Τετάρτη 11 Μαΐου 2016

«Δός μοι τούτον τον ξένον», το ιδιόμελο ποίημα της Μ. Παρασκευής του Γεωργίου Ακροπολίτου και η φιλολογική πηγή του.


. Il troparion “Dammi questo Straniero” (Dos mi tuton ton xenon”) del Venerdì Santo e la sua fonte filologica.

Ανάμεσα στα λιγότερο γνωστά ακούσματα της Μεγάλης Εβδομάδας είναι και το βαθυστόχαστο όσο και πολύ συγκινητικό μελοποίημα με το όνομα «Δός μοι τούτον τον ξένον» ή και «Τον Ήλιον Κρύψαντα» (από την εναρκτήρια φράσι της σύνθεσης).

Το ποίημα αυτό που έχει ως θέμα την Αποκαθήλωση και την Ταφή του Αγίου Σώματος του Ιησού από τον Ιωσήφ τον από Αριμαθαίας, έχει συνθέσει και μελοποιήσει σε πρώτη φάσι ο Γεώργιος Ακροπολίτης, λόγιος του 13ου αι.. Στην ελληνορθόδοξη μεταγενέστερη εκκλησιαστική παράδοση ψάλλεται κατά την διάρκεια της Περιφοράς του Επιταφίου την Μεγάλη Παρασκευή (συνήθως στα Μοναστήρια) και έχει παραδοθή με τον τίτλο «Carmen in magnum sabbatum - Στιχηρὸν ψαλλόμενον τῷ ἁγίῳ καὶ μεγάλῳ σαββάτῳ».

Το κείμενο όμως απο το οποίο ο Γεώργιος Ακροπολίτης πήρε το υλικό του είναι πολύ παλαιότερο. Πρόκειται για την συγκλονιστική Ομιλία του Επιφανίου Σαλαμίνος/Κύπρου (4ος - 5ος αι.) με τον τίτλο , «Τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Ἐπιφανίου ἐπισκόπου Κύπρου λόγος εἰς τὴν θεόσωμον ταφὴν τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ εἰς τὸν Ἰωσὴφ τὸν ἀπὸ Ἀριμαθαίας…». Ο Άγιος Επιφάνιος, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου, στον λόγο του αυτόν, σε ένα εκτεταμένο απόσπασμα, χρησιμοποιεί και επαναλαμβάνει με τρόπο υποβλητικό την φράση: «δος μοι τούτον τον ξένον».

Αυτό το απόσπασμα, μαζί βεβαίως με το Ιδιόμελο θα παραθέσουμε σήμερα:



Τον Ήλιον Κρύψαντα - Χορός Βατοπαιδινών Πατέρων

Τὸν ἥλιον κρύψαντα

Τὸν ἥλιον κρύψαντα τὰς ἰδίας ἀκτίνας,
καὶ τὸ καταπέτασμα τοῦ ναοῦ διαρραγέν, τῷ τοῦ Σωτῆρος θανάτῳ,
ὁ Ἰωσὴφ θεασάμενος, προσῆλθε τῷ Πιλάτῳ καὶ καθικετεύει λέγων·
 
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, τὸν ἐκ βρέφους ὡς ξένον ξενωθέντα ἐν κόσμῳ·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ὁμόφυλοι μισοῦντες θανατοῦσιν ὡς ξένον·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ξενίζομαι βλέπειν τοῦ θανάτου τὸ ξένον·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὅστις οἶδεν ξενίζειν τοὺς πτωχούς τε καὶ ξένους·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν Ἑβραῖοι τῷ φθόνῳ ἀπεξένωσαν κόσμῳ·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ἵνα κρύψω ἐν τάφῳ, ὃς ὡς ξένος οὐκ ἔχει τὴν κεφαλὴν ποῦ κλῖναι·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ἡ Μήτηρ καθορῶσα νεκρωθέντα ἐβόα·
Ὦ Υἱὲ καὶ Θεέ μου, εἰ καὶ τὰ σπλάγχνα τιτρώσκομαι,
καὶ καρδίαν σπαράττομαι, νεκρόν σε καθορῶσα,
ἀλλὰ τῇ σῇ ἀναστάσει θαρροῦσα μεγαλύνω.
 
Καὶ τούτοις τοίνυν τοῖς λόγοις δυσωπῶν τὸν Πιλᾶτον
ὁ εὐσχήμων λαμβάνει τοῦ Σωτῆρος τὸ σῶμα,
ὃ καὶ φόβῳ ἐν σινδόνι ἐνειλήσας καὶ σμύρνῃ, κατέθετο ἐν τάφῳ
τὸν παρέχοντα πᾶσι ζωὴν αἰώνιον καὶ τὸ μέγα ἔλεος.
 

Μεταγραφή στην νεοελληνική
Τον ήλιο που έκρυψε τις ίδιες του τις ακτίνες
και το καταπέτασμα του ναού που διερράγη, λόγω του θανάτου του Σωτήρος,
ο Ιωσήφ όταν (τα) είδε, προσήλθε στον Πιλάτο και θερμά ικετεύει λέγοντας:
Δώσε μου τούτο τον ξένο, που από βρέφος σαν ξένος φιλοξενήθηκε στον κόσμο.
Δώσε μου τούτο τον ξένο, που οι ομόφυλοι από μίσος τον θανατώνουν σαν ξένο.
Δώσε μου τούτο τον ξένο, που παραξενεύομαι να βλέπω του θανάτου το (παρά)ξενο.
Δώσε μου τούτο τον ξένο, που ήξερε να φιλοξενεί τους πτωχούς και τους ξένους.
Δώσε μου τούτο τον ξένο, που οι Εβραίοι από φθόνο τον απεξένωσαν από τον κόσμο.
Δώσε μου τούτο τον ξένο, για να κρύψω σε τάφο, που σαν ξένος δεν είχε που να γείρει το κεφάλι.
Δώσε μου τούτο τον ξένο, που βλέποντάς τον νεκρό η Μητέρα φώναζε:
Ω, Υιέ μου και Θεέ μου, αν και στα σπλάχνα πληγώνομαι
και στην καρδιά σπαράζω που σε βλέπω νεκρό,
αλλά αναθαρρώντας από την ανάστασή σου, δοξάζω.
Και με τούτα τα λόγια ικετεύοντας τον Πιλάτο
ο άρχοντας λαμβάνει του Σωτήρος το σώμα,
που και με φόβο το τύλιξε σε σεντόνι και σε σμύρνα και το έβαλε σε τάφο,
αυτόν που παρέχει σε όλους ζωή αιώνια και το μεγάλο έλεος.

..........................................
Και σε άλλη μία "έμμετρη μετάφραση"



Τον ήλιο που σκοτίστηκε, τις πέτρες που ραγίσαν,
όταν επάνω στο Σταυρό τα θεία μάτια κλείσαν
ο Ιωσήφ κοιτάζοντας με θαυμασμό και δέος
μπρός στον Πιλάτο έρχεται για το ύστατο το χρέος.

«Σε ικετεύω -του μιλάει- δός μου τούτον τον ξένο
δός μου ετούτον τον νεκρό που βλέπω σταυρωμένο
σαν ξένο βρέφος οι άνθρωποι στον κόσμο τον δεχτήκαν
σαν ξένο τον θανάτωσαν, γιατί τον εμισήσαν.
Τον θάνατο όταν εννοώ, τρέμω κι άναυδος μένω·
σε ικετεύω, Άρχοντα, δός μου τούτον τον ξένο.
Εκείνον που ευεργέτησε τον κάθε πονεμένο,
Εκείνον που αγκάλιασε κάθε φτωχό και ξένο.
Δεν είχε τόπο εδώ στη γη την κεφαλή να γείρει
κι οι Εβραίοι του έδωσαν να πιει του Πάθους το ποτήρι.
Γι΄ αυτό ζητώ το σώμα Του, το ταλαιπωρημένο
για να το θάψω, Άρχοντα, δός μου τούτον τον Ξένο.»
 

....................................... 

Το απόσπασμα του Αγίου Επιφανίου 

[00132]
ψίας γενομένης·
[00133]  ν γρ λοιπν δύσας ν δῃ ὁ τς δικαιοσύνης λιος.
[00134] ∆ιὸ ἦλθεν νθρωπος πλούσιος τονομα ωσφ πὸ Ἀριμαθαίας,  ς ν κρυβόμενος, διτν φόβον τν ουδαίων.
[00135] λθε δκαΝικόδημος, ὁ ἐλθν πρς τν ησον νυκτός .
[00136]
Μυστήριον μυστηρίων πόκρυφον.
[00137] ∆ύο κρυπτομαθητακατακρύψαι ησον ν τάφῳ ἔρχονται, τκρυπτν ν τῷ ᾅδμυστήριον τοκρυπτοΘεοῦ ἐν σαρκδιτς δίας κρύψεως διδάσκοντες.
[00138]
τερος δτν τερον περβάλλων τπρς Χριστν διαθέσει.
[00139]
μν γρ Νικόδημος ν τσμύρν, καὶ ἐν τῇ ἀλόμεγαλόψυχος·
[00140]
δὲ Ἰωσφ ν τπρς Πιλτον τόλμκαπαῤῥησίᾳ ἀξιέπαινος.
[00141] Οτος γρ πάντα φόβον ποῤῥιψάμενος, τολμήσας εσλθε πρς Πιλτον, ατούμενος τ σμα τοῦ Ἰησο·
 (…)
[00150]
Καοτως·
[00151]
∆ός μοι νεκρν πρς ταφήν·
[00152]
τσμα κείνου τοπαρσοκατακριθέντος ησοτοΝαζαρινο,
ησοτοπτωχο, ησοτοῦ ἀοίκου,
ησοτοκρεμαμένου, τογυμνο,  τοετελος,
ησοτοτέκτονος υο, ησοτοδεσμίου, τοαθρίου,
τοξένου, καὶ ἐπξενίᾳ ἀγνωρίστου,
τοεκαταφρονήτου , καὶ ἐππσι κρεμαμένου.
[00153]
∆ός μοι τοτον τν ξένον·
[00154]
Τι γάρ σε φελετσμα τούτου τοξένου;
[00155]
∆ός μοι τοτον τν ξένον·
[00156]
κ μακρς γρ λθεν δε τς χώρας, να
σώστν ξένον·
[00157]
κατλθε γρ ες τν σκοτεινν νενέγκαι τν ξένον.
[00158]
∆ός μοι τοτον τν ξένον·
[00159]
ατς γρ καμόνος πάρχει ξένος.
[00160]
∆ός μοι τοτον τν ξένον, οτινος τν χώραν γνοομεν οξένοι.
[00161]
∆ός μοι τοτον τν ξένον, οτινος τν πατέρα γνοομεν οξένοι.
[00162]
∆ός μοι τοτον τν ξένον,
οτινος τν τόπον κατν τόκον, κατν τρόπον γνοομεν οξένοι.
[00163]
∆ός μοι τοτον τν ξένον,
τν ξένην ζων καβίον ζήσαντα πξένα.
[00164]
∆ός μοι τοτον τν Ναζωραον ξένον [οτν τόκον κατν τρόπον γνοομεν οξένοι.
[00165]
∆ός μοι τοτον τν κούσιον ξένον], τν μὴ ἔχοντα δε ποτν κεφαλν κλίν.
[00166]
∆ός μοι τοτον τν ξένον,
[43.448]
τν ς ξένον πξένης οικον,
πφάτνης τεχθέντα.
[00167]
∆ός μοι τοτον τν
[00168]
ξένον, τν ξ ατς τς φάτνης ς ξένον ξ ρώδου φυγόντα.
[00169]
∆ός μοι τοτον τν ξένον,
τν ξ ατν τν σπαργάνων ν Αγύπτξενωθέντα,
οπόλιν χοντα, οκώμην, οκ οκον,  ομονν, οσυγγεν·
[00170]
π' λλοδαπς δχώρας τυγχάνει οτος ξένος.
 [00171]
∆ός μοι , ὦ ἡγεμν, τοτον τν πξύλου γυμνόν·
[00172]
Σκεπάσω τν τς μς φύσεως σκεπάσαντα γύμνωσιν.
[00173]
∆ός μοι τοτον τν νεκρν μοκαΘεόν·
[00174]
Σκεπάσω τν τς μς νομίας καλύψαντα.
(…)
[00178]
πρ νεκροῦ ὦ ἡγεμν, δυσωπ, τοῦ ἐπξύλου κρεμαμένου οίκου.
[00179]
Ογρ πάρεστι τούτοπατρ πγς,  οφίλος, ομαθητς,
οσυγγενς, οκ νταφιαστής·
[00180]
λλ' ατς μόνος τομόνου μονογενς,
ν κόσμΘες, καὶ ἄλλος οδείς
(…)
Επιφάνιος, Αρχιεπίσκοπος  Κύπρου
MIGNE, Documenta Catholica Omnia, Epiphanius Salaminis Episcopus - Homilia in divini corporis sepulturam)

Ο Άγιος Επιφάνιος και η διαμόρφωση του θεσμού της πενταρχίας των πατριαρχών

epifanios Μητροπολίτου Μόρφου  Νεοφύτου

Πανιερώτατε άγιε Κωνσταντίας και αδελφοί αρχιερείς,
Αγαπητοί εκπρόσωποι των αδελφών Ορθοδόξων Εκκλησιών,
Εν Χριστώ αγαπητοί πατέρες και αδελφοί,
Χριστός Ανέστη!
Πολλές φορές, στην πορεία της Εκκλησίας, συμβαίνει τα ιστορικά τεκταινόμενα να συμπληρώνονται, να φωτίζονται, ή ενίοτε και να εκτρέπονται, από τα υπό του Αγίου Πνεύματος τικτόμενα. 
Έτσι, όταν οι διοικητικές ρυθμίσεις που θεσπίζονται για να βοηθήσουν την στρατευόμενη Εκκλησία στη διάβασή της μέσω της ιστορίας κινδυνεύουν να προσαρμοστούν στα μέτρα των ανθρωπίνων αδυναμιών, η Χάρις του Αγίου Πνεύματος παρεμβαίνει δυναμικά για ν' ανοίξει παράθυρα.Υπενθυμίζει κυρίως ότι οι όποιες ρυθμίσεις δεν είναι αυτοσκοπός, ούτε και μπορούν να τίθενται υπεράνω του γεγονότος της Εκκλησίας, αλλά αποτελούν απλώς μέσα για να οδηγηθεί η στρατευόμενη Εκκλησία προς τον τελικό της προορισμό, αφού «ου γαρ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν».
Φορείς αυτής της διορθωτικής παρεμβάσεως, είναι συνήθως οι πνευματοφόροι άνθρωποι. Εκείνοι δηλαδή που ενώ πορεύονται και πολιτεύονται εν τω κόσμω, έχουν ήδη πολιτογραφηθεί πολίτες της πολιτείας που δεν είναι εκ του κόσμου. Ο λόγος και η παρουσία τους, φωτίζει τα θέσμια υπό ένα φως άλλο, και κομίζει μια λογική που δια των θεσμών βλέπει την υπέρβαση των θεσμών.
Τέτοια είναι και η περίπτωση του εν αγίοις πατρός ημών Επιφανίου, Επισκόπου Κωνσταντίας και Αρχιεπισκόπου της Κύπρου. Του οποίου η ιστορική παρουσία σε μια εποχή κρίσιμη για την Εκκλησία της Κύπρου, κατά την οποία τεκταινόταν -όχι χωρίς οδύνες- ο θεσμός της Πενταρχίας, αποτέλεσε τον βασικό μοχλό για να μπορέσει η Εκκλησία της Κύπρου να διαφυλάξει το κεκτημένο της αυτονομίας της, χωρίς το οποίο θα ήταν αναγκασμένη να διαγράψει μια ιστορία τεσσάρων αιώνων και να ξεκινήσει από μια τελείως άλλη βάση, με ανυπολόγιστες ίσως συνέπειες για την ιστορική της πορεία. Δικαίως λοιπόν ο ιστορικός αποκαλεί τον Άγιο Επιφάνιο «πατέρα του κυπριακού αυτοκεφάλου».
Η διέλευση του Αγίου Επιφανίου από το κόσμο τούτο, λαμβάνει χώρα τον 4ο αιώνα. Έναν αιώνα κατά τον οποίο η χριστιανική θεολογία συνδιαλέγεται με την ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα -με ποικίλα αποτελέσματα που εκτείνονται από θεολογικές συνθέσεις άφθαστου ύψους έως αλλεπάλληλες αιρέσεις και προσπάθειες νόθευσης της χριστιανικής αλήθειας· αλλά κι έναν αιώνα ο οποίος φέρνει βαθιές αλλαγές στο διοικητικό σύστημα της Εκκλησίας.
Στην τεσσαρακονταετία της αρχιερατείας του, ο Άγιος Επιφάνιος, θα είχε να αντιμετωπίσει βαθιές διεργασίες ως αποτέλεσμα των οποίων θα άλλαζε το οργανωτικό σχήμα που μέχρι τότε είχε ως επίκεντρό του τον τοπικό επίσκοπο. Μέχρι το τέλος του 3ου αιώνα, ο επίσκοπος ήταν η ορατή κεφαλή κάθε τοπικής εκκλησίας. Ως αυθεντικός συνεχιστής της αποστολικής διαδοχής, λειτουργούσε ως βάση ενότητας, τόσο στην τοπική, όσο και στην ανά την οικουμένη Εκκλησία, ενώ παράλληλα, η τέλεση της ευχαριστιακής λειτουργίας, ήταν ταυτισμένη με το πρόσωπό του.
Όμως ο 4ος αιώνας, κατά τον οποίο έζησε και αρχιεράτευσε ο Άγιος Επιφάνιος, αφού γεννήθηκε το 315, έμελλε να αλλάξει αυτό τον τύπο, φέρνοντας στο προσκήνιο μια νέα τάση: την προσαρμογή της εκκλησιαστικής διοικήσεως στις διοικητικές δομές της αυτοκρατορίας. Η προσαρμογή αυτή υπαγορεύτηκε από νέες ανάγκες και πραγματικότητες και έφτασε, κάποια στιγμή, να λάβει και κανονικό καθεστώς. Έτσι, με τη Σύνοδο της Αντιοχείας, το 341, θεσπίζεται η αρχή της ανύψωσης των επισκόπων των πρωτευουσών της κάθε πολιτικής επαρχίας σε μητροπολίτες. Στη συνέχεια, με τη Δεύτερη Οικουμενική Σύνοδο του 381 στην Κωνσταντινούπολη, εισάγεται το εξαρχικό σύστημα εκκλησιαστικής διοίκησης, και ταυτίζονται τα όρια των εκκλησιαστικών Διοικήσεων (εξαρχιών) με τα όρια των πολιτικών Διοικήσεων. Κατά τη σύνοδο αυτή, καθορίστηκαν υπερμητροπολιτικά «πρεσβεία τιμής» των θρόνων Ρώμης, Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων. Όμως, η πιο ξεκάθαρη κατοχύρωση, θα έφτανε λίγο αργότερα, το 451, με την Τέταρτη Οικουμενική Σύνοδο που έγινε στη Χαλκηδόνα. Με τις αποφάσεις της οποίας ουσιαστικά καθιερώθηκε ο θεσμός της Πενταρχίας.
Τέτοια είναι λοιπόν η κατάσταση κατά τον 4ο αιώνα κι αυτό είναι το κλίμα που έχει να αντιμετωπίσει ο Άγιος Επιφάνιος όταν ανεβαίνει στο θρόνο της Κύπρου το 366. Τη στιγμή που αρχίζει η αρχιερατεία του, οι διεργασίες αυτές βρίσκονται στον κολοφώνα τους. Στην Ανατολή, και λίγο πολύ σε όλη την ορθόδοξη οικουμένη, επικρατεί μια αναμπουμπούλα, μια αστάθεια. Αρειανοφρόνες προσπαθούν να επικρατήσουν των ορθοδόξων στις κατά τόπους μητροπόλεις, ενώ εμφανίζονται και φαινόμενα αυταρχισμού εκ μέρους ορισμένων μητροπολιτών αλλά και αδιαφορίας για την ορθή πίστη. Οι συγκρούσεις και οι έριδες είναι ατέλειωτες. Ως αντίδοτο, αναζητείται κάποια μορφή υπερμητροπολιτικής εξουσίας που να μπορεί να βάλει μια τάξη την ανεξέλεγκτη λειτουργία του μητροπολιτικού συστήματος στο θέμα των χειροτονιών, να φράξει το δρόμο στους αρειανόφρονες επισκόπους, αλλά και να ελέγξει τη συμπεριφορά ορισμένων μητροπολιτών.
Εν όψει αυτής της κατάστασης, οι μητροπολίτες που έχουν την έδρα τους στα διοικητικά κέντρα, αρχίζουν εν πολλοίς να επιβάλλουν τον κανόνα της προσαρμογής της εκκλησιαστικής προς την πολιτική διοίκηση. Αναπόφευκτα, και πολύ ανθρώπινα, σ' αυτή την εποχή των ανακατατάξεων, παρατηρείται ένας ανταγωνισμός στην Ανατολή μεταξύ Αντιοχείας και Αλεξανδρείας. Μέσα σ' όλη αυτή τη ρευστότητα και τους αγώνες για αύξηση των σφαιρών επιρροής, όπως θα λέγαμε σήμερα στη σύγχρονη γλώσσα, ο εξ Ανατολών κίνδυνος, που δημιουργήθηκε από τις αξιώσεις του Επισκόπου Αντιοχείας επί της Εκκλησίας Κύπρου, προβάλλει -καθ' ον χρόνον αρχιερατεύει ο Επιφάνιος- απειλητικότερος παρά ποτέ.
Υπό κανονικές συνθήκες, βέβαια, οι πιο πάνω διεργασίες δεν θα έπρεπε να αφορούν το κανονικό καθεστώς της Εκκλησίας Κύπρου καθ' εαυτό, αφού η αποστολική Εκκλησία της Κύπρου εκέκτητο ήδη αυτονομίας, του αυτοκεφάλου, όπως αυτό ονομάστηκε αργότερα, δηλαδή του δικαιώματος «των Κυπρίων δι' εαυτών τας χειροτονίας ποιείσθαι». Ήδη στη σύνοδο της Σαρδικής (το 343), η Κύπρος προσυπογράφει τα πρακτικά ως μόνη σύνολος εν τη Ανατολή μητρόπολις. Και στη συνέχεια, η εν Εφέσω Τρίτη Οικουμενική Σύνοδος του 431, έρχεται να διασφαλίσει συνοδικώς, να περιβάλει δια κανονικού κύρους το κεκτημένο, αυτό που προϋπήρχε. Εκκλησιαστικά λοιπόν, το ζήτημα αυτό ήταν λυμένο, χωρίς καμία ασάφεια, όχι μόνο κατά το αρχαίο έθος αλλά και κανονικώς. Η διοικητική αυτονομία της Εκκλησίας Κύπρου, ήταν καρπός της ελευθερίας και της συνοδικότητας της Ορθοδοξίας και συνέχεια της αποστολικής παραδόσεως.
Ωστόσο, η ανάδυση του θεσμού της Πενταρχίας, και η γενικότερη αστάθεια -στο πλαίσιο της οποίας ακόμα και αυτή η Εκκλησία της Ιερουσαλήμ αγωνιζόταν για να κατοχυρώσει την αυτονομία της- δεν μπορούσαν παρά να επηρεάσουν και την Κύπρο. Τίποτα δεν φαινόταν δεδομένο και θεσμοί ή κεκτημένα αιώνων μπορούσαν να απολεσθούν εν μιά νυκτί.
Όπως μας πληροφορούν τα επίσημα έγγραφα της εποχής, η Κύπρος ήταν επαρχία της λεγόμενης Διοίκησης της Εώας, η οποία είχε  πρωτεύουσα την Αντιόχεια. Εν όψει τούτου, και εν μέσω της χαώδους καταστάσεως στην οποία βρίσκονταν πολλές επαρχίες της Ανατολής, ο Επίσκοπος Αντιοχείας, θεώρησε φυσικό να προβάλει την αξίωση ότι η Κύπρος είναι μια από τις επισκοπές της περιφέρειάς του.
Όμως -και εδώ φαίνεται η πρόνοια του Αγίου Πνεύματος- η Κύπρος δεν ήταν ούτε αρειανοκρατούμενη, ούτε αναρχούμενη Εκκλησία. Είχε δε αρχιεπίσκοπο τον μέγα Επιφάνιο. Οι οποιεσδήποτε βλέψεις λοιπόν επί της κυπριακής εκκλησίας, συνεπάγονταν μια αναμέτρηση με τον Επιφάνιο. Πράγμα αδιανόητο για την εποχή, αφού το κύρος, η ακτινοβολία και η δύναμη του Επιφανίου υπερέβαιναν κατά πολύ τα όρια της μικρής νήσου και το πρόσωπό του ενέπνεε το δέος σε όλη την χριστιανική οικουμένη. Πολύ ορθά αναρωτιέται ο ιστορικός: «Ζώντος άλλωστε του Επιφανίου, τις επίσκοπος θα ετόλμα έστω και να ονειρευθεί την υπ' αυτόν υπαγωγήν του ανδρός; Τοιούτον θα ήγγιζεν τα όρια της παραφροσύνης αν μη της ιεροσυλίας. Ο γέρων Κύπρου υπ' ουδενός ποτε εκρίθη, αυτός δε έκρινε πάντας τους επισήμους θρόνους της Ανατολής.»
Η στάση του απέναντι στην Αντιόχεια ήταν κάθετη και αταλάντευτη: για τριάντα χρόνια τήρησε άτεγκτη στάση έναντι της Αντιοχείας και δεν επικοινώνησε με τον επίσκοπό της. Σκληρή στάση; Ίσως. Αλλά μ' αυτό τον τρόπο, σε μια ρευστή εποχή και σ' ένα μεταβατικό αιώνα, ο Επιφάνιος έδινε το στίγμα της προσήλωσης στην αλήθεια της παραδόσεως.
Αλλά, αν ο Κωνσταντίας Επιφάνιος κατάφερε να εξαγάγει την Εκκλησία της Κύπρου εις αναψυχήν δια μέσου συμπληγάδων, επιβουλών και ανταγωνισμών, δεν είναι μόνο γιατί πολιτεύτηκε διπλωματικά, αξιοποιώντας προς όφελος της Κύπρου τη αντιπαράθεση Αλεξανδρείας και Αντιοχείας. Ούτε μόνο γιατί η Εκκλησία της Κύπρου είχε ισχυρές κανονικές κατοχυρώσεις που την έθεταν στο απυρόβλητο. Όμως γράφει ο μεγάλος θεολόγος-ἱστορικός π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ: (Χριστιανισμός καί Πολιτισμός σελ. 115-116). Ο βασικός και κύριος λόγος για τον οποίο η Κύπρος κατάφερε να διατηρήσει την αυτονομία της, ήταν γιατί ο ίδιος ο προκαθήμενός της ήταν ένα μέτρο αγιότητας που έκρινε την εποχή του.
Η θωράκιση της Εκκλησίας της Κύπρου, η σκέπη της, ήταν πρωτίστως η αγιότητα του προκαθημένου της. Όντας πνευματοφόρος, είχε τη δυνατότητα, όπως είπαμε στην αρχή, να γίνεται αγωγός μέσα από τον οποίο διοχετεύονταν εντός της ιστορίας οι πνοές του Αγίου Πνεύματος. Έκανε την Κύπρο απόρθητο φρούριο, όχι μόνο με τα επιχειρήματα ή τους χειρισμούς του, αλλά με τη βιοτή και το μέγεθος της αγιότητάς του, το οποίο ήταν ήδη αναγνωρισμένο και σεβαστό από τους συγχρόνους του όχι μόνο στην Κύπρο αλλά και σε όλη την ορθόδοξη οικουμένη.
Για ν' αντιληφθούμε πόσο δύσκολο ήταν να ανοίξει κανείς μέτωπο με τον Επιφάνιο, αρκεί να δούμε ένα χαρακτηριστικό περιστατικό το οποίο αναφέρει ο Θεοφάνης, Ηγούμενος Αγρού και Ομολογητής, στη Χρονογραφία του: Όταν ήταν Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως ο μεγάλος πατέρας της Εκκλησίας Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Κύπρου Επιφάνιος έρχεται στην Κωνσταντινούπολη όπου «χειροτονίας και συνάξεις παρά την Ιωάννου γνώμην εποίησεν», δηλαδή έκανε χειροτονίες χωρίς την έγκριση του Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Όποιες κι αν είναι η προεκτάσεις αυτής της ενέργειας, που δεν θα τις συζητήσουμε εδώ, δείχνει χαρακτηριστικά το πρόσωπο του ανδρός αλλά και την ακαταμάχητη δύναμη της οποίας ήταν φορέας.
Λέχθηκε για τον Άγιο Επιφάνιο ότι ήταν συντηρητικός-παραδοσιακός, ότι δεν συμβάδισε με το πνεύμα της εποχής του, το πνεύμα του 4ου αιώνος. Και πράγματι, μπορεί να πει κανείς πως έτσι ήταν. Αλλά δεν θα πρέπει να δούμε αυτή τη στάση υπό αρνητικό πρίσμα. Μάλλον αρετές πρέπει να θεωρούμε τα χαρακτηριστικά του αυτά, παρά οτιδήποτε άλλο. Ως άγιος, ο Επιφάνιος ήταν άνθρωπος του μέλλοντος και έβλεπε πολύ πολύ μακριά· εξ ου και παρέμενε με όλες του τις δυνάμεις αμετακίνητος εις «ό παρελάβαμεν», απαρασάλευτος μάρτυρας του ασκητικού ήθους της πρώτης Εκκλησίας και φύλακας της γνήσιας αποστολικής παραδόσεως. Υπερασπίστηκε την αυτονομία της Εκκλησίας Κύπρου, όχι διότι εμφορείτο από ένα είδος τοπικισμού, αλλά για να προασπίσει αυτό που η Εκκλησία της Κύπρου παρέλαβε από τους Αποστόλους και διαφύλαξε μέσω των αιώνων με ποταμούς αιμάτων. Η έγνοια του και η φροντίδα του ήταν απλά να παραδώσει στις επόμενες γενιές αυτό που δόθηκε στην Κύπρο από τους Αποστόλους Βαρνάβα, Παύλο, Μάρκο και φυλάχθηκε πριν απ' αυτόν από τον Άγιο Σπυρίδωνα.
Από την άλλη, ο απαρέγκλιτος προσανατολισμός του προς την παράδοση, οφειλόταν και στο ότι μια από τις προκλήσεις της αρχιερατείας του ήταν να αντικρούσει τις αιρέσεις, πρώτ' απ' όλα στην ίδια την Κύπρο αλλά και στον περίγυρό της, καθώς και τη γενικότερη σύγχυση που επαπειλούσε τότε την πορεία της Εκκλησίας. Το ειδωλολατρικό πνεύμα συνέχιζε και κατά τον τέταρτο αιώνα να επιβιώνει, είτε ευθέως, είτε εμφιλοχωρώντας στο χώρο της πίστης και δημιουργώντας συνεχώς αιρέσεις επί αιρέσεων. Παρόλο που, όπως είπαμε, η θεολογία επιχειρούσε τη μεγάλη πρόσληψη του αρχαιοελληνικού λόγου, ο άγιος με τη διόρασή του έβλεπε πως μια τέτοια πρόσληψη δεν ήταν χωρίς κινδύνους. Αντιθέτως, έκρυβε μεγάλες παγίδες και εγκυμονούσε τεράστιες απειλές για νόθευση της αλήθειας. Η «παραδοσιακότητα» λοιπόν του Αγίου Επιφανίου, δεν ήταν τίποτε άλλο από μια ακατάπαυστη επαγρύπνηση για να διαφυλαχθεί αλώβητη η αλήθεια της πίστεως, ένας συνεχής συναγερμός και μια αμείλικτη μάχη εναντίον των αιρέσεων παντός είδους. Κι αν σήμερα μπορούμε να μιλούμε για μια σύνθεση ελληνισμού και χριστιανισμού, αν τελικά η πρόσληψη της αρχαιότητας έγινε όσο το δυνατό πιο ανώδυνα με τα θετικά της να επικρατούν των αρνητικών, αυτό οφείλεται κυρίως στο αταλάντευτο φρόνημα μερικών αγίων και όλως ιδιαιτέρως του Κωνσταντίας Επιφανίου. Αν η Ανατολή ολάκερη δεν περιέπεσε στο χάος των αιρέσεων και των κακοδοξιών, αν ακόμα υπάρχει ορθοδοξία στο νησί μας αλλά και πέραν αυτού, είναι, μεταξύ άλλων, γιατί τον τέταρτο αιώνα υπήρχε στην Ανατολή ένας επίσκοπος που λεγόταν Επιφάνιος, ο οποίος δεν έκανε εκπτώσεις προκειμένου να προσαρμοστεί στον αιώνα του.
Η έντονη αντιαιρετική του δράση, εκτός από το ότι τον καθιστούσε σημείο αναφοράς σε όλο τον γνωστό κόσμο, μια αυθεντία παγκόσμιου βεληνεκούς, ύψωνε όσο ποτέ άλλοτε και το κύρος της Εκκλησίας της Κύπρου, μετατρέποντάς την σε κέντρο των εξελίξεων και επομένως δυσκολεύοντας τα σχέδια εκείνων που την επιβουλεύονταν. Ο Επιφάνιος έκανε την Κύπρο κέντρο του κόσμου. Κληρικοί απ' όλη τη χριστιανοσύνη, ζητούν τη γνώμη του για θεολογικά ζητήματα και τον καλούν να ορθοτομήσει λόγον αληθείας. To 374, μετά από αίτημα ιερέων και λαϊκών της Παμφυλίας, εκδίδει το πρώτο από τα μεγάλα του έργα, το Αγκυρωτόν. Το 376 εκδίδει το Πανάριον, μετά από αίτημα δύο αρχιμανδριτών των μονών της Κοίλης Συρίας. Από όλο τον κόσμο, έρχονται στην Κύπρο μοναχοί, μόνο και μόνο για να δουν τον Επιφάνιο. Ευγενείς και άρχοντες από τη Ρώμη και την Κωνσταντινούπολη έρχονται να λάβουν την ευχή του ή να βοηθήσουν οικονομικά το έργο του. Όποιος ήθελε να δει θαυματουργό επίσκοπο, «αρχαίας αγιότητος κατάλοιπον», έτσι τον ονόμαζαν, έπρεπε να δει τον ξυπόλυτο γέροντα της Κύπρου Επιφάνιο.
Αν σε αυτά προσθέσουμε και το γεγονός ότι και ως αρχιεπίσκοπος ο Επιφάνιος -παρόλο που ήταν μορφωμένος, πολυγραφότατος και μιλούσε πέντε γλώσσες- παρέμενε πρώτα και κύρια ένας ασκητής μοναχός, κομίζοντας μια απλή, αγνή αγιότητα, κοσμημένη με θαυματουργικό χάρισμα, όπως βεβαιώνει σύγχρονη του μαρτυρία -και όπως γνωρίζει καλά η παράδοση της Εκκλησίας μας-, τότε καταλαβαίνουμε πόσο δύσκολο εγχείρημα ήταν για τον οποιονδήποτε να τολμήσει να συγκρουστεί μαζί του.
Θα είχε ενδιαφέρον να αναρωτηθούμε ποια θα ήταν η πορεία της Εκκλησίας Κύπρου αν σ' εκείνα τα κρίσιμα χρόνια στο θρόνο της ήταν άλλος από τον Επιφάνιο. Το πιο πιθανόν είναι πως όσα οικοδόμησε η Εκκλησία Κύπρου εν Πνεύματι και Αληθεία για τέσσερις αιώνες, θα σβήνονταν με μια κίνηση και η Κύπρος θα έπρεπε στο εξής να συνεχίσει την πορεία της υπό άλλα δεδομένα και άλλες προϋποθέσεις. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν θα βάρυνε οποιονδήποτε άλλον, αλλά τους ίδιους τους Κυπρίους, που θα αποδεικνύονταν έτσι ανάξιοι να κρατήσουν τη δωρεά που τους δόθηκε και να διαφυλάξουν την παράδοση και την των πραγμάτων αλήθειαν. Κι όταν χάνουμε το Έν, το κύριον, τότε είναι σαν ν' ανοίγουμε την πόρτα για να μπούνε κάθε λογής κακά. Ενδεχομένως, σε τέτοια περίπτωση, και η ιστορική μας μοίρα να ήταν πολύ χειρότερη από αυτήν που είχαμε.
Κρατώντας εκείνο που της παρέδωσαν οι Απόστολοι, η Εκκλησία της Κύπρου μπόρεσε να γίνει ο διαχρονικός θεσμός ο οποίος στήριξε και κράτησε το λαό της Κύπρου στα πάτρια χώματα και στην πατρώα πίστη. Όλοι οι σοβαροί ιστορικοί, παραδέχονται σήμερα πως χωρίς την Εκκλησία Κύπρου, είναι σίγουρο πως σήμερα δεν θα υπήρχε η Κύπρος και ο λαός της. Και χωρίς την εκ των αποστόλων αυτονομία της, η Εκκλησία της Κύπρου δεν θα μπορούσε να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων και να καταστεί η διαχρονική άμυνα της Κύπρου απέναντι σε κάθε επιβουλή, η κιβωτός που κράτησε την ταυτότητα και την παρουσία αυτού του λαού στη γη των πατέρων του και έφτασε στο σημείο, στα 1960, να γεννήσει αυτό τούτο το ανεξάρτητο κράτος της Κύπρου.
Όμως, πέρα από ό,τι αφορά την ίδια την Κύπρο, θα πρέπει να δούμε και από ευρύτερη σκοπιά τις προεκτάσεις που είχε η προσέγγιση του Επιφανίου στο θέμα που προέκυψε με την Αντιόχεια. Η στάση του, έστελνε ένα μήνυμα διαχρονικό: ότι πριν από τους θεσμούς είναι οι πραγματικότητες. Αν παραγνωριστούν οι πραγματικότητες και επιβληθούν θεσμικές ρυθμίσεις άνωθεν, τότε δεν είμαστε στο δρόμο της αλήθειας αλλά της εκτροπής.
Μήνυμα που είχε και μια διάσταση έντονα προφητική, όπως φάνηκε στους επόμενους αιώνες. Στη συνέχεια της ιστορίας της Εκκλησίας, είδαμε το θέμα του πρωτείου να παρερμηνεύεται, να διαστρέφεται και να θεωρείται σαν δικαίωμα επιβολής στους άλλους. Η απόκλιση αυτή από την αλήθεια των πραγμάτων, έμελλε να ταλανίσει την Εκκλησία για πολλούς αιώνες, συμβάλλοντας στο μέγα σχίσμα του 1054, και συνεχίζοντας να προκαλεί τριβές και διαμάχες ακόμα και σήμερα. Έτσι λοιπόν, με τη στάση του, ο Άγιος Επιφάνιος δημιουργούσε μια παρακαταθήκη για όλη την Εκκλησία και για όλους τους αιώνες.
Οι τεράστιες θεολογικές προεκτάσεις είναι εδώ προφανείς. Από την ορθόδοξη σκοπιά, τα πρεσβεία τιμής ή τα πρωτεία δεν έχουν την έννοια της εξουσίας ή της αυθεντίας, για τον ίδιο λόγο που στο εσωτερικό της Αγίας και Ομοουσίου Τριάδος ο Πατήρ είναι Πατήρ και όχι εξουσιαστής των δύο άλλων προσώπων. Υπό το φως το οποίο έριξε ο Άγιος Επιφάνιος στα εκκλησιαστικά πράγματα, Πενταρχία και αυτοκεφαλία μπορούσαν κάλλιστα να συνυπάρχουν, αφού μετείχαν στην ίδια ουσία και υπηρετούσαν την ίδια αλήθεια. Η Πενταρχία των Πατριαρχών είναι ένας ευλογημένος θεσμός· αλλά και το αυτοκέφαλον της Εκκλησίας Κύπρου είναι επίσης ένας ευλογημένος θεσμός. Και το διαχρονικό μήνυμα του Αγίου Επιφανίου λέει πως «ταύτα δε έδει ποιήσαι κακείνα μη αφιέναι».
Βλέπουμε λοιπόν, ότι η άμυνα της Κύπρου κατά τον 4ο αιώνα, ήταν το πρόσωπο του αγίου αρχιεπισκόπου της. Το κύρος, η σημασία, και η λάμψη που γνώρισε η Εκκλησία της Κύπρου επί των ημερών του, έμελλαν να συνεχιστούν και μετά το 402, έτος κατά το οποίο εκοιμήθη. Η νήσος θα απολάμβανε τους καρπούς των κόπων του όχι μόνο κατά τον επόμενο αιώνα, αλλά και μέχρι σήμερα. Οι πατέρες της Τρίτης Οικουμενικής Συνόδου, ενώπιον της οποίας τέθηκε η διαφορά με την Αντιόχεια, εναρμονίστηκαν πλήρως με το μήνυμα που έστελλε όσο ζούσε ο Κύπρου Επιφάνιος, λειτούργησαν δηλαδή ορθόδοξα. Έτσι, κατεύθυναν αμέσως τη διερεύνησή τους στην «των πραγμάτων αλήθειαν». Ρώτησε λοιπόν η Σύνοδος, της οποίας προήδρευε ο Αλεξανδρείας Κύριλλος, τους εκπροσώπους της Κύπρου: «ποιος χειροτόνησε τους τρεις τελευταίους επισκόπους στην Κύπρο;» Οι δε εκπρόσωποι της Κύπρου, μεταξύ των οποίων ο Σόλων Ευάγριος και ο Κουρίου Ζήνων, απάντησαν: «ο αοίδιμος Επιφάνιος». Η απάντηση αυτή ήταν αρκετή για τους πατέρες της Συνόδου, οι οποίοι χωρίς καμία άλλη συζήτηση επεκύρωσαν με την ψήφο τους το κεκτημένο δικαίωμα της ελευθερίας της Εκκλησίας Κύπρου εις τα των χειροτονιών της. Η αλήθεια κατίσχυσε. Ο Επιφάνιος, δια του αγίου του ονόματος και μόνον, εδικαίωσε την Κύπρο.
Το μέγεθος ενός τέτοιου αγίου τον οποίο δώρισε ο Χριστός στην Κύπρο, δείχνει πως ήταν θέλημα Κυρίου να εξέλθει η Εκκλησία μας αλώβητη από τις αναστατώσεις του 4ου αιώνα και να διατηρήσει μέχρι σήμερα ακέραια την αυτονομία της, παρ' όλες τις επιβουλές που ακολούθησαν κατά τους επόμενους αιώνες. Είμαι σίγουρος πως, η χειρ του αγίου αυτού πατρός, από την οποία, μέσω αδιαλείπτου συνεχείας, λάβαμε και εμείς εν εσχάτοις καιροίς την ιεροσύνη, δεν έπαψε να σκεπάζει την πολυαγαπημένη του νήσο. Και είναι και σήμερα προστάτης και βοηθός της, αρκεί να τον θυμούμαστε και να τον επικαλούμαστε και προπαντός να αγωνιζόμαστε φιλότιμα να διαφυλάξουμε την ελευθερία την οποία δώρισε στην Εκκλησία μας, δια πρεσβειών του Κωνσταντίας Επιφανίου, ο ίδιος ο Χριστός.
Πέραν αυτού, είχαμε και έχουμε σίγουρα την ευλογία του αγίου πατρός, καθώς βαδίζουμε στον ευλογημένο δρόμο της αδελφοσύνης και της αγάπης ο οποίος συνδέει την νήσο μας, παλαιόθεν και μέχρι σήμερον, με τις γειτονικές της Εκκλησίες και όλως ιδιαιτέρως με τα παλαίφατα πατριαρχεία. Βαδίζοντας το δρόμο αυτό, η Εκκλησία μας σήμερα αντλεί από τα λειτουργικά και δογματικά αποθέματα της Κωνσταντινουπόλεως αλλά και του Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου προσωπικώς· στηρίζει εν τω μέτρω των δυνάμεών της τις ιεραποστολικές προσπάθειες της Αλεξανδρείας· εμπνέεται από το άγιον φως των Ιεροσολύμων και συνεργάζεται αδελφικώς με την Αντιόχεια, αφού «εν ενί σώματι, μέλη πολλά έχομεν», αλλά και επειδή «οι πολλοί εν σώμα εσμέν εν Χριστώ, ο δε καθ' εις αλλήλων μέλη».
Κλείνοντας, θα ήθελα να εκφράσω την ευχή προς τον σημερινό διάδοχο του θρόνου του Αγίου Επιφανίου, τον αγαπητό Κωνσταντίας Βασίλειο, όπως σύντομα τον αξιώσει ο Θεός να περπατήσει ξανά στα χώματα που πάτησε ο άγιος προκάτοχός του και να αναπέμψει, εν ελευθερία, ευχαριστήριους ύμνους στον πατέρα του κυπριακού αυτοκεφάλου, στην περιώνυμη βασιλική του στην Κωνσταντία.
Χριστός Ανέστη!
Η Κωνσταντία Ανέστη!
Προσδοκώ και την της Κύπρου ανάστασιν!
 

Εβ 13, 14.
Αρχιμανδρίτου Παύλου Εγγλεζάκη, Είκοσι μελέται δια την Εκλησίαν Κύπρου (4ος έως 20ός αιών), Ίδρυμα Α. Γ. Λεβέντη, Μορφωτικος Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήναι 1996.
Β. Φειδά, Προϋποθέσεις διαμορφώσεως του θεσμού της Πενταρχίας των Πατριαρχών, Αθήναι 1969, σ. 168 και εξ.
Β. Φειδά, Ο θεσμός της Πενταρχίας των Πατριαρχών ΙΙ, Ιστορικοκανονικά προβλήματα περί την λειτουργίαν του θεσμού (451-553), Αθήναι 1977, σ. 2-20.
Βλασίου Φειδά 1977, όπ. παρ. σ. 140.
Βλασίου Φειδά, Ο θεσμός της Πενταρχίας των Πατριαρχών, Ι, Προϋποθέσεις διαμόρφωσης του θεσμού, Αθήναι 1977, σ. 139
Τίτλος Η΄ Κανόνος Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου.
The Catholic Encyclopedia, Volume XI, Robert Appleton Company, 1911, New York.
Αρχιμανδρίτου Παύλου Εγγλεζάκη, όπ. παρ., σ. 67-68.
Θεοφάνους, Ηγουμένου Αγρού και Ομολογητού, Χρονογραφία, Εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2007, σ.213-214.
Παναγιώτη Κ. Χρήστου, Ελληνική Πατρολογία, Τόμος Α΄, Περίοδος Θεολογικής Ακμής, Δ΄ και Ε΄ αιώνες, Εκδοτικός Οίκος Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη 2006, σ. 499.
Ιερωνύμου, Epistola 108.

Αγ. Επιφανίου Κύπρου: Η είς Άδου Κάθοδος Η ΕΙΣ ΑΔΟΥ ΚΑΘΟΔΟΣ



ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΘΕΟΣΟΜΟΝ ΤΑΦΗΝ ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΝ ΤΩ ΑΔΗ ΚΑΤΑΒΑΣΙΝ
ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΠΑΡΑΔΟΞΩΣ ΓΕΝΟΜΕΝΗΝ



      (...) Γιατί απέραντη σιωπή βασιλεύει σήμερα στη γη; μεγάλη σιωπή και πολλή ηρεμία. Μεγάλη σιωπή, γιατί ο βασιλεύς κοιμάται. Η γη φοβήθηκε και ησύχασε, γιατί ο Θεός με το σώμα κοιμήθηκε. Ο Θεός με το σώμα πέθανε και ο Άδης ετρόμαξε. Ο Θεός για λίγο κοιμήθηκε και αυτούς που κοιμόνταν αιώνες, από τον Άδη ανέστησε (...).
Σήμερα σώζονται και αυτοί που ζουν επάνω στη γη και αυτοί που αιώνες τώρα βρίσκονται κάτω από τη γη. Σήμερα σώζεται όλος ο κόσμος, ορατός και αόρατος. Σήμερα είναι διπλή η παρουσία του Δεσπότου Χριστού. Διπλή ευσπλαχνία. Διπλή κατάβασις μαζί και συγκατάβασις. Διπλή φιλανθρωπία. Διπλή επίσκεψις στους ανθρώπους. Από τον ουρανό στη γη και από τη γη στα κατοχθόνια κατεβαίνει ο Χριστός. Οι πύλες του Άδου ανοίγονται. Χαρήτε όλοι εσείς που κοιμάσθε από τους πανάρχαιους αιώνες. (...).

          Χτες εζήσαμε στην υποταγή Του, σήμερα την κυριαρχία Του. Χθες φανερώθηκαν τα σημάδια της ανθρώπινής Του φύσεώς και σήμερα της θεϊκής. Χθες τον ερράπιζαν και σήμερα με την αστραπή της θεότητος σχίζει το σκοτεινό κατηκητήριο του Άδου. Χθες τον έδεναν και σήμερα δένει Αυτός τον τύραννο διάβολο με άλυτα δεσμά (...).Εκείνος που χθες, μέσα στην άπειρη συγκατάβασί Του, δεν εκαλούσε να τον βοηθήσουν οι λεγεώνες των Αγγέλων, λέγοντας στον Πέτρο, ότι είναι στο χέρι μου να παρατάξω τώρα αμέσως περισσότερες από δώδεκα λεγεώνες Αγγέλων, σήμερα κατέρχεται με τον θάνατο Τον κατά του Άδου και του θανάτου, του τυράννου, όπως ταιριάζει σε Θεό και Κυρίαρχο, επί κεφαλής των αθανάτων και ασωμάτων στρατευμάτων και των αοράτων ταγμάτων, όχι με δώδεκα μόνο λεγεώνες, αλλά με μύριες μυριάδες και χίλιες χιλιάδες Αγγέλων, Αρχαγγέλων, Εξουσιών, θρόνων, Εξαπτερύγων, Πολυομμάτων, τα οποία, ως βασιλέα και Κύριο τους, προπέμπουν, δορυφορούν και τιμούν τον Χριστό (...).

Άγιος Επιφάνιος Επίσκοπος Κύπρου

Άγιος Επιφάνιος Κύπρου, o πονών και πάσχων υπέρ της Εκκλησίας 12 Μαΐου 2015


Ο βίος ή το συναξάρι του Αγίου Επιφανίου  Κύπρου παρουσιάζει, εκτός από την ένθεη ζωή του, την ομολογιακή αναστροφή του και τα άπειρα ση­μεία και θαύματά του, και μικρό αριθμό αβεβαιοτήτων και ερω­τηματικών που χρειάζονται επιστημονική διερεύνηση.

Η αποτόλμηση βιογραφικής ιστόρησης του Αγίου Επιφανίου, αλλά και του κάθε Αγίου, του κάθε άνθρωπου πούναι «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» Θεού πλασμένοι, θα παρουσιάζει πάντοτε μεγάλο αριθμό από αβεβαιότητες. Κατά το Γραφικό λόγιο, «τα του ανθρώπου ουδείς οίδεν».

Πώς μπορούμε ακόμα να μιλήσουμε για τα εκ βαθέων κεκραγάρια, τους στεναγμούς των δακρύων μετάνοιας, αλλ’ ιδίως τις μυστικέs εμπειρίες ανάκρασης με τις μαρμαρυγές της Χάριτος του Μεγάλου, του εν Τριάδι Θεού ημών – του πολλά αγαπήσαντος ημάς;



Όπως δεν μπορούμε να ορίσουμε τον Θεό, έτσι ούτε και τον άνθρωπο· μόνο εκ μέρους γνωρίζουμε, καθ’ ότι η Χάρη του Θεού οικονόμησε να φτάσει μέχρις εμάς για ψυχική μας ωφέλειαν, φρονηματισμό και «θεοφιλήν έξιν».

Ο Άγιος Επιφάνιος γεννήθηκε, κατά τον ιστορικό Σωζόμενο, στη Βεσανδούκη, (Au Vieil, Besanduc (Beth-Saddounq) χωριό της Παλαιστίνης, που βρίσκεται κοντά στην Ελευθερούπολη (Beit-Djibrin).

Κυπριακή λαϊκή παράδοση αναφέρει πως ο Άγιος Επιφάνιος γεννήθηκε στον Καλοπαναγιώτη, ένα χωριό της Μαραθάσας της Κύπρου και μεγάλωσε στη Βεσανδούκη. Οι γονείς  του ήσαν φτωχοί Εβραίοι, καθώς μας αναφέρει ο βίος του, αρκετά πλούσιοι χριστιανοί, όπως ισχυρίζονται οι J. Holl, J.Tixeront και D. Paperbroch, που είναι μάλλον αμφίβολο. Είναι δύσκολο ακόμη να καθορίσουμε μ’ ακρίβεια την ημερομηνία  που γεν­νήθηκε ο Άγιος Επιφάνιος. Η πιό κοινή αποδεκτή γνώμη και άποψη την τοποθετεί γύρω στα 310 μ.Χ., καθότι ο Άγιος Ιερώνυμος στα 392 μ.Χ. μας περιγράφει τον Άγιο Επιφάνιο ως πολύ γέροντα.

Ο Άγιος Επιφάνιος, πριν την επισκοποίησή του περ­νά τριάντα ολόκληρα χρόνια αυστηρού ασκητικού-μοναχικού βίου. Ήταν μόλις δεκαέξι χρόνων όταν αναχώρησε για την έρημο. Πήγε άραγε στην Αίγυπτο για να γνωρίσει τον κοινοβιακό Μοναχισμό σαν δόκιμος  ή ήτανε ήδη Μοναχός και πήγε εκεί για προσκύνημα και πνευματική αρτίωση; Ιδού ακόμα ένα ερώτημα που παραμένει αναπάντητο μέχρι της  στιγμής. Η «σύνοψις» που αναφέρει ο «Αγκυρωτός» μαs λέει, πως, ο Άγιος Επιφάνιος επιστρέφει στην Παλαιστίνη, αφού έχει περάσει στην Αίγυπτο είκοσι ολόκληρα χρόνια. Δηλαδή όλην την «πνευματική του νιότη». Και είναι εκεί που με πόθο και ζήλο περισσό μυήθηκε στην ασκητική ζωή από τους πλέον επιφανείς και «μεγαλοσώματους» «καθηγητές της Ερήμου»: Μέγα Αντώνιο, Άγιο Θεοδόσιο Κοινοβιάρχη, Όσιο Παχώμιο, Άγιο Αθανάσιο Αλεξανδρείας, Όσιο Ιωάννη Λυκοπόλεως τον Βλέποντα ή Γρηγόριο τον Κύπριο, τον Γέροντα και «μετά Θεόν θεόν του» και άλλους. Μπορούμε επίσης να πιστεύουμε μαζί με τον Βίο του, ότι έγινε μοναχός στην Παλαιστίνη σ’ ένα ησυχαστικό μέρος καλούμενο Σπανόδριον, παρά την Ελευθερούπολη, ένθα και εχειροτονήθη σύντομα Ιερομόναχοs και Ηγούμενο, καθώς μας αναφέρει ο Άγιος Ιερώνυμος.

Στην περιοχή τns Γάζας, και γενικά της Παλαιστίνης, ο μοναχισμός ανθούσε, αφότου ο Άγιος  Ιλαρίωνας ο Μέγας και οι Όσιοι Γρηγόριος, Ησύχιος και Δωρόθεος, καθώς και πολλές χιλιάδες άλλοι «βιαστές της Βασιλείας», μετέφεραν εκεί τον τόπο δοξολόγησης και παραμονής τους, ιδίως στις αρχές του τε­τάρτου (Δ΄) αιώνα μ.Χ.

Από αυτά που διηγείται ο Άγιος Επιφάνιος σχετικά με συνάντησή του στην Αίγυπτο με ομάδα γνωστικών γυ­ναικών (ελευθερίων ηθών) που τον είχαν προσκαλέσει στο Κοινόβιό τουs, και προσπάθησαν να τον παρασύρουν, πιθανόν να μπορούμε να του προσδώσουμε μια ηλικία πιο νεανική.

Πλην όμως, το μεγαλύτερο μέρος  της μοναχικής του βιοτής το διέρχεται στο Μοναστήρι που ο ίδι0ς ίδρυσε και επάνδρωσε, πολύ κοντά στο μέρος που γεννήθηκε, στην Ελευθερούπολη, κι’ όπου προσφωνείται απ’ όλους με ευλάβεια «ο Γέροντας!». Η μεγάλη όμως φήμη την οποίαν απέκτησε λόγω της αυστηρής ασκητικής ζωής και ένθεης πολιτείας του, τα άπειρα σημεία και θαύματα, που ενεργούσαν αι δυνάμεις του Θεού, τα πυκνά χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, που δαψιλώς και πληθωρικώς υπερχείλιζαν της αρετής της ταπείνωσης, ήτις «φιλεί κρύπτεσθαι», καθώς και η μεγάλη κοσμοσυρροή του πλήθους των πιστών, τον ανάγκασαν να εγκαταλείψη την Παλαιστίνη, να έρθη εις Κύπρον, για να επισκεφθή τον Μέγα Άγιο Ιλα­ριώνα και να μαθητέψη και πάλιν παρά τους πόδας του γέρο­ντα Πνευματικού του Οσίου Γρηγορίου του Κυπρίου.

Ο Άγιος Επιφάνι0ς βρέθηκε στο μεταίχμι των μεγαλυτέρων ρευμάτων και αιρέσεων ως «στύλος και εδραίωμα  της αληθείας» πνευματικός άτλαντας  αναδοχής και ισορρόπησης των κόσμων και του λόγου των όντων, τράνωσης της φύσης!..

Στην εποχή του έχουμε την άνοδο της  παναίρεσns του αρειανισμού ιδία μετά τον θάνατο του Μεγάλου Κωνσταντί­νου (το 337 μ.Χ.), ακολουθούν εκτελέσεις, διωγμοί και εξορίες των υπερασπιστών του όρου «ομοιούσιος» της Α’ Οικουμενικής Συνόδου της Νίκαιας (325 μ.Χ.). Διαιρέσεις και πολεμική με τους «ομοούσιους», με τους «ανόμιους», μη εκκλησιαστική κοι­νωνία με τους «ωριγενιστές», τους «ανθρωπομορφιστές», τους «παυλικιανούς» κ.τ.λ.

Προς αντιμετώπιση των ποικίλων αιρεσιαρχών και Χριστιανών διαφωνούντων της έδρας του, καθώς και για να τους ελέγξει, ζήτησε και την βοήθειαν του Αυτοκράτορος Θεοδοσίου του Α’ ο οποίος, ως απάντησιν εις την έκκλησιν του Αγίου Επιφανίου, εξέδωκε διάταγμα, διά του οποίου «ει τις  τω πατρί Επιφανίω, τω επισκόπω της Κυπρίων χώρας, ουχ υπακούει διά των θείων λόγων, εξερχέσθω της  Νήσου, και όπου θέλει κατοικείτω· ει δε τινες, φίλοι όντες και τέκνα της μετανοίας ομολογούσι τω κοινώ πατρί ότι πλανηθέντες βουλόμεθα εις την οδόν της αληθείας ελθείν, μεινάτωσαν επί της νή­σου διδασκόμενοι υπό του κοινού πατρός…».

Σε παράφραση του κειμένου του Αυτοκράτορος Θεοδοσίου του Μεγάλου παραθέτουμε το ακόλουθο απόσπασμα: «Όποιος από τους κατοίκους της Κύπρου δεν παραδέχεται την διδασκαλία του Επιφανίου, πρέπει να φεύγει από την Κύπρο, είτε αιρετικός είναι, είτε ειδωλολάτρης. Δηλαδή, «τότε μόνον μπορεί να μείνη, αν παραδεχθή τα όσα διδάσκει ο Επιφάνιος, και αφήσει κατά μέρος τα όσα ξέρει και πιστεύει».

Αν ο Άγιος Επιφάνιος δεν εγεννιόταν εκ φύσεωs τό­σο ζηλωτής και ένθερμοs αγωνιστής υπέρ της Αλήθειας, μια τέτοια εποχή, θα τον άφηνε άραγε άγευστο πολεμικής; Ίδε ένα άλλο καυτό ερώτημα.

Με πρόταση του Πατριάρχη Αλεξανδρείας Θεόφιλου (384-412 μ.Χ.) και του επισκόπου Επιφανίου, συγκαλείται στην Κωνσταντία της Κύπρου Σύνοδοs κατά την οποία καταδικάζονται τα γραπτά του Ωριγένους.

Ο Άγιος Επιφάνιος βρισκόμενος στο προσκήνιο μετα­ξύ όλων αυτών των συγκρούσεων και συγκινήσεων δένεται με πολλή συμπάθεια και εστιότητα πατρική, με ελεήμονα διάθεση και πλατυσμό καρδίας, ως άλλος Σαμψών ξενοδόχος, μεγάλο αριθμό επισκέψεων. Η δε εκτίμηση, με την οποίαν τον περιβάλλουν όλοι είναι απεριόριστη. Δεχόμενοι τα όσα μας αναφέρει ο Άγιος Ιερώνυμος ακόμη και οι αιρετικοί τον ευβλαβούντο πολύ, αρνούμενοι κάθε είδους πολεμική εναντίον του.

Αρκετοί μάλιστα απ’ αυτούς με μεγάλο σεβασμό τον συμβουλεύονται στις ανησυχίες τους. Μοναχοί δε απ’ όλα τα μέρη έρχονταν να εγκατασταθούν στην Κύπρο για να έχουν τον Άγιο Επιφάνιο απλανή καθοδηγητή και πνευματικό τους πατέρα. Η όλη πυρούμενη μορφή του, ο αυστηρόs ασκητικός βίος του, τα καυτά αντιαιρετικά του συγγράμματα και ο ένθεοs ζήλος του τού προσέδωσαν οικουμενική αίγλη, και οι απόψεις του επείχαν θέση δόγματος για την καθόλου Εκκλησία. Είχε σχέση με όλα τα θύματα του Κωνστάντιου (337-361 μ.Χ.) και προπαντός με τον Μέγα ομολογητή της Ορθοδοξίας, Άγιο Αθανάσιο Αλεξανδρείας, με τον οποίον συναντιέται, χωρίς αμφιβολία, μετά το 349 μ.Χ. ως μας αναφέρει κι ο εξαίρετοs Γάλλος πατρολόγος Tillemont. Επίσης πηγαίνει και βρί­σκει στην εξορία του τον Ευσέβιο Νικομήδειας, τον οποίον με περίσσεια συμπάθειαs και αγαπητική δύναμη νουθετεί φιλικά, για να τον κερδίσει υπέρ της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Είναι γύρω στα 367 μ.Χ. που ο Άγιος Επιφάνιος εκλέγεται «ψήφω κλήρου και λαού» Αρχιεπίσκοποs Κωνσταντίας (αρχαίας Σαλαμίνας) και πάσης Κύπρου. Ήτανε άραγε σύμφωνα με παρότρυνση του Αγίου Ιλαρίωνα του Μεγάλου που δέχτηκε την εκλογή και χειροτονίαν του εις Επίσκοπον από τη φωτισμένη μορφή του Αγίου Πάππου; και στο σημείο αυτό υπάρχουν πολλές αναφορές και λαϊκές διηγήσεις. Όπως και νάχει όμως το όλο θέμα, ο Άγιος Επιφάνιος εφάνη ως όντως ο «λύχνος επί λυχνίαν!». Οργάνωσε τόσο την επισκοπικήν του περιφέρεια, όσο και την όλη Κύπριδα Εκκλησία, κατά τα πρότυπα των Πράξεων των Αποστόλων και της πρωτοχριστιανικής κοινωνίας αγάπης, κοινωνίας προσώ­πων, κοινωνίας  Θεώσεως!… Ιδιαίτερα είχε σε μεγάλη περιωπή τη Μοναχική – Κοινοβιακή ζωή.

Η Μητρόπολή του ήταν ένα αέναο εργαστήρι αρετής – εδρασμένο στο Μοναχικόν ιδεώδες της κοινοκτημοσύνης και του καταμερισμού της όλης εργασίας σε διακονήματα, ανάλογα με τα χαρίσματα ενός-εκάστου. Έτσι, κι’ η Μητρόπολή του είχε μοναστηριακό χαρακτήρα. Καθώς μας αναφέρει είκοσι χρό­νια αργότερα ο Άγιος Ιερώνυμοε, τα μοναστήρια της Κύπρου ήσαν πολυάριθμα, και ο ιστορικός Σωζόμεvoς συμπληρώνει, πως τούτο γίνεται θαυμαστό γεγονός πνευ­ματικής άνθησης, χάρις στην πνευματική καθοδήγηση του Αγίου Επιφανίου.

Είναι εδώ στην Κύπρο που αρχίζει και το όλο συγγραφικό έργο του Αγίου Επιφανίου. Καθώς επιγραμματικά μας αναφέρει κι’ ο περίφημος πατρολόγος Κωνσταντίνος Κοντογόνης· «ο Όσιος Επιφάνιος εδαπάνησε τον ησύχιον αυτού βίον εις σύνταξιν σοφών συγγραμμάτων, καταπολεμούντων την πίστιν των ασεβών δογμάτων της αιρέσεως και της ειδωλολατρείαs».

Ο Άγιος Γέροντας Επιφάνιος γράφει στην αρχή επιστολές για να διατηρήση τον πνευματικό σύνδεσμο αγάπης και αναδοχής με τούς Μοναχούς της  Παλαιστίνης, της Συρίας, της

Μεσοποταμίας, της Περσίας, της Αιγύπτου, του Σινά, της Γεωργίας και της Αιθιοπίας. Επίσης γύρω στο 372 μ.Χ. συντάσσει μια επιστολιμαία ομιλία του-εγκώμιο στην πνευματι­κή πολιτεία και την ένθεη ζωή του Αγίου Ιλαρίωνα του Μεγάλου, που μόλις είχε «τελειωθή εν Κυρίω» κοντά στο χωριό Επισκοπή της Επαρχίαs Πάφου (Κύπρου), όπου απέλαυσε την «ειρηναία» και ησύχιον διαγωγήν του.

Επίσης έγραψε πολλές επιστολές, «νουθετών τους ατάκτους», καθώς και άλλα πολύτιμα έργα ποικίλου περιεχομένου, κυρίως δογματικά, ερμηνευτικά, λειτουργικά και ασκητικά.

Από την Παμφυλία και Πισιδία της Περσίας και Μεσοποταμίας, τη Συρία και την Παλαιστίνη, ως την Αφρική, τη Ρώμη και την Κωνσταντινούπολη, κληρικοί και λαϊκοί, άρχοντες και αρχόμενοι, του ζητούν την υπεύθυνη και βαρύνουσα διαγνώμη και πνευματική του συμβουλία ως θεολογική αυθεντία. Προπαντός να τους ξεκαθαρίση με την ενάργεια και εμπειρία του τα φλέγοντα Θεολογικά προβλήματα της εποχής. Ερωτήματα Τριαδολογικά, Χριστολογικά, Πνευματολογικά, Εκκλησιολογικά, Εσχατολογικά. Επίσης, και άλλα, σχετικά με την Αγία Γραφή, τον Μοναχισμό, την Πνευματική και Λειτουργική ζωή κ.τ.λ. Επάξια λοιπόν και ημείς μετά της καθόλου Εκκλησίας αναφωνούμεν: «Χαίροις Πάτερ Παγκόσμιε!…».

Για το σκοπό αυτό ο «Θείω έρωτι πυρούμενος» Γέροντας Επιφάνιος αναλαμβάνει γύρω στα 374 μ.Χ τη συγγραφή μιας εκτενέστατης πραγματείας, την οποίαν και τιτλοφορεί «ο Αγκυρωτός».

Επιθυμία του είναι να στηριχτούν οι πιστοί στην άγκυ­ρα της Πίστεως, και να επαναγάγει τους πεπλανημένους και να τους επισυνάψη στην εκλεκτή Ποίμνη, όπως λέει κι’ η Αναφορά του Μ. Βασιλείου.

Το έργο αυτό του Αγκυρωτού, γνώρισε μια τέτοια επιτυχία, που ανάγκασε τον Άγιο Επιφάνιο ν’ αναλάβει μια νέα εργασία εκκλησιαστική και κοινωφελή διακονία. Πρόκειται για ανάπτυξη, ανασκευή και αναίρεση της διδασκαλίας ογδόντα αιρέσεων, των οποίων μας περισώζει κατάλογον και πολύτιμην περιγραφήν για την όλην έρευνα και μελέτη της ιστορίας των δογμάτων. Το ονομάζει «Πανάριον» (Adversus Haereses) ή «Πανέρι Φαρμάκων», που εμπεριέχει γιατρικά για όλες τις αρρώστιες, που μπορεί ν’ απειλούν την Πίστη. Άρχισε στα 374 μ.Χ. και η όλη εργασία θα εξακολούθησε τάχιστα, καθότι η 48η  αίρεση τέλειωσε στα 375 και η 66η στα 376. Η σειρά που ακολούθησε ήταν μάλλον χρονολογική και η έκταση στα σχόλια διαφέρει σημαντικά, ανάλογα με τη σπουδαιότητα ή την επικαιρότητα των θεμάτων. Το όλο έργο πολύ χρησίμεψε σαν πηγή Εκκλησιαστικής Ιστορίας και ακραιφνούς γνώσης του Ορθοδό­ξου Δόγματος.

Εύγλωττα ακόμα παραδείγματα αποτελούν τα συγγράμματα του Αγίου Επιφανίου, «Περί μέτρων και Σταθμών», «Περί των 12 λίθων των όντων εν τοις στολισμοίς Ααρών», και το «Υπόμνημα εις το κατά Λουκάν Ευαγγέλιον», καθώς επίσης και άλλα κείμενα απωλεσθέντα ή ευρισκόμενα ακόμα ανέκδοτα σε χειρόγραφα, καταχωνιασμέ­να στις διάφορες ανά τον κόσμο βιβλιοθήκες.

Διερωτούνται μερικοί εάν ο Άγιος Επιφάνιος λαμβάνει μέρος στην Β’ Οικουμενική Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη το 381 μ.Χ. Εμείς πιστεύουμε ακραδάντως ότι, όντως παρέστη και υπήρξε η «ψυχή και το πνεύμα» της όλης δομής και των πρακτικών θεματολογίας που απασχόλησαν την Σύνοδο.

Ο C. Bardy πιστεύει ότι παρέστη, ενώ ο Tillemont σημειώνει, πως η υπογραφή του δεν αναφέρεται μεταξύ των υπογραφών αυτών που έλαβαν μέρος στη Σύνοδο. Όμως πλείστες άλλες μαρτυρίες επιβεβαιώνουν για το ότι, όντως παρέστη.

Την επόμενη χρονιά τον συναντούμε να πηγαίνει και να συμμετέχη ενεργά στη Σύνοδο της Ρώμης που κάλεσε ο Πάπας Δάμασος.

Εδώ υποστηρίζει τη μερίδα του φίλου του Παυλίνου, ενάντια στο Φλαβιανό για το επίμαχο θέμα του Επισκοπικού Θρόνου  Αντιοχείας. Επίσης, όσον αφορά το καυτό ερώτημα του Απολλιναρισμού δίδει μίαν, ιδιαίτερα βαρύνουσα και υπεύθυνη διαγνώμη.

Ο Άγιος Επιφάνιος πονών και πάσχων υπέρ της Εκκλησίας του Χριστού, το 377 μ.Χ. επεσκέφθη την Αντιό­χεια και το 381 μ.Χ. πηγαίνει στη Ρώμη για το  Αντιοχειανό σχίσμα των Μελετιανών.

Φιλοξενείται στο ονομαστό, για την αβραμιαία φιλοξενία του, Μέλαθρο συμμελέτns της Παύλας, χήρας του Τοξοτίου, όπου γνωρίζεται και συνδέεται αμέσως πολύ στενά με τον Άγιο Ιερώνυμο, τον περιώνυμο ερημίτη της Βηθλεέμ. Γι’ αυτόν οι άρρηκτοι δεσμοί φιλίας του θά είχαν μεγάλες συνέπειες επέκτασης και αύξησης του εν Χριστώ Ιησού. Ίσως ακόμη δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι πλέον συνεπής εναρμόνιση των έργων του Αγίου Επιφανίου προς την Αγία Γραφή είναι προϊόν – καρπός του συνδέσμου του με τον Άγιο Ιερώ­νυμο.

Ακόμη μπορούμε να σκεφτούμε ότι η τόσο δυνατή και αμοιβαία φιλία τους επέδρασεν αποφασιστικά στο να κλίνη κι ο  Άγιος Ιερώνυμος με το μέρος του Αγίου Επιφανίου ενά­ντια στον Ιωάννη Ιεροσολύμων και να πάρη δυναμική θέση μεταξύ των αντι-ωριγενιστών, κατά τη διάρκεια της διαμάχης που είχε ξεσπάσει στους κόλπους της Εκκλησίας από το 393 μ.Χ. και εντεύθεν.

Τα τελευταία χρόνια του γέροντα Επισκόπου Επιφα­νίου δεν υπήρξαν καθόλου ειρηνικά. Θα είχε να συλλέξη τα πι­κρά φρούτα ενός ειλικρινούς αντι-ωριγενισμού, δίχως αμφιβολία, αλλά με λίγη οξυδέρκεια και διάκριση. Κατά τις μαρτυρίες των ιστορικών της Εκκλησίας μας, Σωκράτη και Σωζόμενου, φαίνεται πως ο φιλόδοξος Θεόφιλος Αλεξανδρείας εκμεταλλεύεται το ευγενές, άδολον και μακάριον πάθος του Αγίου Επιφανίου υπέρ της Αλήθειας και Ορθοδοξίας της Εκκλησίας για να ικανοποιήση τα δικά του υποχθόνια και ερρεβώδη – δαιμονικά σχέδια που δεν ήσαν καθόλου τίμια.

Αφού λοιπόν, το 402 μ.Χ., γέροντας πια ο Άγιος Επιφάνιος, είχε καταδικάσει σε τοπική Σύνοδο Επισκόπων Κύπρου τα έργα του Ωριγένη, ζήτησε και την ολοκληρωτική κα­ταδίκητους κι’ από τους υπόλοιπους Επισκόπους των κατά τό­πους Ορθοδόξων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών. Πλην όμως, ο της Κωνσταντινουπόλεως Πατριάρχης, Άγιος Ιωάννης ο Χρυσό­στομος φαινόταν πως εκώφευε και με πολλή συμπάθεια και διά­κριση προσπαθούσε να οικονομήσει διαφορετικά το όλο επίπονο και ακανθώδες θέμα με πιο ήπιο τρόπο, και δεν ήθελε να πάρη μέρος στην όλη διαμάχη και να καταδικάση τον Ωριγέ­νη. Έτσι το 403 ο Άγιος Επιφάνιος αποβιβάζεται στην Κωνσταντινούπολη για να λάβη προσωπικά ό ίδιος σωστήν εικόνα των πραγμάτων ή να διακόψη κάθε πνευματικήν – μυστηριακήν επικοινωνίαν με τον Άγιο Χρυσόστομο.

Και είναι εδώ ακριβώς, που ο Άγιος Επιφάνιος, ζει μέ­χρι αηδίας το μέγεθος της πλεκτάνης, στην οποίαν τον ενέπλεξε και ενέπαιξε ο δόλιος Θεόφιλος Αλεξανδρείας, ο οποίος φθονούσε τον Άγιο Χρυσόστομο, εποφθαλμιούσε τον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως και εργαζόταν τόσον δόλια και υποχθόνια να υποσκάψη την όλη μεγαλοσώματη μορφή του χρυ­σού, τη γλώσσα και το στόμα Άγιου Ιωάννου.

Καθότι, ούτε ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, μήτε οι προστατευόμενοί του και θαυμάσιοι Ασκητές, οι λεγόμενοι Μακροί Αδελφοί της Αίγυπτου ήσαν αιρετικοί, καθώς ο Θεόφιλος από μανικό-σατανικό μίσος και τυφλό πάθος μεγαλομανίας και τυρίας (πρβλ. αίρεση «Αρτοτυρίται») κινούμενος τους είχε παρουσιάσει.

Τέλος, διάφοροι Επίσκοποι, αυτοί οι Μακροί Αδελφοί και ο προς τούτο αποσταλής Αρχιδιάκονος του Αγίου Χρυσο­στόμου Σεραπίων, έπεισαν τον Άγιο Επιφάνιο ν’ άναχωρήση εκ Κωνσταντινουπόλεως, πράγμα που έπραξε, χωρίς καθόλου χρονοτριβή. Έτσι, γεμάτος αποτροπιασμό για όσα συνά­ντησε άτοπα και αχρεία, εγκατέλειψε την Πόλη, με την εξής χαρακτηριστική και παροιμιακή φράση: «Αφήιμι υμίν την πόλιν και το Βασίλειον και την υπόκρισιν· εγώ δε άπειμι, σπεύδω γαρ, πάνυ σπεύδω!…». Κατά τον πλουν της επιστροφής του για την Κύπρο, ενενηκοντούτης και πλέον, ο λευκόθριξ Λευΐτης της Νέας Σκηνής, μετέθη και ενώθη μετά της Άνω Ιεραρχίας στις 12 Μαΐου το 403 μ.Χ. Την αυτήν ημέραν τελείται πανηγυρικά και η εορτή της μνήμης του. Τοπική παράδοση και αρχαία Συναξάρια αναφέρουν επίσης και έτερη γιορτή του Αγίου Επιφανίου στις 14 Ιουλίου. Είναι άραγε η ημερομηνία της ανακομιδής των λειψάνων του; Ιδού ακόμα ένα ερωτηματικό.

Το ιερό του λείψανο έγινε δεκτό με τις μέγιστες δυνατές τιμές στην Κωνστάντια ή Σαλαμίνα, πρωτεύουσα τότε της Κύπρου, και κηρύχτηκε σ’ όλη την Μεγαλόνησο σαρανταήμερο πένθος. Κατά τον Άγιο Θεόδωρο τον Στουδίτη, δύο από τους μαθητές του, Ιωάννης και Πολύβιος, «Εδείμαντο αυτώ Ναόν», την μεγαλύτερη βασιλική την καθ’ ημάς Ανατολην, κατά την ρήτρα του διάσημου Καθηγητή μας στην Χριστιανική αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο των Παρισίων Δρα Jean Pierre Sodini.

Στην Σαλαμίνα ή Κωνσταντία, παλαιά πρωτεύουσα της Κύπρου, που βρίσκεται κοντά στην κατεχόμενη, σήμερα, Αμμόχωστο, σε ανασκαφές που έγιναν το 1924-25, 1954-56 και μετέπειτα, βρέθηκε τεραστίων διαστάσεων βασιλική, των αρχών του 5ου αιώνα, στο έσω κλίτος της οποίας ανακαλύφθηκε μαρμαροεπένδυτος τάφος, που προφανώς ανήκει στον Άγιο Επιφάνιο.

Στην καρδιά της Βασιλικής του Αγίου Επιφανίου υπάρχει υπόγεια Κατακόμβη- Εκκλησία και ο τάφος του Αγίου όπου κατά την διάρκειαν της Θείας Λειτουργίας της κυριωνύμου εορτής, στις 12 Μαΐου, ανέβλυζεν ευώδες αγίασμα πλήρες ιάσεων, «τοις πίστει προσιούσιν».

Ο Άγιος Επιφάνιος υπήρξεν ονομαστός, από τότε που ζούσε, για την αγιότητα του βίου του, τα πάμπολλα και μεγάλα θαύματά του, την ευρυμάθειά του και προπαντός τις αντιαιρετικές συγγραφές – διδαχές και ομιλίες του -«στύλος ο ίδιος και εδραίωμα της Αληθείας». Είναι ο τύπος μιας μοναδικής Χρι­στιανικής συνθέσεως στον Δ΄αιώνα. «Η συμβολή του Αγίου Επιφανίου είναι τόσο μεγάλη, ώστε δεν αποτελεί υπερβολή, αν λέγαμε, ότι η μελέτη των τριαδολογικών θεμάτων του Δ’ αιώνα είναι ελλειπής, αν δεν ληφθή υπόψη και το έργο του Αγίου Επιφανίου». Βρίσκεται στο μεταίχμι της ασκητικής παραδόσεως των Μοναχών της Ανατολής (Αιγύπτου, Σινά, Παλαιστίνης, Συρίας, Μεσοποταμίας, Περσίας, Μικράς Ασίας, Κύπρου κ.ά.).

Οι συγκεκριμένες και συχνές επαφές και σχέσεις του με τους Αγίους Τόπους και η πλατειά μόρφωσή του («πεντάγλωσσος» και πολυμαθής), τον είχαν από πολύ ενωρίς καθιερώσει στη συνείδηση του λαού του Θεού ως Μέγα Ιεράρχη και Άγιο. Σύμφωνα πάλιν με τον Άγιο Ιερώνυμο είναι «πατέρας όλων των επισκόπων και το τελευταίο λείψανο της αρχαίας ευσέβειας…». Η μορφή του και η ευχή και η πύρινη ικετηρία του ας μας συνοδεύουν και εμπνέουν στους δύστηνουs και πονηρούς καιρούς της συγχύσεως, των αιρέσεων και της των πάντων αλλοτριώσεως, ίνα και ημείς μ’ εκείνον το αυτό φρονούμεν!…Ας ακούσουμε την πιο κάτω παραίνεση – υποθήκη του Αγίου  Αποστόλου Παύλου, που εκφράζει πλήρως το πνεύμα του Αγίου Επιφανίου: «Στήκετε εν ενί πνεύματι, μιά ψυχή συναθλούντες τη πίστει του Ευαγγελίου, και μη πτυρόμενοι εν μηδενί υπό των αντικειμένων, ήτις αυτοίς μεν εστιν ένδειξις απωλείας, υμίν δε σωτηρία και τούτο από Θεού· ότι υμίν εχαρίσθητο υπέρ Χριστού, ου μόνον το εις αυτόν πιστεύειν, αλλά και το υπέρ αυτού πάσχειν, τον αυτόν αγώνα έχοντες, οίον είδετε εν εμοί και νυν ακούετε εν εμοί…».

Ενώ ακόμα ο Άγιος Επιφάνιος βρισκόταν εν ζωή, αλλά και μετά την προς Κύριον εκδημία του, ενήργησε στο να συντελεστούν πολλά «θεοσημεία» και θαύματα, όχι μόνο στην Κύπρο, αλλά και σ’ όλο τον τότε γνωστό κόσμο. Νάχουμε την ευχή και πύρινη ικετηρία του να μας συνοδεύει εν παντί.
(Αρχ. Επιφανίου Ευθυβούλου, Αγίου Επιφανίου Κύπρου, Ανέκδοτη πνευματική ομιλία Περί Χριστιανικής Πολιτείας και Διαγωγής, εκδ. «Ορθόδοξο Πνευματικό Κέντρο Λεμεσού»)

Σάββατο 7 Μαΐου 2016

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ




Cвятой апостол и евангелист Иоанн
Ο Ιωάννης, ο αγαπημένος μαθητής του Ιησού, ήταν γιος του Ζεβεδαίου και της Σαλώμης και νεώτερος αδελφός του αποστόλου Ιακώβου. Γεννήθηκε στη Γαλιλαία και δεν μορφώθηκε καθώς από μικρός βοηθούσε τον πατέρα του που ήταν ψαράς. Στην αρχή έγινε μαθητής του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου και αμέσως μόλις γνώρισε τον Ιησού έγινε μαθητής του μαζί με τον αδερφό του τον Ιάκωβο. Η Εκκλησία μας του απένειμε την προσωνυμία του Θεολόγου.
Иоанн Евангелист
Ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος είναι ο Ευαγγελιστής της αγάπης. Όχι μόνο γιατί αναφέρεται συνεχώς στα κείμενα του στη αγάπη, αλλά κυρίως γιατί την βίωνε και την εξέφραζε. Αγαπούσε πολύ τον Διδάσκαλό του. Τον ακολούθησε και στις πιο δύσκολες ώρες της επίγειας ζωής Του. Όταν οι άλλοι μαθητές ήταν κρυμμένοι «διά τον φόβον των Ιουδαίων», αυτός ήταν παρών στην σύλληψή Του, στην δίκη και στον Γολγοθά, όπου κάτω από τον Σταυρό στις κρίσιμες εκείνες στιγμές του εμπιστεύθηκε ο Χριστός την μητέρα Του.
Και αυτός τίμησε την επιθυμία του Κυρίου και μέχρι την Κοίμηση της την φρόντιζε ως αληθινή του μητέρα. Μαζί με τον αδελφό του Ιάκωβο και τον Πέτρο αποτελούσαν την τριάδα τον μαθητών που είχε μαζί του ο Χριστός στην ανάσταση της κόρης του Ιαείρου, στο όρος Θαβώρ, όπου «μετεμορφώθη έμπροσθεν αυτών», καθώς και στην Γεσθημανή, όπου προσευχήθηκε πριν από το πάθος Του.

Ο Ιωάννης είναι ο συγγραφέας του 4ου κατά σειρά Ευαγγελίου στην Καινή Διαθήκη, το θεολογικότερο όλων και θεωρούμενο ως Ευαγγέλιο της αγάπης, καθώς επίσης τριών Καθολικών Επιστολών και της Αποκάλυψης.

Τη ζωή του κοντά στον Κύριο τη γνωρίζουμε μέσα από τα Ευαγγέλια της Καινής Διαθήκης. Ο Ιωάννης συνέχισε έντονα την δράση του και μετά την Ανάληψη του Κυρίου. Αυτός και ο Πέτρος ήταν οι πρώτοι που κήρυξαν μετά την επιφοίτηση του Αγ. Πνεύματος σε όλο τον κόσμο το λόγο του Κυρίου.
Η παράδοση, επίσης, μας λέει ότι ο Ιωάννης κήρυξε το Ευαγγέλιο στη Μικρά Ασία, και ιδιαίτερα στην Έφεσο. Στα χρόνια του αυτοκράτορα Δομετιανού βασανίστηκε και εξορίστηκε στη Πάτμο, όπου έγραψε την Αποκάλυψη. Σε μεγάλη ηλικία ξαναγύρισε στην Έφεσσο όπου συνέγραψε το ευαγγέλιο του.
Ο Ιωάννης έζησε γύρω στα 100 χρόνια (κοιμήθηκε ειρηνικά γύρω στο 105 με 106 μ.Χ.). Εκείνο, όμως, που αξίζει να αναφέρουμε, είναι η φράση που συνεχώς έλεγε στους μαθητές του: «Τεκνια, αγαπατε αλληλους» (Ιωαν. ιγ΄ 34), που σημαίνει, παιδιά μου, να αγαπάτε ο ένας τον άλλο.

Τη μνήμη του η εκκλησία μας τι γιορτάζει στις 8 Μαίου και στις 26 Σεπτεμβρίου.