στὸν ἑσπερινὸ τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου, μόλις ἄκουσε τὸν πρῶτον κανονιοβολισμόν, θυμήθηκε τὸ ὄνειρο, ποὺ εἶδε. Γονάτισε πάνω στὸ στρῶμα του μὲ τὴν βοήθειαν τῆς γυναίκας τοῦ παρακαλοῦσε μὲ δάκρυα τὸν Ἅγιον. Ἔγινε τότε τὸ θαῦμα καὶ εἶδε ὀλίγον:
Τὴν ἄλλην ἡμέραν τὸ πρωί, τὴν δεκάτην ἑβδόμην του μηνὸς Δεκεμβρίου, γιορτάζεται ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου καὶ γίνεται ἡ Λιτανεία τοῦ ἁγίου Λειψάνου στὴν πόλι τῆς Ζακύνθου. Ὅταν περνοῦσε τὸ Ἅγιον Λείψανον κάτω ἀπὸ τὸ σπίτι τοῦ ἀρρώστου, σηκώθηκε αὐτὸς ἀπὸ τὸ κρεβάτι βοηθούμενος καὶ ἀπὸ τὴ γυναίκα του. Τότε καὶ οἱ δύο ἐγονάτισαν καὶ ἔκαμαν θερμὴ προσευχὴ στὸν Ἅγιον. Καί, ὤ! τοῦ παραδόξου θαύματος! Δὲν εἶχε προχωρήσει οὔτε τριάντα βήματα ἡ Λιτανεία καὶ ὁ τυφλὸς εἶδε πλέον καλὰ καὶ ἐδόξαζε τὸν Θεὸν καὶ τὸν Ἅγιον Διονύσιον, ποὺ τὸν ἔκαμε καλά.

Ἀνοίγει ἡ λάρνακα μόνη της γιὰ νὰ προσκυνήσουν οἱ ναυαγοί

Μία μέρα ἦταν κάποιο πλοῖο ἔξω ἀπὸ τὸ νησὶ τῆς Ζακύνθου καὶ ἐκινδύνευε νὰ βυθισθῇ ἀπὸ τὴν μεγάλην τρικυμίαν. Τρεῖς ἀπὸ τοὺς ναῦτες ρίχτηκαν μὲ ὁρμὴ μέσα στὰ κύματα καὶ παρεκάλεσαν νὰ τοὺς βοηθήσῃ ὁ Ἅγιος Διονύσιος. Πραγματικὰ τότε ὁ Ἅγιος φανερώθηκε σ᾿ αὐτούς, ἡσύχασε τὴν δύναμιν τῶν κυμάτων καὶ τοὺς ἐπῆγε κολυμβώντας στὴ Ζάκυνθο. Ἔπειτα ἀπὸ αὐτὸ τὸ θαῦμα ἀμέσως, παρ᾿ ὅλο ποὺ ἦταν βρεγμένοι καὶ κουρασμένοι, πήγανε στὴν Ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου, διὰ νὰ εὐχαριστήσουν τὸν Ἅγιο, ποὺ τοὺς ἔσωσε.
Ζήτησαν ἐκεῖ νὰ ἀνοίξουν τὴν ἱερὴ Λάρνακα, γιὰ νὰ προσκυνήσουν τὸ Ἅγιο Λείψανο. Ἤθελαν νὰ βρέξουν μὲ τὰ δάκρυά τους ἀπὸ εὐγνωμοσύνη τὰ πόδια τοῦ Ἁγίου. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἔλειπε ὁ ἐφημέριος, ποὺ κρατοῦσε τὰ κλειδιὰ τῆς λάρνακας καὶ θὰ ἔφευγαν χωρὶς νὰ προσκυνήσουν. Τότε ἀκούγεται ἕνα τρίξιμο καί, ὢ τοῦ θαύματος! ἄνοιξε ἡ ἱερὰ Λάρναξ αὐτομάτως. Μπροστὰ στὸ θαῦμα αὐτὸ ὅλοι ποὺ ἦσαν ἐκεῖ, οἱ Ὀρθόδοξοι ἔμειναν κατάπληκτοι. Οἱ ναῦτες ἐφίλησαν τὰ πόδια τοῦ Ἁγίου μὲ μεγάλην κατάνυξιν καὶ κατόπιν ἔκλεισε πάλιν ἡ Λάρναξ αὐτομάτως. Βγῆκαν οἱ ναῦτες ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ διαλαλοῦσαν τὸ θαῦμα αὐτό σε ὅλο τὸν κόσμο.

Ἡ τυφλὴ καὶ καμπουριασμένη

Κατὰ τὸ ἔτος 1841 ἀρρώστησε ἀπὸ βαρειὰ ἀρρώστεια τῶν ματιῶν ἡ κόρη τοῦ σπαρτιάτου Εὐστρατίου Ἰατρίδου. Ὀνομαζόταν Αἰκατερίνη καὶ ἔμενε στὴν Ζάκυνθο. Μεταχειρίσθηκε ὅλα τὰ μέσα τῆς ἰατρικῆς, ἀλλὰ δὲν εὑρῆκε καμμίαν γιατρειά. Τοὐναντίον ἐχειροτέρευσε τὸ κορίτσι αὐτὸ καὶ ἐκαμπούριασε ἕως τὰ γόνατα. Τότε ὁ πατέρας τῆς κοπέλας ἀπελπίσθηκε καὶ ἔτρεξε νὰ τὸν βοηθήσῃ ὁ Ἅγιος Διονύσιος. Κατὰ τὴν 17ην Δεκεμβρίου, τότε ποὺ γίνεται ἡ Λιτανεία τοῦ Ἁγίου Λειψάνου, τύλιξε μὲ ἕνα σεντόνι τὴν τυφλὴν κόρην του καὶ τὴν ἔφερε στὸν δρόμον ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ θὰ περνοῦσε ἡ Λιτανεία.
Γονατιστὸς ἐκεῖ, αὐτὸς παρακαλοῦσε τὸν Ἅγιον μὲ ζεστὰ δάκρυα. Πράγματι, πέρασε ἡ Λάρνακα μὲ τὸ Ἅγιο Λείψανο ἐπάνω ἀπὸ τὸ τυφλὸ κοριτσάκι. Τύλιξε κατόπιν πάλιν ὁ πατέρας του μὲ τὸ σεντόνι τὸ ἄρρωστο κορίτσι του καὶ τὸ ἔφερε στὸ σπίτι του. Τότε, ὢ τοῦ θαύματος! ξαναεῖδε τὸ φῶς της ἡ Αἰκατερίνη. Καὶ δὲν γιατρεύτηκαν μόνον τὰ μάτια της, ἀλλὰ καὶ ὅλον της τὸ σῶμα.

«Εὐλογημένε σήκω καὶ ἄνοιξε»

Κάποιος ἄλλος, ὀνόματι Ἰωάννης Μποφαρδιός, ποὺ ἦτο ἀπὸ τὸ προάστειον Πόχαλιν, εἶχε πιασθῆ καὶ ἐβαστάζετο ὄρθιος μὲ δύο δεκανίκια. Ὅταν ἦταν ἡ ἑορτὴ τοῦ Ἁγίου, πῆγε μὲ δυσκολία τὸ ἀπόγευμα στὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Ἁγίου διὰ νὰ τὸν παρακαλέσῃ, νὰ τὸν λυπηθῆ, καὶ νὰ τὸν βοηθήση, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἐχειροτέρευσε ἡ κατάστασίς του δὲν μπόρεσε νὰ ἀναχωρήσῃ καὶ ἐπῆρε τὴν ἀπόφασιν νὰ μείνη ὅλη τὴν νύκτα στὴν Ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου μοναχός του. Ὅταν τὴν νύχτα ἐκτύπησαν οἱ Καλόγεροι τὴν πόρτα καὶ αὐτὸς δὲν μποροῦσε νὰ σηκωθῇ νὰ ἀνοίξῃ, ἄκουσε νὰ βγαίνῃ μία παράξενη φωνὴ ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Λάρνακα καὶ νὰ τοῦ λέγῃ:
-«Εὐλογημένε, σήκω καὶ ἄνοιξε».
Τότε δυνάμωσε ὀλίγον καὶ ἀκουμπώντας στὰ στασίδια, ἄνοιξε τὴν πόρτα. Τὸ πρωὶ μετὰ τὸ τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας, ἀπεφάσισε μὲ τὴν βοήθεια τῶν δυὸ μπαστουνιῶν του νὰ γυρίσῃ στὸ σπίτι του στὴν Πόχαλιν. Πηγαίνοντας ὅμως, κατάλαβε ὅτι ἄρχισε νὰ ἀναλαμβάνῃ τὶς δυνάμεις του. Καὶ ὅταν ἔφθασε στὸ σπίτι του, ἦταν πιὰ τελείως καλά.

Ὁ σεληνιασμένος καπετάνιος

Κάποιος Νικόλαος Ντιρλῆς ποὺ ἤρχετο μὲ ἕνα μικρὸ πλοῖο στὴν Ζάκυνθο, ἔπασχε ἀπὸ σεληνιασμό. Ὅταν δὲ ἐπλησίασε τὸ πλοιάριο στὴν Ζάκυνθο καὶ ὁ ἄρρωστος εἶδε τὴν Ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου, τὸν παρακάλεσε νὰ τὸν βοηθήσῃ νὰ γίνῃ καλὰ καὶ ὢ τοῦ θαύματος! ἔγινε ἀμέσως καλά.

Ὁ Ἄγγλος πλοίαρχος

Ἕνας Ἄγγλος πλοίαρχος εἶχε ἀγκυροβολήσει στὸν ὅρμον τοῦ Κεριοῦ τῆς νήσου Ζακύνθου, ἐπειδὴ ἦταν μεγάλη τρικυμία αὐτὴν τὴν ἡμέρα. Εἶδε ὅμως ἐκεῖ τὸν Νικόλαον Κουτσουκέλην, φύλακα τοῦ Ὑγειονομικοῦ νὰ προσεύχεται γονατιστός. Τὸν ἐρώτησε καὶ ἔμαθε, ὅτι προσεύχεται στὸν Ἅγιο Διονύσιο.
-«Μπορῶ, τοῦ εἶπε καὶ ἐγὼ νὰ τὸν παρακαλέσω γιὰ νὰ σωθοῦμε;».
-«Καὶ γιατί ὄχι; Τοῦ ἀπάντησε ἐκεῖνος.
Ἔβγαλε λοιπὸν τότε τὸ πηλίκιόν του ὁ Ἄγγλος πλοίαρχος καὶ παρεκάλεσε τὸν Ἅγιο. Καὶ ὢ τοῦ θαύματος! ἐκόπασε ἀμέσως ἡ τρικυμία καὶ ἔγινε γαλήνη. Ὅταν ἔφθασε στὴν Ζάκυνθο ἔκαμε δῶρο ἕνα ἀσημένιο κανδήλι. Ὁσάκις μάλιστα ἐρχόταν στὴν Ζάκυνθο, δὲν ἐξεχνοῦσε νὰ προσφέρῃ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου ἀρκετὲς λαμπάδες.

Ξυπνᾶ τὸν νεωκόρο

Τὸ 1849 ὁ νεωκόρος Ἱλαρίων Γκερπέσης τρεῖς φορὲς εἶδε στὸ ὄνειρόν του τὸν Ἅγιον. Τὴν δὲ τετάρτην φορὰν εἶδε τὸν Ἅγιον νὰ τὸν σύρῃ ἀπὸ τὸ μπράτσο του καὶ νὰ τοῦ λέγῃ:
-«Σήκω». Τότε ἐκεῖνος ξύπνησε, παίρνει τὰ κλειδιὰ τῆς Ἐκκλησίας, ἀνοίγει καὶ βλέπει νὰ καίγεται τὸ κουτὶ τῆς Ἐλεημοσύνης, στὸ ὁποῖον μετεδόθη ἡ φωτιὰ ἀπὸ μίαν λαμπάδα, ποὺ τὴν ἐξέχασαν ἀναμμένην. Ἔσβησε, ἀμέσως τὴ φωτιὰ καὶ εὐχαρίστησε τὸν Ἅγιο.

Τὸ καρκούνι

Κάποτε τὴν 16ην τοῦ Δεκεμβρίου ἐγίνετο ὁ Ἑσπερινός. Τὴν ὥρα ποὺ ἔλεγαν τὸ «Φῶς ἱλαρὸν» κροτοῦσαν τὰ καρκούνια. Ἕνα ἀπὸ αὐτὰ μπῆκε στὴν κοιλιὰ ἑνὸς παιδιοῦ, ὀνόματι Χρήστου Σεμιτέκλου, ἀπὸ τὸ Ποχάλειο. Ἔπειτα ἀπὸ εἴκοσι ἡμέρες αἰσθάνθηκε τὸ παιδὶ δυνατοὺς πόνους στὴν κοιλιά του καὶ ὢ τοῦ θαύματος, τὸ κακὸ ποὺ ἔπαθε βγῆκε ἀπὸ τὸ συνηθισμένο μέρος, διότι αὐτὸς παρακαλοῦσε πάντοτε τὸν Ἅγιον νὰ τὸν βοηθήσῃ. Δὲν ὑπῆρχαν τότε νοσοκομεῖα καὶ τὰ μέσα δι᾿ ἐγχειρήσεις καὶ κατέφυγαν μόνον στὸν Ἅγιο. Αὐτὸς ἦταν ὁ γιατρός τους σὲ κάθε ἀρρώστιά τους.

Ὁ Ἅγιος Διονύσιος ὑποδέχεται τὸν Ἅγιον Νεκτάριο

Ὅταν ἐπῆγε ὁ Ἅγιος Νεκτάριος στὴν Αἴγινα καὶ ἀνέβαινε τὸν ἀνήφορο, γιὰ νὰ πάῃ στὴ Μονή, ὅπου ἐγκατεστάθη ὁριστικῶς, τότε συνάντησε στὸ δρόμο τὸν Ἅγιο Διονύσιο Αἰγίνης. Αὐτός, ὡς γνωστόν, ὑπῆρξε ἄλλοτε Ἐπίσκοπος Αἰγίνης καὶ τώρα τὸ λείψανό του διατηρεῖται ἄθικτο στὴν Ζάκυνθο. Στὴν Αἴγινα σώζεται ἀκόμη τὸ ἐκκλησάκι καὶ τὸ κελί του. Σ᾿ αὐτὸ ἀσκήτευε, ὅταν ἤτανε Δεσπότης Αἰγίνης.
-Ἔλα Νεκτάριε, τοῦ εἶπε. Σὲ περιμένω. Πίσω του, ὅμως στεκόταν ἕνας στρατιωτικός. Ἐρωτᾶ ὁ Νεκτάριος τὸν Ἅγιο Διονύσιον:
-Καὶ ὁ Ἀδελφὸς ποιὸς εἶναι;
-Εἶναι ὁ Μηνᾶς, τοῦ ἀπαντᾷ. Καὶ αὐτὸς ἐδῶ μένει.
Αὐτὸ βέβαια διαδόθηκε κατόπιν παντοῦ. Ὁ δὲ Ἅγιος Νεκτάριος, ποὺ ἤτανε ξένος πρὸς τὴν Αἴγινα, ρώτησε τοὺς ντόπιους:
-Ἔχετε ἐδῶ κανένα Ναὸ τοῦ Ἁγίου Μηνᾶ;
-Ὄχι, Σεβασμιώτατε, τοῦ ἀπάντησαν. Μόνον ἕνα ἐρημοκκλήσι εἶναι κάπου πολὺ μακριά.
-Καὶ ποῦ εἶναι αὐτό; Τοὺς ρώτησε πάλιν.
-Εἶναι ἀπάνω ἀπὸ τὴν Ἁγία Μαρίνα καὶ κοντὰ στὸ Μεσαγρό. (Ἦταν κοντὰ στὸν ἀρχαῖον ναὸν τῆς Ἀφαίας).
Ἔπειτα ὅμως ἀπὸ δύο χρόνια, μετὰ τὴν ἐγκατάστασίν του, ἐπῆρε ὁ Ἅγιος δύο ἀδελφές, λιβάνι, κεριὰ καὶ λάδι. Καὶ ἕνα πρωὶ ξεκίνησαν μὲ ζῶα νὰ βροῦν τὸ ἄγνωστο ἐκκλησάκι. Πράγματι, τὸ βρῆκαν. Ἤτανε μικρούτσικο καὶ ἐγκαταλελειμμένο. Σ᾿ αὐτὸ κατέφυγαν ἐν καιρῷ βροχῆς καὶ κακοκαιρίας οἱ ποιμένες. Ἄναβαν ἐκεῖ φωτιά, ἔβαζαν καὶ τὰ ζῶα τους μέσα. Ὁ Ἅγιος μπῆκε στὸ Ἱερὸ καὶ προσευχήθηκε ἐπὶ πολλὴν ὥρα. Ὅταν τελείωσε καὶ βγῆκαν ἔξω ὁ Ἅγιος κοίταξε τὸν Οὐρανὸ καὶ κατόπιν ἔδειξε μὲ τὸ χέρι του τὴν τοποθεσία ἐκείνη καὶ εἶπεν:
-Ἐδῶ θὰ γίνῃ μία μέρα μοναστήρι γυναικῶν. Ἐπροχώρησε ἐν συνεχείᾳ, βηματίζοντας καὶ ἐπισημαίνοντας τὴν τοποθεσίαν.
Καὶ ὢ τοῦ θαύματος! ἔπειτα ἀπὸ σαράντα χρόνια, ἔγινε ἡ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Μηνᾶ κατὰ τρόπο θαυματουργικό.

Ὁ Ἅγιος στὴν ὑμνογραφία

Πολλοὶ εἶναι ἐκεῖνοι, ποὺ συγκινήθηκαν καὶ ἐμπνεύσθηκαν ἀπὸ τὶς ἀρετὲς τοῦ Ἁγίου. Θὰ ἦταν κουραστικὸ νὰ ἀναγράψομε ποιοὶ εἶναι καὶ πόσοι ἐφιλοπόνησαν ἐγκώμια καὶ συνέθεσαν ἱερὲς ἀκολουθίες γιὰ τὸν Ἅγιο. Θὰ ἀναφέρωμε μόνον τοῦ Νικοδήμου τοῦ ἁγιορείτου, τοῦ Ἰωάννου Μυρέων, Συμμαχίου καὶ Ἀραβαντινοῦ. Συνηθίζεται νὰ ψάλλουν τὴν μὲν 24ην Αὐγούστου, ὅταν ἑορτάζομε τὴν ἀνακομιδὴ τῶν Ἁγίων του Λειψάνων, τὴν ἀκολουθίαν τοῦ Ἀραβαντινοῦ, τὴν δὲ 17ην Δεκεμβρίου τοῦ Συμμαχίου.
Κέντρον τῶν ὑμνογράφων εἶναι τὸ ἐπεισόδιον τῆς συγχωρήσεως τοῦ φονιὰ τοῦ ἀδελφοῦ του, ἡ προστασία τῆς ἰδιαιτέρας του πατρίδας, ἡ πραότης καὶ τὸ ἄκακον τοῦ Ἁγίου.
Πολλὲς φορὲς οἱ μοναχοὶ ἀλλάζουν τὰ χρυσοκέντητα πασουμάκια τοῦ ἁγίου, διότι κατὰ τὶς μεγάλες γιορτὲς καὶ τὶς γιορτὲς τῶν Ἁγίων Γερασίμου καὶ Σπυρίδωνος, ὅπως λέγουν, ὅτι τοὺς ἐπισκέπτεται καὶ ὅτι φθείρονται τὰ παπούτσια του ἀπὸ τὴν πορεία. Μάλιστα, στὰ παπούτσια του βρίσκουν καὶ φύκια.
Οἱ Ζακύνθιοι, ὅταν θέλουν νὰ ἐκφράσουν τὴν νοσταλγία τους γιὰ τὴν πατρίδα, ἀντὶ τοῦ «καπνὸν ἀνοθρώσκοντα νοῆσαι κ.λ.π.» τοῦ Ὀδυσσέα τῆς Ἰθάκης, εὔχονται:
«Νὰ ἰδῶ τὸ καμπαναριὸ τοῦ Ἁγίου καὶ ἂς ἀποθάνω».

Σάββατο 7 Δεκεμβρίου 2019

Εορτή του Αγίου Αμβροσίου – 7 Δεκεμβρίου Από Newsroom


Γιορτή σήμερα – 7 Δεκεμβρίου: Άγιος Αμβρόσιος επίσκοπος Μεδιολάνων – Ο Άγιος Αμβρόσιος ήταν διακεκριμένος Ρωμαίος πολίτης και γεννήθηκε το 340 μ.Χ. Σπούδασε ρητορική, φιλοσοφία και νομικά. Στα Μεδιόλανα ασχολήθηκε με το επάγγελμα του δικαστή.

Φύλασσε με λόγια και έργα την αλήθεια και απέδιδε αντικειμενικά τη δικαιοσύνη , αν και δεν είχε βαπτισθεί ακόμα χριστιανός.
Όσον αφορά σ’ αυτό όμως, απαντά ο θεόπνευστος λόγος της Αγίας Γραφής: «Αλλ᾿ εν παντί έθνει ο φοβούμενος αυτόν και εργαζόμενος δικαιοσύνην δεκτός αυτώ εστι» (Πράξεις, ι’ 35).
Δηλαδή, σε κάθε έθνος, όποιος σέβεται το Θεό και πολιτεύεται στη ζωή του με δικαιοσύνη, είναι δεκτός απ’ Αυτόν και είναι δυνατόν να αρέσει σ’ Αυτόν.
Και πράγματι, ο Αμβρόσιος με τη ζωή του άρεσε στο Θεό. Γι’ αυτό και τον αξίωσε να βαπτισθεί χριστιανός, να γίνει έπειτα αναγνώστης, και αφού μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα πέρασε όλους τους εκκλησιαστικούς βαθμούς, μετά από απόφαση του βασιλιά Ουαλεντιανού του Α’, χειροτονήθηκε επίσκοπος Μεδιολάνων.
Σαν επίσκοπος, ο Αμβρόσιος ποίμανε άριστα το ποίμνιό του, αγωνίστηκε κατά των αιρέσεων, αλλά και το βασιλιά Θεοδόσιο δεν επέτρεψε να εισέλθει στο ναό, παρά μόνο όταν μετάνιωσε ειλικρινά για τους φόνους που έκανε στον Ιππόδρομο της Θεσσαλονίκης. Ο Αμβρόσιος πέθανε ειρηνικά το έτος 397 μ.Χ., σε ηλικία 57 χρονών.
Ιερά Λείψανα:
Μέρος της Κάρας του Αγίου βρίσκεται στη Σκήτη Ξενοφώντος Αγίου Όρους·
Αποτμήματα του Ιερού Λειψάνου του Αγίου βρίσκονται στις Μονές Παντοκράτορος Αγίου Όρους και Κύκκου Κύπρου.
Απολυτίκιο:
Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Ως θείος διδάσκαλος και ιεράρχης σοφός, δογμάτων ακρίβειαν μυσταγωγείς τους πιστούς, Αμβρόσιε όσιε· λύεις αιρετιζόντων την αχλύν τοις σοίς λόγοις· φαίνεις της ευσεβείας την θεόσδοτον χάριν· εν η τους σε γεραίροντας συντήρει απήμονας.

Εορτολόγιο | Άγιος Νικόλαος Καραμάνος ο Νεομάρτυρας


Ο Άγιος Νεομάρτυς Νικόλαος Καραμάνος ή Κασσέτης, γεννήθηκε το έτος 1623 μ.Χ.. ήταν έγγαμος και ζούσε στη Σμύρνη.
Όταν κάποτε αγανάκτησε, είπε πάνω στον θυμό του ότι θα γίνει Τούρκος. Οι παρευρισκόμενοι Τούρκοι μόλις άκουσαν αυτόν τον λόγο, τον άρπαξαν και τον οδήγησαν στον κριτή. Ανακρινόμενος στο κριτήριο ο Νικόλαος είπε με παρρησία ότι δεν θα αρνηθεί ποτέ τον Ποιητή και Σωτήρα του, τον Κύριο Ιησού Χριστό, ο Οποίος μέλλει να κρίνει ζώντες και νεκρούς.
Παρά τα μαρτύρια, τους ραβδισμούς και τη φυλάκιση, ακόμη και την πίεση που του άσκησαν η μητέρα του και η σύζυγός του, ο Άγιος παρέμεινε αμετάθετος στην πίστη. Ο κριτής τότε διέταξε και έκαναν περιτομή στον Μάρτυρα με την βία. Ο Άγιος συνεχώς ομολογούσε και φυλακίσθηκε για δεύτερη φορά.
Η αντοχή και καρτερία του Αγίου Νικολάου κατέπληξε τους πάντες. Μεταξύ αυτών και τον Ιησουΐτη Vabois, που έγραψε και το μαρτύριο του Αγίου. Μετά από σκληρά βασανιστήρια, τα οποία κράτησαν τριάντα έξι ημέρες, ο Άγιος οδηγήθηκε στην αγχόνη.
Έτσι τελειώθηκε μαρτυρικά στις 19 Μαρτίου του έτους 1657 μ.Χ., (Μεγάλη Πέμπτη) και ώρα 9 το πρωί. Το λείψανο του Άγιου, αφού το έδεσαν με ένα ογκόλιθο, το έριξαν στη θάλασσα. Άλλα κάποιος Λατίνος, που βρισκόταν στη Σμύρνη, το έβγαλε και το πήγε στην Ευρώπη.

O Άγιος Νικόλαος και το χαστούκι στον αιρετικό Άρειο


Υπάρχει μια τάση από νεοπαγανιστές να σπιλωθεί ο Άγιος Νικόλαος επειδή χαστούκισε τον αιρετικό Άρειο εις την Α΄ Σύνοδο της Νίκαιας το 325 μ.Χ. αντιβαίνοντας το Κατά Ματθαίον, Κεφ Ε΄ «38 Ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη, Ὀφθαλμὸν ἀντὶ ὀφθαλμοῦ καὶ ὀδόντα ἀντὶ ὀδόντος. 39 ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν μὴ ἀντιστῆναι τῷ πονηρῷ· ἀλλ’ ὅστις σε ῥαπίζει εἰς τὴν δεξιὰν σιαγόνα, στρέψον αὐτῷ καὶ τὴν ἄλλην·».

Επίσης θεωρούν υποκριτικό το ότι ο Θεός ενώ εις το Ευαγγέλιο δίδει την εντολή να μην κάνεις ποτέ κακό εις επιστροφή στους κάνοντας κακό εις εσέ, επισκέπτεται τον Άγιο Νικόλαο στην φυλακή του και τον συγχωρούν.
ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Την εποχή του Μ. Κωνσταντίνου εμφανίζεται και ο αιρετικός Άρειος. Ό Άρειος πρέσβευε και διαλαλούσε περίτρανα ότι ό Χριστός δεν είναι Θεός αλλά κτίσμα και ποίημα του Θεού. Αν και καθαιρείται, εξακολουθεί να υποστηρίζει σθεναρά την άποψη του με συνέπεια να πα­ρασύρονται αρκετοί από τα κηρύγματα του και να επικρατεί στις τάξεις της Εκκλησίας μεγάλη σύγχυση. Βλέποντας ο Μ. Κωνσταντίνος το πρόβλημα που είχε δη­μιουργηθεί συγκαλεί σε σύσκεψη όλους τους Αρχιερείς και τους πρώτους των Μοναχών στη Νίκαια, για να αποδειχθεί ποιος τελικά έχει δίκαιο.
Επιφανείς αρχιε­ρείς και Μοναχοί, ανάμεσα στους οποίους και ο Άγιος Νικόλαος συγκεντρώνονται στη Νίκαια το 325 μ.Χ. στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο και τίθενται αντιμέτωποι του Αρείου. Η συζήτηση είχε ξεκινήσει και η αγωνία ήταν μεγάλη. Βλέποντας σε κάποιο χρονικό σημείο ο Άγιος Νικόλαος ότι ο Άρειος προσπαθεί να αποστομώσει τους Αρχιερείς, κινούμενος από Ιερή αγανάκτηση σηκώθηκε και κατάφερε δυνατό ράπισμα στον Άρειο.

Ο Άρειος με περισσή ψυχραιμία διαμαρτυρήθηκε στο βασιλιά, ανα­φέροντας ότι η εν λόγω συμπεριφορά, αν μη τι άλλο, ήταν προσβλητική και για τον ίδιο. Ο Μ. Κωνσταντίνος απευθυνόμενος στους αρχιερείς θύμισε ότι ο νόμος προ­βλέπει να κόβεται το χέρι εκείνου που τόλμησε μπροστά στο βασιλιά να χτυπήσει τον οποιοδήποτε. Ωστόσο έδω­σε την πρωτοβουλία ν’ αποφασίσουν οι ίδιοι οι Αρχιερείς για την τύχη του παραβάτη.
Στην πρόκληση αυτή οι αρχιερείς παραδέχθηκαν το λάθος της συμπεριφοράς αλλά παρακάλεσαν το βασιλιά, για να μην διαταραχθεί η σπουδαία Σύνοδος που διεξαγόταν την ώρα εκείνη, να φυλακίσει τον Άγιο αφήνοντας την τιμωρία του για το πέρας των εργασιών της Συνόδου.
Πράγματι ο Άγιος φυλακίζεται, αλλά και πάλι θαυμαστό γεγονός λαμβά­νει χώρα στη φυλακή. Το βράδυ παρουσιάζεται σε όραμα οΧριστός και ή Θεοτόκος ρωτώντας τον Άγιο το λόγο για τον όποιο αυτός βρισκόταν στη φυλακή. Όταν οΆγιος αποκρίθηκε ότι φυλακίστηκε για τη δική τους αγάπη ο Χριστός του έδωσε το Άγιο Ευαγγέλιο ενώ η Θεοτόκος το αρχιερατικό ωμοφόριο.
Την επόμενη μέρα γνωστοί του Αγίου, που τον επισκέφθηκαν, για να του προσφέρουν λίγο άρτο, βρίσκουν τον Άγιο απαλλαγμένο από τα δεσμά να φορά το ωμοφόριο και να διαβάζει από το Ευαγγέλιο. Όταν ο βασιλιάς πληροφορήθηκε τα γε­γονότα που διαδραματίσθηκαν στη φυλακή ελευθέρωσε τον Άγιο και μαζί με τους άλλους αρχιερείς ζήτησε συ­γνώμη από τον Άγιο για τη συμπεριφορά που επέδειξαν απέναντι του. Μετά το πέρας της Συνόδου ο Άγιος επέ­στρεψε στην επαρχία του.
«Ποίοις μελωδικοῖς ἄσμασιν ἐπαινέσωμεν τόν Ἱεράρχην, τόν τῆς ἀσεβείας ἀντίπαλον, καί τῆς εὐσεβείας ὑπέρμαχον· τόν τῆς Ἐκκλησίας πρωτοστάτην· τόν μέγαν, προασπιστήν τε καί διδάσκαλον· τόν πάντας, τούς κακοδόξους καταισχύνοντα· τόν ὀλετῆρα Ἀρείου, καί θερμόν ἀντίμαχον· τόν δι’ οὗ τήν τούτου ὀφρύν, Χριστός καταβέβληκεν, ὁ ἔχων τό μέγα ἔλεος»
Πηγή: Κατακόμβη, Εξαμηνιαία έκδοση Μητροπολιτικού –Καθεδρικού Ι.Ν. Αγ. Νικολάου Βόλου, Αφιέρωμα στον Άγιο Νικόλαο, Βίος του Αγίου Νικολάου, Αποστόλου Ακριβόπουλου, Φιλόλογου, Δεκέμβριος 1998, σσ. 31 – 32